520/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated520/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πριν από την απόφαση διαδικασία ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Αυτό αφορά τις προδικαστικές αποφάσεις και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί. Οι προτάσεις των διαδίκων, που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τη συζήτηση που επακολουθεί στο δικαστήριο της παραπομπής, διότι έχουν ακυρωθεί.
Full text
Απόφαση 520 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 520/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εφεσιβλήτων - καλούντων: 1) Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της Ε., χήρας Ν. Φ., το γένος Γ. Κ., που απεβίωσε την 26-8-2010, 2) Α. Φ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Α. συζύγου Γ. Μ., το γένος Ν. Φ., κατοίκου ...
Η πρώτη εφεσίβλητη - καλούσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χαρακτινιώτη, ενώ οι δεύτερος και τρίτη παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του εκκαλούντος - καθού η κλήση: Κ. Φ. του Ν., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Πέτρο Τσαντίνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2005 αγωγή του ήδη εκκαλούντος - καθού η κλήση και την από 18-9-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη εφεσιβλήτων - καλούντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5119/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 2526/2009 μη οριστική και 6122/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1860/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 6122/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1495/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι καλούντες με την από 10-7-2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1056/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1495/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα οριζόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Την υπόθεση επαναφέρουν για νέα συζήτηση οι καλούντες με την από 18-10-2018 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίστηκε δε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 § 1 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, οι διάδικοι επανέρχονται δικονομικώς, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, στην κατά το χρόνο της τελευταίας συζητήσεως κατάσταση.
Η πριν από την απόφαση διαδικασία ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Αυτό αφορά τις προδικαστικές αποφάσεις και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί. Οι προτάσεις των διαδίκων, που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τη συζήτηση που επακολουθεί στο δικαστήριο της παραπομπής, διότι έχουν ακυρωθεί.
Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του Εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο διότι με την αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1421/2002).
Το δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της εφέσεως ως προϋποθέσεως του παραδεκτού της, θα (επαν)εξετάσει την εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση.
Εν προκειμένω με την από 18-10-2018 κλήση των εφεσιβλήτων (αναιρεσειόντων) νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 30-9-2008 (αριθμ. καταθ. 8918/2008) έφεση του εκκαλούντος κατά της υπ' αρ. 5119/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 3-8-2005 αγωγής του εκκαλούντος (αναιρεσιβλήτου) κατά των εφεσιβλήτων (αναιρεσειόντων), μετά την έκδοση επ` αυτής (αγωγής) των 1860/2014 και 1056/2018 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκαν, για τους διαλαμβανομένους σ` αυτές και παρακάτω αναφερόμενους λόγους, οι επί της ένδικης εφέσεως εκδοθείσες υπ' αρ. 6122/2012 και 1495/2017, αντιστοίχως, [οριστικές] αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Η έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495, 499, 511, 518, 520 ΚΠολΔ), παραδεκτώς δε φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, εφόσον πρόκειται περί αναιρεθείσης αποφάσεως δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγουμένης αποφάσεως (άρθ. 580 § 3 εδαφ. τελ. ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της κατά τα διαγραφόμενα από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις όρια (άρθρα 579 § 1, 580 §§ 3, 4, και 581 § 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 3-8-2005 (αρ. εκθ. κατ. 7250/2005) αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι δυνάμει συμβάσεως άτοκου, αορίστου χρόνου, δανείου, που συνήψε με τον αποβιώσαντα αδελφό του Σ.
Φ., του οποίου οι εναγόμενοι (μητέρα και αδελφοί) τυγχάνουν μαζί με τον ίδιο (ενάγοντα) εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μεταβίβασε τμηματικά κατά κυριότητα σ' αυτόν, κατά το από 19 Μαΐου 1999 μέχρι 9 Σεπτεμβρίου 2003 χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό των 453.598,32 €. Επικαλούμενος περαιτέρω ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι εναγόμενοι, πλην της πρώτης τούτων (που είναι απλή κληρονόμος), αποδέχθηκαν την κληρονομία του ως άνω αποβιώσαντος με το ευεργέτημα της απογραφής, ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, το ποσό των 113.399,58 € έκαστος, με τον νόμιμο τόκο από την πάροδο μηνός από την επίδοση της αγωγής, δεδομένου ότι με το δικόγραφο αυτής προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως δανείου.
Περαιτέρω, με την από 18/9/2006 (αρ. εκθ. κατ. 11460/2006) παρεμπίπτουσα αγωγή, που άσκησαν, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, οι τρεις εναγόμενοι της ως άνω αγωγής κατά του ενάγοντος και των τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και "AMERICAN EXPRESS", ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε επίδειξη των αναφερομένων σ' αυτή εγγράφων.
Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5119/2008 οριστική απόφαση του προαναφερομένου δικαστηρίου, με την οποία αυτές απορρίφθηκαν και δη η μεν κύρια αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε παρεμπίπτουσα ως αόριστη μεν ως προς τις τρίτη και τέταρτη των εναγομένων ("ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", και "AMERICAN EXPRESS", αντίστοιχα), ως μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη των εναγομένων ("ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ") και ως άνευ αντικειμένου πλέον ως προς τον πρώτο εναγόμενο, μετά την απόρριψη της κυρίας αγωγής.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο (κυρίως ενάγων) και ήδη εκκαλών άσκησε την υπό κρίση, υπ' αρ. κατ. 8918/2008, έφεση, με την οποία, για τους αναφερόμενους ειδικότερα σ' αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούσε την εξαφάνισή της ως προς την απόρριψη της αγωγής του και την εν συνεχεία παραδοχή αυτής.
Επί της ως άνω εφέσεως εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 2526/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτό δέχθηκε αυτή κατά το τυπικό της μέρος και ανέβαλε να αποφασίσει οριστικώς, διατάσσοντας συμπληρωματικές αποδείξεις με εξέταση των διαδίκων. Με την επακολουθήσασα οριστική απόφαση (6122/2012) το Εφετείο αποφάνθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση της επικαλούμενης συμβάσεως δανείου και συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε απορρίπτοντας την αγωγή, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις, απέρριψε δε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της παραπάνω (6122/2012) αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση εκ μέρους του εκκαλούντος - ενάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1860/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του μη νομίμως επικληθέντα αποδεικτικά μέσα (δηλ.
τις υπ' αρ. 1864, 1865 και 1866/14-2-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και την από 18-8-1972 επιστολή του τότε αναιρεσείοντος). Σε εκτέλεση της παραπάνω αναιρετικής αποφάσεως (1860/14) η υπόθεση εισήχθη, ύστερα από κλήση του εκκαλούντος, ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, που εξέδωσε την αναιρεθείσα (6122/2012) απόφαση.
Το Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την υπ' αρ. 1495/2017 απόφασή του, με την οποία οδηγήθηκε στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος δάνεισε τον αποβιώσαντα αδελφό του Σ. Φ. με το συνολικό ποσό των (160.546,38 + 56.832,46 + 3.574,06 + 2.010) 222.963 ευρώ και ότι με την ένδικη αγωγή κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου και κατόπιν αυτού, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως και είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό, κατά το λόγο της συμμετοχής τους στην κληρονομία του αποβιώσαντος, δηλαδή κατά το 1/4 ο καθένας τους, και συγκεκριμένα (222.963 : 4) 55.740,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο μηνός από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Κατά της παραπάνω (1495/2017) αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση εκ μέρους των εφεσιβλήτων - εναγομένων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1056/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τις διαδοχικές συμβάσεις δανείου που φέρεται να κατήρτισαν ο ενάγων-αναιρεσίβλητος με το αποβιώσαντα αδελφό του Σ., οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 806-807 ΑΚ που εφάρμοσε.
Κατ' ακολουθίαν, μετά την αναίρεση, με την οποία το παρόν Δικαστήριο διακράτησε την υπόθεση προκειμένου να συζητηθεί ενώπιόν του κατ' ουσία, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 18-10-2018 κλήση των αναιρεσειόντων-εφεσιβλήτων η από 30-9-2008 έφεση του αναιρεσιβλήτου-εκκαλούντος.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση άτοκου δανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής, ετεροβαρής και άτυπη σύμβαση, ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.
IV. Στην προκείμενη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων (ενός από κάθε διάδικη πλευρά), που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες το Δικαστήριο εκτιμά καθ' εαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους και με όλες τις άλλες αποδείξεις, ανάλογα με το λόγο γνώσεως και το μέτρο της αξιοπιστίας εκάστου, των υπ' αρ. 1891, 1892 και 126/14-2-2008 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών οι δύο πρώτες και του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου η τρίτη, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών, έχουν ληφθεί δε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων - αντιδίκων του (βλ.
τις υπ' αρ. ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γ. Π.), των υπ' αρ. 1864, 1865 και 1866/14-2-2008 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι, έχουν ληφθεί δε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος - αντιδίκου τους (βλ.
