520/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 520 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 520/2007
Legislator headnote
AI generated520/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 520 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 520/2007
Full text
Απόφαση 520 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 520/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο, ο οποίος δήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσείων παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς την 2η αναιρεσίβλητη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "AIG GREECE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-6-2002 και 17-7-2002 αγωγές των ήδη 1ου αναιρεσίβλητου και αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 308/2003 μη οριστική, 247/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2005 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Μαρτίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 17 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, εφ΄ όσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία να βλάπτει τον αναιρεσείοντα. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος αυτής κατά το οποίο απευθύνεται κατά της ομοδίκου του αναιρεσείοντος ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "AIG GREECE", υπέρ της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν περιέχει διάταξη που να βλάπτει τον αναιρεσείοντα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 24/1997). Ο αναιρεσείων, πρέπει λόγω της ήττας του, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης αυτής (άρθρ. 176 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ΄ αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις συνθήκες του αναφερόμενου σ΄ αυτήν αυτοκινητικού ατυχήματος (σύγκρουση αυτοκινήτων) και την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων σ΄ αυτήν οχημάτων: [Στις 12-9-2001 και περί ώρα 22.30 ο ενάγων-εναγόμενος Ψ1 οδηγούσε το ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, στην επαρχιακή οδό ..... , με κατεύθυνση προς ...... Την ίδια ώρα, στην ίδια οδό και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς .... κινούνταν το ...... ΔΧΕ αυτοκίνητο ταξί, ιδιοκτησίας του ενάγοντος-εναγομένου Χ1 που ήταν ασφαλισμένo στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος. Όταν τα δύο οχήματα έφθασαν στο 2ο χιλιόμετρο της οδού αυτής, όπου η ανωτέρω οδός έχει πλάτος 6,50 μ., χωρίς διαχωριστική γραμμή και υπάρχει απότομη καμπύλη, ο ενάγων Χ1, ο οποίος κινούνταν στο δεξιό τμήμα της οδού αυτής, εισήλθε στο αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν κανονικά το αυτοκίνητο του ενάγοντος - Ψ1 και συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με αυτό. Ειδικότερα, συγκρούστηκε το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του με το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του ενάγοντος Χ1, το οποίο στη συνέχεια, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, ξέφυγε από την πορεία του και κατέληξε σε κάθετη θέση εκτός του οδοστρώματος σε παρακείμενο χαντάκι, με αποτέλεσμα να υποστεί υλικές ζημιές και ο ενάγων να τραυματιστεί σοβαρά. Από τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά αποκλειστικός υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος είναι ο ενάγων - εναγόμενος, οδηγός του .... ΔΧΕ αυτοκινήτου-ταξί, ο οποίος δεν οδηγούσε το αυτοκίνητο του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ούτε και κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως ικανός και ευσυνείδητος οδηγός οφείλει να καταβάλει εισερχόμενος σε απότομη καμπύλη οδού διπλής κυκλοφορίας, αλλά, οδηγώντας με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα προτού εισέλθει στην ανωτέρω καμπύλη, όπου η οδός ήταν ευθεία σε μήκος 500 μ., όταν εισήλθε στην καμπύλη αυτή, συνέχισε με την ίδια ταχύτητα με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας καταλαμβάνοντας το 2/3 αυτού και στη συνέχεια, προσπαθώντας να επαναφέρει το όχημα του στο ρεύμα κυκλοφορίας του, αντιλαμβανόμενος αντιθέτως κινούμενο όχημα του ενάγοντος, επιχείρησε να τροχοπεδήσει, χωρίς όμως να μπορέσει να επαναφέρει το όχημα του στο ρεύμα κυκλοφορίας του και να συγκρουστεί με το αντιθέτως κινούμενο όχημα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Επομένως, ο ενάγων - εναγόμενος Χ1 ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1, 2, 3, του ΚΟΚ. Οι συνθήκες του πιο πάνω τροχαίου ατυχήματος προσδιορίζονται με ασφάλεια από το σχεδιάγραμμα (όπου αποτυπώνονται τα ίχνη τροχοπέδησης του ..... ΔΧΕ αυτοκινήτου-ταξί, μήκους 3,50 μ.) και την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, καθώς επίσης και από την κατάθεση της μάρτυρος ....., η οποία κατέθεσε ότι όταν πήγε στον τόπο του ατυχήματος δέκα λεπτά μετά τη σύγκρουση, είδε ότι το αυτοκίνητο του Ψ1 είχε ακινητοποιηθεί κάθετα στο χαντάκι δεξιά σε σχέση με την πορεία του, ενώ το αυτοκίνητο του Χ1 είχε ακινητοποιηθεί διαγώνια της ανωτέρω οδού και στο αντίθετο ρεύμα πορείας του. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος-εναγομένου Χ1 ότι ο ενάγων-εναγόμενος Ψ1 οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, αφού από την ........ έκθεση ανίχνευσης οινοπνεύματος του Γ.Ν.Πατρών προέκυψε ότι ανιχνεύθηκε στο αίμα του ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης σε ποσοστό 0.77 ο/οο ανά λίτρο αίματος, δηλαδή κατά παράβαση του άρθρου 42 παρ.1 του ΚΟΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η παράβαση αυτή καθαυτή του άρθρου αυτού δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητα του τελευταίου στην επέλευση του ατυχήματος, αφού, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, δεν αποδείχθηκε ότι η παράβαση αυτή συνετέλεσε στο βλαπτικό αποτέλεσμα, δεδομένου ότι αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο του με κανονική ταχύτητα και στο ρεύμα κυκλοφορίας του. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και για το λόγο αυτό απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος Χ1). Με τις παραδοχές όμως αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σε σχέση με τα άνω αναφερόμενα ζητήματα που αφορούν την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, ενώ με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, η κρίση ότι ο αναιρεσείων είναι αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος βασίστηκε κυρίως στο ότι το όχημα που οδηγούσε "μετά τη σύγκρουση βρέθηκε εντός του ρεύματος πορείας του ενάγοντος (α΄ αναιρεσιβλήτου)" και στο ότι "επιπλέον ο εναγόμενος (αναιρεσείων) είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα", εν τούτοις δεν προσδιορίζεται σ΄ αυτήν (απόφαση) η κίνηση και η φορά που είχαν τα οχήματα αυτά πριν από τη σύγκρουση (ενόψει μάλιστα και του ότι και ο αναιρεσείων φέρεται ως κινούμενη, προ της πεδήσεως που ενήργησε αμέσως πριν από τη σύγκρουση, επίσης στο δεξιό κατά την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας), όπως και η θέση των κατά τη στιγμή της συγκρούσεως. Επίσης ενώ αναφέρεται σ΄ αυτήν ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) "είχε αναπτύξει μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα" δεν προσδιορίζεται ποιά ήταν η ταχύτητα αυτή και από που προκύπτει ότι αυτή ήταν "μεγάλη" (λόγω ειδικής σημάνσεως της οδού, λόγω περιοχής κινήσεως, κλπ). Περαιτέρω δεν διευκρινίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί το ποσοστό περιεκτικότητας του οινοπνεύματος το οποίο ανιχνεύτηκε στον οργανισμό του α΄ αναιρεσίβλητου (0,77ο/οο) και με βάση το οποίο αυτός θεωρείται κατά νόμο (άρθρ. 42 Ν. 2696Κ.Πολ.Δ.1996) ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος) "δεν αποδεικνύεται ότι συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν ατύχημα", αφού το συμπέρασμά της αυτό συνάγει εκ του ότι, κατά τις παραδοχές της, ο αναιρεσείων, κινούμενος με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, εισήλθε αντικανονικά στο αντίθετο ως προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας και ενώ προσπαθούσε να επαναφέρει το όχημά του στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς όμως να προλάβει. Τέλος δεν διευκρινίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση αν ο αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί την είσοδο του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο αναιρεσείων στο ρεύμα πορείας του ή αν ενήργησε ή μπορούσε να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό της συγκρούσεως και, εάν όχι, για ποιό λόγο. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, γιατί είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθούν οι πρώτος και τρίτη αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας των, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων (AIG GREEICE ΑΕ).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Δέχεται την αίτηση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του πρώτου και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί ως προς αυτούς την 297/2005 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους αυτούς στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