Legislator Case Law & Legislation
520/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision due to contradictory findings on contract termination abuse.

Case Number 520/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Labor Court's decision, remanding the case for retrial. The appellant bank argued the lower court failed to address the abuse of right in the employee's contract termination, citing contradictory findings in related lawsuits. The Court accepted this argument, finding the lower court's reasoning insufficient and remanding the case to a newly constituted panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 562(4), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may accept an appeal when the lower court's decision lacks a legal basis due to contradictory or insufficient reasoning on the abuse of right in contract termination, remanding the case for retrial before a different panel.

Keywords

AI generated
abuse of right contract termination contradictory findings labor dispute remand for retrial insufficient reasoning newly constituted panel

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 520 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 520/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Καστρινάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ι. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/2/2002 και 3/8/2004 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του συνδικάτου με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 646/2005 μη οριστική, 1902/2013 μη οριστική και 1903/2013 μη οριστική, 681/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2815/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 4/9/2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 965/2018 του δικαστηρίου τούτου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 25/7/2018 κλήση της καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται νομίμως με την από 25-7-2018 κλήση της καλούσας- αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" η κρινόμενη από 4-9-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 2815/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ` αριθ. 965/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, διότι δεν προέκυψε η κλήτευση κατά την εκδίκαση της αναίρεσης στη δικάσιμο της 30-1-2018 του, υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ι.

Κ., προσθέτως παρεμβάντος και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας , Συλλόγου Υπαλλήλων της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος. Με την από 27-11-2018 (Γενικό αριθμό καταθέσεως 6165 και Ειδικό αριθμό κατάθεσης 574/4-9-2017) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 2815/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την από 13-7-2015 με αριθμό καταθέσεως 4414/16-7-2015 έφεση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου Ι. Κ., κατά της πρωτόδικης με αριθμό 681/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης εν μέρει οριστικής με αριθμό 645/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια αφού εξαφάνισε τις ως άνω εκκαλούμενες αποφάσεις και δίκασε κατ` ουσία την υπόθεση δέχθηκε ως ουσία βάσιμη εν μέρει την από 25-2-2002 αγωγή και ως ουσία βάσιμη στο σύνολό της την από 3-8-2004 αγωγή .

Με την πρώτη από τις εκκαλούμενες με αριθμό 645/2005 εν μέρει οριστική απόφαση αφού συνεκδικάσθηκαν οι από 25-2-2002 (αρ. κατάθ. 662/2002) και από 3-8-2004( αρ. κατάθ. 3569/2004) αγωγές του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ι. Κ. κατά της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική της διάδοχος η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", για επιδίκαση μισθών υπερημερίας συνεπεία άκυρης ως καταχρηστικής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (με την πρώτη αγωγή), με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος του "Συλλόγου Υπαλλήλων Γενικής Τράπεζας Ελλάδος", απορρίφθηκαν οι αγωγές ως κατ` ουσία αβάσιμες ως προς τη δεύτερη βάση και κατά τα λοιπά αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής απόφασης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα η συναφής ποινική δίκη σε βάρος του ενάγοντος για κακουργηματική απάτη σε βάρος της εναγομένης.

Με τη δεύτερη από τις εκκαλούμενες με αριθμό 681/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκαν οι αγωγές κατά τις υπόλοιπες βάσεις τους ως αόριστες Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 598, 564, 566 παρ. 1 και 144 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).Ο προσθέτως παρεμβαίνων υπέρ του εναγομένου -αναιρεσιβλήτου "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" κλήθηκε νομότυπα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα στην προκείμενη δίκη για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με την επίδοση της από 25-7-2018 κλήση της καλούσας- αναιρεσείουσας και της αναίρεσης (βλ. 1825Β/11-9-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Χ.

Σ.), χωρίς όμως να παραστεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι ο εργοδότης μπορεί να απολύσει το μηνυθέντα μισθωτό χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση, πλην όμως η τελική κρίση για το κύρος της καταγγελίας θα λάβει χώρα μετά τον τερματισμό της ποινικής διαδικασίας, από την έκβαση της οποίας θα εξαρτηθεί όχι το κύρος της καταγγελίας αυτής, αλλά αν υφίσταται ή όχι υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως, η μη καταβολή της οποίας και μόνο μέσα σε εύλογο χρόνο από τον τερματισμό αυτό επιφέρει την ακυρότητά της και καθιστά τον εργοδότη υπερήμερο.

