Legislator Case Law & Legislation
521/2018 AI generated

521/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 521/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

521/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συντρέχουν επομένως στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 367 § 1 περ. γ’ ΠΚ και αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της τελεσθείσας από τους δύο πρώτους εναγομένους απλής δυσφήμησης εις βάρος του ενάγοντος, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, να μην ευρίσκει πεδίο εφαρμογής το άρθρο 914 ΑΚ, που προϋποθέτει παράνομη συμπεριφορά.

Keywords

AI generated
exposure to danger deportation despite health issues post-flight political activities accident victim crime victim criminal penalty
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 521 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 521/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό -Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ι. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάγο, 2) Η. Κ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4032/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2696/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-4-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζομένη από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. ... /7-7-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Αθηνών Χ.

Π. προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ’ αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος νομίμως και εμπροθέσμως στον τρίτη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13-3-2017, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης.

Επομένως, εφόσον η ως είρηται αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, στην ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευση αυτής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. , πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Επειδή, ο ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, εξέθεσε ότι στο φύλλο της 25-4-2007 της ημερησίας εφημερίδος πανελληνίου κυκλοφορίας με τον διακριτικό τίτλο "...", της οποίας εκδότης-διευθυντής είναι ο πρώτος, διευθυντής συντάξεως ο δεύτερος και ιδιοκτήτρια η τρίτη των εναγομένων, ήδη πρώτος, δεύτερος και τρίτων των αναιρεσιβλήτων, δημοσιεύθηκε ανυπόγραφο άρθρο με το αναφερόμενο στην αγωγή περιεχόμενο, το οποίο περιείχε δυσφημιστικές για τον ενάγοντα διαδόσεις που προσέβαλαν την προσωπικότητά του, την αναλήθεια των οποίων εγνώριζαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι τις διέδωσαν με ειδικό σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και ότι από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη.

Εζήτησε δε, κατόπιν αυτού με την αγωγή, κατά μετατροπή του σχετικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 600.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και να υποχρεωθεί επί πλέον η τρίτη εναγομένη στην παράλειψη οποιασδήποτε προσβολής της προσωπικότητός του στο μέλλον και στην δημοσίευση περιλήψεως της εκδοθησομένης αποφάσεως στην ως άνω εφημερίδα και σε άλλες δύο εφημερίδες των Αθηνών, με δαπάνη της.

Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατά το περί χρηματικής ικανοποιήσεως αίτημα της και δη για το χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ, το οποίο αναγνωρίσθηκε ότι έχουν υποχρέωση να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος των εναγομένων νομιμοτόκως προς τον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την τελεσθείσα εις βάρος του αδικοπραξία.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις παρ’ αμφοτέρων των διαδίκων μερών και το Εφετείο με την ήδη προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και τις δύο, απέρριψε δε κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος την του ενάγοντος, δέχθηκε την αντίθετη έφεση των εναγομένων και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε εξολοκλήρου την ένδικη αγωγή.

Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από τον ενάγοντα, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Επειδή, κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος: "καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους", ενώ, κατά την παρ.2 του ιδίου άρθρου "ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται". Ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό και συνακολούθως δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών και για το λόγο αυτό υπάγεται, κατά τα ανωτέρω, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου κινείται και αναπτύσσεται ελευθέρως ο τύπος.

Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ.

ν.δ. 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρ.

ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξάλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του ν. 1178/1981, περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά τα άρθρα 914, 919 και 920 Α.Κ..

υπαιτιότητα, πρόθεση και γνώση ή υπαίτια άγνοια αντιστοίχως, συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτου του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ.4 ν.2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του Α.Κ.

χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγουμένη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στο συντάκτη του επιληψίμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως.

Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι ο συντάκτης (του επιληψίμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως παύουν να ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 Π.Κ..

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση δε αύτη συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητος, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν αυτήν (προσωπικότητα) και προσδιορίζουν την ταυτότητα του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητος του βλαπτομένου.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από άποψη εννόμου τάξεως, ήσσονος σπουδαιότητος, είτε ασκείται καταχρηστικώς. Για την προστασία της προσωπικότητος δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει, ή οποία όμως (υπαιτιότης) απαιτείται για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 Α.Κ..

παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικαιοπραξιών (914 επ. Α.Κ..). Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση , που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361,362 και 363 του Π.Κ.. Εξάλλου, το άρθρο 367 του Π.Κ.

ορίζει στην παρ. 1 αυτού ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στη δευτέρα παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, στα πλαίσια της ελευθερίας του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα, τα οποία συνδέονται αμέσως με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων, σχετιζομένων με τη συμπεριφορά προσώπων ή ομάδων προσώπων, που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο.

Εκ τούτου παρέπεται, ότι τα ως άνω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος των προαναφερομένων προσώπων ή ομάδων, όμως και στην περίπτωση αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η ανωτέρω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση, ή όταν, από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή άλλου ΑΠ 1231/2004, 1897/2006, 967/2011, 179/2011, 19/2012).

Η τελευταία αυτή διάταξη (367 Π.Κ.) για την ενότητα της εννόμου τάξεως εφαρμόζεται αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57- 59 και 914 επ. Α.Κ.. Επομένως, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των ως άνω αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367παρ.2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιου συμπεριφοράς ως όρου της αντιστοίχου αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής, ενώ η προβολή , από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από την διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 του Π.Κ. αποτελεί αντένσταση κατά της, από την διάταξη της πρώτης παραγράφου του αυτού άρθρου από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ., ενστάσεως (Α.Π. 354/2012, 121/2012).

Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως αποτελεί νομική έννοια, υποκειμένη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνεπέρανε, ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφρασθεί ο δράστης, δηλαδή ποιες, αντί εκείνων που χρησιμοποίησε, εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του και ότι αυτός, καίτοι γνώριζε τον άλλον αυτόν τρόπο, χρησιμοποίησε εν γνώσει του τον συγκεκριμένο μη αναγκαίο, έχοντας ειδικό σκοπό εξυβρίσεως ή απλής δυσφημήσεως του προσβληθέντος παθόντος (Α.Π. 285/2012, 1395/2005, 825/2002, 780/2004).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π. 1577/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Με την υπ’ αριθμ. 56,57,58,59/1996 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Λαμίας ο εναγών, ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 19 ετών για απόπειρα ανθρωποκτονίας εις βάρος του Γ.

Α., παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, η οποία κατέστη αμετάκλητη, ο ενάγων "σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσισε κατόπιν εντολής των παραπάνω αγνώστων στο Δικαστήριο παράνομων χαρτοπαικτικών κύκλων, που προφανώς ήταν έμμισθη, να εκτελέσει-φονεύσει τον παθόντα δημόσια στη Γλυφάδα, προκαλώντας συγχρόνως στους κύκλους των χαρτοπαικτών και αυτοπτών μαρτύρων τον φόβο και συνακόλουθα το νόμο της σιωπής που εναργέστατα διαπιστώθηκε κατά την εξέταση αυτών στο ακροατήριο.

Έτσι λοιπόν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (δηλαδή ο ενάγων) με ανθρωποκτόνο πρόθεση την 00.10’ ώρα της 23-5-1993 προσπάθησε... να φονεύσει τον παθόντα Γ. Α.... με πέντε πυροβολισμούς... με αποτέλεσμα να τραυματίσει τον τελευταίο βαρύτατα... δηλαδή απέτυχε ο κατηγορούμενος του σκοπού του από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του".

Στο σκεπτικό της άνω απόφασης αναφέρεται επίσης ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (δηλ. ο ενάγων), "...ήταν γνωστός στους χαρτοπαικτικούς κύκλους με το παρωνύμιο "…" λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητάς του ως προστάτης - μπράβος των παράνομων χαρτοπαικτικών λεσχών των νοτίων προαστίων της Αθήνας...". Επίσης ο ενάγων είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση του Π.

