520/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated520/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 26.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης 128/8/7.2.2020 αίτηση αναίρεσης και τον από 20.8.2020 και με αριθμό κατάθεσης 71/14.9.2020 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντα πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 66/22.1.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 520 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 520/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαπουντζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.,ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Ε/Γ-Ο/Γ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ" με έδρα την ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 2.ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "..." με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 3.ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 4.ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 5.
ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 6. ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία " ...", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 7. ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενη, 8. ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 9.
ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 10.ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα το ... ...ς, νόμιμα εκπροσωπούμενης, 11.Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 12.ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 13.ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τη ... ..., όπως εκπροσωπούμενης, 14.
ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, 15.ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, και 16. ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα τη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης. Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10η, 11η, 12η, 13η, 14η και 15η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
και 16η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ευαγγελοδήμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4746/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/1/2020 αίτησή του και τους από 20/8/2020 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 868/2018, 741/2013, Α.Π. 1075/2011, ΑΠ 1236/2006).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 868/2018, ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 1918/2009, ΑΠ 652/2009, ΑΠ 902/2002). Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο δι' ιδίου δικογράφου ασκηθείς πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνονται κατά των παρισταμένων κατά την εκδίκαση της υπόθεσης δέκατης πέμπτης (15ης) και δέκατης έκτης (16ης) αναιρεσιβλήτων- ναυτικών εταιρειών με τις επωνυμίες "..." και " ...", αντίστοιχα, η καθεμία από τις οποίες κατά την συζήτηση της υπόθεσης στην δευτεροβάθμια δίκη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 591 παρ.1 περ.
β του ΚΠολΔ, είχε με ίδιο δικόγραφο ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των 1ης έως και 14ης εκκαλουσών -αναιρεσίβλητων και είχε ζητήσει να γίνουν δεκτοί η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης που οι εκκαλούσες-αναιρεσίβλητες άσκησαν κατά της πρωτόδικης απόφασης και να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, είναι μεν απαράδεκτοι κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα (577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον πρόκειται περί απλών και όχι αυτοτελών πρόσθετων παρεμβάσεων και οι λόγοι της αναίρεσης, συμπεριλαμβανομένου και του πρόσθετου λόγου αυτής, δεν αφορούν τις πρόσθετες παρεμβάσεις, πλην, όμως, εκτιμώνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ως κλήτευση από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα των προσθέτως παρεμβαινουσών, για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αίτησης και του πρόσθετου λόγου αναίρεσης.
Με την από 26.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης 128/8/7.2.2020 αίτηση αναίρεσης και τον από 20.8.2020 και με αριθμό κατάθεσης 71/14.9.2020 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντα πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 66/22.1.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την από 12.12.2014 και με αριθμό κατάθεσης 2882/1340/2014 έφεση και τους από 2.4.2017 και με αριθμό κατάθεσης 247/64/2017 πρόσθετους λόγους έφεσης των 1ης, 2ης, 3ης, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 9ης,10ης, 11ης, 12ης, 13ης, 14ης και 15ης εναγομένων - 1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 9ης, 10ης, 11ης, 12ης, 13ης και 14ης εκκαλουσών -αναιρεσίβλητων, καθώς και τις (δύο) με αυτοτελή δικόγραφα από 2.4.2017 και με αριθμό κατάθεσης 249/66/2017 και από 3.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 945/197/2017 πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ των εκκαλουσών, που άσκησαν οι ναυτικές εταιρείες "..." και "..." δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και εξαφάνισε τη με αριθμό 4746/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Με την ως άνω (δηλαδή την 4746/2014) απόφασή του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς το δεύτερο ενάγοντα Δ. Μ. του Μ. (μη διάδικο κατά την περαιτέρω διαδικαστική πορεία της υπόθεσης), δίκασε ερήμην των 2ης, 3ης, 5ης, 7ης, 8ης, 9ης, 10ης, 11ης, 12ης, 13ης, 14ης, και 15ης εναγομένων και αντιμωλία του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και των λοιπών εναγομένων, απέρριψε την από 7.6.2013 και με αριθμό κατάθεσης 4481/2013 αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της 4ης εναγομένης Μ.
Ε. (μη διαδίκου κατά την περαιτέρω διαδικαστική πορεία της υπόθεσης) και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως προς τις λοιπές εναγόμενες-αναιρεσίβλητες, τις οποίες υποχρέωσε να καταβάλουν εις ολόκληρο στον πρώτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 32.141,98 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για μη καταβληθείσα αμοιβή των ωρών υπερεργασίας και των υπερωριών που δέχθηκε ότι αυτός, ως εργαζόμενος, πραγματοποίησε στην πρώτη εναγομένη-πρώτη αναιρεσίβλητη Κοινοπραξία, της οποίας μέλη είναι οι λοιπές εναγόμενες -αναιρεσίβλητες, κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.2008 μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2012 και την οποία (αμοιβή) υπολόγισε με βάση τις αποδοχές που όριζαν οι κατά την αντίστοιχη περίοδο ισχύουσες Εθνικές Κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του Υπαλληλικού Προσωπικού των Ναυτιλιακών Πρακτορείων και Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων όλης της χώρας".
Μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, δεχόμενο ότι στην από 1.1.2005 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε συναφθεί μεταξύ της πρώτης εναγομένης-εργοδότριας και του ενάγοντος -εργαζόμενου, τυγχάνει εφαρμογής η ισχύουσα διαιτητική απόφαση 11/2008 "για τους όρους αμοιβής εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του κλάδου που αφορά αυτή", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 51871/11.7.2008 (ΦΕΚ Β 1448/23.7.2008), δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 7.6.2013 αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα -εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα το μικρότερο ποσό των 3.398,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αμοιβή για την πραγματοποιηθείσα πέραν του νομίμου ωραρίου απασχόλησή του.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς την 7.2.2020 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προέκυψε η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 22.1.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Επίσης, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά με κατάθεση του δικογράφου στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14.09.2020 και επίδοση αυτού στις 30.9.2020 στις πρώτη έως και δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς 7815Α, 7816Α, 7817Α, 7842Α, 7818Α, 7819Α, 7820Α, 7821Α, 7836Α, 7863Α, 7847Α, 7822Α, 7841Α και 7823Α και με ημερομηνία 30.9.2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Κ.
Δ. Π., που με επίκληση προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα, ασκήθηκε, δηλαδή, σε χρόνο μεγαλύτερο από τριάντα ημέρες από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9ης Φεβρουαρίου 2011 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτοί κατά το μέρος που στρέφονται κατά των πρώτης έως και δέκατης τέταρτης αναιρεσίβλητων (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και αφού συνεκδικασθούν (άρθρο 246 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανόμενων σε αυτούς λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11 παρ. 3 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, όπως ίσχυαν, προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) ή η διαιτητική απόφαση (ΔΑ) ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει. Αν, όμως, κηρύχθηκε υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και στους εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, η επέκταση δε αυτή ισχύει από το χρόνο της δημοσίευσης της σχετικής περί επέκτασης της ισχύος της υπουργικής απόφασης και στην περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης για την επέκτασή της.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ιδιότητα του μέλους των ως άνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της ισχύος των ΣΣΕ ή ΔΑ, αποτελεί προϋπόθεση της γένεσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές (ΑΠ 921/2020, ΑΠ 667/2019). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 5 ν. 1876/1990, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 2 παρ. 5 της Π.Υ.Σ. 6/2012, που ορίζουν, αντίστοιχα, "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8" και "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας", συνάγεται ότι μετά τη λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη ισχύος της επόμενης ΣΣΕ (ΑΠ 723/2011).
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι η καθιερούμενη ως άνω μετενέργεια των ΣΣΕ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς τους εργοδότες και τους εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παρ. 4 του νόμου αυτού, ενώ ως προς τους εργοδότες και τους εργαζομένους που δεν είναι μέλη αυτών, ισχύει, εάν αυτές είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, όπως συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 9 παρ. 4 του ως άνω νόμου (ΑΠ 921/2020, ΑΠ 43/2017).
Περαιτέρω, στις 3.6.2008 υπογράφηκε μεταξύ των εργοδοτικών οργανώσεων "Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας", "Ένωση Επιχειρήσεων Ακτοπλοϊας" και "Πανελλήνια Ένωση Πλοιοκτητών Ακτοπλοϊκών Φορτηγών Πλοίων" και του εκπροσωπούντος τους εργαζόμενους σωματείου "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στη Ναυτιλία και τον Τουρισμό" η Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας" του έτους 2008, που ήταν διετής (ήτοι από 1.1.2008 μέχρι 31.12.2010) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υπουργική Απόφαση 58032/2713 (ΦΕΚ Β 1657/14.8.2008), η ισχύς της οποίας άρχισε από 20.6.2008.
Με το άρθρο 1 της ως άνω Εθνικής Κλαδικής Σ.Σ.Ε., που φέρει το τίτλο "πεδίο εφαρμογής" ορίζεται ότι: "Στις διατάξεις αυτής της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας υπάγονται οι πάσης φύσεως εργαζόμενοι όλης της χώρας με σύμβαση μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας στις πάσης φύσεως Ναυτιλιακές και Ακτοπλοϊκές Επιχειρήσεις, Ναυτικά Πρακτορεία, καθώς και Γραφεία Ταξιδίων που εκδίδουν εισιτήρια ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών και που είναι μέλη των παραπάνω εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων".
Την ίδια ακριβώς διατύπωση έχει και το υπό τον αυτό τίτλο άρθρο 1 της Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας" του έτους 2007, που καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων, η ισχύς της οποίας ήταν μονοετής και άρχιζε για τα συμβληθέντα μέρη από 1.1.2007.
Και αυτή η Εθνική Κλαδική Σ.Σ.Ε. κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη ΥΑ 13034/2007 (ΦΕΚ Β 2076/26.10.2007", που όρισε την 26.7.2007 ως έναρξη της ισχύος της. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, που κατ' αρχήν δεν δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τις αποδοχές που καθορίζονται από τις ΣΣΕ ή ΔΑ, στις οποίες γίνεται παραπομπή, αν και αυτές καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ.
ΑΠ 1/2007). Εκ τούτων έπεται ότι επί αγωγής για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών απαιτείται σαφής επίκληση ότι οι αποδοχές έχουν συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας με βάση τις αποδοχές που ορίζουν οι διαλαμβανόμενες στην ατομική σύμβαση ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίες κατ' αρχήν δεν είναι δεσμευτικές για τους διαδίκους, χωρίς να απαιτείται και η επιπλέον αναφορά του ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των επαγγελματικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της ΣΣΕ ή στη διένεξη επί της οποίας εκδόθηκε η ΔΑ, αφού λόγω της συμβατικής παραπομπής το στοιχείο αυτό παύει να είναι ουσιώδες (ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 773/2017).
