Legislator Case Law & Legislation
520/2011 AI generated

520/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 520/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 520 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 520/2011

Legislator headnote

AI generated

520/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 520 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 520/2011

Keywords

AI generated
road traffic violation emergency abrupt braking violation of acceleration principle motor vehicle accident reckless speeding offence excessive speed
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 520 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 520/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6651/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1665/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 16/7/2002 αίτησή του. επί της οποίας εκδόθηκε η 1381/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1665/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 859/2007 μη οριστική και 1425/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/10/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 8/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα 7783Β/11-3-2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Καβάλας Α. Κ.-Σ. αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την 22-1-2010 και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε νόμιμα από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω νέα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τοι οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Συνεπως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παράγραφος 3 του Ν 2094/1992 (ΚΟΚ), ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, "οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας (Ρ-1 μέχρι Ρ-72) τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας (STOP). 1. Η πινακίδα αυτή που τοποθετείται πριν από κόμβο σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει. 2. Η αυτή πινακίδα που τοποθετείται σε άλλα σημεία πλην κόμβου, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος στη θέση της πινακίδας και μη εκ νέου εκκίνηση μέχρις ότου βεβαιωθεί ο οδηγός του ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο". Κατά το άρθρο 6 παράγραφος 1δ του ίδιου νόμου δε "οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο πάνω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο. δ) απλό ή διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής το οποίο αναβοσβήνει (αναλάμπον): ο οδηγός υποχρεούται να ανακόπτει ταχύτητα, να προχωρεί με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς και στα οχήματα. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά τη διάταξη δε του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/2004). Στη συγκεκριμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 27 Οκτωβρίου 1996 και περί την 04.20 πρωϊνή ώρα ο ενάγων οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητό του έβαινε επί της οδού Δαγκλή της πόλεως της Καβάλας, με κατεύθυνση προς την διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό Ερυθρού Σταυρού. Στη διασταύρωση των οδών Δαγκλή και Ερυθρού Σταυρού και στο ρεύμα της πορείας του ενάγοντος υπήρχε ρυθμιστική της κυκλοφορίας, πινακίδα Π-2 (STOP) φωτεινός σηματοδότης, ο οποίος όμως λόγω του προχωρημένου της ώρας, είχε πορτοκαλί φως που αναβόσβηνε συνεχώς. Ο ενάγων πλησιάζοντας στο ύψος της παραπάνω διασταυρώσεως, ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του 50 εκατοστά περίπου πίσω από τη νοητή γραμμή που ενώνει τα πεζοδρόμια της οδού Δαγκλή, προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφορία των αυτοκινήτων επί της οδού Δαγκλή, ώστε μετά την απελευθέρωση του οδοστρώματος από τα κυκλοφορούντα σε αυτό αυτοκίνητα, να επιχειρήσει ακίνδυνα την διάσχισή της και να κατευθυνθεί προς τα αριστερά. Την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος (Κ. Γ.) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητό του με ρυμουλκό το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία *Interlife ΑΕΓΑ*, που όπως προαναφέρθηκε δεν τυγχάνει διάδικος στην παρούσα δίκη, κινούνταν επί της οδού Ερυθρού Σταυρού με κατεύθυνση προς την Ξάνθη, με υπερβολική, για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα και από την δεξιά πλευρά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του ενάγοντος. Ο ενάγων αντιλήφθηκε την κίνηση του αυτοκινήτου του εναγομένου με το ρυμουλκό, λίγο μετά την εκκίνησή του, από το προαναφερόμενο σημείο, που ήταν ακινητοποιημένος. Εξαιτίας του ότι σε εκείνο το οδικό σημείο (και επί της οδού Ερυθρού Σταυρού) υπήρχαν πολλά *σαμαράκια* αλλά και γιατί ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου (πρώτος εναγόμενος) υπέθεσε λανθασμένα ότι το επιβατικό αυτοκίνητο του ενάγοντος (... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο), δεν θα ακινητοποιηθεί επί της διασταυρώσεως και ότι θα συνεχίσει την, επί ευθείας, πορεία του, προέβη σε ελαφρά τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του, στρίβοντας ταυτόχρονα το τιμόνι του αυτοκινήτου του προς τα αριστερά. Οι χειρισμοί του όμως αυτοί είχαν ως άμεσο επακόλουθο την εκτίναξη, της ρυμούλκας προς τα δεξιά και την με ιδιαίτερη σφοδρότητα πρόσκρουση του πίσω δεξιού τροχού της στο μπροστινό τμήμα του αυτοκινήτου του ενάγοντος, το οποίο (αυτοκίνητο του ενάγοντος) αφού παρασύρθηκε βίαια προς τα δεξιά, σφηνώθηκε με την δεξιά του πλευρά επί του από δεξιά του ευρισκομένου σηματοδότη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο η καρότσα του φορτηγού όσο και το ρυμουλκούμενο ήταν άδεια, το γεγονός δε αυτό περιέκλειε επί πλέον κινδύνους κατά την οδήγηση, αφού ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη κάθε τροχοπέδηση και ιδιαίτερα δυσχερής κάθε αποφευκτική ενέργεια με μια ταχύτητα που υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα. Αν το αυτοκίνητο του ενάγοντος δεν είχε σταματήσει στο σημείο που προαναφέρθηκε, αλλά μέσα στην οδό Ερυθρού Σταυρού θα είχαν συμβεί τα εξής: α) θα είχε συγκρουσθεί το αυτοκίνητο του εναγομένου όχι με το πίσω μέρος της καρότσας αλλά με το μπροστινό τμήμα του φορτηγού και πιθανότατα θα είχε καταπλακωθεί από αυτό το αυτοκίνητο του ενάγοντος, β) θα είχε συγκρουσθεί το αυτοκίνητο του ενάγοντος με την κολώνα σε σημείο κοντά στο πίσω μέρος του (και όχι στο ύψος της πόρτας του οδηγού, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση), καθώς η απόστασή του από την κολώνα πριν από την σύγκρουση, θα ήταν μεγαλύτερη. Περαιτέρω, από την παροχή των διασαφήσεων των σχετικών με την παρούσα υπόθεση, που δόθηκαν από τους διαδίκους Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... του Νομού Πέλλας και του Θ. Τ. του Α., δικηγόρου και κατοίκου ..., στις ερωτήσεις των δικαστών του παρόντος δικαστηρίου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ 859/2007 μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου και την υπ' αριθμ 1381/2004 οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, προέκυψε ότι ο εναγόμενος ήταν απέναντι από το ξενοδοχείο *Ωκεανίς* ενώ ο ίδιος ήταν ακινητοποιημένος. Ο εναγόμενος έτρεχε με 60-70 χιλιόμετρα την ώρα. Έστριψε το τιμόνι και παλαντζάρισε. Το ατύχημα έγινε μέσα στη διασταύρωση. Ο ενάγων δέχθηκε χτύπημα από την πίσω ρόδα του ρυμουλκούμενου. Με βάση λοιπόν τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του κρινόμενου τροχαίου περιστατικού τυγχάνει ο πρώτος εναγόμενος, καθόσον από αμέλειά του οδηγούσε το ανωτέρω φορτηγό αυτοκίνητο (με ρυμουλκούμενο), το μήκος του οποίου ανέρχονταν σε επτά (7) μέτρα, με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα (ενόψει του κατοικημένου της περιοχής και της ανωμαλίας του οδοστρώματος), την οποία και δεν ρύθμισε κατάλληλα την στιγμή που πλησίαζε στην διασταύρωση (επί της οποίας δεν λειτουργούσαν οι φωτεινοί σηματοδότες παρά