Π. τελεσθείσα στις 3-5-1995, πράξη για την οποία κηρύχθηκε αθώος με την υπ’ αριθμ. 263-267/2004 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λαμίας. Ενώ ο ενάγων εξέτιε την επιβληθείσα σ’ αυτόν ποινή της 19ετούς κάθειρξης στη φυλακή υψίστης ασφαλείας ...υ και συγκεκριμένα στις 23-4-2007, εκατό περίπου κρατούμενοι στην άνω φυλακή εξεγέρθηκαν διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες κράτησής τους.

Την επόμενη ημέρα η εξέγερση στο συγκεκριμένο σωφρονιστικό κατάστημα γενικεύθηκε, καθώς τετρακόσιοι περίπου κρατούμενοι κατέλαβαν τις εννέα από τις δέκα πτέρυγές του και δημιουργήθηκε έκρυθμη κατάσταση, ενώ εξεγέρθηκαν και οι κρατούμενοι άλλων φυλακών. Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης ο ενάγων υπήρξε εκπρόσωπος των κρατουμένων στη φυλακή ...υ, προβάλλοντας τα αιτήματά τους προς τους εκπροσώπους του Υπουργείου Δικαιοσύνης και στους δημοσιογράφους που είχαν σπεύσει για να καταγράψουν και να παρουσιάσουν στο κοινό τα γεγονότα.

Στις 25-4-2007 δημοσιεύθηκε στο πρωτοσέλιδο του υπ’ αριθμ. .../25-4-2007 φύλλου της ημερήσιας εφημερίδας με τον διακριτικό τίτλο "...", της οποίας εκδότης-διευθυντής είναι ο πρώτος εναγόμενος, διευθυντής σύνταξης ο δεύτερος εναγόμενος και ιδιοκτήτρια η τρίτη εναγομένη εταιρεία, φωτογραφία κρατουμένων στη φυλακή ...υ, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, στα αριστερά της οποίας (της φωτογραφίας) και υπό τον τίτλο (με κόκκινα κεφαλαία γράμματα) "..." και με μπλε πεζά (γράμματα) "...

εξεγέρσεων σε 10 φυλακές" αναγραφόταν "Εκτός ελέγχου είναι η κατάσταση στο ..., ενώ χθες ακολούθησαν εξεγέρσεις σε άλλες 9 φυλακές". Εντός μαύρου πλαισίου με λευκά κεφαλαία γράμματα αναγραφόταν "...". Τμήμα της σελίδας 12 και το σύνολο της σελίδας 13 του ίδιου φύλλου αφιερώθηκε στην παρουσίαση της τρέχουσας επικαιρότητας αλλά και της γενικότερης κατάστασης στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια.

Στο κάτω δεξιό μέρος της σελίδας 13 δημοσιεύθηκε η ίδια με το πρωτοσέλιδο φωτογραφία κρατουμένων επί της οποίας υπήρχε επιπλέον χαραγμένο κόκκινο βέλος στραμμένο προς τον ενάγοντα. Στα αριστερά της φωτογραφίας δημοσιεύθηκε ανυπόγραφο άρθρο υπό τον τίτλο "..."" με το εξής περιεχόμενο "Είναι ο διαπραγματευτής των εξεγερμένων στις φυλακές ...υ.

Ο "..." του ..., όπως είναι γνωστός ο Β. Π. (φωτογραφία) εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης για τη δολοφονία του Π. Π. στο πάρκινγκ του .... Με δράση στην παρανομία, από το 1992 είχε κατηγορηθεί και καταδικαστεί σε κάθειρξη 18 ετών ως ηθικός αυτουργός στη δολοφονία του Γ. Α., ενώ το 1996, όταν συνελήφθη, κατάφερε να αποδράσει από το Αστυνομικό Τμήμα Λαμίας όπου εκρατείτο.

Στη εξέγερση στις φυλακές ...υ τον Οκτώβριο του 2004 είχε και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο μεταφέροντας τα αιτήματα των συγκροτουμένων του". Ο περιληφθείς στο άνω δημοσίευμα ισχυρισμός ότι ο ενάγων καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης ως ηθικός αυτουργός στη δολοφονία του Γ. Α. δεν αφίσταται της αληθείας, αφού είναι γεγονός ότι ο ενάγων καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης για απόπειρα ανθρωποκτονίας του παραπάνω, η δε διαφοροποίηση στο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, όπως αυτή περιγράφεται στο σκεπτικό της παραπάνω καταδικαστικής απόφασης, δεν είναι ουσιαστική ως προς την ηθική απαξία αυτής, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω.

