Legislator Case Law & Legislation
520/2016 AI generated

520/2016 · 520/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 520/2016
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 520 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 520 / 2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 520/2016

Απόφαση 520 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 520 / 2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ν. του Σ. και 2) Δ. συζ. Α. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικηφόρου Παλαιοδήμου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Θ. του Ν. και 2) Ε. συζ. Μ. Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Βασίλειου Γιαννόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.8.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93ΤΠ/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2014 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2.6.2014 αίτηση τους και τους από 13.11.2014 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Μπιτζούνη ανέγνωσε την από 3.12.2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ερωτόκριτου Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

Σκέφθηκε κατά το νόμο Με την κρινόμενη 11/02.06.2014 αίτηση αναιρέσεως με τους με ιδιαίτερο 149/13.11.2014, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 35/2014 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με το 175/26.8.2011 δικόγραφο αγωγής των δι' αυτής εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων εφέρετο προς διάγνωση αυτοτελής αγωγή επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης της 117/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου κατάσταση λόγω της εξαφάνισης της εκτελεσθείσας τελεσίδικης απόφασης και της αμετάκλητης ακύρωσης των πράξεων εκτέλεσης, στην οποία σωρεύονται και αυτοτελή αιτήματα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η με αριθμό 93ΤΠ/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 165/2.10.2012 έφεση των εναγομένων, η 35/2014 απόφαση του Εφετείου Σύρου, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της:

"Οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας της με ΚΑΕΚ ... και υπό στοιχείο α' οριζόντιας ιδιοκτησίας (οικίας), εμβαδού 151,82 τ.μ. μετά των βοηθητικών κτισμάτων της και ποσοστού συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 500/1000 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί σε 1434,02 τ.μ., μιας διώροφης οικοδομής επί οικοπέδου εμβαδού 2868,04 τ.μ., που βρίσκεται στο ... της περιφέρειας του ... στην ..., η οποία περιήλθε σ' αυτούς με αγορά από τον Σ. Μ., δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος με αριθμό .../8.6.1985 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ε., Ι. Π., και οι εκκαλούντες - εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της με ΚΑΕΚ ... υπό στοιχείο β' οριζόντιας ιδιοκτησίας (οικίας) μετά των βοηθητικών κτισμάτων της της ίδιας ως άνω οικοδομής, εμβαδού 147,10 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας στο όλο ως άνω κοινό οικόπεδο 500/1000 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί σε 1434,02 τ.μ., η οποία περιήλθε σ' αυτούς με αγορά από τον κοινό δικαιοπάροχο, Σ. Μ., δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος .../25.7.1985 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου. Οι ως άνω δύο αυτοτελείς ιδιοκτησίες εμφαίνονται στο προσαρτώμενο στη νόμιμα μεταγραφείσα με αριθμό .../8.6.1985 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Ε., Ι. Π., από Μαΐου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Τ., δυνάμει της οποίας (.../1985 πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών) ο αρχικός αποκλειστικός κύριος της διώροφης οικοδομής και του οικοπέδου της και δικαιοπάροχος των διαδίκων, Σ. Μ., υπήγαγε την οικοδομή αυτή με το οικόπεδό της, επιφανείας 2868,04 τμ σε καθεστώς οριζόντιων ιδιοκτησιών. Με την ίδια αυτή πράξη ... καθορίστηκε μια κοινόχρηστη λωρίδα γης και για τις δύο αυτές ιδιοκτησίες, εμβαδού 177,06 τ.μ.,... για την είσοδο και έξοδο των διαδίκων σε κάθε χωριστή ιδιοκτησία και τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους και των επισκεπτών τους... (και) για την εξασφάλιση της επικοινωνίας κάθε μίας εκ των παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών με την κοινοτική (ήδη δημοτική) οδό που οδηγεί προς ... του οικισμού …, η δημιουργία μιας εδαφικής λωρίδας, εμβαδού 713,06 τ.μ.... εντός της υπόλοιπης ιδιοκτησίας του αρχικού κυρίου (ήδη ιδιοκτησίας Κ., που έχει λάβει ΚΑΕΚ ...) και σε συνέχεια της ως άνω κοινόχρηστης εδαφικής λωρίδας. Με το προαναφερόμενο νόμιμα μεταγραφέν .../8.6.1985 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες απέκτησαν την παραπάνω ιδιοκτησία τους, συστάθηκε πραγματική δουλεία διόδου επί της προαναφερόμενης εδαφικής λωρίδας ... (...