Για να ισχύσει αδιαλείπτως ως όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας συγκεκριμένος κανονιστικός όρος της ΣΣΕ, πρέπει η παραπομπή να γίνει στη συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύσει η νεότερη Σ.Σ.Ε. (διαδοχή τάξεων), έστω και εάν περιέχει δυσμενέστερες για το μισθωτό διατάξεις. (ΑΠ 921/2020, ΑΠ 228/2014, ΑΠ 227/2009).
ΙΙ. Με το υπό τον τίτλο "Κατηγορίαι δρομολογιακών γραμμών και αρμοδιότης δρομολογήσεως" άρθρο 170 παρ. 1 περ. α του ν.δ. 187/1973 "Κώδικας Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου" ορίζεται ότι: "Δια Π.Διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει το Υπουργού, καθορίζονται:α) αι κατηγορίαι των προς εξυπηρέτησιν της μεταξύ των ελληνικών λιμένων μεταφοράς επιβατών δρομολογιακών γραμμών" και με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 814/1974 (ΦΕΚ Α 359), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης, ορίζεται ότι: "Αι κατά την διάταξιν του άρθρου 170 παρ. 1 περιπτ.
α του Κώδικος κατηγορίαι δρομολογιακών γραμμών καθορίζονται ως κάτωθι: 1. Κύριοι δρομολογιακαί γραμμαί: Αι συνδέουσαι δύο (2) τουλάχιστον λιμένας, έχουσαι ως αφετήριον λιμένα τον Πειραιά και εκτεινόμεναι εις πλείονας του ενός Νομούς. 2. Δευτερεύουσαι δρομολογιακαί γραμμαί: Αι συνδέουσαι δύο (2) τουλάχιστον λιμένας, έχουσαι ως αφετήριον λιμένα έτερον του Πειραιώς και εκτεινόμεναι εις πλείονας του ενός Νομούς. 3.
Τοπικαί δρομολογιακαί γραμμαί: Αι συνδέουσαι δύο (2) τουλάχιστον λιμένας, υπό τας κατωτέρω διακρίσεις: α) Αι εκτεινόμεναι εντός των ορίων του αυτού Νομού και επί αποστάσεως μέχρι των τριών (3) ναυτικών μιλίων. β) Αι εκτεινόμεναι εντός των ορίων του αυτού Νομού και επί αποστάσεως άνω των τριών (3) ναυτικών μιλίων.
γ) Αι εκτεινόμεναι εντός των ορίων του αυτού Νομού και επί αποστάσεως άνω των (3) ναυτικών μιλίων, υφισταμένης όμως παραλλήλως και κύριας ή δευτερευούσης δρομολογιακής γραμμής, συνδεούσης εν όλω ή εν μέρει τους αυτούς λιμένας και δ) Η γραμμή Αργοσαρωνικού ήτοι η συνδέουσα τον Πειραιά μετά των λιμένων Αιγίνης- Μεθάνων- Πόρου- Ύδρας - Ερμιόνης - Σπετσών - Π.Χελίου και Λεωνιδίου. 4.
Ομοίως ως τοπικαί δρομολογιακαί γραμμαί θεωρούνται αι συνδέουσαι δύο (2) χερσαίας οδικάς αρτηρίας διακοπτομένας δια λωρίδος θαλάσσης εύρους μέχρι τριών (3) ναυτικών μιλίων ή σημεία των ακτών της Ηπειρωτικής Ελλάδος μετά των έναντι νήσων, της αυτής ως ανωτέρω κατά μέγιστον αποστάσεως ανεξαρτήτως της υπαγωγής των συνδεομένων σημείων εις τα όρια του αυτού Νομού, εξυπηρετούσαι δε, κυρίως, την διακίνησιν οχημάτων".
Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 3 εδαφ. α και β του π.δ. 229/1995 "Ναυτικοί Πράκτορες" (ΦΕΚ Α 130), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 179 ν.δ. 187/1973 και 10 παρ. 1 του ν. 4473/1965 [όπως η ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του πδ/τος 176/1999 (ΦΕΚ Α 165)], ορίζεται ότι : "Είναι δυνατή η χορήγηση άδειας ναυτικού πράκτορα σε νομικό πρόσωπο εφόσον από τις ισχύουσες διατάξεις επιτρέπεται η πραγματοποίηση τέτοιων εργασιών και προβλέπεται ρητά από το καταστατικό του.
Η άδεια αυτή εκδίδεται στο όνομα του νομικού προσώπου" και στο υπό τον τίτλο "πρακτόρευση πλοίων" άρθρο 9 παρ. 1 περ. α του ως άνω π.δ. (δηλαδή του π.δ. 229/1995) ορίζεται ότι: "1. Είναι υποχρεωτική η πρακτόρευση των ακόλουθων κατηγοριών πλοίων : α) Των επιβατηγών (Ε/Γ), επιβατηγών -οχηματαγωγών (Ε/Γ-Ο/Γ) που εκτελούν κύριες ή δευτερεύουσες ή τοπικές δρομολογιακές γραμμές των εδαφίων β, γ και δ της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του Π.Δ. 814/74 (ΦΕΚ 359 Α/74) καθώς και των φορτηγών -οχηματαγωγών (Φ/Γ-Ο/Γ)".
