Legislator Case Law & Legislation
521/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against deceased defendant but allows it for others regarding legal costs calculation.

Case Number 521/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the sixth appellant, who had died before the appeal was filed, rendering the document void. For the remaining appellants, the court allowed the appeal because the lower court incorrectly calculated legal fees using a fixed percentage instead of statutory rates, violating the Constitution. Consequently, the case was remanded for retrial on legal costs while the appellants were ordered to pay the state's legal expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62(a), 73, 159, 160(1), 556(1) of the Code of Civil Procedure; Article 17(2) of the Constitution: An appeal is admissible against a judgment where legal fees were calculated using a percentage rate set by a bar association rather than the statutory fee schedule, as this constitutes a violation of the constitutional right to a fair trial and proper legal representation.

Keywords

AI generated
legal fees calculation statutory fee schedule bar association percentage constitutional violation remand for retrial deceased party appeal legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 62(a), 73, 159, 160(1), 556(1) of the Code of Civil Procedure
Article 17(2) of the Constitution
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 307(2) of Presidential Decree 410/1995

Cited Case Law

AI generated
AP 1603/1991
AP 17/2000
AP 1285/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 521 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 521/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:....(αναφέρονται 14 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ράπτη, η οποία στις από 30-1-2007 κατατεθείσες προτάσεις της αναφέρει ότι ο 6ος αναιρεσείων ....., εσφαλμένα ανεγράφη στο δικόγραφο της αναίρεσης από παραδρομή και έλλειψη έγκαιρης πληροφόρησης στο πρόσωπό της, καθώς είχε αποβιώσει στις 6-8-1999, δηλαδή πριν την άσκηση της από 25-10-1999 αίτησης προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο ΡοΪλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης ΒΑΒ 940/1999, ΒΑΒ 1163/1999, ΒΑΒ 1183/1999, ΒΑΒ 1213/2999, ΒΑΒ 1240/1999, ΒΑΒ 1273/1999, ΒΑΒ 1285/1999, ΒΑΒ 1288/1999, ΒΑΒ 1290/1999, ΒΑΒ 1304/1999, ΒΑΒ 1307/1999, ΒΑΒ 1310/1999, ΒΑΒ 1311/1999, ΒΑΒ 1312/1999, ΒΑΒ 1313/1999, ΒΑΒ 1399/1999, ΒΑΒ 1400/1999, ΒΑΒ 955/1999 ΚΑΙ ΒΑΒ 1496/1999 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 2843/2000 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Οκτωβρίου 2000 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 7 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο φερόμενος στην υπό κρίση αίτηση ως αναιρεσείων ..... (6ος) δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως (4.10.2000) γιατί είχε αποβιώσει στις 6-8-1999, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της υπ΄ αριθ. ..... ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Ηλιουπόλεως Αττικής. Επομένως ως προς το διάδικο αυτό πρέπει να απορριφθεί, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, η κρινόμενη αίτηση, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 62 εδ. α΄, 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1603/1991).

ΙΙ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το αιτιολογικό και γ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται γι΄ αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες διατείνονται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος της απαλλοτριωθείσης εδαφικής εκτάσεως στο ποσό των 85.000 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο "άνευ ουδεμίας αιτιολογίας, άλλως δι' ανεπαρκούς αιτιολογίας".

Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρονται, όπως θα έπρεπε, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, οι πλήρεις παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως της πληττόμενης αποφάσεως και, επί πλέον, ως προς την επικαλούμενη ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται σ΄ αυτήν. Επομένως ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Κατά δε την παρ. 4 εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου η αποζημίωση δεν υπόκειται ως τοιαύτη σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος.

Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να μη φαλκιδευτεί και να περιέλθει στον ίδιο ακέραιη. Περαιτέρω με το άρθρο 17 παρ. 4 του ν. 797/1971, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974, η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση.

΄Ομοια ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 1093/1980. Με τις νεότερες διατάξεις των παραγράφων 1, 1α και 6 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980, η δεύτερη από τις οποίες προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989 ορίστηκε : 1) ότι η οι αμοιβές των δικηγόρων των διαδίκων που αξιώνουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο, εμπίπτουν στους διανεμητικούς λογαριασμούς που συστήθηκαν στους κατά τόπους Δικηγορικούς Συλλόγους με το άρθρο 25 παρ. 2 του Κωδ.