επιφανείας 713,06 τμ.) υπέρ των εκάστοτε κυρίων των παραπάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών (α' και β') και σε βάρος της υπόλοιπης ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου τους Σ. Μ., για να εξασφαλιστεί η πρόσβασή τους από το δικό τους τμήμα αποκλειστικής χρήσης προς το δημοτικό δρόμο προς ... και αντίστροφα διαμέσου της κοινόχρηστης λωρίδας, και συνισταμένης στο δικαίωμα του εκάστοτε κυρίου, νομέως ή κατόχου των οριζοντίων τούτων ιδιοκτησιών να χρησιμοποιεί τη δουλεύουσα αυτή λωρίδα για την είσοδο και έξοδο εκ της οριζόντιας ιδιοκτησίας του στην προδιαληφθείσα κοινοτική οδό, είτε πεζή είτε δι' οιουδήποτε μεταφορικού μέσου, η σχετική δε πρόβλεψη επαναλήφθηκε και στο νόμιμα μεταγραφέν με αριθμό .../25.7.1985 συμβόλαιο, με το οποίο οι εκκαλούντες - εναγόμενοι απέκτησαν τη δική τους ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία. Μάλιστα, στο ανωτέρω συμβόλαιο (.../25.7.1985) γίνεται μνεία περί της δυνατότητας του εκάστοτε κυρίου της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας να διέρχεται αποκλειστικά από την ως άνω εδαφική λωρίδα. Έτσι, η είσοδος στις προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες των διαδίκων γίνεται από τη δημοτική οδό ... και στη συνέχεια μέσω της εδαφικής λωρίδας, επί της οποίας συστάθηκε η ως άνω δουλεία διόδου, η οποία καταλήγει στην προαναφερόμενη κοινόχρηστη εδαφική λωρίδα, εντός του κοινού οικοπέδου τους, που οδηγεί σε κάθε οριζόντια ιδιοκτησία. Με την από 30.5.1987 αγωγή τους οι εδώ εκκαλούντες - εναγόμενοι, που απευθυνόταν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου κατά των εδώ εφεσιβλήτων - εναγόντων, ζήτησαν να αναγνωρισθεί : α) το υφιστάμενο υπέρ της ιδιοκτησίας τους, δικαίωμα αποκλειστικής δουλείας διόδου στη δουλεύουσα αυτή εδαφική λωρίδα, β) η ακυρότητα της συσταθείσας με το με αριθμό .../1985 συμβόλαιο δουλείας διόδου υπέρ της οριζόντιας ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων - εναγόντων ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις του άρθρου 100 παρ. 1 του ΝΔ 8/1973 του ΓΟΚ και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να άρουν την προσβολή της δουλείας των εδώ εκκαλούντων - εναγομένων (δηλαδή να σταματήσουν να διέρχονται από την ως άνω εδαφική λωρίδα επί της οποίας είχε συσταθεί δουλεία διόδου) και να την παραλείπουν στο μέλλον και επικουρικά ισχυρίστηκαν ότι ασκείται καταχρηστικά από τους εφεσίβλητους - ενάγοντες η πραγματική αυτή δουλεία διόδου και ζήτησαν την κατάργησή της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 24/1989 μη οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε με οριστική διάταξή της η αγωγή κατά την κύρια βάση της ως αόριστη ... και στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 160/1992 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τους και ως προς την επικουρική της βάση που στηριζόταν στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της δουλείας διόδου εκ μέρους των εφεσιβλήτων - εναγόντων ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά των αποφάσεων αυτών, οι εδώ εκκαλούντες - εναγόμενοι άσκησαν την από 30.11.1993 έφεσή τους, το δε Εφετείο Αιγαίου με την με αριθμό 82/1995 απόφασή του, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε αόριστη την αγωγή κατά την κύρια βάση της και κατά την επικουρική της βάση ως ουσιαστικά αβάσιμη και την απέρριψε. Κατά της προαναφερθείσας τελεσίδικης απόφασης οι εδώ εκκαλούντες - εναγόμενοι άσκησαν την από 9.7.1995 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1170/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προαναφερόμενη 82/1995 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου στο σύνολο της και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Η υπόθεση αυτή επαναφέρθηκε και συζητήθηκε στο παρόν Δικαστήριο και ... επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 117/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση και αφού εξαφανίστηκαν οι εκκαλούμενες αποφάσεις του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε την από 30.5.1987 αγωγή των εδώ εκκαλούντων - εναγομένων ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι τελευταίοι (εδώ εκκαλούντες - εναγόμενοι) έχουν δικαίωμα αποκλειστικής πραγματικής δουλείας διόδου στην ανωτέρω εδαφική λουρίδα υπέρ της αναφερόμενης ιδιοκτησίας τους εις βάρος της περιγραφόμενης εδαφικής λωρίδας, κηρύσσοντας συγχρόνως άκυρη τη συμβολαιογραφικώς συσταθείσα πραγματική δουλεία διόδου επί της προαναφερόμενης εδαφικής λωρίδας υπέρ της οριζόντιας ιδιοκτησίας των εδώ εφεσιβλήτων - εναγόντων και της ιδιοκτησίας τους, απαγορεύθηκε δε στους τελευταίους να διέρχονται από την παραπάνω εδαφική λωρίδα (δουλεία διόδου) και υποχρεώθηκαν αυτοί να παραλείπουν στο μέλλον κάθε μελλοντική προσβολή του ως άνω δικαιώματος δουλείας διόδου των εδώ εκκαλούντων - εναγομένων. Μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης (117/2005), οι εδώ εκκαλούντες - εναγόμενοι προέβησαν σε αναγκαστική εκτέλεσή της, με την από 24.6.2005 επιταγή προς εκτέλεση, που δεν συντάχθηκε, όμως, επί αντιγράφου εξ απογράφου, αλλά σε απλό αντίγραφο της εκτελούμενης απόφασης (117/2005), και στην με αριθμό 709/12.7.2005 έκθεση αποβολής δικαιώματος δουλείας διόδου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Νάξου, Γ. Β., δυνάμει της οποίας, παρά το ότι το διατακτικό της εκτελούμενης απόφασης δεν έκανε λόγο για αποβολή των εδώ εφεσιβλήτων - εναγόντων, αλλά για υποχρέωσή τους να παραλείπουν να διέρχονται από την επίδικη εδαφική λωρίδα και να προσβάλλουν στο μέλλον το δικαίωμα δουλείας διόδου των εδώ εκκαλούντων - εναγομένων (η τήρηση της οποίας εξασφαλίζεται με τα μέσα της έμμεσης εκτέλεσης του άρθρου 947 Κ.