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι δεν είναι υποχρεωτική η πρακτόρευση των επιβατηγών -οχηματαγωγών (Ε/Γ-Ο/Γ) πλοίων που εκτελούν τοπικές δρομολογιακές γραμμές, οι οποίες εκτείνονται μέσα στα όρια του ίδιου Νομού και συνδέουν δύο λιμάνια του, τα οποία απέχουν μέχρι τρία (3) ναυτικά μίλια, ήτοι στις προβλεπόμενες στο άρθρο 3 παρ. 3 εδαφ.
α του π.δ/τος 814/1974 περιπτώσεις.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγόμενη Κοινοπραξία (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) δραστηριοποιείται στη μεταφορά οχημάτων και επιβατών από τα Παλούκια Σαλαμίνας το Πέραμα Πειραιώς μετ' επιστροφής, εισπράττοντας τα σχετικά κόμιστρα.
Μέλη της είναι οι λοιπές εναγόμενες (ήδη δεύτερη έως και δέκατη τέταρτη αναιρεσίβλητες) και οι προσθέτως παρεμβαίνουσες, οι οποίες τυγχάνουν ναυτικές εταιρίες και είναι πλοιοκτήτριες των επιβατηγών - οχηματαγωγών πλοίων μέσω των οποίων γίνεται η άνω μεταφορά. [...] Εξάλλου ο ενάγων προσλήφθηκε δυνάμει της από 1.1.2005 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί στην πρώτη εναγόμενη - κοινοπραξία, ως ελεγκτής εισιτηρίων, απασχολούμενος πέντε ημέρες την εβδομάδα, επί οκτώ ώρες ημερησίως.
Ως εφαρμοστέα Συλλογική ρύθμιση (Σ.Σ.Ε, Δ.Α, Υ.Α.) συμφωνήθηκε αυτή των υπαλλήλων γραφείου, τόπος παροχής της εργασίας του ενάγοντος το κατάστημα ή γραφείο της πρώτης εναγόμενης, ενώ το επίδικο διάστημα τα κουβούκλια έκδοσης εισιτηρίων αυτής βρίσκονται στην προκυμαία Περάματος ή Σαλαμίνας ακριβώς προ των υπό αναχώρηση πλοίων.
Ο ενάγων επικαλείται ότι εκτελούσε καθαρώς καθήκοντα πρακτορειακού υπαλλήλου και σε κάθε περίπτωση είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου ναυτιλιακής εταιρίας, ώστε ενέπιπτε στις ρυθμίσεις των οικείων Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας".
Ωστόσο η πορθμειακή γραμμή Παλούκια Σαλαμίνας - Πέραμα που δραστηριοποιείται η πρώτη εναγόμενη, είναι τοπική πορθμειακή γραμμή απόστασης 1,5 ναυτικού μιλίου, που απαλλάσσεται της υποχρέωσης πρακτόρευσης, καθώς από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 3 του Π.Δ 814/1974 και 9 παρ. 1 του Π.Δ 229/1995 "Ναυτικοί Πράκτορες", συνάγεται ότι δεν είναι υποχρεωτική η πρακτόρευση επιβατηγών οχηματαγωγών πλοίων που εκτελούν τοπικές δρομολογιακές γραμμές εκτεινόμενες μέσα στα όρια του ίδιου νομού και επί απόστασης μέχρι 3 ναυτικών μιλιών.
Τα ανωτέρω σαφώς αναφέρονται στο υπ' αριθ. 3127/8-4-2015 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, σαφώς αναφέρεται ότι τα πλοία που δραστηριοποιούνται στη γραμμή Πέραμα - Παλούκια Σαλαμίνας δεν υποχρεούνται σε πρακτόρευση. Επίσης, η Πανελλήνια Ένωση Ναυτικών Πρακτόρων Ακτοπλοΐας, στην από 16.11.2016 βεβαίωσή της αναφέρει ότι, τα Ε/Γ - Ο/Γ πλοία ανοικτού τύπου της πρώτης εναγόμενης που εκτελούν δρομολόγια στην τοπική δρομολογιακή γραμμή Περάματος - Παλουκιών Σαλαμίνας δεν μπορούν να ασκούν πρακτόρευση, όπως δεν ασκούν και δεν μπορούν να ασκήσουν οι τοπικές δρομολογιακές γραμμές στον Ελλαδικό χώρο απόστασης μέχρι 3 ναυτικά μίλια και επομένως δεν δύνανται να είναι μέλη του ανωτέρω σωματείου.
Ούτε ακόμη αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη είχε ποτέ την ιδιότητα του ναυτικού πράκτορα, αφού δεν προκύπτει, ούτε ο ενάγων επικαλείται, ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 του Π.Δ 229/1995, ούτε ότι της χορηγήθηκε σχετική άδεια από την αρμόδια λιμενική αρχή. Ο ενάγων εξάλλου, δεν ασκούσε, καθήκοντα όμοια με αυτά του ναυτικού πράκτορα, καθώς αντικείμενο της εργασίας του μπορεί να ήταν η χορήγηση εισιτηρίων επιβατών και οχημάτων και η είσπραξη του αντιτίμου, τα εισιτήρια όμως αυτά είχαν εκδοθεί από την πρώτη εναγόμενη και όχι με ευθύνη του ενάγοντος, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 παρ. 2 του ως άνω Π.Δ, ο δε ενάγων μετά το πέρας της βάρδιας απέδιδε τις εισπράξεις στην εναγόμενη για λογαριασμό της οποίας εισέπραττε το αντίτιμο των εισιτηρίων.
