Legislator Case Law & Legislation
521/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on execution of contract due to lack of res judicata and procedural errors.

Case Number 521/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision dismissing an execution appeal. The appellant argued that the lower court erred in refusing to recognize res judicata regarding new facts arising after previous appeals, claiming the lower court misapplied civil procedure rules. The court held that the appellant's arguments regarding factual evaluation and reasoning were inadmissible as they challenged the lower court's discretion without proving specific legal violations. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 176 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, but arguments challenging factual evaluation or reasoning without specific legal error are inadmissible.

Keywords

AI generated
res judicata execution appeal civil procedure inadmissible appeal legal costs contract execution res judicata exception

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Articles 933, 935, 330 of the Code of Civil Procedure
Articles 324, 325 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 521 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 521/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φαλαγκαράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. συζ. Α. Α. το γένος Γ. Φ., 2 Χ.-Χ. Α. Α., 3 Χ. Α.Α. και 4 Β.-Α. Α. Α., κατοίκων .... Η πρώτη παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρος και οι 2ος, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2003 ανακοπή τους των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3706/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1267/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-3-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 2-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 1267/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3706/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτή, αφού έγινε δεκτή η από 1-8-2003 ανακοπή κατά της εκτέλεσης που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, ακυρώθηκε το 272/1998 α' απόγραφο εκτελεστό του με αριθμό .../98 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου του Συμβ/φου Αθηνών Νικόλαου Στασινόπουλου, δυνάμει του οποίου, είχε επισπευσθεί εκτέλεση σε βάρος των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή στον αναιρεσείοντα του ποσού των 10.000.000 δρχ λόγω καταπεσούσης ποινικής ρήτρας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1Κ ΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [ άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

2. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κα- νόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στη ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Τέλος, από το άρθρο 561παρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες του ουσιαστικού δικαίου στου οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ.19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 224/2012].

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 404, 405 παρ.1, 407, 340, 342 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι η αγωγή για τη καταβολή ποινικής ρήτρας, η οποία έχει συμφωνηθεί για την περίπτωση τη μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής, απορρίπτεται, αν ο εναγόμενος ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη, αφού στην περίπτωση αυτή, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας.

Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 1980/2008, ΑΠ 1484/2009).Τα ανωτέρω ισχύουν, και δη κατά μείζονα λόγον, στη περίπτωση που (χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη) επιδιώκεται η καταβολή ποινικής ρήτρας με την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του υποχρέου, δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου στο οποίο έχει περιβληθεί ο εκτελεστήριος τύπος, οπότε ο καθού η εκτέλεση και φερόμενος ως υπόχρεος καταβολής της ποινικής ρήτρας έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή και στα πλαίσια εκδίκασης αυτής να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον έβδομο λόγο της ανακοπής που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, με τον οποίο αυτοί ισχυρίσθηκαν ότι η μη εκπλήρωση εκ μέρους τους ως οικοπεδούχων, της παροχής που είχαν συμβολαιογραφικά αναλάβει την υποχρέωση να εκπληρώσουν, ήτοι να προσυπογράψουν την σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και να μεταβιβάσουν στον αναιρεσείοντα [εργολάβο-κατασκευαστή πολυόροφης οικοδομής επί του οικοπέδου τους] ποσοστό 70/1000 εξ αδιαιρέτου επ'αυτού και η εντεύθεν υπερημερία τους, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο αυτοί δεν έχουν ευθύνη.