Πολ.Δ. και όχι με άμεση εκτέλεση, κατ' άρθρο 943 Κ.Πολ.Δ.) απέβαλαν τους εδώ εφεσιβλήτους - ενάγοντες από την επίδικη εδαφική λωρίδα, στην οποία είχε συσταθεί δουλεία διόδου, τοποθετώντας δύο λουκέτα στην ευρισκόμενη στην είσοδό της εξώπορτα, και απομάκρυναν το σταθμευμένο στην απόληξη της επίδικης εδαφικής λωρίδας και εντός της κοινόχρηστης ως άνω εδαφικής λωρίδας, με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εφεσιβλήτου - ενάγοντος, το οποίο ο ως άνω δικαστικός επιμελητής παρέδωσε προς φύλαξη στο μεσεγγυούχο Ι. Β.. Κατά των προαναφερόμενων πράξεων εκτέλεσης οι εδώ εφεσίβλητοι - ενάγοντες άσκησαν την από 24.7.2005 ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και αυτές ακυρώθηκαν με την με αριθμό 76/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την αιτιολογία ότι οι εναγόμενοι συνέταξαν επιταγή προς εκτέλεση επί απλού αντιγράφου της εκτελούμενης απόφασης και όχι επί αντιγράφου εξ απογράφου και ότι αρμόζων τρόπος αναγκαστικής εκτέλεσης της ως άνω αξίωσης των εναγομένων είναι η έμμεση εκτέλεση του άρθρου 947 Κ.Πολ.Δ. (δηλαδή η απειλή και απαγγελία χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε βεβαιωθείσα παράβαση της διατασσόμενης υποχρέωσης). Η ως άνω απόφαση (76/2006 ) κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 78/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεση των εδώ εκκαλούντων - εναγομένων κατ' αυτής, και την παραίτηση των τελευταίων από το δικόγραφο της από 8.9.2009 αίτησης αναίρεσης που άσκησαν κατ' αυτής (βλ. την από 3.12.2010 δήλωση παραίτησης των ως άνω αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 6.12.2010 και επιδόθηκε στους ενάγοντες στις 6.12.2010), με αποτέλεσμα την αμετάκλητη πλέον ακύρωση της παραπάνω αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των εδώ εφεσιβλήτων - εναγόντων (άρθρο 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Εν τω μεταξύ και η εκτελεσθείσα με αριθμό 117/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, αναιρέθηκε στο σύνολο της, μετά από άσκηση της από 16.5.2005 αναίρεσης από τους εδώ εφεσίβλητους - ενάγοντες, με την με αριθμό 1630/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, και παραπέμφθηκε εκ νέου η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο (παρόν) Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Η υπόθεση αυτή επαναφέρθηκε και συζητήθηκε στο παρόν Δικαστήριο και ... επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 181/2008 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε και ουσιαστικά δεκτή η έφεση και αφού εξαφανίστηκαν οι εκκαλούμενες αποφάσεις του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (24/1989 και 160/1992), δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την από 30.5.1987 αγωγή των εδώ εκκαλούντων - εναγομένων, ως ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική της βάση. Η ως άνω δε τελεσίδικη απόφαση (181/2008) κατέστη αμετάκλητη μετά και την έκδοση της υπ' αριθμ. 511/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την από 30.6.2008 αίτηση αναίρεσης και τους από 9.10.2009 πρόσθετους λόγους, που άσκησαν ενώπιον του Αρείου Πάγου οι εδώ εκκαλούντες - εναγόμενοι κατά της υπ αριθμ. 181/2008 απόφασης του δικαστηρίου τούτου. Με την ίδια δε απόφαση (511/2011) του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της με αριθμό 117/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, που άσκησαν οι εδώ εφεσίβλητοι - ενάγοντες και εκεί αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του Αρείου Πάγου..., δεδομένου ότι η αιτούμενη με τις προτάσεις τους επαναφορά των πραγμάτων δεν αφορούσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που ήταν η με αριθμό 181/2008 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, αλλά την εκτελεσθείσα που ήταν η με αριθμό 117/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Επομένως, η ήδη εκτελεσθείσα με αριθμό 117/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου εξαφανίστηκε (άρθρο 940 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ενώ με την ήδη αμετάκλητη με αριθμό 181/2008 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου κρίθηκε με δεσμευτική για τους διαδίκους δύναμη δεδικασμένου (άρθρα 322, 325 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, ότι οι εδώ εφεσίβλητοι - ενάγοντες έχουν αποκτήσει με τη συμβολαιογραφικώς νομίμως και εγκύρως συσταθείσα δουλεία διόδου, δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ της ιδιοκτησίας τους, μέσω της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ότι η επίμαχη δουλεία διόδου του δεσπόζοντος ακινήτου τους, δεν είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στον ΓΟΚ, ότι η δουλεία αυτή διόδου δεν έχει αποσβεσθεί και ότι η άσκηση του δικαιώματος των εδώ εφεσιβλήτων - εναγόντων διέλευσής τους από αυτή (επί της οποίας έχουν συσταθεί υπέρ των ιδιοκτησιών των διαδίκων οι παραπάνω δουλείες διόδου) για την είσοδο στην οικία τους, δεν συνιστά κατ' άρθρο 281 ΑΚ κατάχρηση δικαιώματος, που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος από τους εφεσίβλητους - ενάγοντες δεν γίνεται με τρόπο που δημιουργεί αφόρητη κατάσταση για τους εδώ εκκαλούντες - εναγομένους.