την υπ' αρ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Μ.), όλων των εγγράφων, που επικαλούνται παραδεκτά και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι (με εξαίρεση όσων ξενόγλωσσων προσκομίζονται χωρίς νόμιμη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα) εκτιμωμένων είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από την εκτίμηση της χωρίς όρκο εξέτασης ως διαδίκων, κατ' άρθρο 415 § 1 ΚΠολΔ, του ενάγοντος και των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων, η οποία έλαβε χώρα ενώπιον του Εφετείου και περιέχεται στα υπ' αρ. 6122/17-5-2012 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του (τα οποία παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη, παρόλο που η ταυτάριθμη απόφαση έχει ήδη αποβάλει την ισχύ της), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο Σ. Φ. του Ν. και Ε., υιός της πρώτης εναγομένης και αμφιθαλής αδελφός των δευτέρου και τρίτης των εναγομένων και του ενάγοντος (εκκαλούντος), απεβίωσε στο Δήμο …… στις 14-9-2003 σε ηλικία 59 ετών, χωρίς κατιόντες ή σύζυγο και χωρίς να αφήσει διαθήκη, οπότε μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατέστησαν οι ως άνω εναγόμενοι και ο ενάγων, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, για το κληρονομικό δικαίωμα των οποίων έχει εκδοθεί το υπ' αρ. 14/11-1-2006 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την κληρονομία του ως άνω αποβιώσαντος αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι με το ευεργέτημα της απογραφής, στις 30-12-2003 με σχετική δήλωσή τους ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αρ. 4666/30-12-2003 εκθέσεως. Ακολούθως, οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων προέβησαν νόμιμα και εμπρόθεσμα σε απογραφή της κληρονομίας του αποβιώσαντος αδελφού τους, συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αρ. 18534/19-4-2004 πράξεως απογραφής κληρονομίας της συμβ/φου Αθηνών Ειρήνης - Λεμονιάς Ξηρόκωστα - Τζίνου, σύμφωνα με την οποία το ενεργητικό της κληρονομιαίας περιουσίας ανέρχεται σε 674.519,72 €, ενώ το παθητικό αυτής (συνυπολογιζομένης της επίδικης απαιτήσεως του ενάγοντος, η οποία αμφισβητείται από τους εναγομένους) σε 519.972,32 €.
Αντιθέτως, η πρώτη των εναγομένων δεν συνέταξε εμπρόθεσμα απογραφή, ήτοι μέσα σε τέσσερις (4) μήνες αφότου έγινε η ανωτέρω δήλωση αποδοχής, με συνέπεια να απολέσει το ευεργέτημα της απογραφής (άρθρα 1902 εδ. α', 1903 και 1911 αρ. 1 ΑΚ). Παράλληλα και ο ενάγων αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομία του ως άνω αδελφού του με το ευεργέτημα της απογραφής, συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αρ. 120/13-1-2004 εκθέσεως του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια δε προέβη νομίμως και εμπροθέσμως σε απογραφή της κληρονομίας, συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αρ. 141/12-5-2004 πράξεως απογραφής της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τσιτουρίδου, σύμφωνα με την οποία το ενεργητικό της κληρονομιαίας περιουσίας ανέρχεται σε 615.615,28 €, ενώ το παθητικό αυτής σε 589.994,32 €, συμπεριλαμβανομένης σ' αυτό και της ένδικης απαιτήσεώς του.
Ο θανών Σ. Φ., ο οποίος είχε γεννηθεί το έτος 1944, ήταν πτυχιούχος της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και είχε κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στον ίδιο τομέα (οικονομικά) στις Η.Π.Α, όπου μετέβη το έτος 1971 και επέστρεψε στην Ελλάδα το έτος 1979. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις ΗΠΑ και παράλληλα με τις σπουδές του, ασχολήθηκε με το εμπόριο ενδυμάτων, γουναρικών και λευκών ειδών, τα οποία του απέστελλε από την Ελλάδα ο ενάγων και εκείνος τα μεταπωλούσε στις ΗΠΑ.
Το έτος 1979, που ο Σ. Φ. επέστρεψε και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, με τα χρήματα που είχε αποταμιεύσει από την εμπορία ενδυμάτων, γουναρικών και λευκών ειδών που ασκούσε στις ΗΠΑ, προέβη δυνάμει του υπ' αρ.... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Γερασίμου Βιλάνδου στην αγορά της υπό στοιχείο Ύψιλον …οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπογείου ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στο ...
στη συμβολή των οδών .... Το τίμημα της πωλήσεως συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.680.000 δρχ., το οποίο ο αγοραστής κατέβαλε ολόκληρο σε μετρητά χρήματα στον πωλητή. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αρ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Λουίζας Βαγιάτη-Γεωργοπούλου, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων, ο Σ.
Φ. και ο δεύτερος των εναγομένων - αδελφός τους Α. Φ., που ήταν τραπεζικός υπάλληλος, συνέστησαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....", με έδρα το .... Σκοπός της εν λόγω εταιρείας, η οποία στεγαζόταν στο προαναφερόμενο ακίνητο, ήταν κατά το καταστατικό της το γενικό εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, η κατασκευή ετοίμων ενδυμάτων και το εμπόριο τούτων στην εγχώρια αγορά αλλά και στο εξωτερικό, η άσκηση κάθε εμπορικής πράξεως ή επιχειρήσεως, δηλ.