Συγκεκριμένα το δικαστήριο της ουσίας με το παρατιθέμενο απόσπασμα της προσβαλλόμενης απόφασής του, για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, δέχθηκε τα εξής: "Συνεπώς, εφόσον αποδείχθηκε η διαφοροποίηση του στατικού τεύχους και του σχεδίου ξυλοτύπου ως προς το τοιχίο Τ8 και το τοίχωμα Τ4 της οικοδομής χωρίς να αποδειχθεί περαιτέρω από τον καθού ο ισχυρισμός του περί μη διαφοροποίησης των αποτελεσμάτων των παραμορφώσεων και μάλιστα κατά τον επίδικο χρόνο το δικαστήριο κρίνει ότι πράγματι ο καθού αφενός μεν δεν τήρησε τον όρο του συμφωνητικού (άρθρο 6 περ.α') για την ολοκλήρωση της θεμελίωσης της οικοδομής μετά των περιμετρικών τοιχίων αυτής ώστε να δικαιούται να του μεταβιβάσουν ,η ανακόπτουσα [σημ.

προφανώς οι ανακόπτοντες] και οι λοιποί οικοπεδούχοι, τα 70/1000 του οικοπέδου και αφετέρου αυθαιρέτησε, όπως περί τούτου αναφέρεται στο ως άνω δημόσιο έγγραφο και συνακόλουθα δικαιολογημένα οι ανακόπτοντες αρνήθηκαν να του μεταβιβάσουν τα ως άνω ποσοστά επί του οικοπέδου. Για το λόγο αυτό, εσφαλμένα κηρύχθηκε εκτελεστό ο πρoσβαλλόμενος τίτλος, όσον αφορά τη διάταξή του περί καταπτώσεως της ποινικής ρήτρας και για τα δύο στάδια εργασιών (α' και β', καθόσον η ορθή εκτέλεση του β' σταδίου προϋποθέτει την ορθή εκτέλεση του α')και όχι ορθά κατέπεσε η ποινική ρήτρα σε βάρος των ανακοπτόντων αφού αυτοί ήταν εντελώς ανυπαίτιοι ενώ απεναντίας υπαίτιος ήταν καθού με συνέπεια, ελλείψει υπαιτιότητας ως άνω, να είναι άκυρος ο προσβαλλόμενες ως άνω τίτλος κατά την άνω διάταξη και βάσιμη η ανακοπή κατά το σχετικό αίτημά της.

Τα ίδια ακριβώς δέχθηκαν και οι 2153/2006 και 1804/2006 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών] που κατέστησαν αμετάκλητες με τις 1285/2008και 1284/2008 αντίστοιχα αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες (πρώτες),κατά παραδοχή αντίστοιχων εφέσεων εξαφανίσθηκαν αντίστοιχα οι 252/2005 και 251/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχαν απορρίψει σχετικές από 23-12-2002 δύο ανακοπές μετά προσθέτων λόγων των δύο άλλων συγκυρίων-οικοπεδούχων-εκκαλούντων Γ.

Α. και Μ. Α. αντίστοιχα κατά της επισπευθείσας σε βάρος τους κατάσχεσης από τον ήδη καθού Γ. Β. με βάση εκτελεστό τίτλο το ίδιο ως άνω .../1998 εργολαβικό συμβόλαιο και ακύρωσαν την κατάσχεση κατά παραδοχή του προβληθέντος με τις ανακοπές ίδιου και πανομοιότυπου με την ένδικη ανακοπή ως άνω λόγου". Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες σχετικά με την ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού του καθού ότι οι ανακόπτοντες είχαν περιέλθει σε υπερημερία περί την εκπλήρωση της παροχής τους, με συνέπεια να καταπέσει εις βάρος τους η συμφωνημένη ποινική ρήτρα και να δημιουργηθεί ως εκ τούτου υπέρ του καθού αντίστοιχη απαίτηση.

Έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου των άρθρων 341 παρ.1,404 και 405 παρ.1 ΑΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμα. Κατά το μέρος του δε με το οποίο πλήττονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, και συγκεκριμένα ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του πδ 13/23-4-1929 [που προσδιορίζουν την στατική επικινδυνότητα των οικοδομών και του χαρακτηρισμού τους ως επικινδύνων] πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού με το πρόσχημα της δήθεν παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Τέλος ο ίδιος (τρίτος) αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, δεν τίθεται θέμα υπέρβασης εξουσίας [όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων] καθόσον αυτή δημιουργείται μόνον όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμον ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών [ΑΠ 1128/2008] και όχι όταν στα πλαίσια των αποδείξεων εκτιμά το περιεχόμενο απόφασης διοικητικής αρχής ή δικαστηρίου σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

2.Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, (με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ ΠολΔικ) έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [Ολ ΑΠ 2/2008].