Εφόσον, λοιπόν, η πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία - εργοδότρια του ενάγοντος και οι λοιπές εναγόμενες - μέλη αυτής δεν είχαν την ιδιότητα του ναυτικού πράκτορα, ούτε στα Ε/Γ-Ο/Γ πλοία, που εκτελούσαν τη συγκεκριμένη τοπική δρομολογιακή γραμμή Παλούκια Σαλαμίνας- Πέραμα, δεν είχε οριστεί ναυτικός πράκτορας, ο ενάγων δεν μπορούσε να έχει την ιδιότητα υπαλλήλου πρακτορειακής επιχείρησης.
Εξάλλου, η πρώτη εναγόμενη δεν ήταν μέλος των εργοδοτικών οργανώσεων που είχαν προβεί στην κατάρτιση των από 3-6-2008 και 23-12-2011 Εθνικών Κλαδικών Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας", που ίσχυσαν το επίδικο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα, η από 3-6- 2008 κλαδική Σ.Σ.Ε, που ίσχυσε από 1-1-2008 έως 31-12-2009, παρατάθηκε η ισχύς της επί ένα εξάμηνο, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 4 Ν. 1876/1990, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από το άρθρο 2 παρ. 5 της Π.Υ.Σ. 6/2012 και κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική με την Υ.Α. 58032/2713/2008, υπεγράφη από το "Σύνδεσμο Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας", την "Ένωση Επιχειρήσεων Ακτοπλοΐας" και την "Πανελλήνια Ένωση Πλοιοκτητών Ακτοπλοϊκών Φορτηγών Πλοίων" από πλευράς των εργοδοτών και από τον "Πανελλήνιο Σύνδεσμο Εργαζομένων στη Ναυτιλία και Τουρισμό" (ΠΑΝΣΕΝΤ) από πλευράς των εργαζομένων.
Σύμφωνα με την υπ' αριθ. πρωτ. Φ01.2/07/11-1-2016 βεβαίωση του "Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας", η πρώτη εναγόμενη Κοινοπραξία ουδέποτε υπήρξε μέλος του εν λόγω Συνδέσμου και δεν θα μπορούσε να είναι μέλος του, καθώς η γραμμή που εκτελούν τα πλοία της (Πέραμα - Παλούκια) δεν είναι ακτοπλοϊκή, αλλά τοπική πορθμειακή γραμμή.
Επίσης, με δεδομένο ότι τα πλοία με τα οποία δραστηριοποιείται η πρώτη εναγόμενη, είναι επιβατηγό - οχηματαγωγά και όχι φορτηγά ακτοπλοϊκά, αυτή δεν θα μπορούσε να είναι μέλος ούτε της συμβαλλόμενης εργοδοτικής οργάνωσης "Πανελλήνια Ένωση Πλοιοκτητών Ακτοπλοϊκών Φορτηγών Πλοίων", όπως επίσης δεν θα μπορούσε να είναι μέλος της εργοδοτικής οργάνωσης "Ένωση Επιχειρήσεων Ακτοπλοΐας", η οποία μετονομάστηκε και διαλύθηκε το έτος 2012.
Τα πλοία ΕΓ/ΟΓ ανοιχτού τύπου της εναγόμενης είναι μέλη της εργοδοτικής οργάνωσης "Ένωσις Πλοιοκτητών Πορθμείων Εσωτερικού", όμως σύμφωνα με το με το υπ' αριθ. 3972/11-01-2016 έγγραφο της τελευταίας η Ένωση αυτή ουδέποτε συμμετείχε στην κατάρτιση και υπογραφή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων ναυτιλιακών πρακτορείων, ούτε έχει υπογράψει την από 23-12-2011 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας και δεν θα ήταν δυνατό να συμμετάσχει, σ'αυτές, καθώς η εν λόγω δρομολογιακή γραμμή αποστάσεως 1,5 ν.μ.
απαλλάσσεται της πρακτόρευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του Π.Δ. 229/1990. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από το υπ'αριθ. πρωτ. 1091/22/13- 1-2016 έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ/νσης Αμοιβής Εργασίας του Τμήματος Συλλογικών Ρυθμίσεων Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που, απαντώντας στην από 11-1-2016 αίτηση της πρώτης εναγόμενης, γνωμοδότησε για τους ως άνω λόγους, ότι η πρώτη εναγόμενη δεν είχε υποχρέωση εφαρμογής της από 3-6-2008 Σ.Σ.Ε, η οποία κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική.
Εξάλλου η από 23-12-2011 Κλαδική Σ.Σ.Ε. (η οποία ίσχυσε από την 1-1-2010, έληξε βάσει του άρθρου 2 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 την 14-2-2013 και παρατάθηκε η ισχύς της επί ένα τρίμηνο) δεν κηρύχθηκε υποχρεωτική, οπότε ίσχυσε μόνο για τα μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τα οποία ήταν από πλευράς των εργοδοτών ο "Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας" και η "Πανελλήνια Ένωση Πλοιοκτητών Ακτοπλοϊκών Φορτηγών Πλοίων" και από πλευράς εργαζομένων ο "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στη Ναυτιλία και Τουρισμό", στους οποίους δεν περιλαμβάνονται η πρώτη εναγόμενη και ο ενάγων. [...].