η αγορά προς μεταπώληση, η διαμεσολάβηση και η παροχή υπηρεσιών με προμήθεια ή άλλη αμοιβή, η εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευμάτων με ή χωρίς μεταποίηση ή συσκευασία, καθώς και η αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού και η διάθεση των προϊόντων τους στην Ελλάδα ή άλλη χώρα. Στην εταιρεία αυτή, η οποία συστήθηκε με σκοπό να συνεχιστεί η επιτυχής εμπορική δραστηριότητα που είχε αναπτύξει ο Σ.
Φ. στις ΗΠΑ, μετείχαν ο ίδιος και ο ενάγων κατά ποσοστό 40% έκαστος, ο δε δεύτερος εναγόμενος κατά ποσοστό 20%. Στη συνέχεια με το υπ'αρ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Παπαϊωάννου, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο δεύτερος εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε στους λοιπούς δύο εταίρους τα εταιρικά του μερίδια κατ' ίσα μέρη, αποχωρήσας από την εταιρεία, της οποίας μοναδικοί εταίροι απέμειναν ο ενάγων και ο ήδη αποβιώσας αδελφός του, με ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες αυτής 50% έκαστος.
Στο όνομα της ανωτέρω εταιρείας είχε ανοιχθεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ο λογαριασμός με αριθμό ..., στον οποίο κατατίθεντο τα χρήματα που προέρχονταν από τη λειτουργία της, τη διαχείριση των οποίων ασκούσε μόνος του ο ενάγων, ενώ ο Σ. Φ. είχε αναλάβει τον τομέα της παραγωγής και των εμπορικών συμφωνιών με τους πελάτες της εταιρείας.
Στην ίδια ως άνω Τράπεζα ο ενάγων και ο αποβιώσας αδελφός του διατηρούσαν τους υπ' αρ. ... κοινούς, στο όνομα αμφοτέρων, λογαριασμούς, οι οποίοι ανοίχθηκαν στις 27-2-1985 και 29-11-1999, αντίστοιχα, ο δε θανών διατηρούσε τον υπ' αρ. ... ατομικό λογαριασμό. Η λειτουργία της άνω Ε.Π.Ε. απέφερε σημαντικά κέρδη στους συνεταίρους, ιδίως κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1983 - 1994.
Παράλληλα αποδείχθηκε ότι ήδη κατά το έτος 1972, ο ενάγων, ο οποίος μέχρι τότε εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος στην εταιρεία ..., συνέστησε ατομική επιχείρηση, την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα, στην …. και επί της οδού ..., με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο στυλογράφων PARKER και συναφών ειδών, τα οποία εισήγαγε από τις ΗΠΑ.
Από την αλληλογραφία του ενάγοντος με τον αποβιώσαντα αδελφό του, κατά τη διάρκεια της παραμονής του τελευταίου στις ΗΠΑ, αλλά και από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι στην πραγματικότητα είχε συσταθεί μεταξύ τους αφανής εταιρεία με το ανωτέρω αντικείμενο και τυπικά μόνο εμφανιζόταν αυτή ως ατομική επιχείρηση του ενάγοντος.
Στη δημιουργία και περαιτέρω λειτουργία της αφανούς αυτής εταιρείας σημαντική ήταν η συμβολή του Σ. Φ., ο οποίος ήταν οικονομολόγος και γνώριζε άριστα την αγγλική γλώσσα, ήταν δε αυτός που προμηθευόταν από τις ΗΠΑ, όπου τότε διέμενε, βάσει σχετικών εγγράφων παραγγελιών του ενάγοντος, και στη συνέχεια απέστελλε στον τελευταίο, στην Ελλάδα, όλα τα είδη, τα οποία ακολούθως μεταπωλούσε χονδρικώς η αφανής εταιρεία στους πελάτες της, αποφέροντας έτσι σημαντικά κέρδη στους εταίρους, τα οποία διαχειριζόταν μόνος του ο ενάγων, τόσο κατά τη διάρκεια της διαμονής του αδελφού του στις Η.Π.Α.
όσο και μετά την επιστροφή του τελευταίου στην Ελλάδα. Και τούτο, διότι οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν άριστες και υπήρχε απεριόριστη εμπιστοσύνη του ενός προς τον άλλον, ο δε Σ. Φ. ήταν άγαμος και κέρδιζε τα αναγκαία για τη συντήρησή του από την εμπορία ενδυμάτων, γουναρικών και λευκών ειδών που ασκούσε στις ΗΠΑ, συνεπώς δεν είχε άμεση ανάγκη των χρημάτων που του αναλογούσαν από τα κέρδη της εταιρείας, ενώ ο ενάγων ήταν έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων με ιδιαίτερα αυξημένα έξοδα.