Στη προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται κυρίως μεν ότι το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό 3469/10-6-2002 [και με ορθή επανάληψη 3811/20- 6-2003] τριτοβάθμιας [τελικής ] έκθεσης επικινδύνου, που αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του, αναφέροντας κατά λέξη στην αίτηση αναίρεσης τα εξής:"..αρνητικώς με την παράλειψη να αναφερθεί επί της παραδοχής της έκθεσης στην υποβολή της αιτηθείσας νέας στατικής μελέτης με το με αριθμό 1862/Φ5-3/2003 έγγραφο της ΠΕΧΩ θεωρημένης και εγκεκριμένης από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία Ζωγράφου",επικουρικά δε ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του την νέα στατική μελέτη [επί της οποίας εδράθηκε η προδιαληφθείσα έκθεση επικινδύνου] νομίμως θεωρημένη και εγκεκριμένη και να αξιολογήσει τα δε δομένα της.

Όπως προκύπτει όμως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, πέραν της γενικής του αναφοράς ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, ρητά αναφέρει και αξιολογεί σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, την με αριθμό 3811/20-6-2003 έκθεση επικινδύνου, [κατ'ανάγκην δε και την νέα στατική μελέτη η οποία στηρίζεται σ'αυτήν] έτσι ώστε, ενόψει και του συνολικού της περιεχομένου, να μην καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποί αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, κυρίως μεν η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 επικουρικά δε εκείνη του άρθρου 559 αρ.11γ',είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι, με βάση τα προαναφερθέντα, το Εφετείο, αφενός μεν δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, αλλά αφού τα ανέγνωσε σωστά, κατέληξε απλώς, συνεκτιμώντας το περιεχόμενο τους με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό, αφετέρου δε χωρίς καμιά αμφιβολία, τα έλαβε υπόψη του.

3.Κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθ.8 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και οι αρνητικοί της αγωγής ή της οικείας ένστασης ισχυρισμοί, τα απλά επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσης της αγωγής ή της ένστασης.

Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων µε το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου, αφού αναφέρει το περιεχόμενο του άρθρου 7 του με αριθμό .../1998 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου[το οποίο είχε περιβληθεί με εκτελεστήριο τύπο κατά τα προδιαληφθέντα], προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά την εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβολαιογράφου Νικόλαου Στασινόπουλου, κατόπιν δικών του εξώδικων προσκλήσεων, όπου και αρνήθηκαν να μεταβιβάσουν σ'αυτόν τα 70/1000 και να υπογράψουν την σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν προσκόμισαν την προβλεπόμενη από το πιο πάνω άρθρο 7 του εν λόγω συμβολαίου υπεύθυνη δήλωση μηχανικού που να βεβαιώνει ότι ο εργολήπτης [δηλαδή ο αναιρεσείων] δεν εκτέλεσε τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 του προσυμφώνου, [εφόσον αρνήθηκαν να υπογράψουν την μεταβίβαση], ώστε να κατατεθεί αυτή στον Συμβ/φο, και ότι συνεπώς, η παράλειψή τους αυτή, λογίζεται αδικαιολόγητη άρνηση υπογραφής του συμβολαίου και τους καθιστά έτσι υπόχρεους για την πληρωμή της ποινικής ρήτρας.Ο λόγος αυτός κατά το προδιαληφθέν μέρος του, προτείνεται απαραδέκτως, διότι ο ρηθείς ισχυρισμός επί του οποίου επιχειρείται να θεμελιωθεί, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔικ, ήτοι αντένσταση στην ένσταση άρσης της υπερημερίας τους που είχαν προβάλει οι αναιρεσίβλητοι με τον έβδομο λόγο της ανακοπής τους και έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά απλό επιχείρημα του αναιρεσείοντα προς αντίκρουση ανταποδεικτικά, του γεγονότος που αυτοί είχαν επικαλεσθεί ως θεμελιωτικό της ενστάσεως άρσης της υπερημερίας τους και δικαιολογημένης άρνησης της υπογραφής τους, ήτοι της μη τήρησης από τον αναιρεσείοντα συμβατικής του υποχρεώσεως σχετικά με την κατασκευή των θεμελίων της υπό ανέγερση οικοδομής.

Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται για πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος ελλείψει πραγματικού. 4.Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Περαιτέρω από το άρθρο 339 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι τόσο οι καταχρηστικές ενστάσεις όσο και οι χαρακτηριζόμενες ως γνήσιες μη αυτοτελείς που συνεπάγονται την κατάλυση ή την δια κώλυση της γενέσεως του επίδικου δικαιώματος, καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης προγενέστερης απόφασης, η οποία έχει ήδη εκδοθεί επί ενδίκου βοηθήματος (αγωγής, ανακοπής κατά της εκτελέσεως) που ασκήθηκε.

Αρκεί προς τούτο κατά το χρόνο της προηγούμενης δίκης, να είχαν ολοκληρωθεί οι όροι που θεμελιώνουν αυτές τις ενστάσεις και δεν απαιτείται να είχαν προταθεί παραδεκτώς για να καταστεί απαράδεκτη η προβολή τους στη μεταγενέστερη δίκη για την οποία ισχύει η δέσμευση από το δεδικασμένο. Όταν όμως πρόκειται για δίκη επί ανακοπής κατά πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 933 ΚΠολΔικ, η κατά το άρθρο 330 αυτού προβλεπόμενη επέκταση του δεδικασμένου, όπως παραπάνω, δεν έχει εφαρμογή προκειμένου για τις κατά την παρ.4 του άρθ.933 ΚΠολΔικ ενστάσεις.

Η τελευταία αυτή διάταξη που ορίζει ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας γίνεται η εκτέλεση, πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως (παραχρήμα), αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, περιλαμβάνει εκτός από τους ισχυρισμούς που στηρίζονται στους αποσβεστικούς λόγους των ενοχών (άρθ.416 επομ.

ΑΚ) και εκείνες τις ενστάσεις που υπάγονται κατά το ουσιαστικό δίκαιο, στις παρακωλυτικές της ασκήσεως του δικαιώματος, οι οποίες δεν αναιρούν μεν το δικαίωμα και την απαίτηση που προέρχεται από αυτό,[για την οποία γίνεται η εκτέλεση],αποκλείουν όμως την ικανοποίησή της. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στις εν λόγω δίκες εκτελέσεως οι ισχυρισμοί που δεν αποδεικνύονται αμέσως δεν μπορούν να προταθούν και συνεπώς δε επεκτείνεται σε αυτούς το δεδικασμένο.

Από την αιτία δε αυτή οι πιο πάνω ισχυρισμοί που είχαν γεννηθεί κατά την άσκηση της προγενέστερης ανακοπής, αλλά δεν μπορούσαν τότε να προταθούν, δεν εμποδίζεται να προβληθούν εκκαθαρισμένοι σε δίκη επί μεταγενέστερης ανακοπής, κατά το άρθρο 935 ΚΠολΔικ, κατά την συζήτηση της οποίας δεν αποκρούονται από το δεδικασμένο κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔικ (ΟλΑΠ 10/1993).

Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε στη συνέχεια των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: " Για την παραπάνω κρίση του και δη για την παραδοχή του παραδεκτού - νόμιμου και κατ'ουσία βάσιμου ως άνω λόγου ανακοπής, το Δικαστήριο τούτο δεν δεσμεύεται από τις παραδοχές α)της 963/2001 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκε επί προγενέστερης από 4-1-1999 ανακοπής των ήδη ανακοπτόντων κατά του ήδη καθού με την οποία αυτοί καθώς και οι άλλοι δύο συγκύριοι - οικοπεδούχοι ζητούσαν την ακύρωση του ίδιου εκτελεστού τίτλου και δη του 272/18-12-1998 α' απογράφου εκτελεστού του 41 285/1998 προσυμφώνου και εργολαβικού και των κάτω από αυτό επιταγών προς πληρωμή και η οποία έκρινε ότι ορθά εκδόθηκε το προσβαλλόμενο απόγραφο, δεδομένου ότι υπήρχε νόμιμος λόγος κατάπτωσης της συμφωνηθείσας στο προσύμφωνο ποινικής ρήτρας και β) της 5354/ 2004 απόφασης ομοίως του Δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκε επί δύο από 1-8-2002 ανακοπών των δύο (2) άλλων ως άνω συγκυρίων - οικοπεδούχων κατά του ήδη καθού και µε τις οποίες ζητούσαν την ακύρωση των αναγκαστικών κατασχέσεων σε βάρος ακινήτου τους από τον ήδη καθού και µε βάση τον ίδιο εκτελεστό τίτλο και απόγραφο ως άνω (.../1998 εργολαβικό και 272/1998 απόγραφο) και η οποία έκρινε ως άνω ομοίως όπως και η 963/2001 απόφαση, καθόσον από τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις δεν απορρέει δεδικασµένο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο καθού- εκκαλών, λόγω έλλειψης ταυτότητας διαφοράς ως προς όλες τις ανακοπές, αφού οι λόγοι των ανακοπών που αποτέλεσαν τη βάση για την κρίση του Δικαστηρίου εκείνου ήταν παντελώς διάφοροι του µε την ένδικη ανακοπή ως άνω έβδοµου (7ου) λόγου, µη προταθέντος µε τις προηγούμενες ανακοπές, αλλά µε την ένδικη ως οψιγενούς και του οποίου τα πραγματικά περιστατικά που τον συνιστούν γεννήθηκαν µεταγενέστερα (μετά την άσκηση των άνω ανακοπών) κα µη καλυπτοµένου από το δεδικασµένο των άλλων προγενέστερων ανακοπών και επιπρόσθετα ως προς τις δύο ανακοπές των άλλων δύο συγκυρίων - οικοπέδων λόγω έλλειψης ταυτότητας προσώπων (άρθρα 933 §4, 935, 330 Κ.Πολ.Δ)".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δηλαδή με το να δεχθεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορούσε να προταθεί διότι τα πραγματικά περιστατικά που τον συνιστούν προέκυψαν μετά την δημοσίευση της 963/8-3-01 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και αναφέρονται στην υπ. αριθμό 7907 /31-12-02 τριτοβάθμια έκθεση επικινδύνου, απορρίπτοντας το σχετικό περί υπάρξεως δεδικασμένου ισχυρισμό του καθού η ανακοπή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ και συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά τον νόμο το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου που καλύπτει τον παραπάνω λόγο ανακοπής, από την με αριθμό 5354/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, [που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος εκδόθηκε επί συναφούς ανακοπής των συνοικοπεδούχων Μ.

Α. και Γ. Α.] και δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου σε αντίθεση με την προσβαλλομένη, είναι αβάσιμος προεχόντως, λόγω μη συνδρομής στη συγκεκριμένη περίπτωση των προϋποθέσεων που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 324 & 325 ΚΠολΔικ [όπως ορθά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας] και ειδικότερα επειδή η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε μεταξύ άλλων προσώπων.

Τέλος όλοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων στο Εφετείο, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων στα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα είναι απαράδεκτοι, αφού αποδίδουν στην απόφαση πλημμέλειες μη ελεγχόμενες αναιρετικά.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176 Κ ΠολΔ),όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-3-2012 αίτηση του Γ. Β. για αναίρεση κατά της 1267/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [ 2.700 ] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