Ούτε ακόμα μπορεί να θεωρηθεί γενικώς ότι η τοπική πορθμειακή γραμμή Περάματος - Παλουκίων Σαλαμίνας, που συνδέει λιμένες εντός του αυτού Νομού και σε απόσταση μικρότερη των τριών ναυτικών μιλίων, ανήκει στην ακτοπλοΐα.
Συνεπώς, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν η πρώτη εναγόμενη δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι μέλος των εργοδοτικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη των παραπάνω Σ.Σ.Ε, ούτε η εργασία του ενάγοντος ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής τους, ώστε να μην μπορεί να εφαρμοσθούν οι ρυθμίσεις τους για την εξεύρεση της υπερεργασίας/ υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι για την εργασία του ενάγοντος ήταν εφαρμοστέες οι από 3-6-2008 και 23-12-2011 Εθνικές Κλαδικές Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας", ερμήνευσε εσφαλμένα το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Επομένως κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης των εναγόμενων (ήδη πρώτης έως και δέκατης τέταρτης αναιρεσίβλητων) και των πρόσθετων λόγων αυτής, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να διακρατηθεί η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθούν οι αξιώσεις του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) από υπερεργασία και υπερωριακή εργασία με την εφαρμογή της ορθής ΣΣΕ.
Με δεδομένο ότι δεν προκύπτει η κατάρτιση άλλης κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ, εφαρμοστέα είναι η ΣΣΕ περί παροχής υπηρεσιών Δ.Α. 11 /2008, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 51871/2440/11-7-2008 (ΦΕΚ Β' 1448/23-7-2008) και ισχύει για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς η Δ.Α. 51/2010 για το έτος 2010 δεν κηρύχθηκε υποχρεωτική, οπότε ίσχυσε μόνο μεταξύ των αντισυμβαλλόμενων αυτής, στους οποίους από πλευράς εργοδοτικών οργανώσεων δεν περιλαμβάνονται η εργοδοτική οργάνωση "Ένωση Πλοιοκτητών Πορθμείων Εσωτερικού", που ανήκε η πρώτη εναγόμενη".
Μετά τις παραδοχές αυτές και το πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 7.6.2013 αγωγή του ενάγοντος -εφεσίβλητου -αναιρεσείοντος και επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 3.398,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αμοιβή για την πέραν του νομίμου ωραρίου ημερήσια εργασία που δέχθηκε ότι αυτός πραγματοποίησε μέσα στη χρονική περίοδο από 1.1.2008 μέχρι 28.8.2012, την οποία (αμοιβή) υπολόγισε σύμφωνα με την ως άνω Δ.Α. 11/2008 "για τους όρους αμοιβής εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του κλάδου που αφορά αυτή", που έκρινε εφαρμοστέα.
Με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η εκτεινόμενη εντός των ορίων του Νομού Αττικής πορθμειακή γραμμή Παλούκια Σαλαμίνας- Πέραμα Πειραιά, στην οποία δραστηριοποιείται η πρώτη αναιρεσίβλητη, είναι τοπική πορθμειακή γραμμή απόστασης 1,5 ναυτικού μιλίου, που απαλλάσσεται της υποχρέωσης πρακτόρευσης, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 του Π.Δ/τος 814/1974 και 9 παρ. 1 του Π.Δ/τος 229/1995, καθόσον έκρινε ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι "αναγκαστικές" και όχι "δυνητικές", και, επομένως, δεν αποκλειόταν η πρακτόρευση επιβατηγών -οχηματαγωγών πλοίων της πρώτης αναιρεσίβλητης, με συνέπεια να μην αποκλείεται η εφαρμογή των ως άνω Σ.Σ.Ε., άλλως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "στερείται νόμιμης βάσης περιέχουσα αντιφατικές αιτιολογίες".
Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα ως άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ορθά υπήγαγε το πόρισμά του στις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 1 περ. α του ν.δ. 187/1973 "Κώδικας Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου", 2 παρ. 3 περ.
α του π.δ/τος 814/1974, 2 παρ. 3 εδαφ. α και β και 9 παρ. 1 εδαφ. α (εξ αντιδ.) του π.δ/τος 229/1995, οι οποίες αναπτύσσονται στη με αρίθμηση (ΙΙ) σκέψη και σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι υποχρεωτική η πρακτόρευση των επιβατηγών -οχηματαγωγών (Ε/Γ-Ο/Γ) πλοίων που εκτελούν τοπικές δρομολογιακές γραμμές, οι οποίες εκτείνονται μέσα στα όρια του ίδιου Νομού και συνδέουν δύο λιμάνια του, που απέχουν μέχρι τρία (3) ναυτικά μίλια και κατά συνέπεια δεν υφίστατο πεδίο εφαρμογής των ως άνω Σ.Σ.Ε, ενόψει και της παραδοχής ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ουδέποτε είχε αποκτήσει την ιδιότητα του ναυτικού πράκτορα κατά το άρθρο 2 παρ. 3 του π.δ/τος 229/1995.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι προεχόντως αόριστος και, ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται σε αυτόν οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι πλήρη, σαφή και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Με τους δεύτερο και τέταρτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαία, ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, με τις παραδοχές ότι η πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσίβλητη δεν μπορούσε να είναι μέλος των εργοδοτικών οργανώσεων "Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας" και "Σύνδεσμος (ορθό Ένωση) Επιχειρήσεων Ακτοπλοϊας" που εκ μέρους των εργοδοτών συνήψαν με την εκ μέρους των εργαζομένων οργάνωση "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στη Ναυτιλία και Τουρισμό" τις Εθνικές Κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας", των ετών 2007 και 2008, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις Υπουργικές Αποφάσεις 13034/2007 (ΦΕΚ 2076/Β/26.10.2007) και 58032/2008 (ΦΕΚ 1657/Β/14.9.2008), αντίστοιχα.