Ας μη λησμονείται άλλωστε το γεγονός ότι την εποχή εκείνη η εξαγωγή συναλλάγματος από την Ελλάδα δεν ήταν ελεύθερη, αλλ' υπέκειτο σε αυστηρούς περιορισμούς. Τη συμβολή του αδελφού του στη δημιουργία και εξέλιξη της αφανούς εταιρείας δεν αμφισβητούσε ο ενάγων, σαφή δε ένδειξη περί αυτού αποτελεί το γεγονός ότι σε χειρόγραφες επιστολές της εποχής εκείνης αυτός, αναφερόμενος στη δράση της επιχειρήσεως, χρησιμοποιεί πληθυντικό (και όχι ενικό) αριθμό.
Χαρακτηριστικά στην από 18-8-1972 επιστολή του προς τον αδελφό του, που προσκομίζεται από τους εναγομένους και την οποία ο ενάγων αναγνωρίζει ως γνήσια, αναφέρει τα εξής: "Εντός των ημερών θα ενοικιάσω γραφείο εις …. και θα ανοίξουμε κανονικές εργασίες, με Parker Calculators και όσο δυνατότητα θα έχουμε να εργασθούμε με προϊόντα.
Είναι το συμφέρον μας να ασχοληθώ με δικές μας business. ... λοιπόν τέρμα. Από δω και μπρος ...". Τη λειτουργία της ανωτέρω αφανούς εταιρείας εξυπηρετούσαν οι ανοιγέντες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στο όνομα του ενάγοντος και του Σ. Φ. υπ' αριθμούς ... κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί, στους οποίους οι πελάτες - έμποροι λιανικής κατέθεταν το τίμημα των εμπορευμάτων που αγόραζαν χονδρικώς από αυτήν.
Η ύπαρξη των κοινών αυτών λογαριασμών υποδηλώνει ότι αμφότεροι οι αδελφοί (Κ. και Σ.) μετείχαν και μάλιστα κατά ίσο ποσοστό (50% ο καθένας) στην ως άνω επιχείρηση, που λειτουργούσε στην πραγματικότητα ως αφανής εταιρεία. Η εταιρεία αυτή ήταν η πλέον κερδοφόρα από τις δύο, στις οποίες μετείχαν οι δύο αδελφοί, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η έδρα της ήταν στο κέντρο της ….
σε πολυσύχναστη οδό. Έτσι κατά το έτος 1985 ο ενάγων αποφάσισε την ανέγερση διώροφης οικοδομής στο Δήμο ….., χρησιμοποιώντας χρήματα που προέρχονταν από τη λειτουργία των ως άνω εταιρειών, την οποία (οικοδομή) αποπεράτωσε σε χρονικό διάστημα ολίγων ετών, ενώ παράλληλα, με χρήματα που προέρχονταν από τις ίδιες ως άνω πηγές, συντηρούσε την οικογένειά του και κάλυπτε τα έξοδα σπουδών των τριών τέκνων του, τόσο στην Ελλάδα (στο Deree College και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών) όσο και στο εξωτερικό (στην Αγγλία, τη Σουηδία και τις ΗΠΑ).
Ακολούθως, το έτος 1991 ο Σ. Φ. προέβη, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαρίας Ιατρού - Νίκα, στην αγορά ενός οικοπέδου επιφάνειας 450 τ.μ. μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας, αποτελούμενης από τέσσερα (4) κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους συνολικής επιφάνειας 119,37 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο Δήμο …..και επί της οδού ....
Το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε στο ποσό των 42.936.519 δραχμών, το οποίο κατέβαλε ο αγοραστής στον πωλητή με χρήματα προερχόμενα από δραχμοποίηση συναλλάγματος από τον τηρούμενο στην Τράπεζα Χίου κοινό, στο όνομα του ιδίου (Σ. Φ.) και του εκκαλούντος, λογαριασμό συναλλάγματος. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. 986/21-6-1999 άδειας οικοδομής, ο Σ.
Φ. προέβη το έτος 1999 στην κατεδάφιση της παλαιάς ισόγειας οικίας που υπήρχε επί του ανωτέρω οικοπέδου και ξεκίνησε την ανέγερση επ' αυτού τριώροφης οικοδομής αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο, δεύτερο όροφο και δώμα, επιφάνειας 115,92 τ.μ., 57,00 τ.μ., 135,00 τ.μ., 135,00 τ.μ. και 26,00 τ.μ., αντίστοιχα, η οποία είχε σχεδόν αποπερατωθεί κατά τον χρόνο του θανάτου του, που συνέβη στις 14-9-2003.
Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω χρόνο δεν είχαν αποπερατωθεί οι κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής και δεν είχε πραγματοποιηθεί η σύνδεση του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου με το δίκτυο της Δ.Ε.Η., κατά τα λοιπά όμως η οικοδομή είχε ολοκληρωθεί, για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ήδη από τον Μάιο του έτους 2003 ο Σ. Φ.
