Supreme Court dismisses appeal on limitation period, ruling prior partial claim filing interrupted statute of limitations for future loss.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision to reject the claim for lost earnings due to the expiration of the five-year limitation period. The appellant argued the claim was time-barred, while the lower court found that a prior lawsuit filed in 1992 regarding the same injury interrupted the limitation clock for the specific portion of the claim. The court held that the lower court's reasoning was clear and sufficient, establishing that the interruption of the limitation period applied to the part of the claim already litigated, thereby preserving the right to claim future losses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code; Articles 261(a)(1) and 221(1) of the Code of Civil Procedure: In cases of tort, the five-year limitation period runs from knowledge of the damage and obligor, but a prior lawsuit for part of the claim interrupts the limitation period only for that part, preserving the right to claim future losses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 521 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 521/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δρίτσα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) .....και 2) ...... , ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Θ1 οι οποίες εκπροσωπήθηκαν, η 1η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Επαμεινώνδα Ρέκκα ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει το όνομα της .... στο ορθό ..... και η 2η από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. (η 2η).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 413/2005 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/1/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 16/11/2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωσης, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ α' ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Κι' αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003), δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ.
Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει αφότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία.
Εξάλλου, κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 8-10-1990 και περί ώρα 6.15' κοντά στην τοποθεσία ...... , επί της εθνικής οδού ...... ο ενάγων Χ1 οδηγούσε το ..... ΙΧ τουριστικό λεωφορείο, έχοντας κατεύθυνση από ... προς ...., όπου βρίσκεται το ξενοδοχείο ......
στο οποίο εργαζόταν. Με αντίθετη κατεύθυνση και δη από ... προς .... εκινείτο το με αριθμ. ..... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Θ1. Στο 152,5 χιλιόμετρο της παραπάνω οδού το τελευταίο παρεξέκλινε της πορείας του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας και επέπεσε με σφοδρότητα στο λεωφορείο με αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του ενάγοντος και τον εγκλωβισμό και θανάσιμο τραυματισμό του Θ1 .
Με την υπ' αριθμ 518/7854/526/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος κατά των εναγομένων έχουν κριθεί τελεσίδικα οι συνθήκες του ατυχήματος, η αποκλειστική υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος του Θ1 γυιού της πρώτης και αδελφού της δεύτερης εναγομένης, καθώς και οι προκληθείσες στον ενάγοντα σωματικές βλάβες και ειδικότερα ρήξη μεσεντερίου, ρήξη δωδεκαδακτύλου, κατάγματα πλευρών, αιμοπνευμονοθώρακα και δεξιά κάταγμα μηριαίου και εξάρθρωμα, καθώς και θλάσεις πνευμόνων.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο παθών και τότε ενάγων Χ1 καθώς και η ασφαλιστική εταιρεία INTERAMERICAN ΑΕ, που ήταν συνεναγομένη των τότε και νυν εναγομένων ..... και ....., Το Δικαστήριο τούτο με την υπ αριθμ. 143/99 απόφαση δέχθηκε ότι η εκκαλούσα δεν έπληττε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς την υπαιτιότητα και επομένως προκλήθηκε δεδικασμένο για την υπαιτιότητα.
Οι νυν και τότε εναγόμενες δεν άσκησαν κανένα ένδικο μέσο κατά της υπ' αριθμ 518/7854/526/1994 ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πριν από τον τραυματισμό του εργαζόταν ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου στο ξενοδοχείο ......Συνεπεία των πιο πάνω σωματικών βλαβών κατέστη ανίκανος προς εργασία και κρίθηκε βαριά ανάπηρος κατά ποσοστό 80% με την υπ' αριθμ. 236/92 απόφαση της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής για το διάστημα από 8-1-92 μέχρι 31-1-94.
Στη συνέχεια κρίθηκε ανίκανος κατά το ίδιο ποσοστό για το διάστημα από 1-2-1994 μέχρι 31-1-1996 και με την υπ' αριθμ 182/1996 γνωμάτευση επίσης κρίθηκε ανίκανος για εργασία από βαριά αναπηρία σε ποσοστό 80% για το διάστημα από 1-2-1996 μέχρι 31-1-1999. έτσι απώλεσε τα εισοδήματα εκ της εργασίας του, τα οποία θα εισέπραττε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν δεν τραυματιζόταν...............
όπως εκτέθηκε παραπάνω, το επίδικο τροχαίο ατύχημα και ο τραυματισμός του ενάγοντος έλαβαν χώρα στις 8-10-1990. Ο ενάγων από τότε γνώριζε την ζημία, την οποία επρόκειτο να υποστεί από την απώλεια των εισοδημάτων εκ της εργασίας του συνεπεία του βαρύτατου τραυματισμού του.
Συνεπώς, η ζημία αυτή ήταν προβλεπτή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από την επέλευση του ατυχήματος άλλως εν πάση περιπτώσει ήταν προβλεπτή από το τέλος του έτους 1991, αφού ο ενάγων ισχυρίζεται στις προτάσεις του, ότι για την ισόβια αναπηρία του αποφάνθηκε το πρώτον η αρμόδια υγειονομική επιτροπή και ακολούθως ο Δ/ντής του υποκαταστήματος ΙΚΑ Ηρακλείου με την 490/2002 απόφαση που εκδόθηκε στις 18-2-2002.
Επίσης ο ενάγων από τότε γνώριζε ότι οι εναγόμενες ήταν υπόχρεες για αποζημίωσή του. Όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων άσκησε κατά των εναγομένων την από 30-10-1991 (αρ. 8200/92) αγωγή με την οποία ζήτησε, εκτός άλλων, αποζημίωση για την απώλεια των εισοδημάτων εκ της εργασίας του για το χρονικό διάστημα από 8-10-1990 μέχρι 30-10-1991.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ αριθμ. 518/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία επιδικάσθηκε στον ενάγοντα για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 2.114.891 δραχμών. Ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι η απόφαση αυτή επιδόθηκε στις εναγόμενες. Η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στις 16-12-1997 στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 19-12-1997 (υπ' αριθμ. ....και ......
εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ....) Στη συνέχεια, το Εφετείο έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, και ακολούθως δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που εστρέφετο κατά των αναιρεσιβλήτων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στο αιτιολογικό της απόφασης σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της ένστασης παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Και τούτο διότι προσδιορίζει επακριβώς το σημείο έναρξης της παραγραφής αφού κατά πρώτον τοποθετεί το σημείο της γνώσης της ζημίας στο χρόνο του ατυχήματος και με επάλληλη σκέψη ότι σε κάθε περίπτωση ήταν προβλεπτή από το τέλος του έτους 1991.
Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ως προς το ζήτημα της τελεσιδικίας ή όχι της 518/1994 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, αφού προσδιορίζεται ο χρόνος έκδοσης αυτής, αναφέρεται ότι οι αναιρεσίβλητες δεν άσκησαν ένδικο μέσο κατ' αυτής και ότι ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι έχει γίνει επίδοση της απόφασης σ' αυτές, ώστε να κριθεί αν η επίδικη (μεταγενέστερη) ζημία του ενάγοντος υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή λόγω επιμήκυνσης του χρόνου αυτής.
Κατ' ακολουθίαν ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-1-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 413/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