Συνεπώς, εφόσον η εκτελεσθείσα με αριθμό 117/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου εξαφανίστηκε, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες δικαιούνται, όπως ήδη αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να ζητήσουν σύμφωνα με το άρθρο 940 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, ώστε να ασκούν πλέον ανεμπόδιστα το αναγνωριζόμενο με δύναμη δεδικασμένου δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου τους, διαμέσου της επίδικης εδαφικής λωρίδας, απορριπτόμενων των λόγων έφεσης των εκκαλούντων- εναγομένων : α) ότι με την με αριθμό 511/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου αποκλείστηκε η άσκηση της ένδικης αξίωσης των εφεσιβλήτων - εναγόντων για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, ο οποίος είναι αβάσιμος, καθώς με την προαναφερόμενη απόφαση το υποβαλλόμενο από τους εφεσιβλήτους - ενάγοντες και ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, λόγω μη συντρεχουσών των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με συνέπεια η ως άνω αξίωση των εφεσίβλητων - εναγόντων να μπορεί να ασκηθεί με αυτοτελή αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (βλ. και Νικολόπουλο σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, άρθρο 914 αρ. 11), β) ότι η επίμαχη δουλεία διόδου είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις του ΓΟΚ, ότι έχει αποσβεσθεί η δουλεία αυτή διόδου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1136 και 1138 του ΑΚ, και ότι η αξίωση των εφεσιβλήτων -εναγόντων να διέρχονται από την επίδικη εδαφική λωρίδα αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού το ακίνητο τους έχει πρόσβαση σε δημοτική-κοινόχρηστη οδό, ο οποίος είναι αβάσιμος, καθώς αφενός μεν προσκρούει στο δεδικασμένο (άρθρα 321, 322, 324, 325, 330, 332 Κ.Πολ.Δ.), που απορρέει από την με αριθμό 181/2008 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία επί των ίδιων ισχυρισμών δέχθηκε τα αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, στα πλαίσια της διαγνωστικής εξέτασης των σχετικών ισχυρισμών και της ύπαρξης ή μη του κυρίου ουσιαστικού δικαιώματος και αφετέρου αλυσιτελώς προβάλλονται στα πλαίσια της ένδικης δίκης εφόσον δεν εμπίπτουν οι εμπεριεχόμενοι στους λόγους αυτούς της έφεσης ισχυρισμοί στα πλαίσια της εν προκειμένω αποτελούσης αντικείμενο της δίκης διαφοράς, η οποία απορρέει από την αμετάκλητη εξαφάνιση της απόφασης που εκτελέστηκε και την απόρριψη εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες στη νομική σκέψη αιτιολογίες, ενστάσεις που τείνουν στη διάγνωση της ανυπαρξίας του ουσιαστικού δικαιώματος, αποκλείονται, εφόσον θεμέλιο της επαναφοράς είναι η εξαφάνιση ή η μεταρρύθμιση της δικαστικής απόφασης, η οποία απετέλεσε τον εκτελεστόν τίτλο της χωρήσασας εκτέλεσης και η (για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους) απόρριψη της αγωγής και όχι η τελειωτική διάγνωση της ανυπαρξίας του δικαιώματος του νικήσαντος διαδίκου, δηλαδή η επαναφορά δεν προϋποθέτει την ανυπαρξία του δικαιώματος, το οποίο με την εκτέλεση περιήλθε στον νικήσαντα και μεταγενεστέρως ηττηθέντα διάδικο, αφού ο νόμος στην περίπτωση του άρθρου 940 Κ.Πολ.Δ., θέτει ως προϋπόθεση την εξαφάνιση της απόφασης που εκτελέστηκε και την απόρριψη εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, γ) ότι το δικαίωμα οιονεί νομής των εφεσιβλήτων - εναγόντων έχει υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή, ο οποίος είναι αβάσιμος, καθώς αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με σκοπό των ακώλυτη άσκηση του περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος της πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου των εφεσιβλήτων - εναγόντων και όχι η προστασία της οιονεί νομής τους, δ) ότι η αξίωση των εφεσιβλήτων - εναγόντων προσκρούει στο δεδικασμένο, που απορρέει από την με αριθμό 4112/1994 απόφαση του Εφετείου Αθηνών..., ο οποίος είναι αβάσιμος, καθώς οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες, που δεν ήταν διάδικοι στην δίκη αυτή, δεν καταλαμβάνονται από τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου, που απορρέει από την απόφαση αυτή (άρθρο 325 Κ.Πολ.Δ.), η οποία, άλλωστε, είχε ως αντικείμενο τη διάγνωση διαφορετικής έννομης σχέσης από την επίδικη, που δεν επηρεάζει το δικαίωμα των εναγόντων, ε) ότι με τη με αριθμό 1170/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου και την 117/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, κρίθηκε ότι μόνο οι εκκαλούντες - εναγόμενοι έχουν αποκλειστικό δικαίωμα διέλευσης και χρήσης της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ο οποίος είναι αβάσιμος, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, με την πρώτη απόφαση (1170/2002) αναιρέθηκε η με αριθμό 82/1995 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, χωρίς να διαληφθεί σ' αυτή οποιαδήποτε κρίση για την επίδικη έννομη σχέση, ενώ η δεύτερη απόφαση (117/2005) έχει ήδη εξαφανιστεί μετά την ευδοκίμηση της κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Ενόψει των παραπάνω πρέπει να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης της ήδη εξαφανισθείσας με αριθμό 117/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου κατάστασης με τον πλέον πρόσφορο τρόπο, ώστε να καταστεί δυνατή η διέλευση και χρήση των εφεσιβλήτων - εναγόντων από την επίδικη εδαφική λωρίδα και η ακώλυτη άσκηση του δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου τους, ενόψει του ότι οι εκκαλούντες - εναγόμενοι εξακολουθούν μέχρι σήμερα να το αμφισβητούν και να το προσβάλλουν. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, προϋπόθεση επιδίκασης αποζημίωσης και συνακόλουθα χρηματικής ικανοποίησης για μη περιουσιακή ζημία στην περίπτωση εξαφάνισης τελεσίδικης απόφασης που εκτελέστηκε είναι να βρίσκεται ο επισπεύδων σε δόλο αποκλειστικά ως προς την ανυπαρξία του ουσιαστικού του δικαιώματος και όχι ως προς το κύρος ή την ακυρότητα της εκτελεστικής διαδικασίας, δηλαδή να επιχειρεί εκτέλεση εν γνώσει του ότι δεν έχει απαίτηση. Αντίθετα, στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης μετά από άσκηση ανακοπής, προϋπόθεση της επιδίκασης αποζημίωσης (και χρηματικής ικανοποίησης) είναι η συνδρομή των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης κατά τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ, δηλαδή υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά, έστω και από αμέλεια, η οποία αναφέρεται στην επέλευση της ζημίας από την παράνομη πράξη της εκτέλεσης και όχι στη γνώση της ανυπαρξίας του δικαιώματος. Στην προκείμενη περίπτωση οι εκκαλούντες - εναγόμενοι προέβησαν σε αναγκαστική εκτέλεση της μετέπειτα εξαφανισθείσας με αριθμό 117/2005 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι έχουν δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου (αποκλειστικής διέλευσης και χρήσης) υπέρ της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, κηρύχθηκε άκυρη η συσταθείσα υπέρ της ιδιοκτησίας των εναγόντων πραγματική δουλεία επί της ίδιας εδαφικής λωρίδας και υποχρεώθηκαν αυτοί να παραλείπουν στο μέλλον κάθε μελλοντική προσβολή του ως άνω δικαιώματος δουλείας των εκκαλούντων - εναγομένων, αφού απαγορεύτηκε σ' αυτούς να διέρχονται από την επίδικη εδαφική λωρίδα. Οι εκκαλούντες- εναγόμενοι προχωρώντας σε αναγκαστική εκτέλεση της παραπάνω απόφασης δεν τελούσαν σε δόλο ως προς την ανυπαρξία του ουσιαστικού δικαιώματος τους, που αναγνωρίστηκε μάλιστα με την ως άνω απόφαση, αφού αποκλείστηκε το αντίστοιχο δικαίωμα των εφεσιβλήτων - εναγόντων, ύστερα από (έστω και εσφαλμένη) συνεκτίμηση του πραγματικού υλικού, που εισέφεραν στη δίκη οι διάδικοι, και προς ικανοποίηση του οποίου επέσπευσαν την αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να προκύπτει, περαιτέρω, ότι ενήργησαν στην ανωτέρω δίκη κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας αποσιωπώντας αθέμιτα πραγματικά περιστατικά. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 940 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης υπέρ των εφεσιβλήτων - εναγόντων και σε βάρος των εκκαλούντων - εναγομένων, παρά την εξαφάνιση της εκτελεσθείσας τελεσίδικης απόφασης, αφού οι τελευταίοι δεν ενήργησαν με δόλο ως προς την ανυπαρξία της ουσιαστικής τους απαίτησης, η οποία είχε αναγνωριστεί τελεσίδικα. Αντίθετα, στην προκείμενη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης υπέρ των εφεσιβλήτων - εναγόντων και σε βάρος των εκκαλούντων - εναγομένων κατά τις διατάξεις των άρθρων 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., 914, 919 και 932 ΑΚ. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η από 24.6.2005 επιταγή των εκκαλούντων - εναγομένων και η με αριθμό 709/12.7.2005 έκθεση αποβολής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Νάξου, Γ. Β., με την οποία αποβλήθηκαν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες από την επίδικη εδαφική λωρίδα, τοποθετήθηκαν λουκέτα στην εξώπορτα, που βρίσκεται στην αρχή της επίδικης εδαφικής λωρίδας, και απομακρύνθηκε το αυτοκίνητο του πρώτου εφεσιβλήτου - ενάγοντος από την απόληξή της, ακυρώθηκαν αμετάκλητα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες - εναγόμενοι γνώριζαν τόσο ότι οι προαναφερόμενες πράξεις εκτέλεσης ήταν παράνομες όσο και ότι αυτές προκαλούν, εκτός από περιουσιακή, και μη περιουσιακή ζημία στους εφεσιβλήτους - ενάγοντες, αφού τους αποστέρησαν τη δυνατότητα να εισέρχονται στην οικία τους από την κύρια είσοδο της, όπως είχε προβλεφθεί τόσο στο συμβόλαιο σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών όσο και στο συμβόλαιο πώλησης, με το οποίο απέκτησαν το ακίνητο τους. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, ο πρώτος των οποίων, που είναι σύζυγος της δεύτερης, συνέταξε ως δικηγόρος την επιταγή προς εκτέλεση, γνώριζαν ότι αυτή συντάχθηκε επί αντιγράφου της υπ' αριθμ. 117/2005 απόφασης και όχι επί αντιγράφου από εκτελεστό απόγραφο αυτής (τούτο προκύπτει ευχερώς από την επισκόπηση του σώματός της), η οποία δεν είχε περιβληθεί τον εκτελεστήριο τύπο, κατ' άρθρο 918 Κ.Πολ.Δ., καθώς άλλωστε δεν απειλούσε ποινές για την παράβαση της υποχρέωσης των εφεσιβλήτων - εναγόντων να μην διέρχονται από την επίδικη εδαφική λωρίδα. Περαιτέρω, ενώ το διατακτικό της εκτελούμενης με αριθμό 117/2005 απόφασης ήταν σαφές και δεν έκανε λόγο - ούτε μπορούσε, άλλωστε, λόγω της φύσης του ουσιαστικού δικαιώματος των εκκαλούντων - εναγομένων και της εκτελούμενης αξίωσής τους - για αποβολή των εφεσιβλήτων - εναγόντων από την επίδικη εδαφική λωρίδα, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι με την ως άνω επιταγή προς εκτέλεση ζήτησαν την αποβολή τους από αυτή, δίνοντας και σχετική εντολή προς τούτο στο δικαστικό επιμελητή, που τους απέβαλε, κατ' άρθρο 943 Κ.Πολ.