μόνο το κίτρινο αναλάμπον φως που αναβόσβηνε). Επί πλέον παρόλο που γνώριζε ότι τόσο η καρότσα του φορτηγού, όσο και το ρυμουλκούμενο ήταν άδειο και παρόλο που επίσης γνώριζε την προαναφερθείσα ανωμαλία του οδοστρώματος (και το από τις αιτίες αυτές ενδεχόμενο της εκτροπής και της παρεκλίσεως του ρυμουλκούμενου σε περίπτωση τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του) αυτός παρέβλεψε τον ως άνω κίνδυνο και έτσι οδηγώντας χωρίς σύνεση και προσοχή το παραπάνω αυτοκίνητο, επιχείρησε τροχοπέδηση αυτού (αφενός μεν για να διέλθει με ελαττωμένη ταχύτητα τα *σαμαράκια* που υπήρχαν στο οδόστρωμα και αφετέρου γιατί πίστεψε λανθασμένα, ότι ο ενάγων θα συνεχίσει την επί ευθείας πορεία του μέσα στη διασταύρωση), με συνέπεια το επίδικο τροχαίο ατύχημα, να καταστεί αναπόφευκτο. Τον ενάγοντα, οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου του δεν βαρύνει καμία υπαιτιότητα, γιατί η θέση που ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των κυκλοφορούντων επί της οδού Ερυθρού Σταυρού αυτοκινήτων ήταν η απόλυτα ενδεδειγμένη, δηλαδή 50 εκατοστά πίσω από τα δύο πεζοδρόμια της οδού Ερυθρού Σταυρού και ούτε είχε την δυνατότητα αφενός μεν να φανταστεί ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου (πρώτος εναγόμενος) θα τροχοπεδήσει αναίτια το αυτοκίνητό του, αλλά ούτε και να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για την αποφυγή της προσκρούσεως της ρυμούλκας του φορτηγού επί του δικού του αυτοκινήτου". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως ότι αποκλειστικά υπαίτιος για τη σύγκρουση ήταν αυτός (ενάγων), εξαφάνισε αυτή και ακολούθως δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε εν μέρει αυτή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο αρχικά δέχεται ότι ο ενάγων, που είχε στην πορεία του πινακίδα Ρ-2(STOP) και σηματοδότη με αναλάμπον κίτρινο φως, πλησιάζοντας στο ύψος της διασταύρωσης των οδών Δαγκλή και Ερυθρού Σταυρού ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του 50 εκατοστά περίπου πίσω από τη νοητή γραμμή που ενώνει τα πεζοδρόμια των οδών, προκειμένου να ελέγξει την κυκλοφορία των αυτοκινήτων επί της οδού Δαγκλή (ενώ ο ίδιος εκινείτο επί της οδού αυτής κατά τις παραδοχές), στη συνέχεια δεν προσδιορίζει αν πραγματοποίησε τον ανωτέρω έλεγχο (επί της οδού Ερυθρού Σταυρού εφόσον η σηματοδότηση επέβαλλε τον έλεγχο αυτό) και αν οι συνθήκες επέτρεπαν σ' αυτόν να συνεχίσει την πορεία του και να εισέλθει στη διασταύρωση, στη συνέχεια δέχεται ότι ήταν σε κίνηση και αντιλήφθηκε το φορτηγό λίγο μετά την εκκίνησή του. Επίσης δεν προσδιορίζει από πόση απόσταση τον αντιλήφθηκε ο εναγόμενος-αναιρεσείων, αν μπορούσε να τον αποφύγει και ποιος ήταν ο ενδεδειγμένος ελιγμός, το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων επί της διασταύρωσης (αποστάσεις από τα πεζοδρόμια), ενώ η παραδοχή ότι το φορτηγό αυτοκίνητο του εναγομένου είχε πορεία από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του βρίσκεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι συγκρουσθείσα επιφάνεια του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος εναγομένου (ρυμουλκούμενο) είναι η πίσω δεξιά πλευρά, ενώ σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας έπρεπε να είναι η αριστερή πλευρά του. όπως βρίσκεται σε αντίφαση με την πορεία του οχήματος του ενάγοντος και η παραδοχή ότι το αυτοκίνητο του ενάγοντος είχε κτυπηθεί στο ύψος της πόρτας του οδηγού, αλλά και με την παραδοχή ότι αυτό παρασύρθηκε βίαια προς τα δεξιά. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η εξέταση του άλλου λόγου αυτής.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή, και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1425/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν που προηγουμένως, δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011 .

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6-4-2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