Η καταγγελία για το λόγο αυτό, της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού, δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., εκτός αν κατ` επίφαση έγινε για τέτοιο λόγο, έστω και αληθή, ενώ στην πραγματικότητα έγινε για άλλους λόγους που την καθιστούν αντίθετη στο άρθρο 281 Α.Κ.

Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μηνύσεως ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία. Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (ΑΠ 444/2016, 991/2015, 965/2013, 2234/2013).

Εξάλλου, η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ. Ακόμη, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία όταν ο εργοδότης ασκεί το σχετικό δικαίωμα επειδή εξέλιπε το πνεύμα συνεργασίας με το μισθωτό και δημιουργήθηκε μεταξύ τους κλίμα οξύτητας, που έχει ως αποτέλεσμα τη μη ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης ( ΑΠ 725/2020 ΑΠ 930/2017,ΑΠ 167/2013).

Εξ άλλου, ανεξαρτήτως της μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 5 του ν.2112/1920 στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου η παραπάνω μορφή της καταγγελίας αποτελεί αυτοτελώς σπουδαίο λόγο κατ` άρθρο 672 Α.Κ.(Ολ.ΑΠ 43/2002).

Από τις διατάξεις του άρθρου 669 ΑΚ προκύπτει, ότι, σε αντίθεση με την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε διότι συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε διότι συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της (ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 115/2013). Σύμβαση ορισμένου χρόνου κατά την παραπάνω έννοια υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του μισθωτού με την συμπλήρωση του οριζομένου ορίου ηλικίας (ΟλΑΠ 8/2007, ΑΠ 57/2015).Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.672 εδ.

α` ΑΚ κάθε ένα από τα μέρη έχει την δυνατότητα να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση οποτεδήποτε, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, εφόσον υφίσταται σπουδαίος προς τούτο λόγος, ως εκ τούτου δε, εάν ο εργοδότης καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πριν την λήξη της χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ.174, 180 ΑΚ), εξακολουθεί να υφίσταται η σύμβαση εργασίας και ο εργοδότης αρνούμενος ν` αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού οφείλει κατ` άρθ.656 ΑΚ μισθούς υπερημερίας (AΠ 504/2017, ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 1115/2013).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθ.672 εδ. α ΑΚ "σπουδαίο λόγο" καταγγελίας αποτελούν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, τα οποία, ανεξάρτητα από τη προέλευσή τους και την ύπαρξη υπαιτιότητας, καθιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από τον καταγγέλλοντα την συνέχιση της σύμβασης μέχρι την (συμφωνημένη ή υποχρεωτική κατά το νόμο) λήξη της, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου, την κρίση δηλ.

αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά (η οποία ως αφορώσα αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο), συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης, ενώ τα περιστατικά αυτά που συνιστούν σπουδαίο λόγο μπορεί να είναι τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει, στην σφαίρα ποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη γεννήθηκαν.

Τέτοιος λόγος, ειδικότερα, συντρέχει για τον εργοδότη σε περίπτωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού, (άρθ.673 ΑΚ), καθώς και όταν λόγω της συμπεριφοράς του εργαζομένου επήλθε κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, αλλά και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία με βάση τα ως άνω ουσιαστικά κριτήρια η συνέχιση της εργασιακής σχέσης παρίσταται ως μη ανεκτή απ` αυτόν (ΟλΑΠ 8/2007, 10/1995, 858/1984, ΑΠ 504/2017, ΑΠ 57/2015, 1248/2014, 806/2014, 1115/2013. 1616/2011).

Πρέπει να επισημανθεί, ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την θεμελίωση σπουδαίου λόγου η πρόκληση ζημίας στον εργοδότη ή ο κίνδυνος πρόκλησης ζημίας αυτού στο μέλλον από αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζομένου, εάν διατηρηθεί στην θέση του (ΑΠ 824/2005). Με το εδ. β` του αυτού άρθ.672 ΑΚ θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη (ΑΠ 1616/2011), σύμφωνα με την οποία το ως άνω δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών.