Δ., τοποθετώντας λουκέτα στην εξώπορτα και απομακρύνοντας το αυτοκίνητό τους. Ωστόσο, η αναγκαστική εκτέλεση της αξίωσης των εκκαλούντων - εναγομένων να παραλείπουν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες την προσβολή του δικαιώματος δουλείας τους έπρεπε να γίνει με τη διαδικασία του άρθρου 947 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή, εφόσον τα μέσα έμμεσης εκτέλεσης της δεν απειλήθηκαν με την ίδια απόφαση, να απαγγελθούν αυτά από το μονομελές πρωτοδικείο, το οποίο και ήταν αρμόδιο να βεβαιώσει την ενδεχόμενη παράβαση του διατακτικού της από τους εφεσιβλήτους -ενάγοντες και να τους καταδικάσει στη συνέχεια στη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση. Κατά συνέπεια, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι προχώρησαν εν γνώσει τους σε επίσπευση άκυρης για τους παραπάνω λόγους αναγκαστικής εκτέλεσης, οι πράξεις της οποίας άλλωστε ακυρώθηκαν αμετάκλητα για τους ίδιους λόγους, με αποτέλεσμα να αποστερήσουν τους εφεσίβλητους - ενάγοντες από τη δυνατότητα εισόδου στο ακίνητό τους από την προβλεπόμενη προς τούτο είσοδο και εξαναγκάζοντάς τους, μέχρι και την 9.10.2012, που εκτελέστηκε η κηρυχθείσα προσωρινώς εκτελεστή σχετική διάταξη της εκκαλούμενης απόφασης, να χρησιμοποιούν για την είσοδο στην οικία τους, την οποία επισκέπτονται τους καλοκαιρινούς μήνες, ένα στενό ιδιωτικό δρόμο, που οδηγεί στην πίσω πλευρά του τμήματος αποκλειστικής χρήσης του ακινήτου τους, που υπάρχει μία βοηθητική είσοδος. Συγκεκριμένα, για την πρόσβαση στο ακίνητο τους από το 2005 και εφεξής οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες χρησιμοποιούν έναν περιτοιχισμένο με ξερολιθιά ιδιωτικό δρομίσκο (ιδιοκτησίας Α. Κ.), μήκους 40 μ. και πλάτους 3 μ. περίπου, που αρχίζει από τη συμβολή του άξονα της ασφαλτοστρωμένης οδού ... και καταλήγει αδιέξοδα έμπροσθεν και σε επαφή με την αυλόπορτα της ιδιοκτησίας Π.-Σ. και την παραπλεύρως ευρισκόμενη αυλόπορτα της ιδιοκτησίας τους, πλάτους 1,90 μ. (οι αυλόπορτες είναι σε σχήμα ορθής γωνίας), από την οποία, λόγω του πλάτους αυτής και του δρομίσκου και της γωνίας που σχηματίζεται, είναι αδύνατο να διέλθει επιβατηγό αυτοκίνητο. Επιπροσθέτως, από την ως άνω αυλόπορτα ξεκινά τσιμεντένιος διάδρομος, που δεν βρίσκεται σε ευθεία γραμμή, μήκους 50 μέτρων και πλάτους 60 εκατοστών, επί του οποίου βρίσκονται κυρτοί κορμοί δέντρων και κλαδιά σε ύψος 1,15 μ. περίπου. Λόγω της παραπάνω πραγματικής κατάστασης ήταν αδύνατη από το χρόνο της αποβολής των εφεσιβλήτων - εναγόντων μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, η προσέγγιση στην οικία τους με αυτοκίνητο, το οποίο αναγκαστικά στάθμευε στην απόληξη του ιδιωτικού δρομίσκου πλησίον της αυλόπορτας, με την περαιτέρω δυσκολία να πραγματοποιεί ελιγμό για αναστροφή της πορείας του, και αυτοί αναγκαστικά εισέρχονταν στην οικία τους πεζή, διανύοντας απόσταση 50 και πλέον μέτρων, με όλες τις δυσκολίες που αυτό συνεπάγεται για τη μεταφορά πραγμάτων, τροφίμων, μικρών παιδιών κλπ. Πέραν των ανωτέρω, ακόμη και μετά την εξαφάνιση της εκτελεσθείσας 117/2005 απόφασης με την 1630/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου και την αμετάκλητη ακύρωση των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης με την 76ΕΙΔ/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και την 78/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, αλλά και τη δικαίωση των εφεσιβλήτων - εναγόντων με τη με αριθμό 181/2008 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (που έκρινε όμοια για τη δυσχερή προσπέλαση των εφεσιβλήτων - εναγόντων από την ως άνω βοηθητική είσοδο της ιδιοκτησίας τους, η οποία σημειωτέον προϋπήρχε και δεν επακολούθησε της συσταθείσας ως άνω συμβολαιογραφικώς δουλείας διόδου), που στη συνέχεια έγινε αμετάκλητη με την με αριθμό 511/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι συνέχισαν να μην επιτρέπουν στους εφεσιβλήτους - ενάγοντες να διέρχονται από την επίδικη εδαφική λωρίδα, συμπεριφορά που προφανώς αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, δεν συνάδει με την επιβαλλόμενη κοινωνική συμπεριφορά με βάση τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, και έγινε με προφανή σκοπό (πρόθεση) να ζημιωθούν οι τελευταίοι, ώστε να αποστερηθούν τη δυνατότητα άνετης εισόδου στην οικία τους από την κεντρική και προβλεπόμενη προς τούτο είσοδο της μέσω της επίδικης εδαφικής λωρίδας, την αποκλειστική χρήση της οποίας αξιώνουν οι εκκαλούντες - εναγόμενοι μέχρι σήμερα, δεδομένου ότι έχουν καταθέσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, την από 19.10.2012 ανακοπή, ζητώντας την ακύρωση της εκτέλεσης που έγινε δυνάμει της διάταξης της εκκαλουμένης απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσωρινά εκτελεστής διάταξης της εκκαλουμένης απόφασης. Χαρακτηριστική του δόλου και της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς των εκκαλούντων - εναγομένων είναι ότι ακόμη και μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 511/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αναίρεση τους κατά της υπ' αριθμ. 181/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, η οποία έλυσε με δύναμη δεδικασμένου τη μεταξύ των διαδίκων διαφορά για τη χρήση της επίδικης δουλείας διόδου, αρνήθηκαν να επιτρέψουν στους εφεσίβλητους - ενάγοντες να κάνουν χρήση της επίδικης εδαφικής λωρίδας - που άλλωστε δεν ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτούς - και να τους παραδώσουν τα κλειδιά των λουκέτων, που τοποθέτησαν στην εξώπορτά της, παρά το ότι οχλήθηκαν προς τούτο με την από 14.7.2011 εξώδικη δήλωσή τους, επικαλούμενοι προς απόκρουσή της, όσα αβάσιμα ισχυρίζονται και προς απόκρουση της κρινόμενης αγωγής (βλ. την από 19.7.2011 εξώδικη απάντηση τους), αναγκάζοντας τους εφεσίβλητους - ενάγοντες να ασκήσουν την κρινόμενη αγωγή και να ζητήσουν για μία ακόμη φορά δικαστική προστασία, αφού ήδη είχαν προηγηθεί δύο αποτυχημένες απόπειρές τους να ζητήσουν την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αιτήσεις προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, με τις 942ΑΜ/2007 και 871ΑΜ/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Από τις ως άνω παράνομες και άκυρες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης των εκκαλούντων - εναγομένων και υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες, που ενδεικνύουν την ένταση του δόλου τους και θεμελιώνουν το πραγματικό τόσο της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ όσο και αυτής του άρθρου 919 