Ειδικότερα επικαλείται ότι με τις ως άνω Υπουργικές Αποφάσεις η ισχύς των εν λόγω Σ.Σ.Ε. επεκτάθηκε και στην πρώτη αναιρεσίβλητη Κοινοπραξία, η οποία μπορούσε να είναι μέλος των συμβληθεισών εργοδοτικών οργανώσεων σύμφωνα με τα αντίστοιχα άρθρα 4 και 5 των καταστατικών τους, τα οποία με επίκληση προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας και ότι επιπλέον ο όρος "ακτοπλοϊκή επιχείρηση", όπως διατυπώνεται στις ως επίμαχες Σ.Σ.Ε., αναφέρεται σε κάθε μορφής ακτοπλοϊκή δραστηριότητα, στην οποία περιλαμβάνεται, κατά λογική ακολουθία και διασταλτική ερμηνεία, κάθε τοπική δρομολογιακή γραμμή του άρθρου 2 παρ. 3 του π.δ. 184/74, είτε είναι μεγαλύτερη είτε μικρότερη των τριών ναυτικών μιλίων και, επομένως, και η τοπική πορθμειακή γραμμή "Παλούκια Σαλαμίνας- Πέραμα Πειραιώς", όπου δραστηριοποιείται η πρώτη αναιρεσίβλητη.
Οι ως άνω λόγοι, όσον αφορά την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι προεχόντως αβάσιμοι. Τούτο, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιστηρίζει το πόρισμά της ότι η πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσίβλητη δεν δεσμεύεται από τις κηρυχθείσες υποχρεωτικές Εθνικές Κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας" των ετών 2007 και 2008, από τις οποίες η πρώτη ίσχυσε (για τα μη μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν αυτές) μέχρι 19.6.2008 και η δεύτερη από 20.6.2008, και για το διάστημα στο οποίο αναφέρονται οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος- αναιρεσείοντος, που αρχίζουν από την 1.1.2008 και λήγουν την 28.8.2012 [και από 14 Μαϊου 2012 με τους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ. 4 της Π.Υ.Σ. 6/2012 (ΦΕΚ Α 38)], καθότι κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι μέλος των εργοδοτικών οργανώσεων "Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας", "Πανελλήνια Ένωση Πλοιοκτητών Ακτοπλοϊκών Φορτηγών Πλοίων" και "Πανελλήνια Ένωση Πλοιοκτητών Ακτοπλοϊας", που εκ μέρους των εργοδοτών συνήψαν τις επίδικες Εθνικές Κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, καθώς ασκούσε διαφορετική δραστηριότητα και συγκεκριμένα εκτελούσε δρομολόγια στην τοπική πορθμειακή και όχι ακτοπλοϊκή δρομολογιακή γραμμή απόστασης 1,5 ναυτικού μιλίου "Παλούκια Σαλαμίνας - Πέραμα Πειραιά", που απαλλάσσεται πρακτόρευσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ/τος 229/1995, με επιβατηγά -οχηματαγωγά ανοικτού τύπου πλοία και όχι με πλοία φορτηγά ακτοπλοϊκά και ότι αυτή ανήκει στην εργοδοτική οργάνωση "Ένωση Πλοιοκτητών Πορθμείων Εσωτερικού", που, όμως, δεν περιλαμβάνεται στις ως άνω εργοδοτικές οργανώσεις, που συνήψαν τις ένδικες Σ.Σ.Ε.
Συνεπώς με αυτές τις παραδοχές και το πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 4 και 5, 11 παρ. 3 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, όπως ίσχυαν κατά το επίδικο διάστημα, που αναπτύσσονται στη με αρίθμηση (Ι) νομική σκέψη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 3 περ. α του π.δ. 814/1974 και 2 παρ. 3 εδαφ. α και β και 9 παρ. 1 περ. α του π.δ. 229/1995, που αναπτύσσονται στη με αρίθμηση (
ΙΙ) σκέψη. Επιπλέον, ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που διατυπώνεται διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφων (των καταστατικών των εργοδοτικών ενώσεων "Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας" και "Ένωση Επιχειρήσεων Ακτοπλοϊας") από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμησή τους από το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι προεχόντως αόριστοι, διότι δεν διαλαμβάνουν που εντοπίζονται, οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, οι αντιφάσεις των αιτιολογιών της απόφασης.
Είναι, όμως, και αβάσιμοι, διότι οι εκτεθείσες παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 1876/1990 και αναιτιολόγητα, άλλως με πλημμελείς αιτιολογίες, έκρινε ότι οι διατάξεις των Εθνικών Κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας" δεν ενσωματώθηκαν στην ατομική σύμβαση εργασίας του.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "οι όροι αυτών (εννοείται των ένδικων Εθνικών Κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας) δεν ενσωματώθηκαν στην ατομική σύμβαση του ενάγοντος" έχει τεθεί πλεοναστικά και δεν αναφέρεται στην επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 1876/1990 που ορίζει ότι: "Η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να ρυθμίζει: 1.
