520/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Β. 1) Ψ8, κατοίκου ..., 2) Ψ9, κατοίκου ..., 3) Ψ10 και 4) Ψ11, κατοίκων ... Δήμου ..., για τον εαυτό τους ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους ... και ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τζεμπελίκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated520/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Full text
Απόφαση 520 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 520/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραϊσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ7, κατοίκων ... του Δήμου ..., 7) Ψ7, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Β. 1) Ψ8, κατοίκου ..., 2) Ψ9, κατοίκου ..., 3) Ψ10 και 4) Ψ11, κατοίκων ... Δήμου ..., για τον εαυτό τους ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους ... και ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τζεμπελίκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Γ. Ψ12, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο,
Δ. 1) Ψ13, κατοίκου ..., 2) Ψ14, κατοίκου ... και 3) Ψ13 και Ψ14, για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους ... και ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τζεμπελίκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-6-2004, 21-9-2004, 3-11-2004 και 25-1-2005 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 292/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 520/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Ιουνίου 2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 910/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω αίτηση καθόσον ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα κατά το μέρος που στρέφεται κατά των υπό στοιχεία Α1,2,3,,4,5,6,7 και Γ1 των αναιρεσιβλήτων και ανέβαλλε την συζήτηση αυτής κατά τα λοιπά, ήτοι καθόσον ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα κατά το μέρος που στρέφεται κατά των υπό στοιχεία Β1,2,3,4 και Δ1,2 και 3 των αναιρεσιβλήτων όσο και καθόσον ασκήθηκε από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, για να συνταχθεί έκθεση σχετικά με το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αναιρέσεως καθόσον ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα κατά το μέρος που στρέφεται κατά των αμέσως άνω αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 8/11/2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Παναγιώτη Παρτσιλίβα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την από 4/12/2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 7/6/2006 αιτήσεως της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε.". κατά το μέρος που αφορά τους υπό στοιχεία Β1,2,3,4 και Δ1,2 και 3 αναιρεσιβλήτους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. - Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως με αριθμούς: ..., ..., ..., ..., ..., ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηλείας ..., ... και ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αμαλιάδας ..., ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηλείας ... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της από 18-7-2007 κλήσης με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος ως προς το οποίο αναβλήθηκε με την 910/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου με την κάτω από την κλήση αυτή πράξη ορισμού της δικασίμου για τις 21-3-2008 και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτής κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους: Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6, Ψ7 και Ψ8. Όμως, αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου Πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 Παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ενώ δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 25/2004). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Τέλος, κατά τα άρθρα 12 παράγραφος 1, 19 παράγραφος 3 και 20 παράγραφος 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων, μέσα σε κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σημείωση, οι δε οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με αναπηρίες (ΑμεΑ) και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια.
Επίσης, κάθε οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιβάλλεται δε να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται, επίσης, να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Πάντως, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι το τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο θανατώθηκε ο πεζός ΑΑ, έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "... Την 29.8.2003 και περί ώρα 21.35', ο πρώτος εναγόμενος, Χ, (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο για σωματικές βλάβες σε βάρος τρίτων στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Ένωση - Ασφάλειαι ΜΙΝΕΤΤΑ" (πρώτη αναιρεσείουσα), κινούμενος μ' αυτό επί της εθνικής οδού ...-... με κατεύθυνση προς ... . Στο ύψος της παραπάνω οδού, όπου αυτή διασταυρώνεται με την οδό, που οδηγεί προς το κέντρο του δημοτικού διαμερίσματος ...
του Δήμου ..., παρέσυρε βίαια στο οδόστρωμα τον πεζό ΑΑ, ηλικίας 49 ετών, ο οποίος διέσχιζε τούτο (οδόστρωμα) λοξά και από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του ως άνω αυτοκινήτου του. Έτσι, ο τελευταίος τραυματίστηκε, καθόσον υπέστη βαρείες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και κακώσεις σπονδύλων, από τις οποίες, ως μόνης ο ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του.
Στο σημείο του ατυχήματος το πλάτος του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού ανέρχεται σε 6,50 μέτρα, χωριζόμενο στο μέσο του με διπλή διαχωριστική γραμμή, εκατέρωθεν δε αυτής υφίσταται πεζοδρόμιο, πλάτους 80 εκατοστών. Επίσης, στο ως άνω σημείο της οδού υπάρχει τοποθετημένη πινακίδα με την ένδειξη Π-17, σημαίνουσα αρχή κατοικημένης περιοχής.