ΑΚ, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες υπέστησαν μη περιουσιακή ζημία και συγκεκριμένα ηθική βλάβη, καθώς αδυνατούσαν επί αρκετό χρονικό διάστημα να εισέλθουν ανεμπόδιστα στην οικία τους από την κεντρική της είσοδο και να κάνουν άνετη χρήση αυτής, αναγκαζόμενοι να την προσεγγίζουν πεζή υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες και από τη βοηθητική της είσοδο, αλλά και επειδή στενοχωρήθηκαν και ταλαιπωρήθηκαν σωματικά και ψυχικά από τη σε βάρος τους άκυρη αναγκαστική εκτέλεση, η οποία τους στέρησε το δικαίωμα ακώλυτης χρήσης της παραθεριστικής τους οικίας. Συντρέχουν λοιπόν οι προϋποθέσεις για την επιδίκαση σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των εκκαλούντων - εναγομένων, αφού α) υπάρχει παράνομη πράξη τους και συγκεκριμένα η επίσπευση άκυρων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, που οφείλεται σε πταίσμα και ειδικότερα σε δόλο των εκκαλούντων - εναγομένων, επιπροσθέτως δε αυτές έγιναν με πρόθεση για να ζημιωθούν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ακόμη και μετά την αμετάκλητη ακύρωση τους και την εξαφάνιση του εκτελεστού τίτλου, που φερόταν ότι τις στήριζε, β) επήλθε μη περιουσιακή ζημία (ηθική βλάβη) στους εφεσίβλητους - ενάγοντες και είναι προφανής η αιτιώδης συνάφεια που υπάρχει μεταξύ της παράνομης και άκυρης επίσπευσης της αναγκαστικής εκτέλεσης και της διατήρησης του αποκλεισμού των εφεσιβλήτων - εναγόντων από την επίδικη δουλεία διόδου ακόμη και μετά τη δικαστική τους δικαίωση και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες από αυτή και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας και αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς τους για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από αυτήν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες. Περαιτέρω οι εκκαλούντες με σχετικό λόγο έφεσης ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από το με αριθμό 22/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου και την με αριθμό ΑΒΜ/ΑΔο6/26/22.3.2006 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου, δυνάμει των οποίων κρίθηκε η ανυπαρξία δόλου εκ μέρους τους για την εκτέλεση της με αριθμό 117/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, που δεσμεύει την πολιτική δίκη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το δεδικασμένο που παράγεται από την ποινική δίκη δεν καθιερώνουν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη και δεν είναι ως εκ τούτου δεσμευτικό στην πολιτική δίκη. Λαμβανομένων δε υπόψη των περιστατικών που αποδείχθηκαν, του είδους της προσβολής, του μεγέθους της βλάβης των εφεσιβλήτων - εναγόντων, του βαθμού πταίσματος των εκκαλούντων - εναγομένων, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών (ο πρώτος εφεσίβλητος - ενάγων είναι δικαστικός επιμελητής με αξιόλογα εισοδήματα, η δεύτερη εφεσίβλητη - ενάγουσα δεν εργάζεται, ο πρώτος εκκαλών - εναγόμενος είναι δικηγόρος με αξιόλογα εισοδήματα και η δεύτερη εκκαλούσα εναγομένη δεν εργάζεται, απασχολούμενη βοηθητικά στο δικηγορικό γραφείο του συζύγου της, ενώ όλοι οι διάδικοι διαθέτουν αξιόλογη και σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία, στην οποία συγκαταλέγονται και οι σημαντικής οικονομικής αξίας οριζόντιες ως άνω ιδιοκτησίες τους) και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που πρέπει να επιδικαστεί στους εφεσιβλήτους - ενάγοντες, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εκκαλούντων - εναγομένων, ανέρχεται στο ποσό των 5.000 € για καθένα από αυτούς ως προς το ύψος της οποίας δεν υφίσταται λόγος έφεσης. Περαιτέρω οι εκκαλούντες για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσής τους με σχετικό λόγο έφεσης προτείνουν την ένσταση παραγραφής της αξίωσης περί αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία. Ο λόγος αυτός, που παραδεκτά προτείνεται το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ 3 και 269 παρ. 2 στοιχ. γ' του Κ.Πολ.Δ., διότι αποδεικνύεται από έγγραφα και υφίσταται δικαστική ομολογία των αντιδίκων - εφεσιβλήτων με την ένδικη αγωγή, ως προς τους χρόνους εκτέλεσης και έκδοσης των σχετικών αποφάσεων (269 Κ.Πολ.Δ.), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον η επιδίωξη της αξίωσης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, παρέχεται στον καθού η εκτέλεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., μετά την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνεπώς απ αυτόν το χρόνο αρχίζει και η παραγραφή (251 ΑΚ) και στην προκείμενη περίπτωση οι παραπάνω πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των εφεσιβλήτων - εναγόντων, ακυρώθηκαν, μετά από άσκηση ανακοπής, κατά τα προαναφερόμενα, με την με αριθμό 76/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 78/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεση των εδώ εκκαλούντων - εναγομένων κατ' αυτής, και την από 3.12.2010 δήλωση παραίτησης των τελευταίων από το δικόγραφο της από 8.9.2009 αίτησης αναίρεσης που άσκησαν κατ' αυτής, ενώ η ένδικη αυτοτελής αγωγή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία (άρθρο 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) κατατέθηκε στις 26.8.20011 και επιδόθηκε στους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες στις 5.11.2011, οπότε από το χρόνο έναρξης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, της παραγραφής της ένδικης αξίωσης, που άρχισε με την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας που προβλέπεται για την παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες - εναγόμενοι με την ένδικη αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης και την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτών (αναίρεσης και προσθέτων λόγων) λόγοι.