Επομένως ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν δύναται να θεωρηθεί ως μη ανταποκρινόμενος στην αλήθεια και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετεί κατά την αντικειμενική υπόσταση την άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης. Τα αυτά ισχύουν και για τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων είναι γνωστός ως "...", καθόσον είναι αληθές ότι ο ενάγων ήταν γνωστός στον κύκλο του με το παρωνύμιο αυτό, γεγονός που αναφέρεται και στο σκεπτικό της προαναφερθείσας καταδικαστικής απόφασης.

Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων "εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης για τη δολοφονία του Π. Π. στο πάρκινγκ του ...", αυτός είναι αναληθής, αφού, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος για την πράξη αυτή. Όμως, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύεται ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας του παραπάνω ισχυρισμού, εν όψει και του γνωστού σ’ αυτούς γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είχε πράγματι παραπεμφθεί για να δικασθεί για την πράξη της ανθρωποκτονίας εις βάρος του Π.

Π.. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο ενάγων, μετά την αθώωσή του για την παραπάνω πράξη, επέδωσε την από 12-7-2004 εξώδικη δήλωσή του προς τη εφημερίδα "...", την οποία παρέλαβε υπάλληλος εργαζόμενος στην εφημερίδα ...και με την οποία ο ενάγων ανακοίνωσε την αθώωσή του και ζήτησε τη δημοσίευσή της στην εφημερίδα, αφού η εξώδικη αυτή δήλωση δεν απευθύνθηκε προσωπικά στους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, ενόψει του ότι η εφημερίδα, ως έντυπο, δεν έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα, ώστε να εκπροσωπείται από τον εκδότη αυτής και να θεωρείται ότι ο τελευταίος λαμβάνει κατά τον προαναφερόμενο τρόπο γνώση των εγγράφων που τον αφορούν και δεν του επιδίδονται ατομικά.

Ακόμη δε και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η επίδοση της εξώδικης αυτής δήλωσης, απευθυνόμενης στην εφημερίδα "...", αφορούσε την έχουσα νομική προσωπικότητα ιδιοκτήτρια αυτής (τρίτη εναγόμενη), στην οποία θα μπορούσε να γίνει παραδεκτή επίδοση του εγγράφου, η ενδεχόμενη γνώση του νομίμου εκπροσώπου αυτής δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού, κατά το άρθρο μόνο του ν. 1178/1981, απαιτείται η προσωπική γνώση του εκδότη και του διευθυντή σύνταξης του εντύπου, η υπαιτιότητα των οποίων αποτελεί προαπαιτούμενο της αντικειμενικής ευθύνης του εκάστοτε ιδιοκτήτη του εντύπου.

Επομένως και ο προαναφερόμενος ισχυρισμός που περιελήφθη στο επίμαχο δημοσίευμα, χωρίς ο εκδότης και ο διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας να τελούν εν γνώσει της αναλήθειας του, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της άδικης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης κατά την αντικειμενική της υπόσταση. Ωστόσο, όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί, οι οποίοι εμπεριέχουν αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασης του τελευταίου και αφορούν στην ηθική ακεραιότητά του, είναι αντικειμενικώς πρόσφοροι να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και την εν γένει προσωπικότητά του και τούτο το γνώριζαν οι δύο πρώτοι των εναγομένων, οι οποίοι, παρά ταύτα, επέτρεψαν τη δημοσίευση του επίμαχου δημοσιεύματος που τους περιείχε.