Δικηγόρων, που προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 2 του ν. 723/1977. 2) Ότι το δικαστήριο με την ίδια απόφαση με την οποία ορίζει την αποζημίωση προσδιορίζει και την αμοιβή του δικηγόρου του καθ΄ ου η απαλλοτρίωση όχι με βάση την κατά τα άρθρα 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων προβλεπόμενη νόμιμη αμοιβή, αλλά με βάση το ποσοστό που καθορίζεται για κάθε δικηγορικό Σύλλογο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, και 3) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οφείλουν να παρακρατούν από το ποσό της αποζημίωσης, το ποσό της αμοιβής που προκύπτει με βάση το ως άνω ποσοστό ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης και να το αποδίδουν στο Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο ανήκει ο δικαιούχος δικηγόρος.

Ενόψει όμως της παραπάνω συνταγματικής αρχής η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το δε ποσό αυτής πρέπει να περιέχεται στο δικαιούχο ακέραιο και αλώβητο. Μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ΄ ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά, για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.΄Αρα αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρ. 189 ΚΠολΔ) αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό τους και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της.

Πρέπει συνεπώς να επιδικάζονται περιέρχονται σε βάρος του υποχρέου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης. Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου που πρέπει να επιδικασθεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα περί δικηγόρων (άρθρα 100 επ.) γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αυτός αναγκαίως υποβάλλεται.

Για το λόγο αυτό, κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, αφ' ενός δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφ΄ ετέρου το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό (Ολ. ΑΠ 9/1996), ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Για τον ίδιο λόγο δεν επιτρέπεται να ορισθεί ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης ποσό άλλο και μάλιστα με βάση ποσοστό επί της αποζημίωσης, το οποίο ορίζεται κατά δικηγορικό σύλλογο, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προκειμένου αυτό να αφαιρεθεί από την καταβλητέα στο δικαιούχο αποζημίωση και να περιέλθει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για να διανεμηθεί στα μέλη του, γιατί έτσι το ποσό της αποζημίωσης φαλκιδεύεται, αφού ο καθ΄ ου η απαλλοτρίωση επιβαρύνεται με τη διαφορά μεταξύ της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής, που αναγκαίως θα καταβάλει στο δικηγόρο του και εκείνης που προκύπτει με βάση το κανονιστικώς προβλεπόμενο ποσοστό η οποία παρακρατείται (Ολ.

ΑΠ 17/2000, ΑΠ 1285/2002). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αφού καθόρισε την οριστική αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα, αφ΄ ενός επέβαλε τη δικαστική δαπάνη σε βάρος των υπόχρεων καταβολής των αποζημιώσεων και συγκεκριμένα α) του Ελληνικού Δημοσίου από δρχ. 80.000 υπέρ εκάστου μεμονωμένως παρισταμένου αντιδίκου και υπέρ κάθε ομάδας αντιδίκων του που παρίσταντο με κοινό δικόγραφο και β) Του Δήμου Αγίας Παρασκευής και των λοιπών ιδιωτών σε ποσοστό 1,5% και 3% αντίστοιχα επί του ποσού της από αυτούς οφειλόμενης αποζημίωσης υπέρ εκάστου αιτούντος αντιδίκου τους, την οποία περιόρισε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την Υ.Α. 134423/20-1-1993, 28 παρ. 5 του ν. 2579/1998 και 307 παρ. 2 του Π.Δ. 410/1995, αντί να επιβάλει πλήρη δικαστική δαπάνη, στην οποία περιλαμβάνεται και η νόμιμη δικηγορική αμοιβή, που προβλέπεται στα άρθρα 100 επ.

του Κώδικα Δικηγόρων, αφ' ετέρου δε εσφαλμένα προσδιόρισε αυτοτελώς την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσειόντων με βάση το κανονιστικώς προβλεπόμενο για το δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών ποσοστό επί του ποσού της αποζημίωσης, σύμφωνα με την Υ.Α. 849691/1-8-1996. ΄Ετσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος και γι΄ αυτό ο δεύτερος λόγος της αίτησης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση καθ΄ όσον αφορά το κεφάλαιο αυτό (δικαστική δαπάνη) στο ίδιο Εφετείο, γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση ως προς τον έκτο των αναιρεσειόντων ......

Δέχεται την αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Αναιρεί την 2843/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες καθ΄ όσον αφορά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στον καθορισμό των δικαστικών εξόδων κατά την ενώπιον του Εφετείου διεξαχθείσα δίκη.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