Το παραπάνω ατύχημα, οφείλεται τόσο σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού, όσο και σε υπαιτιότητα του πεζού. Κι αυτό, γιατί ο μεν οδηγός δεν κατέβαλε στη συγκεκριμένη περίπτωση την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, καθόσον α) δεν οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημα του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, παρότι εμποδιζόταν η ορατότητά του, λόγω του σκότους, δεδομένου ότι ο τεχνητός φωτισμός ήταν ανεπαρκής και β) εκινείτο με ταχύτητα γύρω στα 65-70 χιλιόμετρα την ώρα, χωρίς να λάβει υπόψη του την προαναφερθείσα πινακίδα και τις συνθήκες της οδού (σκοτάδι, συχνή διέλευση οχημάτων - πεζών, ύπαρξη καταστημάτων και οικιών), που επέβαλαν τη μείωση της τουλάχιστον σε 50 χιλιόμετρα την ώρα.
Η αμελής αυτή συμπεριφορά του, που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των όρθρων 12 παράγραφος 1, 19 παράγραφος 3 και 20 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, είχε ως συνέπεια να μην μπορέσει να αποφύγει την πτώση του επί του ως άνω πεζού, αλλά να τον παρασύρει με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του και να τον τραυματίσει, όπως προαναφέρθηκε, θανάσιμα.
Ενώ, αντιθέτως, εάν αυτός (πρώτος εναγόμενος) α) οδηγούσε το ανωτέρω όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, θα αντιλαμβανόταν την κίνηση του πεζού από απόσταση τουλάχιστον 50 μέτρων και όχι από απόσταση 15 μέτρων που καθυστερημένα τον αντιλήφθηκε και δεν μπόρεσε να αντιδράσει καθόλου και β) εκινείτο με ταχύτητα μέχρι 50 χιλιόμετρα την ώρα, θα μπορούσε να τον αποφύγει, ακινητοποιώντας το εν λόγω όχημά του με πέδηση ή με κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, δοθέντος ότι ο τελευταίος (πεζός) είχε διανύσει ολόκληρο το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού προς ...
και μισό περίπου από το ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., ήτοι απόσταση 4,85 μέτρων περίπου από το αριστερό άκρο της παραπάνω οδού, σε σχέση με την πορεία του ως άνω αυτοκινήτου του. Μετά το ατύχημα λήφθηκε δείγμα αίματος από τον ως άνω οδηγό και στάλθηκε προς εξέταση, από την οποία ανιχνεύθηκε στο αίμα του αυτό ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης σε ποσοστό 0,30 g/l αίματος, το οποίο ναι μεν είναι μικρό, οπωσδήποτε όμως εξασθένιζε λίγο κι αυτό την προσοχή του περί την οδήγηση, η οποία, κατά τ' ανωτέρω, δεν ήταν, όσο έπρεπε, τεταμένη.
Ο δε πεζός ευθύνεται για το ατύχημα αυτό, γιατί επιχείρησε να διασχίσει λοξά το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού, σε σημείο όπου δεν υπάρχει διάβαση πεζών, τελώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθόσον βρέθηκε σε δείγμα αίματός του ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης σε ποσοστό 0,50 g/l αίματος, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια και ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κίνηση των οχημάτων και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της οδού και συγκεκριμένα του παραπάνω αυτοκινήτου και χωρίς να λάβει υπόψη του ότι επικρατούσε σκοτάδι και υπήρχε συχνή κίνηση οχημάτων, παραβιάζοντας έτσι με την αμελή αυτή συμπεριφορά του τη διάταξη του άρθρου 38 παράγραφος 4ε' του ΚΟΚ.
Σημειώνεται και ότι ο ανωτέρω πεζός έπασχε από χρόνια ψυχωτική διαταραχή και από αλκοολισμό, τα οποία νοσήματα, σε συνδυασμό με το ως άνω οινόπνευμα, δικαιολογούν και την ανεξέλεγκτη κάθοδό του στο οδόστρωμα, καθώς και τη λοξή διέλευσή του μέσω αυτού. Η υπαιτιότητα για τον καθένα τους ανέρχεται σε ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα, λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω πράξεων και παραλείψεών τους, κατά μερική παραδοχή, ως κατ' ουσίαν βάσιμου, της ενστάσεως συνυπαιτιότητας που προτάθηκε πρωτοδίκως από τους εναγομένους για τον παραπάνω πεζό και επαναφέρεται με λόγο έφεσης (άρθρα 300 ΑΚ, 6 Ν ΓΠΝ/1911), συνιστάμενης στα πραγματικά εκείνα περιστατικά που συνθέτουν την ανωτέρω αμέλεια του τελευταίου και στην παραβίαση από την πλευρά του της μνησθείσας διατάξεως του άρθρου 38 παράγραφος 4ε' του ΚΟΚ ...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους των εφέσεων αναφορικά με την υπαιτιότητα του θανατωθέντος και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (δευτέρου αναιρεσείοντος). Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 15.9.2005 έφεση των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων Ψ13 και Ψ14 και απέρριψε αυτή κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων.