Οι ισχυρισμοί αυτοί περιήλθαν σε γνώση αόριστου αριθμού αναγνωστών της εφημερίδας και είχαν ως αποτέλεσμα την τρώση της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος, με την εμπλοκή του ονόματος του σε ιδιαίτερης απαξίας αξιόποινες πράξεις. Επομένως η συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων στοιχειοθετεί κατ’ αρχήν την πράξη της απλής δυσφήμισης, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη, απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου λόγου της από 8-9- 2011 έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων μέμφεται την εκκαλουμένη επειδή έκρινε ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί συνιστούν απλή και όχι συκοφαντική δυσφήμιση.

Περαιτέρω, η εκκαλουμένη απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την κατ’ άρθρο 367 § 1 περ. γ’ ΠΚ ένσταση των εναγομένων περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης τους διότι ενήργησαν από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, δεχθέν ότι τα παραπάνω αναφερόμενα σχετικά με τον ενάγοντα γεγονότα δεν εμπίπτουν στην άνω περίπτωση του άρθρου 367 § 1 περ.γ’ ΠΚ διότι για την ενημέρωση της κοινής γνώμης αρκούσε η αναφορά στο ότι ο ενάγων, έστω και με το παρωνύμιο "...", όπως ήταν γνωστός στους κύκλους των χαρτοπαικτικών λεσχών και του Ιππόδρομου, υπό την ιδιότητά του ως κρατούμενου στο ανωτέρω σωφρονιστικό κατάστημα διαδραμάτισε ρόλο διαμεσολαβητή και ότι σε κάθε περίπτωση οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων πριν εγκρίνουν τη δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου όφειλαν και μπορούσαν να ελέγξουν για ποιες πράξεις ο ενάγων είχε καταδικασθεί αμετάκλητα.

Με το παραπάνω σκεπτικό δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την κατ’ άρθρο 367 § 2 β’ Π Κ αντένσταση του ενάγοντος διότι οι εναγόμενοι υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο για την εκπλήρωση του σχετικού τους καθήκοντος. Όμως, τα παραπάνω δεν αρκούν για την κατάφαση του σκοπού εξύβρισης, τον οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν καταδεικνύει η εξ αμελείας παράλειψη των δύο πρώτων εναγομένων να εξακριβώσουν την ποινική κατάσταση του ενάγοντος προτού επιτρέψουν τη δημοσίευση του επίμαχου άρθρου ούτε άλλωστε γίνεται αναφορά στην εκκαλουμένη περί της ύπαρξης τέτοιου ειδικού σκοπού, που αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης.

Εξάλλου, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις που τελέσθηκε η ανωτέρω πράξη των δύο πρώτων εναγομένων, δεν προκύπτει ότι ο σκοπός τους κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας του ενάγοντος, αλλά αυτοί ενήργησαν αποκλειστικά από το δικαιολογημένο, λόγω της κοινωνικής αποστολής του τύπου, ενδιαφέρον τους για την ενημέρωση του κοινού, τόσο για το γεγονός της γενικευμένης εξέγερσης κρατουμένων που εξέτιαν βαριές ποινές στη φυλακή ...υ, όσο και για την προσωπικότητα του ενάγοντος, εφόσον αυτός διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκπροσώπηση των συγκροτουμένων του κατά την προβολή των αιτημάτων τους και η αναφορά πληροφοριών σχετικών με το πρόσωπο του, με χρήση των αναγκαίων για την διατύπωση της σκέψης του συντάκτη εκφραστικών μέσων, χωρίς οποιοδήποτε δικό του σχόλιο ή αξιολογική κρίση για τον ενάγοντα, δεν υπερβαίνει τα όρια του ενημερωτικού σκοπού του άρθρου.

Συντρέχουν επομένως στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 367 § 1 περ. γ’ ΠΚ και αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της τελεσθείσας από τους δύο πρώτους εναγομένους απλής δυσφήμησης εις βάρος του ενάγοντος, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, να μην ευρίσκει πεδίο εφαρμογής το άρθρο 914 ΑΚ, που προϋποθέτει παράνομη συμπεριφορά.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατά παραδοχή ως ουσία βάσιμης της κατ’ άρθρο 367 § 2 β’ ΠΚ αντένστασης του ενάγοντος, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την κατ’ άρθρο 367 § 1 περ. γ’ ΠΚ ένσταση των εναγομένων και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 367ΠΚ...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο τύποις και ουσία την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δικάζοντας δ’ ακολούθως κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την εκ του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ. ένσταση των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή.

Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ. 361, 362, 363 και 367 παρ. 1 Π.Κ., και 1 του ν. 1178/1981 και δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε ο’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν πλήρως το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αδικοπραξία η οποία ετελέσθη με το επίμαχο δημοσίευμα σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής, αλλά της απλής δυσφημήσεως, ο άδικος χαρακτήρας της οποίας όμως αίρεται, κατά την βάσιμο εκ του άρθρου 367 παρ.1 εδ.

γ’ Π.Κ. σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων, διότι από τον τρόπο της εκδηλώσεως και τις περιστάσεις τελέσεως της ανωτέρω πράξεως των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος, αλλ’ ότι αυτοί ενήργησαν αποκλειστικώς από το δικαιολογημένο, λόγω της κοινωνικής αποστολής του τύπου, ενδιαφέρον τους για την ενημέρωση του κοινού, τόσο για το γεγονός της γενικευμένης εξεγέρσεως των κρατουμένων που εξέτιαν βαρείες στερητικές της ελευθερίας ποινές στη φυλακή ...υ, όσο και για την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος, ο οποίος και διεδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκπροσώπηση των συγκροτουμένων του κατά την προβολή των αιτημάτων τους, και η αναφορά πληροφοριών σχετικών με το πρόσωπο του, με χρήση των αναγκαίων για την διατύπωση της σκέψεως του συντάκτου εκφραστικών μέσων, χωρίς οποιοδήποτε δικό του σχόλιο ή αξιολογική κρίση για τον αναιρεσείοντα, δεν υπερβαίνει τα όρια του ενημερωτικού σκοπού του άρθρου.

Επομένως οι περί του αντιθέτου τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 (με τους δύο πρώτους ) και 19 (με τον τρίτο) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων τούτων, τυγχάνουν αβάσιμοι. Εξάλλου ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των προειρημένων διατάξεων με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ο ισχυρισμός περί καταδίκης του αναιρεσείοντος σε ποινή καθείρξεως ως ηθικού αυτουργού στη δολοφονία του Γ.

Α. δεν αφίσταται της αληθείας, ενόψει της καταδίκης του για απόπειρα ανθρωποκτονίας, η δε διαφοροποίηση στο νομικό χαρακτηρισμό δεν είναι ουσιαστική ως προς την ηθική απαξία αυτής, ότι τα αυτά ισχύουν και για το παρωνύμιο "..." και ότι ο ισχυρισμός ότι ο αναιρεσείων εκτίει ποινή ισοβίου καθείρξεως για τη δολοφονία του Π.

Π. είναι μεν αναληθής, αφού κηρύχθηκε αθώος για την πράξη αυτή, πλην όμως οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι δεν τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας του γεγονότος τούτου, στοιχείο που αναιρεί την ευθύνη και της τρίτης αναιρεσιβλήτου, η οποία επίσης δεν εγνώρισε την αναλήθεια του ιδίου γεγονότος, οι αυτοί, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον, υπό την επίκληση των προειρημένων αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται, η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των αποδείξεων και η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου.

Περαιτέρω με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη ως νόμω αβασίμου του δευτέρου λόγου της εφέσεώς του , που αφορούσε το ποσό της επιδικασθείσης, σ’ αυτόν με την πρωτόδικη απόφαση χρηματικής ικανοποιήσεως, το οποίο ήταν κατώτερο του προβλεπομένου από το ν. 1178/1981 κατωτάτου ορίου των 10.000.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 29.347 ευρώ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει προεχόντως αλυσιτελής, αφού μετά την εξενεχθείσα ορθή, ως άνω, κρίση του Εφετείου, ότι ο αναιρεσείων δεν έχει αξίωση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, καθίσταται άνευ αντικειμένου η έρευνα ως προς το επιδικαστέο γι’ αυτήν χρηματικό ποσό.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Απριλίου 2016 αίτηση του Ε. Π. του Β. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.2696/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων , τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