520/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 520 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated520/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 520 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 520 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Έκτακτοι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη δήθεν εποχιακών, αλλά στην πραγματικότητα παγίων αναγκών. Παρά την ακυρότητα των συμβάσεων και την έλλειψη δυνατότητας μετατροπής αυτών σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, για την εργασία που έχει πράγματι παρασχεθεί οφείλεται η νόμιμη αμοιβή, κατ' εφαρμογή άρθρου 7 παρ.2 του π.δ. 164/2004 σε συνδυασμό με ΑΚ 904. Αναιρεί.
Αριθμός 520/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 17η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ράπτη.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αιτωλικού", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Αιτωλικό και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αιτωλικού. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 9/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 79/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-11-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 4-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 3188β/21-6-2011 έκθεση επιδόσεως του ..., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
2. Στο άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται "Κανένας δεν μπορεί να διορισθεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου". Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 (έναρξη ισχύος από 18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, στα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων (...), είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. (...) Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου". Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004, το οποίο εκδόθηκε για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και του οποίου οι διατάξεις άρχισαν να ισχύουν από την 19-7-2004, ορίζεται "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών" [παρ. 1]. "Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης" [παρ. 2]. "Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών" (...) [παρ. 4]. Με το άρθρο 6 παρ.1 του π.δ. 164/2004 ορίζεται "Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας". Τέλος, με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, ως συνέπεια για την παραβίαση των ως άνω, ορίζεται "Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη" [παρ. 1]. "Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. (...) Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο" [παρ. 2]. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής και εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, για την οποία δεν πρόκειται στην παρούσα δικαστική διένεξη. Η εν λόγω απαγόρευση, όμως, του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως μίας ενιαίας σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι διαφορετικό ζήτημα από την αναγνώριση του δικαιώματος του εργαζομένου, που έχει απασχοληθεί πραγματικά σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, επί των νομίμων αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε εάν η σύμβαση ήταν έγκυρη και οι οποίες σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ.α' του π.δ. 164/2004 οφείλονται σ' αυτόν ως απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο εργοδότης αποφεύγοντας να απασχολήσει με έγκυρη σύμβαση, για την ίδια εργασία, έτερο πρόσωπο με τα ίδια προσόντα (ΑΚ 904).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, το οποίο δίκασε κατόπιν εφέσεως κατά της 9/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αιτωλικού, με την προσβαλλομένη απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) στην υπό κρίση, από 28-11-2007 αγωγή (ημερομηνία καταθέσεως), είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ήδη αναιρεσίβλητο) με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από 16-5-2001 έως 16-1-2002, για να απασχοληθεί ως εργάτης στην υπηρεσία καθαριότητας και ύδρευσης, αντί των νομίμων αποδοχών, υπό το πρόσχημα ότι θα καλύπτει εποχιακές ανάγκες. Ότι μετά τη λήξη της, η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε κατ' επανάληψη και με μικρές ενδιάμεσες διακοπές μέχρι την 6-4-2006. Ότι στη συνέχεια, με την 670/2006 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να αποδέχεται και μετά τη λήξη της τελευταίας ανανέωσης της συμβάσεως την εργασία του ενάγοντος. Ότι σε εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, ο ενάγων απασχολήθηκε από το Σεπτέμβριο 2006 έως το Μάιο 2007, χωρίς, όμως, ο εναγόμενος να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές. Ότι με την εργασία του ο ενάγων στην πραγματικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου, για την εξυπηρέτηση των οποίων δεν επαρκούσε το μόνιμο προσωπικό αυτού. Ότι παρά ταύτα, οι συμβάσεις αυτές δεν ήταν δυνατό να χαρακτηρισθούν ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, διότι είχαν συναφθεί κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων και, ως εκ τούτου, ήσαν άκυρες. Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση, έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αμοιβή για την εργασία, την οποία είχε προσφέρει μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης ορισμένου χρόνου και, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Με την κρίση αυτή το δικαστήριο της ουσίας, αν και ορθώς δέχθηκε ότι οι αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν μπορούσαν νομίμως να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ.α' του π.δ. 164/2004, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία ο αναιρεσείων επικαλείτο με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, διότι αρνήθηκε σ' αυτόν το δικαίωμα να λάβει τις νόμιμες αποδοχές για την εργασία που είχε προσφέρει, παρά το γεγονός ότι η παροχή της εργασίας αυτής είχε συντελεσθεί και ανεξάρτητα από το περιστατικό ότι αυτό συνέβη σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, της οποίας τη λειτουργία υποχρεώθηκε προσωρινώς να ανεχθεί ο αναιρεσίβλητος με δικαστική απόφαση. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 παρ.2 του π.δ. 410/1995 "περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", που ορίζει ότι "Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ δήμων και κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως τα πενήντα στα εκατό των κατωτάτων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων", πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 79/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στον αναιρεσείοντα εξακόσια (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 13η Μαρτίου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 27η Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