Επίσης, απέρριψε την από 17.10.2005 έφεση, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους εκκαλούντες - αναιρεσιβλήτους Ψ9, Ψ10 και Ψ13 και δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση που ασκήθηκε από τους λοιπούς εκκαλούντες αναιρεσιβλήτους. Έτσι, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων - εναγομένων να καταβάλουν νομιμοτόκως στους ως άνω αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θανατωθέντος πεζού και της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του ως άνω οδηγού και της επελθούσας ζημίας πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Ειδικότερα στην απόφαση εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος οδηγού του αυτοκινήτου και θεμελιώνουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου προσδιορίζεται η απόσταση από την οποία ο ως άνω οδηγός μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση του πεζού, καθώς και οι ενέργειες στις οποίες ο πρώτος όφειλε και μπορούσε να προβεί για να αποφύγει την παράσυρση του πεζού, η ταχύτητα με την οποία έβαινε το αυτοκίνητο και εκείνη με την οποία όφειλε και μπορούσε να κινείται για να αποφύγει το ατύχημα και η επίδραση στην υπαίτια οδηγική συμπεριφορά του οδηγού της ποσότητας αλκοόλης που βρέθηκε στο σώμα του, οι δε περαιτέρω προβαλλόμενες με την αίτηση αναίρεσης ελλείψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αφορούν στην πληρέστερη ανάλυση του σαφώς διατυπώμενου πορίσματος και στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ο δε δεύτερος κατά ένα μέρος και απαράδεκτος.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 932 εδ. γ' ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς διότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει κατά τρόπο δεσμευτικό τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, κρίνεται αναγκαστικά από τις επιδράσεις των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά τη σαφή όμως έννοια της ανωτέρω διατάξεως, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, αδιαφόρως αν συζούσαν με αυτόν ή διέμεναν χωριστά. Η επιδίκαση, όμως, της ως άνω χρηματικής ικανοποιήσεως, στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως (Ολ.
ΑΠ 21/2000). Στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνεται και η "εν διαστάσει σύζυγος" κατά το χρόνο θανατώσεως αυτού, διότι η διάσταση των συζύγων κατά το χρόνο θανατώσεως του ενός από αυτούς δεν καταλύει τυπικά την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας κατά την έννοια της ΑΚ 932. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, αν αυτή υπέστη πράγματι ή όχι ψυχική οδύνη από τη θανάτωση του συζύγου της.
Τούτο κρίνεται, κατά περίπτωση, βάσει των προσκομιζομένων αποδείξεων. Θα ληφθούν υπόψη τα αίτια της διαστάσεως, η διάρκειά της και η τυχόν έναρξη ή μη της διαδικασίας διαζυγίου.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται το Εφετείο διότι τάχα με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 932 εδ. 3 ΑΚ, ότι περιλαμβάνεται στην οικογένεια του θανατωθέντος η αναιρεσίβλητη σύζυγός του Ψ8, παρότι βρισκόταν με αυτή σε διάσταση και εκκρεμούσε μεταξύ τους αγωγή διαζυγίου. Όμως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, η ως άνω αναιρεσίβλητη περιλαμβάνεται στην οικογένεια του θανατωθέντος και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙV.- Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και, συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.
Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ της συνταγματικής διατάξεως που προστατεύει κάποιο δικαίωμα και της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίσουν.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν πέτυχε σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίαση της κατά το άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στους αναιρεσιβλήτου χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Ο πιο πάνω λόγος, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-6-2006 αίτηση για αναίρεση της 520/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών : α) στο σύνολό της κατά το μέρος που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα Χ και β) καθόσον ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ" κατά το μέρος που στρέφεται κατά των υπό στοιχ. Β1,2,3,4 και Δ1,2 και 3 αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