1) Ειδικότερα, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν εξαφανιστεί ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δηλαδή στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε, και αποζημίωση για τις ζημιές που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου 940 του Κ.Πολ.Δ., αν ακυρωθεί η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημιές που επήλθαν από την εκτέλεση αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του ΑΚ. Δηλαδή στην τελευταία αυτή διάταξη δεν έχει οριστεί ρητά και δικαίωμα του καθ' ού η εκτέλεση να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, όχι όμως γιατί ο νομοθέτης θέλησε να το αποκλείσει αλλά γιατί το θεώρησε αυτονόητο. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή παρέχεται το δικαίωμα τούτο. Όταν δε υπάρχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ, το δικαστήριο μπορεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ, να επιδικάσει και εύλογη χρηματική αποζημίωση, κατά την κρίση του, για ηθική βλάβη, την οποία υπέστη ο καθ' ού η εκτέλεση από την αδικαιολόγητη εκτέλεση. Περαιτέρω, η απόφαση, η οποία απορρίπτει την αίτηση παροχή έννομης προστασίας για λόγους ουσιαστικούς παράγει δεδικασμένο (322, 324 Κ.Πολ.Δ.) και συνεπώς η απόφαση του πρώτου δικαστηρίου δεσμεύει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αξίωσης αποζημίωσης ως προς την ανυπαρξία του δικαιώματος και την εξαφάνιση του εκτελεστού τίτλου. Με βάση τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο έκρινε βάσιμη εν μέρει και κατ' ουσίαν την ένδικη από 26.8.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, ακολούθως δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση, με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 940 παρ 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. και 914, 919 και 932 ΑΚ που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθώς και εκείνες των άρθρων 904, 300, 279, 280, 1136, 1138 και 1140 ΑΚ, που επίσης επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τις οποίες ορθά δε εφάρμοσε, εφόσον υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο όσον αφορά την παραδοχή εν μέρει της αγωγής όσο και όσον αφορά την απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών των ήδη αναιρεσειόντων - εναγομένων.

Συνεπώς οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, από τον αριθμό 19, τέταρτος και πρώτος πρόσθετος από τον αριθμό 1 και πέμπτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους από τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζοντας τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

2)Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ή και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του και πέμπτο, λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη όσα διαλαμβάνονται στους εν λόγω (δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του και πέμπτο) λόγους της αίτησης αναίρεσης. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι επικαλούμενοι με αυτούς ισχυρισμοί, δε συνιστούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια. Επιπροσθέτως οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναφέροντας ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους "περί ευθύνης του οργάνου της εκτέλεσης δικαστικού επιμελητή (αφού) από παραδρομή ή λάθος του δεν επιδόθηκε στους αντιδίκους το αντίγραφο εξ απογράφου, αλλά αντίγραφο εφ' απλού αντιγράφου της υπ' αριθμ. 117/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου". Το Εφετείο αντιμετώπισε τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, και συνεπώς οι προαναφερθέντες λόγοι αναίρεσης, πρώτος, και δεύτερος πρόσθετος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους από τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζοντας τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

3)Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι λήφθηκαν υπόψη και "όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά, που νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι", καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο έλαβε υπόψη του και τα πιο κάτω έγγραφα, ήτοι : α) το 22/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου και την ΑΒΜ/ΑΔΟ6/26/22.3.2006 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου, δια των οποίων κρίθηκε η ανυπαρξία δόλου εκ μέρους τους για την εκτέλεση της 117/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, β) αντίγραφο εξ απογράφου της 117/2005 απόφασης για την αποβολή των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγόντων και την απομάκρυνση του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου τους μάρκας εργοστασίου ..., το οποίο ήταν σε ακινησία, γ) της ... και .../2005 εκθέσεις επίδοσης του άνω αντιγράφου εξ απογράφου στους ήδη αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες και τις εκθέσεις επίδοσης ... και .../27.6.2005 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Κ. και δ) τις αποφάσεις 505/1993, 1170/2002 και 511/2011 του ΑΠ, 117/2005 του Εφετείου Αιγαίου και 942ΑΜ/2007, 871ΑΜ/2009 και 46/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, εκ των οποίων μάλιστα τα υπό στοιχείο (α), όπως και τις αποφάσεις 1170/2002 και 511/2011 του ΑΠ, 117/2005 του Εφετείου Αιγαίου και 942 ΑΜ/2007 και 871 ΑΜ/2009 Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ρητά μνημονεύει αλλά και σχολιάζει, ενώ - μετ' εκτίμηση του περιεχομένου των υπό στοιχείο (β), κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναφέρει, ότι η "από 24.6.2005 επιταγή προς εκτέλεση συντάχθηκε (όχι) επί αντιγράφου εξ αντιγράφου αλλά σε απλό αντίγραφο της εκτελούμενης (117/2005)...", και συνεπώς οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναίρεσης, δεύτερος και δεύτερος πρόσθετος, κατά το δεύτερο μέρος τους, και τρίτος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι αυτής λόγοι, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ. (Κ.Πολ.Δ. 183). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 11/04.06.2014 αίτηση με τους με ιδιαίτερο, 149/13.11.2014, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 35/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