κατοικούσε στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου μαζί με την πρώτη εναγομένη μητέρα του. Για την ανέγερση του ως άνω ακινήτου ο Σ. Φ. χρησιμοποίησε χρήματα που προέρχονταν από τη λειτουργία των δύο εταιρειών (αφανούς και Ε.Π.Ε.), στις οποίες αυτός μετείχε κατά ποσοστό 50%, τα οποία (χρήματα) τμηματικά κατατέθηκαν στον υπ' αριθ. ...
ατομικό λογαριασμό που αυτός διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Η κατάθεση των χρημάτων στον εν λόγω ατομικό λογαριασμό γινόταν από τον ενάγοντα, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών της υπό ανέγερση οικοδομής, με έναν από τους ακόλουθους τρόπους: α) με ανάληψη χρηματικού ποσού από ένα εκ των προαναφερόμενων υπ' αριθμούς ...
κοινών τραπεζικών λογαριασμών και ταυτόχρονη κατάθεση αυτού στον ατομικό λογαριασμό, β) με ηλεκτρονική μεταφορά χρηματικού ποσού από ένα εκ των ανωτέρω κοινών λογαριασμών στον άνω ατομικό λογαριασμό και γ) με παράδοση χρηματικού ποσού από τον ενάγοντα σε βοηθητικά τρίτα πρόσωπα (είτε υπαλλήλους της αφανούς εταιρείας είτε θυρωρούς του κτηρίου στο οποίο αυτή στεγαζόταν), οι οποίοι στη συνέχεια κατέθεταν τα χρήματα, που τους παρέδιδε, στον ατομικό λογαριασμό του Σ.
Φ.. Κατ' εξαίρεση, σε δύο περιπτώσεις, οι οποίες κατωτέρω αναφέρονται με τους αύξοντες αριθμούς 17 και 18, ο ενάγων προέβη σε δραχμοποίηση συναλλάγματος και συγκεκριμένα ποσού 100.000 δολαρίων Η.Π.Α. και 64.000 δολαρίων Η.Π.Α., αντίστοιχα, το δε ποσό που εισέπραξε το παρέδωσε σε μετρητά εις χείρας του Σ. Φ.. Αναλυτικά, οι τμηματικές καταθέσεις που έγιναν στον ατομικό λογαριασμό του Σ.
Φ. με έναν από τους υπό στοιχεία α', β' και γ' προαναφερόμενους τρόπους είναι οι ακόλουθες: 1) Στις 19-5-1999 1.600.000 δρχ., 2) στις 7-6-1999 1.800.000 δρχ., 3) στις 10-6-1999 500.000δρχ., 4) στις 1 8-6-1999 500.000 δρχ., 5) στις 22-6-1999 500.000 δρχ., 6) στις 13-7-1999 1.000.000 δρχ., 7) στις 28-7-1999 400.000 δρχ., 8) στις 29-7-1999 1.000.000 δρχ., 9) στις 6-8-1999 300.000 δρχ., 10) στις 1 1-8-1999 400.000 δρχ., 11) στις 12-8- 1999 1.000.000 δρχ., 12) στις 26-8-1999 1.200.000 δρχ., 13) στις 30-8-1999 1.000.000 δρχ., 14) την 1-9-1 999 300.000 δρχ., 15) στις 17-9-1999 500.000 δρχ., 16) στις 28-9- 1999 200.000 δρχ., 17) στις 2-11-1999 31.509.200 δρχ. (παραδόθηκαν ιδιοχείρως στον Σ.
Φ.), 18) στις 24-11-1999 2.311.360 δρχ. (παραδόθηκαν επίσης ιδιοχείρως στον ίδιο), 19) στις 20-11-2000 500.000 δρχ., 20) στις 24-1 1-2000 1.100.000 δρχ., 21) την 1-12-2000 1.500.000 δρχ., 22) στις 8-12-2000 600.000 δρχ., 23) στις 5-1-2001 500.000 δρχ., 24) στις 17-1-2001 1.100.000 δρχ., 25) στις 24-1-2001 1.000.000 δρχ., 26) στις 2-2-2001 1.000.000 δρχ., 27) στις 9-2-2001 1.500.000, 28) στις 8-3-2001 1.000.000 δρχ., 29) στις 14-3-2001 1.000.000 δρχ., 30) στις 3-4-2001 200.000 δρχ., 31) στις 16-5-2001 1.000.000 δρχ., 32) στις 7-6-2001 400.000 δρχ., 33) στις 26-6-2001 1.750.000 δρχ., 34) στις 29-8-2001 1.000.000 δρχ., 35) στις 13-9-2001 1.200.000 δρχ., 36) στις 26-9-2001 700.000 δρχ., 37) στις 2-10-2001 600.000
