Legislator Case Law & Legislation
521/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against bankruptcy discharge ruling, remanding case for retrial due to error in applying specific bankruptcy law provisions.

Case Number 521/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss a lawsuit following a company's special liquidation. The appellant argued that the lower court erred in applying bankruptcy laws regarding the discharge of claims arising after the liquidation process began. The court found this error in the application of substantive provisions and remanded the case for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

ν. 1386/1983; ν. 1892/1990: A settlement agreement between creditors and a company in special liquidation cannot include claims generated after the opening of the procedure unless the creditor specifically agreed to their limitation or settlement.

Keywords

AI generated
special liquidation bankruptcy law discharge of claims creditor agreement appeal remand substantive error legal settlement

Cited Legislation

AI generated
ν. 1386/1983
ν. 1892/1990
β' του ν. 1892/1990 "για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη" [που έχουν καταργηθεί με την εφαρμογή του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (ν.
ν. 3588/2007
1892/1990 "για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη" [που έχουν καταργηθεί με την εφαρμογή του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, στο εξής:
ΚΠολΔ 580 παρ.3
ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 521 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 521/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κούλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΑΛΤΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ("ΑΛΤΕ ΑΤΕ"), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Σέργιου Μαναράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 334/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2741/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-9-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από τις διατάξεις του ν.1386/1983 "για τις προβληματικές επιχειρήσεις και τον Οργανισμό Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων" (στο εξής: ΟΟΑΕ) και των άρθρων 44 παρ.1, 46 παρ.1 και παρ.5 και 46α παρ.2 εδ. β' του ν. 1892/1990 "για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη" [που έχουν καταργηθεί με την εφαρμογή του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, στο εξής:

ΠτΚ), αλλά ίσχυαν κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο], προβλέπεται διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης επιχειρήσεων, που αντιμετωπίζουν σοβαρά, οικονομικά προβλήματα [όπως αυτά εξειδικεύονται στις εν λόγω διατάξεις]. Για τη θέση επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση πρέπει να εκδοθεί απόφαση του [πολιτικού] εφετείου της έδρας της, ύστερα από αίτηση μέρους των πιστωτών αυτής.

Η δημοσίευση της απόφασης του εφετείου επιφέρει [μεταξύ άλλων συνεπειών και] την αυτοδίκαιη λύση όλων των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, που υπάρχουν στην υπό εκκαθάριση επιχείρηση κατά το χρόνο δημοσίευσης, χωρίς να απαιτείται καταγγελία αυτών. Τυχόν παράταση της απασχόλησης των εργαζομένων για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως είναι δυνατή μόνο με προηγούμενη απόφαση του αρμόδιου εφετείου, ύστερα από αίτηση των πιστωτών της επιχείρησης Μεταξύ των πιστωτών και της επιχείρησης είναι δυνατή η κατάρτιση συμφωνίας, με την οποία μπορούν να ρυθμισθούν ή να περιορισθούν τα χρέη αυτής.

Η εν λόγω συμφωνία, εφ' όσον για την κατάρτισή της α) συμπράττουν πιστωτές που εκπροσωπούν το 60% του συνόλου των απαιτήσεων [στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένων], όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται στα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και στον ισολογισμό της τελευταίας, πριν από τη συμφωνία, εταιρικής χρήσεως και β) συναινούν γραπτά οι εταίροι της επιχείρησης, στους οποίους ανήκει κατά πλειοψηφία το καταβεβλημένο εταιρικό κεφάλαιο και εφ' όσον [η συμφωνία] επικυρωθεί από το εφετείο της έδρας της επιχείρησης, δεσμεύει και τους μη συμβεβλημένους πιστωτές [καθώς και τρίτους, όπως είναι το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφαλίσεως κλπ, πράγμα που δεν ενδιαφέρει ενταύθα].

Η δέσμευση αυτή, παρά το γεγονός ότι επηρεάζει περιουσιακά δικαιώματα πιστωτών, οι οποίοι δεν έχουν συμβληθεί, είναι δικαιολογημένη εν όψει του επιδιωκόμενου σκοπού της εξυγίανσης των υπερχρεωμένων, αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων, ως αναγκαίος, στο μέτρο του επιτευχθέντος συμβιβασμού, περιορισμός των απαιτήσεων απάντων των πιστωτών, ακόμα και όσων δεν έλαβαν μέρος ή αντιτάχθηκαν στη συμφωνία (ΑΠ 963/2012).

Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, η ρύθμιση ή ο περιορισμός των χρεών, που συμφωνείται μεταξύ των πιστωτών και της επιχείρησης, καταλαμβάνει τις απαιτήσεις που υφίστανται σε βάρος της επιχείρησης κατά το χρόνο του ανοίγματος της διαδικασίας εξυγίανσης, ήτοι κατά το χρόνο δημοσίευσης της περί αυτής αποφάσεως του εφετείου.

Αντιθέτως, δεν καταλαμβάνει τις απαιτήσεις που γεννώνται κατά τη διάρκεια της ειδικής εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής, ακόμη και αν έχουν δημιουργηθεί εντός του χρονικού διαστήματος από το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης μέχρι την επικύρωση της συμφωνίας από το εφετείο της έδρας της επιχείρησης.

Αυτό θεωρείται εύλογο, διότι αφ' ενός οι δικαιούχοι των απαιτήσεων αυτών δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των πιστωτών, οι οποίοι, εκ του νόμου, μπορούν να έχουν συμμετοχή στην κατάρτιση της συμφωνίας και αφ' ετέρου, κατά γενική και διαχρονική αρχή του πτωχευτικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί ερμηνευτικά, οι "ομαδικοί πιστωτές", δηλαδή αυτοί των οποίων οι απαιτήσεις δημιουργούνται μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως (creanciers de la masse), ικανοποιούνται προνομιακά από την πτωχευτική περιουσία (ΠτΚ 154), χωρίς να υπόκεινται στους περιορισμούς, στους οποίους υπόκεινται οι "πτωχευτικοί πιστωτές" (creanciers dans la masse).

Το ίδιο ισχύει και για τις απαιτήσεις εργαζομένων της επιχείρησης, οι οποίοι, μετά το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης και παρά την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας, συνεχίζουν, πραγματικά, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για τις ανάγκες της ειδικής εκκαθάρισης (ΠτΚ 34 παρ.5). Οι απαιτήσεις αυτές, που προκύπτουν μετά το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο ρύθμισης ή περιορισμού με τη συμφωνία του άρθρου 44 παρ.1 του ν. 1892/1990 (πρβλ.

ΟλΑΠ 27/1992 και ΑΠ 1472/1992, για το παρεμφερές ζήτημα της αναστολής ή μη των μέτρων ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτελέσεως για χρέη που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της διοικήσεως της επιχειρήσεως από τον ΟΟΑΕ). Εάν, παρά ταύτα, η συμφωνία επεκταθεί και στις απαιτήσεις, οι οποίες δημιουργούνται μετά το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, τότε η ρύθμιση ή ο περιορισμός των απαιτήσεων αυτών δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά των δικαιούχων, παρά μόνο εφ' όσον αυτοί, στο πλαίσιο της γενικής αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), όχι απλώς συνέπραξαν στην κατάρτιση της συμφωνίας [κατά την οποία ενδέχεται να έχουν μειοψηφήσει], αλλά αποδέχθηκαν τη ρύθμιση, τον περιορισμό ή την απόσβεση των απαιτήσεών τους.

Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

2. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, την 5-11-2001, είχε προσληφθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τεχνική εταιρία, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οικονομικός διευθυντής με καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 6.662 ευρώ.

Ότι, με την 55/26-1-2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η εναγομένη τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και, ως εκ τούτου, η σύμβαση εργασίας λύθηκε αυτοδικαίως. Ότι, μετά την 26-1-2006 και μέχρι την 31-5-2006, ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει, πραγματικά, τις ίδιες υπηρεσίες στην εναγομένη, διότι αυτό ήταν αναγκαίο για τις ανάγκες της ειδικής εκκαθάρισης.

Ότι η εν λόγω παράταση της απασχόλησης του ενάγοντος επήλθε ακύρως, διότι δεν προηγήθηκε γι' αυτήν απόφαση του αρμοδίου εφετείου, ύστερα από αίτηση των πιστωτών της εναγομένης, κατ' άρθρο 46α παρ.2 εδ. β' του ν. 1892/1990, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991. Ότι, λόγω της ακυρότητας, ο ενάγων είχε αποκτήσει δικαίωμα να αναζητήσει τις συμφωνημένες αποδοχές [συνολικώς 40.835,44 ευρώ, ήτοι το ποσό που ζητείται με την ένδικη αγωγή] ως άνευ νομίμου αιτίας πλουτισμό της εναγομένης, η οποία, υπό τις αυτές συνθήκες, θα είχε καταβάλει το ίδιο ποσό σε τρίτο πρόσωπο, με τα ίδια προσόντα, το οποίο θα είχε προσλάβει με έγκυρη σύμβαση εργασίας.

Ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισης, οι πιστωτές της επιχείρησης, η εναγομένη και οι μέτοχοι αυτής κατάρτισαν την από 28-11-2006 συμφωνία, στην οποία συνέπραξε και ο ενάγων και με την οποία, μεταξύ άλλων χρεών, ρυθμίσθηκαν οι απαιτήσεις των εργαζομένων για το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 μέχρι 26-1-2006 [ημέρα ανοίγματος της διαδικασίας].

Ότι, σύμφωνα με τη ρύθμιση, ο ενάγων για τις κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα δεδουλευμένες και οφειλόμενες αποδοχές αυτού καθορίσθηκε να λάβει 70.000 ευρώ. Ότι, με έτερο, γενικό όρο της συμφωνίας, ορίσθηκε ότι σ' αυτήν υπάγονται "όλες οι οφειλές της επιχείρησης προς τους πάσης φύσεως πιστωτές της, περιλαμβανομένου του Δημοσίου και των ασφαλιστικών οργανισμών κυρίας και επικουρικής ασφαλίσεως, τραπεζών και λοιπών πιστωτικών ιδρυμάτων και όλων των λοιπών μη συμβαλλομένων πιστωτών, είτε αυτές εμφανίζονται είτε δεν εμφανίζονται στους συνημμένους πίνακες - καταστάσεις κατά την 31-12-2005 και όπως οι οφειλές αυτές θα έχουν διαμορφωθεί στο μέλλον και εφ' όσον προέρχονται από δραστηριότητες της επιχείρησης μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως του εφετείου που θα επικυρώνει την παρούσα συμφωνία".

Ότι, κατά την εν λόγω συμφωνία, όλες οι ως άνω απαιτήσεις, με εξαίρεση το μέρος αυτών που ικανοποιείται σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, αποσβήνονται και διαγράφονται. Ότι η από 28-11-2006 συμφωνία επικυρώθηκε με την 1217/29-2-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, οπότε, κατά νόμο, αποσβήστηκαν οι ως άνω απαιτήσεις ως προς το, πέραν του περιορισμού τους, μέρος αυτών.

Ότι μεταξύ των απαιτήσεων που αποσβήστηκαν συγκαταλέγεται και η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, η οποία δημιουργήθηκε μεν μετά το άνοιγμα της διαδικασίας εκκαθάρισης [26-1-2006], πριν, όμως, από την ημερομηνία δημοσίευσης της επικυρωτικής απόφασης [29-2-2008]. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι ο περί αποσβέσεως της ένδικης αξίωσης ισχυρισμός της εναγομένης, ο οποίος είχε προβληθεί νομίμως στο πρωτοδικείο και επαναφερθεί με λόγο έφεσης, είναι βάσιμος.

Γι' αυτό και, μετά την εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

3. Επειδή, με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας έσφαλε ως προς την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, που αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.1). Διότι, αν και η συμφωνία του άρθρου 44 παρ.1 του ν. 1892/1990 μεταξύ πιστωτών και επιχείρησης δεν μπορεί να περιλαμβάνει απαιτήσεις, οι οποίες έχουν γεννηθεί μετά το άνοιγμα της διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισης, παρά μόνο σε περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος τέτοιας απαίτησης συμφώνησε, ειδικώς, για τη ρύθμιση ή τον περιορισμό της, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες προέρχονται από την παροχή εργασίας μετά το ως άνω χρονικό σημείο, αποσβήστηκαν και διαγράφηκαν απλά και μόνο με τη συμμετοχή του στην κατάρτιση της από 28-11-2006 συμφωνίας και ανεξάρτητα προς το αν αυτός, ως εργαζόμενος και πιστωτής της επιχείρησης, είχε αποδεχθεί το γεγονός ότι στον περιορισμό, που προβλέφθηκε μ' αυτήν, περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις του από την παροχή εργασίας μετά το άνοιγμα της διαδικασίας και μέχρι την επικύρωση της συμφωνίας από το αρμόδιο δικαστήριο. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

4. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 2741/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Μαρτίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