Η κατά τα ανωτέρω σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ, οποτεδήποτε χωρίς την τήρηση προθεσμίας, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία λήγει με την πάροδο ορισμένου χρονικού σημείου, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καταγγελία ή προειδοποίηση, υφίσταται και όταν από τον κανονισμό ή οργανισμό λειτουργίας της επιχειρήσεως του εργοδότη προβλέπεται η αποχώρηση του μισθωτού λόγω συμπληρώσεως ορισμένου ορίου ηλικίας, οπότε η σύμβαση δύναται να λυθεί προ της συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας του μισθωτού μόνον ένεκα σπουδαίου λόγου δια καταγγελίας ενός των μερών, εάν όμως αναγνωρίζεται και δικαίωμα του εργοδότη ή του μισθωτού ή αμφοτέρων να καταγγείλουν ελευθέρως την σύμβαση και προ του χρόνου συμπληρώσεως από τον μισθωτό του ορίου ηλικίας χωρίς την συνδρομή σπουδαίου λόγου, η σύμβαση, ως εξαρτωμένη από γεγονός μέλλον και αβέβαιο, τελεί υπό διαλυτική αίρεση.

Μόνη η ύπαρξη της διαλυτικής αιρέσεως δεν μεταλλάσσει την σύμβαση από ορισμένου χρόνου σε αορίστου, αλλά απαιτείται προς τούτο να πληρωθεί η αίρεση, οπότε πλέον η σύμβαση μεθίσταται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου και τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των Ν. 2112/1920 και 3198/1955 ως προς την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως, οι οποίες αφορούν μόνον συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Η εξάρτηση της συμβάσεως από την διαλυτική αίρεση αφορά αποκλειστικώς το ενδεχόμενο καταγγελίας αυτής χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου, όχι δε και το ενδεχόμενο καταγγελίας ένεκα σπουδαίου λόγου, η οποία προβλεπομένη κατά τα ανωτέρω από την διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της συμβάσεως, εκ τούτου, η πλήρωση της αιρέσεως προκαλείται μόνον εάν καταγγελθεί η σύμβαση χωρίς την συνδρομή σπουδαίου λόγου, ενώ, εάν καταγγελθεί ένεκα σπουδαίου λόγου, δεν επέρχεται πλήρωση της αιρέσεως και δεν μεταβάλλεται η σύμβαση ως προς τον χαρακτήρα αυτής από ορισμένου χρόνου σε αορίστου, οπότε και δεν οφείλεται αποζημίωση (ΑΠ 1037/2019).

Επομένως, η καταγγελία για σπουδαίο λόγο της ορισμένου χρόνου συμβάσεως πριν τη λήξη του χρόνου, για τον οποίο συνομολογήθηκε, δεν την καθιστά, ούτε την μετατρέπει σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 2 και 5 του Ν. 3198/1955, σύμφωνα με τις οποίες για το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου απαιτείται η προηγούμενη καταβολή της δι' αυτών προβλεπόμενης αποζημιώσεως.

Γενικότερα, πάντως, η πρόβλεψη στον κανονισμό πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων πειθαρχικών ποινών, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους και των επιδιωκομένων αντίστοιχα διαφορετικών σκοπών, αφού με την πειθαρχική διαδικασία επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, ενώ με την καταγγελία για σπουδαίο λόγο απομακρύνεται ο εργαζόμενος, του οποίου δεν μπορεί να συνεχισθεί η εργασιακή σχέση ως επαχθής για τον εργοδότη (ΑΠ 1115/2013, 904/2012, 1616/2011, ΑΠ 308/2011, 1711/2007).

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η άσκηση του δικαιώματος της προβλεπομένης από το αρθρο 672 ΑΚ καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως και κάθε δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό του άρθ.281 ΑΚ, της μη υπέρβασης δηλ. των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση των οποίων καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθ. 174 και 180 ΑΚ.(ΑΠ 1164/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν ( ΑΠ 1088/2020, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατ` εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559".

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ ΑΠ 15/2000,ΑΠ 335/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 225/2016, ΑΠ 73/2016).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 554/2020, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013). Εξ άλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 2/2020).

Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ` εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη και πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η αντίστοιχη πρόταση (ΑΠ 97/2016).

Εξάλλου, για να ληφθεί υπόψη κατά το άρθρο 562 παρ.2 εδ. γ` ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο και στηρίζεται σε ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, πρέπει να αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δίκης ότι οι πραγματικές προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζεται, είχαν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 162/2018)..

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των ένδικων αγωγών (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει: Στην κρινόμενη από 25-2-2002 (αυξ.αρ.καταθ. 662/2002) αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Ι. Κ. εκθέτει ότι είχε προσληφθεί κατά το έτος 1984 από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική της διάδοχος η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπεύθυνος των συστημάτων ασφαλείας και του τηλεφωνικού δικτύου, μέχρι την 28-11-2001, οπότε η εναγομένη με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση, μετά από την υποβολή εναντίον του μηνύσεως για τέλεση από αυτόν κακουργηματικής απάτης σε βάρος της εναγομένης. 'Ότι η πιο πάνω καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική,1) καθόσον ο ίδιος δεν υπέπεσε σε κανένα ποινικό παράπτωμα και οι αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες είναι άδικες, αναληθείς και αβάσιμες, 2) μοναδικός λόγος υποβολής της εγκλήσεως εναντίον του είναι η επιδίωξη της εναγομένης να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είχε δε μεθοδεύσει η εναγομένη την αντικατάσταση του και την οριστική απομάκρυνσή του μετά από υπηρεσιακές διαφοροποιήσεις που είχε με τον νέο Υποδιευθυντή Ασφάλειας, ο οποίος τοποθετήθηκε τον Απρίλιο του 2001,ενώ μέχρι τότε δεν υπήρξε το παραμικρό πρόβλημα στην υπηρεσία του, η συνεργασία του με όλους τους συναδέλφους, προϊσταμένους και υφισταμένους του, ήταν άψογη και αρμονική και 3) η εναγομένη του επεφύλασσε την πλέον άδικη και σκληρή συμπεριφορά αρνούμενη να του γνωστοποιήσει την αιτία της υποβολής σε βάρος του μήνυσης και της απόλυσής του. 'Ότι, συνεπώς, η απόλυσή του είναι άκυρη ως καταχρηστική αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

και η εναγομένη, αρνούμενη ν' αποδεχθεί τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, έχει περιέλθει σε υπερημερία. Κατ' ακολουθία του ανωτέρω ιστορικού, ζήτησε ο ενάγων, μετά από παραδεκτή (ΚΠολΔ 223) μετατροπή του αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό α) ν' αναγνωριστεί η ακυρότητα της πιο πάνω καταγγελίας και β) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των24.635,55 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας δώρα εορτών, άδεια και επίδομα αδείας) του χρονικού διαστήματος από 28-11-2001 έως 28-11-2002, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε αντιστοίχου ημερολογιακού μηνός, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής του, ως και το ποσό των 30.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής του.

Εξάλλου, με την από 3-8-2004 (αυξ.αρ.καταθ3569/2004) αγωγή του, ο ίδιος ενάγων και με βάση το ίδιο ιστορικό, ζητεί, μετά από μετατροπή του αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 47 .203,49 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας (μισθούς, δώρα εορτών, άδεια και επίδομα αδείας) του χρονικού διαστήματος από l- 12-2002 έως και 12-1-2005, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε αντιστοίχου ημερολογιακού μηνός, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής του και με προσωρινά εκτελεστή απόφαση.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠΟΛΔ αιτίαση και ειδικότερα ότι έκρινε ορισμένες και νόμιμες τις αγωγές στηριζόμενες στο άρθρο 281 Α.Κ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.1ν.2112/1920,7 ν. 3198/1955 και άρθρο 672 Α.Κ., δεχόμενο για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης των αγωγών, ολιγότερα των νομίμων πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεώρησε ως αρκετά, αν και οι αγωγές ήταν αόριστες, διότι σε αυτές δεν γίνεται επίκληση περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι η υποβολή από την εναγομένη της σε βάρος του μηνύσεως για διάπραξη αξιοποίνων πράξεων, έγινε ψευδώς και προσχηματικά, με την έννοια δηλαδή ότι υποβλήθηκε επίτηδες (δολίως), από την τέως Γενική Τράπεζα και εν γνώσει της αναληθείας των κατηγοριών, προς συγκάλυψη της απολύσεώς του για συγκεκριμένους λόγους εκδικήσεως και κακότητας.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , καθόσον η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό περί αοριστίας των αγωγών είχε προβάλει νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα ότι είχε προβάλλει αυτόν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε τούτον με τις προτάσεις της, καθόσον ήταν εφεσίβλητη, στο Εφετείο, με παράθεση του ισχυρισμού, όπως είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Ούτε, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το λόγο αυτό, ούτε επικαλείται λόγους παραδεκτής προβολής του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ) απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα παρακάτω: " Ο ενάγων (εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος) συνεδέετο με την εναγομένη (εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα) ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου κατόπιν της υπ` αριθμ.

…/…-2-1987 απόφασης του Προέδρου του Δ.Σ προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως υπεύθυνος ασφαλείας και του τηλεφωνικού δικτύου. Μέχρι τις 20.11.1996 υπηρετούσε ως τεχνικός στον τομέα τεχνικών υπηρεσιών, οπότε μετατέθηκε στη Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών της οποίας Διευθυντής ήταν ο Α. Π. και τοποθετήθηκε στον τομέα Ασφαλείας- Τμήμα Τεχνικής Μέριμνας ως Προϊστάμενος.

Στη συνέχεια, ο τομέας Ασφαλείας υπήχθη κατ' ευθείαν στον Γενικό Διευθυντή της Τράπεζας με προϊστάμενο τον Β. Φ., ενώ από 19.7.1999 έως 27.10.2000 υπήχθη στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού με Διευθυντή τον Κ. Κ. Από τις 27.10.2000 υπήχθη στη Διεύθυνση Γραμματείας και Περιουσίας με Διευθυντή τον Β. Δ.. Ο ενάγων μέχρι την πρόσληψή του εργαζόταν στην ιδιωτική εταιρία "SECURITY Ζ.", και είχε μεγάλη εμπειρία στον τομέα τοποθέτησης και επόπτευσης των συστημάτων ασφαλείας (συναγερμοί κ.λ.π) στα υποκαταστήματα της εναγόμενης σε Αθήνα και επαρχία.

Η αναγνωρισμένη εμπειρία του στο χώρο της εναγόμενης δεν τον καθιστούσε αυτόματα και μόνο αρμόδιο, που θα αποφαινόταν για το είδος και την ποιότητα των μηχανημάτων που η εναγόμενη θα προμηθευόταν αλλά και για κάθε θέμα που αφορούσε την εγκατάσταση υλικών. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ιεραρχικά προϊστάμενός του ήταν ο εκάστοτε Διευθυντής του Τομέα Ασφάλειας Ανθρώπινου Δυναμικού είτε της Ακίνητης Περιουσίας, ανάλογα με το που άνηκε κάθε φορά το τμήμα τεχνικής υποστήριξης, στο οποίο άνηκε ο ενάγων.

Πέραν της ιεραρχικής οργάνωσης που είχε η εναγόμενη, είχε θεσμοθετήσει διαδικασίες που εγγυώντο τη νόμιμη τέλεση του εκάστοτε διαγωνισμού, όπως με τη σύσταση επιτροπής διαγωνισμού, αξιολόγησης προσφορών κ.λ.π. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε επηρεάσει προς ίδιο όφελος τα μέλη της επιτροπής ούτε τους ιεραρχικά ανώτερους καθόσον η εναγόμενη είχε οργανωμένη διοικητική δομή και επιτροπές για τη διενέργεια των εκάστοτε διαγωνισμών για την προμήθεια υλικών.

Η εναγόμενη στις 28.11.2001 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα, ο οποίος είχε γεννηθεί το 1953 και σύμφωνα με το κανονισμό προσωπικού της εναγομένης θα συνταξιοδοτείτο σε ηλικία 62 ετών. Ως λόγο καταγγελίας επικαλέσθηκε την από 21-11-2001 έγκλησή της σε βάρος του ενάγοντα, όπου στην εν λόγω έγκληση απέδιδε στον ενάγοντα επιλήψιμη συμπεριφορά αντίθετη με τα ως άνω αποδειχθέντα.

Ειδικότερα του απέδιδε ότι έπειθε τους ανωτέρους του να αγοράσει η Τράπεζα συγκεκριμένα υλικά και συστήματα ασφαλείας από την εταιρία "SPARTAN ΕΠΕ", η οποία είχε υπερτιμολογήσει τις προσφορές με αποτέλεσμα η εναγομένη να είχε υποστεί ζημία κατά το διάστημα Σεπτέμβριος 1999 έως τον Ιανουάριο του 2001 άνω του ποσού των 73.000 ΕΥΡΩ.

Ο ενάγων παραπέμφθηκε σε δίκη και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για απάτη σε βαθμό κακουργήματος με την υπ' αριθμ.889/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με την υπ' αριθμ. 2520/2011 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών αθωώθηκε για την παραπάνω πράξη, η δε εν λόγω απόφαση κατέστη αμετάκλητη (βλ.

το υπ' αριθμ. 7/17.1.2Ο12 πιστοποιητικό της Γραμματείας ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών). Η εναγόμενη γνώριζε ότι τα αναφερόμενα στη μήνυσή της ήταν αβάσιμα και προσχηματικά καθόσον διόγκωσε τις ικανότητες του ενάγοντα ώστε να τον εμφανίσει ως "κυρίαρχο" στο χώρο της Τράπεζας και ότι όλες οι ενέργειες που αφορούσαν την προμήθεια υλικών και εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας καθοδηγούντο απ' αυτόν, ενώ γνώριζε ότι ο ενάγων λόγω του βαθμού του υπήγετο ιεραρχικά σε ανωτέρους του όπως προαναφέρθηκε ενώ η προμήθεια υλικών διεξήγετο με αδιάβλητες διαδικασίες που ο ενάγων και να ήθελε δεν μπορούσε να επηρεάσει.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η εναγομένη δεν στράφηκε αστικά καθ' οιουδήποτε άλλου υπαλλήλου ούτε κατά της μειοδότριας εταιρίας "SPARTAN ΕΠΕ" Ένα επιπλέον στοιχείο της έχθρας της εναγόμενης έναντι του ενάγοντος είναι ότι δεν του χορήγησε αυτοβούλως αντίγραφο της επίδικης έγκλησης της με αποτέλεσμα ο ενάγων να κινδυνεύσει να απολέσει την αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955.

Αναγκάστηκε δε τελικά να καταφύγει στην διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, όπου δικαιώθηκε και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1329/2002 απόφασή του υποχρέωσε την εναγόμενη να του χορηγήσει αντίγραφο της έγκλησης καθώς και των εγγράφων που αφορούσαν τις αποφάσεις του Δ.Σ της εναγομένης για την απόλυσή του.

Περαιτέρω, ο ενάγων κατά τη διαδικασία διαγωνισμού αντέδρασε γιατί οι προσφορές δεν συνοδεύοντο από τα απαραίτητα πιστοποιητικά καταλληλότητας ενεργώντας έτσι για το συμφέρον της εναγόμενης. Τα ανωτέρω δέχθηκε η προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Συνεπώς η επαγγελματική γνώση και η ευσυνειδησία του ενάγοντος ήταν "ενοχλητικές" για την εναγόμενη και ιδίως για το νέο Υποδιευθυντή Ασφαλείας Β. που είχε αναλάβει τον Απρίλιο του 2001. Η προαναφερθείσα μεθόδευση ώστε να απολυθεί ο ενάγων καθιστά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του καταχρηστική ως αντίθετη στη καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και οπωσδήποτε δεν συνέτρεχε ουδείς σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Η βάση της πρώτης αγωγής ότι η εναγόμενη προέβη στην καταγγελία με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, η δε βάση της αγωγής ότι έπρεπε για το έγκυρο της καταγγελίας να τηρηθεί η πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται στον Οργανισμό Προσωπικού είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΟΛΟΜ.ΑΠ 43/2002 ΔΕΝ 2003,597, ΑΠ 1616/2011 ΝΟΜΟΣ).

H ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ που προτείνει η εναγόμενη για το λόγο ότι ο ενάγων θα μπορούσε να εύρει εργασία σε άλλο εργοδότη είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθόσον η εναγομένη δεν επικαλείται άλλους συγκεκριμένους εργοδότες που να αναζητούσαν ειδικότητα ομοειδή με του ενάγοντος, συνθήκες εργασίας, τόπο εργασίας, αμοιβές κλπ.

Κατόπιν των παραπάνω λόγω του ότι η γενομένη καταγγελία είναι άκυρη περιήλθε η εναγομένη σε υπερημερία και οφείλει μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 28.11.12 - 12.1.2005....". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του ενάγοντος, ο οποίος παραπονείτο για την απόρριψη των αγωγών του. Ακολούθως, εξαφάνισε τις εκκαλούμενες ως άνω αποφάσεις, δίκασε επί των από 25-2-2002 (αρ.

κατάθ. 662/2002) και από 3-8-2004 (αρ.κατάθ.3569/2004) αγωγών του ενάγοντος , δέχτηκε ως ουσία βάσιμη κατά ένα μέρος την 25-2-2002 αγωγή και ως ουσία βάσιμη στο σύνολό της την από 3-8-2004 αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 28/11/2001 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, αναγνώρισε ότι η εναγομένη- εφεσίβλητη ως καθολική διάδοχος της αρχικά εναγομένης "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" υποχρεούται να καταβάλλει στον εκκαλούντα - ενάγοντα το ποσό των 81.839,04 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας, νομιμότοκα κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και περαιτέρω διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας, οφειλόμενης σε μεθόδευση και έχθρα της εναγομένης με την υποβολή δολίως (προσχηματικής) σε βάρος του ενάγοντος μήνυσης και την εξ αιτίας της καταχρηστικότητας αυτής οφειλής μισθών υπερημερίας από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα: 1) Ενώ δέχεται ότι η εναγομένη γνώριζε ότι τα αναφερόμενα στην μήνυσή της ήσαν αβάσιμα και προσχηματικά δεν διευκρινίζει τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες υποβλήθηκε η μήνυση, αν δηλαδή είχε προηγηθεί από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της εναγομένης, πόρισμα σε βάρος του ενάγοντος για την καταγγελόμενη κακουργηματική απάτη, με βάση το οποίο (πόρισμα) υποβλήθηκε, κατά τον ισχυρισμό της εναγομένης, η μήνυση και συνακόλουθα αν η εναγομένη με βάση τα στοιχεία αυτά , είχε σε βάρος του ενάγοντος βάσιμες υπόνοιες για την καταγγελόμενη κακουργηματική απάτη, ανεξάρτητα από το αβάσιμο της κατηγορίας και την αμετάκλητη αθώωση του, σε συνδυασμό με τον αγωγικό του ισχυρισμό ότι πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προηγήθηκε η θέση αυτού σε διαθεσιμότητα.

Δεν είναι δε αρκετή η παραδοχή στην προσβαλλόμενη ότι με την 2520/2011 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. το 7/17-1-2012 πιστοποιητικό του Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου), ο ενάγων αθωώθηκε, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε .

Τούτο γιατί η εν λόγω παραδοχή αναφέρεται μόνο στο αποτέλεσμα της σε βάρος του ενάγοντος μήνυσης της εναγομένης με την αμετάκλητη αθώωση του πρώτου (ενάγοντος) και όχι στο αν ήταν προσχηματική η σε βάρος του υποβολή μηνύσεως από την εναγομένη, γενομένη για την αποφυγή καταβολής στον ενάγοντα των νομίμων δικαιωμάτων του συνεπεία άκυρης ως καταχρηστικής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ή στηριζόταν στην εδραία πεποίθηση της εναγομένης ότι ο ενάγων έχει τελέσει πραγματικά την σε αυτόν αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος της (εναγομένης). 2) Ενώ δέχεται ότι ο ενάγων κατά τη διαδικασία διαγωνισμού αντέδρασε, γιατί οι προσφορές δεν συνοδεύοντο από τα απαραίτητα πιστοποιητικά καταλληλότητας, ενεργώντας έτσι για το συμφέρον της εναγομένης και ότι η επαγγελματική γνώση και η ευσυνειδησία του ενάγοντος ήταν "ενοχλητικές" για την εναγομένη και ιδίως για το νέο Υποδιευθυντή Ασφαλείας Β., που είχε αναλάβει τον Απρίλιο του 2001, δεν επικαλείται αφενός τα πραγματικά περιστατικά ενδεικτικά της "ενόχλησης" της εναγομένης και το λόγο της "ενόχλησης" των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, που να σχετίζονται με το γεγονός της καταγγελίας και πως τελικά η εν λόγω "ενόχληση" κατέληξε από την πλευρά των εκπροσώπων της εναγομένης σε μεθόδευση με την εν γνώσει της εναγομένης υποβολή ψευδούς μηνύσεως και έχθρα ώστε να απολυθεί ο ενάγων, αν και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης η επαγγελματική γνώση και ευσυνειδησία του ενάγοντος ήταν "ενοχλητική" ιδίως για το νέο Υποδιευθυντή Ασφαλείας, που δεν ήταν αρμόδιος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, δεδομένου ότι μόνη η ενόχληση στις σχέσεις των διαδίκων δεν αποτελεί χωρίς άλλο λόγο έχθρας. 3) Διαλαμβάνονται ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το χρονικό σημείο διενέργειας του διαγωνισμού για την προμήθεια συστημάτων ασφαλείας της εναγομένης ,οπότε κατά την αναιρεσιβαλλόμενη οι απόψεις του ενάγοντος "ενόχλησαν" " την εναγομένη και ιδίως το νέο Υποδιευθυντή Ασφαλείας Β., που είχε αναλάβει τον Απρίλιο του 2001, εφόσον δεν προσδιορίζει το χρόνο διενέργειας του διαγωνισμού και πότε εκδηλώθηκε η "ενόχληση" της εναγομένης σε σχέση με το χρόνο της καταγγελίας στις 28-11-2001, τούτο δε εν όψει των παραδοχών ότι ο ενάγων εργαζόταν στην εναγομένη από τις 13-2-1987 χωρίς να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη πρόβλημα στην εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντος, ενώ τέλος δεν αναφέρονται περιστατικά ενδεικτικά του συνολικού κλίματος της μεθόδευσης και της έχθρας των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης που να σχετίζονται με το γεγονός της καταγγελίας (ΑΠ 58/2019, ΑΠ 1672/2018, ΑΠ 1374/2018, ΑΠ 166/2018).

Ενόψει τούτων, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος ως άνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για αντιφατικότητα παραδοχών της προσβαλλόμενης, επειδή οι συνεκδικαζόμενες δύο αγωγές με την ίδια ακριβώς νομική βάση έγιναν εν μέρει δεκτή κατ` ουσία η πρώτη από 25-2-2002 αγωγή και ουσία βάσιμη στο σύνολό της η δεύτερη από 3-8-2004 αγωγή .

Διατυπούμενος ως ανωτέρω ο λόγος αυτός είναι ελλιπής, αφού, δεν προσδιορίζονται οι αντιφατικές, ασαφείς και ελλιπείς παραδοχές της προσβαλλόμενης, εν τούτοις παραδεκτώς σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.4 ΚΠΟΛΔ συμπληρώνεται από το Δικαστήριο ως προς τις προαναφερόμενες ελλείψεις (ΑΠ 35/2019, ΑΠ 234/2018, ΑΠ 496/2009) και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, όπως ανωτέρω συμπληρώθηκε από το Δικαστήριο (άρθρ.562 παρ.4 ΚΠολΔ), από το άρθρ 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, λόγω πλημμελών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

Πρέπει επομένως, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). εφόσον με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού εσφαλμένα ερμήνευσε αυτές και υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ελλιπείς ,ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας οφειλομένης στην εν γνώσει της εναγομένης υποβολής σε βάρος του ενάγοντος προσχηματικής -αβασίμου μηνύσεως για την αποφυγή καταβολής στον τελευταίο (ενάγοντα) των νομίμων δικαιωμάτων του Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. 2815/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