δρχ., 38) στις 19-10-2001 400.000 δρχ., 39) στις 23-10-2001 650.000 δρχ., 40) στις 21-12-200 1.400.000 δρχ., 41) στις 27-12-2001 1.300.000 δρχ., ήτοι συνολικά 84.420.560 δραχμές (που ισούνται με 247.749,25 ευρώ) μέχρι το τέλος του έτους 2001, 42) στις 25-1-2002 1.200 ευρώ, 43) στις 28-1-2002 2.640 ευρώ, 44) στις 6-2-2002 1.000 ευρώ, 45) στις 14-2-2002 1.000 ευρώ, 46) στις 22-2-2002 8.800 ευρώ, 47) στις 25-2-2002 2.000 ευρώ, 48) στις 28-2-2002 1.000 ευρώ, 49) στις 21-3-2002 3.200 ευρώ, 50) στις 29-3-2002 3.200 ευρώ, 51) στις 12-4- 2002 2.000 ευρώ, 52) στις 24-4-2002 1.900 ευρώ, 53) στις 29-4-2002 6.800 ευρώ, 54) στις 17-5-2002 1.800 ευρώ, 55) στις 24-5-2002 1.000 ευρώ, 56) στις 19-6-2002 3.300 ευρώ, 57) στις 21-6-2002 1.700 ευρώ, 58) στις 27-6- 2002 2.000 ευρώ, 59) στις 5-7-2002 2.000 ευρώ, 60) στις 10-7-2002 1.000 ευρώ, 61) στις 1 5-7-2002 2.000 ευρώ, 62) στις 23-7-2002 2.500 ευρώ, 63) στις 30-7-2002 700 ευρώ, 64) στις 2-8-2002 1.000 ευρώ, 65) στις 23-8-2002 3.000 ευρώ, 66) στις 3-9-2002 4.000 ευρώ, 67) στις 9-9-2002 2.000 ευρώ, 68) στις 20-9-2002 700 ευρώ, 69) στις 30-9-2002 2.300 ευρώ, 70) στις 8-10-2002 1.600 ευρώ, 71) στις 17-10-2002 1.000 ευρώ, 72) στις 29-10-2002 8.200 ευρώ, 73) στις 20-11-2002 5.700 ευρώ, 74) στις 29-1 1-2002 500 ευρώ, 75) στις 4-12-2002 4.000 ευρώ, 76) στις 9-12-2002 2.800 ευρώ, 77) στις 11-12-2002 600 ευρώ, 78) στις 13-12-2002 2.800 ευρώ, 79) στις 18-12-2002 7.500 ευρώ, 80) στις 20-12-2002 700 ευρώ, 81) στις 24-12-2002 7.000 ευρώ, 82) στις 31-12-2002 4.400 ευρώ, 83) στις 9-1-2003 3.000 ευρώ, 84) στις 14-1-2003 1.000 ευρώ, 85) στις 21-1-2003 3.000 ευρώ, 86) στις 23-1-2003 2.700 ευρώ, 87) στις 11-2-2003 13.200 ευρώ, 88) στις 19-2-2003 2.400 ευρώ, 89) στις 27-2-2003 3.500 ευρώ, 90) στις 4-3-2003 4.000 ευρώ, 91) στις 11-3-2003 2.700 ευρώ, 92) στις 19-3-2003 2.800 ευρώ, 93) στις 21-3-2003 600 ευρώ, 94) στις 28-3-2003 3.000 ευρώ, 95) στις 23-4-2003 3.000 ευρώ, 96) στις 29-4-2003 1.600 ευρώ, 97) στις 5-5-2003 1.000 ευρώ, 98) στις 8-5-2003 4.400 ευρώ, 99) στις 23-5-2003 1.000 ευρώ, 100) στις 10-6-2003 1.500 ευρώ, 101) στις 30-6-2003 4.000 ευρώ, 102) στις 3-7-2003 1.000 ευρώ, 103) στις 4-7-2003 1.700 ευρώ, 104) στις 10-7-2003 5.000 ευρώ, 105) στις 17-7-2003 4.000 ευρώ. 106) στις 18-7-2003 1.115 ευρώ, 107) στις 29-7-2003 4.500 ευρώ, 108) στις 30-7-2003 1.000 ευρώ, 109) την 1-8-2003 2.000 ευρώ, 110) στις 8-9- 2003 3.500 ευρώ και 111) στις 9-9-2003 3.500 ευρώ και συνολικά από 19-5-1999 έως 9-9-2003 446.004,25 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων με χρήματα από τους ανωτέρω κοινούς λογαριασμούς εξόφλησε τις κατωτέρω αναφερόμενες υποχρεώσεις του Σ. Φ., ήτοι α) ένα γραμμάτιο ποσού 4.020 ευρώ, με ημερομηνία λήξης 10-8-2003, έκδοσης του Σ. Φ. και πληρωτέο σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "...", από την οποία ο εκδότης είχε αγοράσει έπιπλα για τις ανάγκες της νεόδμητης οικοδομής του και β) μια συναλλαγματική ποσού 3.574,06 ευρώ, με ημερομηνία λήξης 10-9-2003, την οποία εξέδωσε στις 2-5-2003 η εταιρεία με την επωνυμία "...." πληρωτέα σε διαταγή της ίδιας και αποδέχθηκε αυθημερόν ο Σ.