Ζητήματα σχετικά με τα σύναψη, τους όρους λειτουργίας και τη λήξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας που εμπίπτουν στο πεδίο ισχύος της", και επομένως αφορά άλλο θέμα.
Συνεπώς, δεν επιστηρίζει κατά νόμο το πόρισμα της απόφασης, σύμφωνα με το οποίο η πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της διαφορετικής δραστηριότητάς της δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι μέλος των εργοδοτικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη των Εθνικών Κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας" που ίσχυσαν κατά την αναφερόμενη στην αγωγή του ενάγοντος -αναιρεσείοντος χρονική περίοδο.
Άλλωστε ούτε στην από 7.7.2013 αγωγή περιέχεται ισχυρισμός ότι με συμφωνηθέντα όρο (άρθρο 361 ΑΚ) της από 1.1.2005 σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ο μισθός αυτού καθοριζόταν με παραπομπή στην εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας", αλλά, απλώς, η ως άνω Εθνική Κλαδική Σ.Σ.Ε.
αναφέρεται ως εφαρμοστέα. Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία (άρθ. 352 ΚΠολΔ) και τα δημόσια έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ. 438 επ., 441, 445 του ΚΠολΔ).
Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατά το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, εκτιμώνται "ελεύθερα", το δε δικαστήριο αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Επομένως ο παραπάνω από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο ή δεν προσέδωσε σε αυτό την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχει από το νόμο και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340 του ΚΠολΔ) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του εκτίμησε ως περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 868/2018, 1180/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 593/2014, ΑΠ 479/2010).
Τέλος, κατά το άρθρο 445 του ΚΠολΔ, έγγραφα ιδιωτικά, συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, αλλά επιτρέπεται και ανταπόδειξη (ΑΠ 593/2014, ΑΠ 891/2012). Η ανταπόδειξη όμως αφορά μόνο την προέλευση του εγγράφου από τον εκδότη τους και όχι την αλήθεια του περιεχομένου αυτών, η οποία ειδικά για τα ιδιωτικά έγγραφα μαρτυρίας, δηλαδή για έγγραφα που περιέχουν πραγματικά περιστατικά, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο (ΑΠ 868/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση εφαρμογής της από 3.6.2008 Εθνικής Κλαδικής Σ.Σ.Ε "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας", εσφαλμένα δέχθηκε ότι το με αριθμό 1091/22/13.1.2016 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αμοιβής Εργασίας του Τμήματος Συλλογικών Ρυθμίσεων Εργασίας του Υπουργείου Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το οποίο βεβαίωνε τα ως άνω, υπερισχύει ως μεταγενέστερο και ειδικότερο του προσκομισθέντος από τον αναιρεσείοντα με αριθμό 15142/12.1.1995 εγγράφου της Διεύθυνσης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, στο οποίο αναγράφονται κατά λέξη τα εξής: "Οι μισθωτοί που απασχολούνται στην Κοινοπραξία Ε/Γ-Ο/Γ Σαλαμίνος υπάγονται στη με αριθμό 33/94 Διαιτητική Απόφαση "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των ατμοπλοϊκών και πρακτορειακών επιχειρήσεων όλης της χώρας (ΠΚΥΕ 25/6.10.94), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη αριθμ. 14730/7.11.94 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 862//21.11.94) και ισχύει η κήρυξη από 6.10.94".
Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ο με αυτό το περιεχόμενο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα διαλαμβανόμενα σε αυτόν ιδιωτικά έγγραφα περιέχουν πραγματικά περιστατικά, που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, άλλωστε, σύμφωνα με την εκτεθείσα εμπεριστατωμένη αιτιολογία του, εκτίμησε τα αναγραφόμενα στο με αριθμό 1091/22/13.1.2016 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αμοιβής Εργασίας του Τμήματος Συλλογικών Ρυθμίσεων Εργασίας του Υπουργείου Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν προβάλλεται άλλος λόγος ή πρόσθετος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν η από 26.1.2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 66/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και ο από 20.8.2020 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθείς πρόσθετος λόγος για αναίρεση της ως άνω απόφασης.
Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 1ης, 2ης, 3ης, 4ης , 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 9ης, 10ης, 11ης, 12ης, 13ης και 14ης αναιρεσίβλητων και της προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσας ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο Δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις (καθόσον η καθεμία τους δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερη δικαστική δαπάνη, όπως αβάσιμα οι ως άνω ζητούν με τις κατατεθείσες στο Άρειο Πάγο προτάσεις τους), καθώς και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της, επίσης, προσθέτως υπέρ των αναιρεσίβλητων παρεμβαίνουσας ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εκπροσωπήθηκε από δική της πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσε χωριστές προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης 128/8/7.2.2020 αίτηση αναίρεσης και τον από 20.8.2020 πρόσθετο λόγο αναίρεσης της με αριθμό 66/22.1.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης (1ης), δεύτερης (2ης), τρίτης (3ης), τέταρτης (4ης), πέμπτης (5ης), έκτης (6ης), έβδομης (7ης), όγδοης (8ης), ένατης (9ης), δέκατης (10ης), ενδέκατης (11ης), δωδέκατης (12ης), δέκατης τρίτης (13ης) και δέκατης τέταρτης (14ης) αναιρεσίβλητων και της προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσας ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και στα έξοδα της προσθέτως υπέρ των αναιρεσίβλητων παρεμβαίνουσας ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