Φ., ο οποίος είχε αγοράσει από αυτήν είδη υγιεινής και πλακίδια για την ανεγειρόμενη οικοδομή του. Οι ανωτέρω υπ' αριθ. 1 έως 111 τμηματικές καταβολές και η εξόφληση των ως άνω αξιόγραφων έγιναν από τον ενάγοντα όχι, όπως ισχυρίζεται αυτός, δυνάμει συμβάσεως ατόκου δανείου αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε δήθεν μεταξύ αυτού και του Σ.
Φ., στις αρχές Μαΐου του έτους 1999, και το οποίο θα του απέδιδε ο τελευταίος με χρήματα που θα προέρχονταν από την πώληση μιας εκ των οριζόντιων ιδιοκτησιών στην εν λόγω υπό κατασκευή οικοδομή, αλλά αποτελούσαν απόδοση μεριδίου κερδών που αναλογούσαν στον Σ. Φ. από τη λειτουργία των δύο εταιρειών (δηλ. της Ε.Π.Ε.
και της αφανούς), στις οποίες συμμετείχαν οι δύο αδελφοί κατά το αυτό ποσοστό. Το γεγονός ότι ο ενάγων επέλεξε τους συγκεκριμένους τρόπους (ανάληψη από κοινό λογαριασμό και άμεση κατάθεση στον ατομικό λογαριασμό, ηλεκτρονική μεταφορά από κοινό σε ατομικό λογαριασμό, παράδοση μέσω τρίτων προσώπων) για να αποδίδονται στον Σ.
Φ. τα αναλογούντα στο μερίδιό του κέρδη και όχι την απευθείας ανάληψη των ποσών αυτών από τον ίδιο το Σ. Φ., δεν οδηγεί ασφαλώς στο συμπέρασμα ότι αποδεικνύεται πλήρως ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί τμηματικών καταβολών σε εκτέλεση συμβάσεως δανείου που είχε συνάψει με τον ήδη αποβιώσαντα. Και τούτο διότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η εκδοχή, την οποία υποστηρίζουν ο εναγόμενοι, ότι δηλ.
ο ενάγων επέλεξε τους τρόπους αυτούς ώστε να έχει εις χείρας του έγγραφες αποδείξεις για τα αποδοθέντα ποσά, που αντιστοιχούσαν στα κέρδη με βάση το μερίδιό του, με σκοπό την προστασία του από τυχόν μελλοντικές απαιτήσεις του αδελφού του. Παράλληλα ούτε έμμεσα οδηγεί σε απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών η παρατηρούμενη μεγάλη διαφορά μεταξύ των εισοδημάτων που δηλώνονταν από τον ενάγοντα στις ετήσιες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματός του και αυτών που δηλώνονταν από τον αδελφό του Σ….., όπως αυτές προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα (ενδεικτικά:
δήλωση Κ…… για το οικονομικό έτος 2000 [χρήση 1999] 18.277.313 δρχ, δήλωση Σ…… για το ίδιο έτος και χρήση 3.822.439 δρχ), δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι δηλώσεις του ενάγοντος περιελάμβαναν και τα εισοδήματα από την εμπορία στυλογράφων και συναφών ειδών, που ήταν και η πλέον κερδοφόρα, η οποία είχε τυπικά τη μορφή ατομικής επιχειρήσεως, αν και στην πράξη λειτουργούσε ως αφανής εταιρεία, οπότε ο Σ.
Φ. δε θα μπορούσε να δηλώσει προς την οικεία φορολογική αρχή εισοδήματα από μία μη εμφανή εταιρική μορφή. V. Τούτων δοθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του ήδη εκκαλούντος, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με αυτές του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε αλλ' ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τους λόγους της υπό κρίση εφέσεώς του, το δε γεγονός ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, και ορισμένα ξενόγλωσσα έγγραφα, που δεν συνοδεύονταν από επίσημη μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα και μάλιστα επικυρωμένη από αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο, δεν αποτελεί λόγο εξαφανίσεως της εκκαλουμένης, όπως ζητεί ο εκκαλών με τον τελευταίο λόγο της εφέσεώς του, εφόσον και το Δικαστήριο τούτο στην ίδια με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταλήγει κρίση, χωρίς να λάβει υπόψη τα εν λόγω έγγραφα.
Κατ' ακολουθία η υπό κρίση έφεση, η οποία είναι κατά τύπους δεκτή, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, να καταδικαστεί δε ο εκκαλών, εφόσον ηττάται, στα δικαστικά έξοδα που υπεβλήθησαν οι εφεσίβλητοι τόσο για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας όσο και για την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την από 30-9-2008 έφεση κατά της υπ' αρ. 5119/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα-αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων-αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου