Legislator Case Law & Legislation
51/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against family court divorce support judgment due to lack of procedural grounds.

Case Number 51/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's divorce support judgment. The appellant argued that the lower court improperly excluded witness testimonies from the children and failed to consider his assets, but the court found these arguments legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 577 § 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific procedural grounds; failure to identify a valid ground for review results in dismissal of the appeal.

Keywords

AI generated
family law divorce support appeal procedure witness testimony legal costs Code of Civil Procedure dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 216 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 336 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 497 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 597 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 51 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 51/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μ. Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ν. , κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Βλάχου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Σ. , κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Θεοφανόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 494/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/11/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 494/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, η οποία συνεκδίκασε την από 25-10-2021 έφεση του αναιρεσείοντος και την από 24-3-2022 αντέφεση της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω αντέφεση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 97/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, κράτησε και δίκασε την από 18-12-2019 αγωγή της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και νυν αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη, ως τακτική διατροφή της, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, το ποσόν των 1.700 ευρώ, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, με τον νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση της καταβολής κάθε μηνιαίας παροχής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 157/2022).

ΙΙ.Α. Κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει 1) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, 2) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και 3) ορισμένο αίτημα.

Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια δε των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 1165/2019).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 221/2022, ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1356/2010). Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής (ΑΠ 60/2025, ΑΠ 61/2025, ΑΠ 84/2025) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 1123/2022).

Έτσι, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 61/2025, ΑΠ 84/2025, ΑΠ 118/2025).

Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 689/2021, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 703/2019, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 835/2018) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 745/2021, ΑΠ 1298/2021, ΑΠ 1475/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 119/2014).

Για να θεμελιωθεί, δηλαδή, λόγος αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου σε βάρος του οποίου αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του.

Για το παραδεκτό δε του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή είναι αόριστη, όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος που ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο (ΑΠ 838/2021, ΑΠ 1122/2021, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 669/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1442 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 του Ν. 1329/1983, "εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο 1) αν κατά την έκδοση του διαζυγίου....

βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση καταλλήλου επαγγέλματος ώστε να εξασφαλίζει απ' αυτό τη διατροφή του, 2) αν έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου και γι' αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση καταλλήλου επαγγέλματος, 3) αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, και στις δύο όμως αυτές περιπτώσεις για ένα διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου, 4) σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η μεν βασική προϋπόθεση της αξίωσης διατροφής, ήτοι η αδυναμία εξασφάλισης της διατροφής του πρώην συζύγου από τα εισοδήματά του ή την περιουσία του, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο της συζήτησης της αγωγής διατροφής, η δε πρόσθετη προϋπόθεση της αδυναμίας έναρξης ή συνέχισης της άσκησης επαγγέλματος (1442 αριθμ. 1) ή της ύπαρξης λόγων επιείκειας για την παροχή διατροφής (1442 αριθμ. 4) πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο έκδοσης του διαζυγίου.

Τα ανωτέρω στοιχεία, και ανάλογα με την περίπτωση στην οποία στηρίζει την αξίωσή του για διατροφή, οφείλει για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεσθεί ο πρώην σύζυγος επιπλέον από το γεγονός της λύσης του γάμου με διαζύγιο.

Περαιτέρω, από την ίδια αυτή διάταξη, συνδυαζόμενη και με το επόμενο άρθρο 1443 εδαφ. α' του ΑΚ, όπως και αυτό ισχύει μετά το Ν. 1329/83, που ορίζει, ότι οι διατάξεις των άρθρων 1487, 1493, 1494 και 1498 εφαρμόζονται αναλόγως και για το δικαίωμα διατροφής μετά το διαζύγιο, συνάγεται, ότι αξίωση διατροφής μετά το διαζύγιο παρέχεται μόνον όταν η διατροφή δικαιολογείται από λόγους κοινωνικούς ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μένει αβοήθητος, όταν δεν μπορεί με τα εισοδήματα, την περιουσία του ή το δυνάμενο να ασκηθεί από αυτόν επάγγελμα, να καλύψει τις ανάγκες διατροφής του, όπως αυτές προκύπτουν από τις μετά το διαζύγιο συνθήκες της ζωής του.

Συνεπώς, βασικές προϋποθέσεις για τη γέννηση του δικαιώματος διατροφής διαζευγμένου συζύγου είναι αφενός η ευπορία του υπόχρεου (1487 σε συνδυασμό με το 1443 εδαφ. α' του ΑΚ) και αφετέρου η απορία του δικαιούχου. Ως "απορία" του δικαιούχου νοείται η αδυναμία του να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή την περιουσία του, ευπορία δε του υπόχρεου δεν σημαίνει κάποιο ιδιαίτερο πλούτο αυτού, αλλά τη δυνατότητά του να παράσχει στο δικαιούχο διατροφή, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή (ΑΠ 1414/2017, ΑΠ 1427/2012, ΑΠ 1921/2009).

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις η αξίωση καταβολής πλήρους ή συμπληρωματικής διατροφής μετά τη λύση του γάμου ("μεταγαμιαίας διατροφής") αποσυνδέεται πλήρως από το ζήτημα της υπαιτιότητας και έχει ως γενικές προϋποθέσεις την απορία του δικαιούχου και την ευπορία του υπόχρεου (ΑΚ 1487), ζητήματα εκτιμώμενα στην περίπτωση αυτή με γνώμονα την εκ λόγων κοινωνικών επιβαλλόμενη αρχή της επιείκειας, που διέπει τη ρύθμιση του θεσμού.

Έτσι, η μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου αξίωση του συζύγου προς διατροφή από τον άλλο, σύμφωνα με το άρθρο 1442 του ΑΚ, συνιστά νέα διαφορετική αξίωση από αυτήν που οφείλεται μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, η ικανοποίηση της οποίας απαιτεί την άσκηση άλλης νέας αγωγής (ΑΠ 1432/2023, ΑΠ 2070/2007), διότι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται διατροφή μετά το διαζύγιο, αποσυνδέονται από το θέμα της υπαιτιότητας και γεννάται όταν δικαιολογείται από κοινωνικούς λόγους, όταν δηλαδή ο άλλος αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες διατροφής του από τα εισοδήματα, την εργασία και την περιουσία του, ώστε να μην μείνει αβοήθητος (ΑΠ 1473/1990).

Ως περιουσία δε νοείται το περιουσιακό κεφάλαιο του δικαιούχου, που μπορεί να είναι είτε προσοδοφόρο, οπότε παράγει εισοδήματα, είτε απρόσοδο.

Στην τελευταία δε περίπτωση γίνεται δεκτό ότι ο δικαιούχος οφείλει, πριν ζητήσει διατροφή, να ρευστοποιήσει την απρόσοδη περιουσία του (ΑΠ 1414/2017, ΑΠ 294/2010), όχι όμως με αντιοικονομικό τρόπο (ΑΠ 482/1996), ενώ υποχρέωση ρευστοποίησης δεν υπάρχει προκειμένου για περιουσιακά στοιχεία που είναι απαραίτητα στο δικαιούχο ενόψει των συνθηκών που τον περιβάλλουν, όπως για παράδειγμα είναι η εκποίηση της οικίας που διαμένει.

Επομένως, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 1442 του ΑΚ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της βάσης της αγωγής διατροφής συζύγου μετά το διαζύγιο είναι: α) η αμετάκλητη λύση του γάμου, β) η απορία (αδυναμία) του δικαιούχου να διατραφεί από τα εισοδήματά του, ή από την περιουσία του, καταναλίσκοντας και το κεφάλαιο αυτής, γ) ότι η απορία και αδυναμία του θα διαρκέσει καθ' όλο τον επίδικο της αγωγής χρόνο δ) η ευπορία (δυνατότητα) του υπόχρεου και ε) μία τουλάχιστον από τις διαζευκτικά διατυπωμένες και περιοριστικά αναφερόμενες ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 1442 του ΑΚ (ΑΠ 673/2001).

Τέλος, το μέτρο της διατροφής του δικαιούχου συζύγου, δηλαδή ο βαθμός, στον οποίο θα ικανοποιηθούν οι ανάγκες του, εξαρτάται από τις συνθήκες ζωής του, όπως διαμορφώθηκαν μετά το διαζύγιο, χωρίς να αγνοείται το γεγονός ότι οι ανάγκες αυτές επηρεάζονται αναγκαστικά και από τις συνθήκες της ζωής του κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο γάμος είχε διαρκέσει πολλά χρόνια.

Σε κάθε περίπτωση, το ύψος της επιδικαζόμενης στο δικαιούχο πρώην σύζυγο διατροφής, πρέπει, συνεκτιμωμένων και των συνθηκών ζωής και διατροφής του υπόχρεου, να επαρκεί για την ικανοποίηση των υλικών και πνευματικών αναγκών του ως ένα επίπεδο, που θα του επιτρέπει την ευπρεπή διαβίωση (ΑΠ 1414/2017, ΑΠ 1389/2012, ΑΠ 1427/2012, ΑΠ 1567/2012, ΑΠ 294/2010, ΑΠ 469/2005, ΑΠ 868/2004).

Β. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη, με την από 18-12-2019 αγωγή, που άσκησε σε βάρος του εναγομένου και νυν αναιρεσείοντος, ιστορούσε ότι ο γάμος της με τον εναγόμενο λύθηκε αμετάκλητα με την με αριθμό 162/2018 (αμετάκλητη) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.

Ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή της από εισοδήματα ή από την περιουσία της, καθώς στερείται οποιουδήποτε οικονομικού πόρου ζωής, ενώ αδυνατεί να έχει εισόδημα από οποιαδήποτε εργασία, ευρισκόμενη, από τον χρόνο έκδοσης του διαζυγίου και της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, συνεχώς έκτοτε σε ηλικία και κατάσταση υγείας που δεν της επιτρέπουν να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος για την εξασφάλιση της διατροφής της και ότι, επιπλέον, τούτο επιβάλλεται για λόγους επιείκειας, δοθέντος ότι ο εναγόμενος είναι εύπορος.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με προσωρινά εκτελεστή απόφαση να της καταβάλει το ποσό των 3.130 ευρώ την πρώτη ημέρα κάθε μήνα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 97/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η ως άνω αγωγή, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος (αναιρεσείων) να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ως τακτική της διατροφή το ποσόν των 2.000 ευρώ, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός.

Κατά της απόφασης αυτής, άσκησαν έφεση και αντέφεση ο εναγόμενος και η ενάγουσα αντίστοιχα και επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 494/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Το Εφετείο, αφού απέρριψε την αντέφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και αφού έκρινε ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης του εναγομένου (και νυν αναιρεσείοντος), έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, ως τακτική της διατροφή, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, το ποσόν των 1.700 ευρώ.

Ειδικότερα, το Εφετείο ερευνώντας τον 4ο λόγο έφεσης του εναγομένου περί αοριστίας της υπό κρίση αγωγής δέχθηκε ότι "η ανωτέρω αγωγή είναι ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτή, με σαφήνεια, τα στοιχεία, που αφορούν στη λύση του γάμου των διαδίκων, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση λόγω διαζυγίου, στην απορία (αδυναμία) της ενάγουσας να διατραφεί από τα εισοδήματά της ή από την περιουσία της, επικαλούμενη ειδικότερα αυτή (ενάγουσα) ότι, κατά το χρόνο εκδόσεως του διαζυγίου, ευρίσκετο σε ηλικία και κατάσταση υγείας που δεν της επέτρεπαν να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος για την εξασφάλιση της διατροφής της, και ότι επιπλέον η καταβολή της διατροφής επιβάλλεται για λόγους επιείκειας, δοθέντος ότι ο εναγόμενος είναι εύπορος, δηλαδή έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει την εν λόγω διατροφή, αναφερομένων των εισοδημάτων και της περιουσίας του, χωρίς να είναι αναγκαία...

η αναφορά επιπλέον στοιχείων για το ορισμένο αυτής και δη το χρονικό διάστημα για το οποίο η ενάγουσα αξιώνει τη καταβολή της διατροφής, όπως αντίθετα αλλά αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών - εναγόμενος, με το σχετικό λόγο της εφέσεως (υπ' αριθ. 4), ο οποίος είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι δεν αποκλείεται η δυνατότητα μίας συνεχούς κάλυψης από τον υπόχρεο σύζυγο της διατροφικής αξίωσης του δικαιούχου, για όλη τη ζωή του, που θα στηρίζεται σε διαφορετικές νομικές βάσεις κάθε φορά..., στην προκειμένη δε περίπτωση η αγωγή της ενάγουσας στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1442, περιπτώσεις 1 και 4 του ΚΠολΔ, ως προς τις οποίες δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός".

Πράγματι, με βάση τα εκτιθέμενα στην ερευνώμενη αγωγή, ως προς την οποία, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλονται αιτιάσεις με την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, αυτή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχονται, με σαφήνεια, τα στοιχεία, που αφορούν στη λύση του γάμου των διαδίκων, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση λόγω διαζυγίου, στην απορία (αδυναμία) της ενάγουσας να διατραφεί από τα εισοδήματά της, ή από την περιουσία της, επικαλούμενη ειδικότερα αυτή (ενάγουσα) ότι, κατά το χρόνο έκδοσης του διαζυγίου, βρισκόταν σε ηλικία και κατάσταση υγείας που δεν της επέτρεπαν να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος για την εξασφάλιση της διατροφής της, και ότι η απορία αυτής θα διαρκέσει καθ' όλο τον επίδικο χρόνο της αγωγής καθώς και ότι η καταβολή της διατροφής επιβάλλεται και για λόγους επιείκειας και ότι ο υπόχρεος εναγόμενος είναι εύπορος, δηλαδή έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει την εν λόγω διατροφή, αναφερομένων των εισοδημάτων και της περιουσίας του, χωρίς να είναι αναγκαία, η αναφορά επιπλέον στοιχείων για το ορισμένο αυτής και συγκεκριμένα το χρονικό διάστημα για το οποίο η ενάγουσα δύναται να αξιώνει την καταβολή διατροφής, όπως αντίθετα αλλά αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, επικαλούμενος ποσοτική αοριστία της αγωγής και τούτο διότι αυτή θεμελιώνεται στις περιπτώσεις 1 και 4 της διάταξης του άρθρου 1442 ΑΚ, ως προς τις οποίες δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός, όπως τέτοιος προβλέπεται στην περίπτωση 3 του ιδίου ως άνω άρθρου.

Ειδικότερα, η αξίωση διατροφής, που θεμελιώνεται στην περίπτωση 1 του άρθρου 1442 του ΑΚ, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να υφίσταται για όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η επιβάρυνση της υγείας και φυσικά εφόρου ζωής του ηλικιωμένου συζύγου, εκτός εάν μεταβληθούν εκ των υστέρων οι όροι που θεμελιώνουν το δικαίωμά του, με εφαρμογή του άρθρου 1494 του ΑΚ.

Επίσης, και για την διάρκεια διατροφής του πρώην συζύγου, που θεμελιώνεται στην περίπτωση 4 του άρθρου 1442 του ΑΚ, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο νόμος δεν θέτει χρονικά όρια και έτσι υπάρχει η δυνατότητα της επιδίκασής της στον δικαιούχο για μακρύ χρονικό διάστημα, αν αυτό δικαιολογείται από τις περιστάσεις.

Κατόπιν αυτών, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Έτσι, με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπάρχει σφάλμα στην μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (είτε η πρόταση αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται) ή αν υπάρχει σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης (την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές) στη μείζονα (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 68/2022), μόνον όμως εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 9/2022, ΟλΑΠ 1/2016).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 242/2025, ΑΠ 524/2024, ΑΠ 376/2024, ΑΠ 93/2024, ΑΠ 90/2024). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 3/2025, ΑΠ 40/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 458/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 19/2024, ΑΠ 44/2024, ΑΠ 50/2024, ΑΠ 60/2024, ΑΠ 5/2024).

Β. Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1442 και 1493 του ΑΚ και περιέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απορίας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης αλλά και του μέτρου της διατροφής που τυχόν της οφείλεται, δεχόμενο εσφαλμένα και αναιτιολόγητα την ύπαρξη απορίας της, αν και η ίδια έχει εισπράξει από τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα με δικαστικές αποφάσεις για τη διατροφή της από το 2014 μέχρι σήμερα το ποσόν των 210.000 ευρώ και επιπλέον το ποσόν των 41.000 ευρώ ως ικανοποίηση για την ηθική βλάβη της από την δήθεν τέλεση αδικοπραξίας σε βάρος της, με τα οποία θα μπορούσε να έχει αγοράσει δύο σπίτια και να έχει δημιουργήσει επιχειρηματικές δραστηριότητες, από τις οποίες να διατρέφεται.

Διαλαμβάνει, επίσης, ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά τον προσδιορισμό του ύψους της τιμής μονάδος αποζημίωσης του εδάφους "και των επικειμένων των άνω ΚΠΑ μας". Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ανέλεγκτα, για τον έλεγχο των ως άνω αναιρετικών λόγων, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις ...-1991 στο Αίγιο, από τον οποίο απέκτησαν τέσσερα τέκνα, τον Ν. , την Μ. , την Σ.

και τον Φ. , ηλικίας περίπου 29, 27, 26 και 21 ετών αντίστοιχα. Αμέσως μετά το γάμο τους, εγκαταστάθηκαν στη Νέα Υόρκη, όπου παρέμειναν μέχρι το έτος 2003, οπότε και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Στη Νέα Υόρκη, ο εναγόμενος δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά στην εκμετάλλευση ακινήτων, τα οποία, αφού αγόραζε και ανακαίνιζε, ακολούθως, τα εκμίσθωνε, ενώ η ενάγουσα, η οποία δεν εργαζόταν πριν την τέλεση του γάμου, δεν εργάστηκε ούτε κατά τη διάρκεια αυτού, απασχολούμενη με τη μέριμνα για την ανατροφή των τέκνων των διαδίκων και τη φροντίδα της οικίας τους.

Η ενάγουσα, ήδη κατά την περίοδο της διαμονής τους στις ΗΠΑ, παρουσίασε καταθλιπτική διαταραχή και νοσηλεύτηκε για την αιτία αυτή δύο φορές σε ψυχιατρική κλινική των ΗΠΑ, μετά από αποτυχημένες απόπειρες αυτοχειρίας. Ο σύζυγος της, από την πλευρά του, δεν έδειχνε τη δέουσα συμπαράσταση στην ασθένεια της συζύγου του, αλλά, αντίθετα, της φερόταν με σκληρότητα, κατά τρόπο ώστε επιδεινωνόταν η ψυχική της κατάσταση.

Μετά την επιστροφή της οικογένειας στην Ελλάδα το έτος 2003 και τη μόνιμη εγκατάστασή της σε ιδιόκτητη κατοικία στο Βουλωμένο Αιγιαλείας, προέκυψαν προβλήματα στις σχέσεις των διαδίκων και άρχισαν να δημιουργούνται μεταξύ τους σοβαρά επεισόδια, οφειλόμενα κυρίως στον αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα του εναγόμενου.

Κατά τα επεισόδια αυτά, ο τελευταίος εξύβριζε την αιτούσα και χειροδικούσε κατά της συζύγου του. Αποστασιοποιήθηκε δε από τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, και από την ουσιαστική φροντίδα της συζύγου του και των, τότε ανηλίκων, τέκνων του. Τα επεισόδια συνεχίστηκαν με αυξανόμενη ένταση, με αποκορύφωμα αυτά που σημειώθηκαν στις 12-2-2014, όταν ο εναγόμενος τράβηξε την ενάγουσα από τα μαλλιά, την έσυρε από τον τρίτο όροφο της οικίας τους στον πρώτο όροφο, όπου βρίσκεται το τζάκι και εκεί, με μεγάλη τσιμπίδα, έπιασε τα αναμμένα κάρβουνα, που είχε τοποθετήσει σε πιατάκι και τα έβαλε ανάμεσα στα δάκτυλα των χεριών αυτής, προκαλώντας της εγκαύματα, και στις 15-2-2014, όταν, κρατώντας στο χέρι του πιστόλι, χτύπησε με αυτό την ενάγουσα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της.

Μετά το τελευταίο αυτό επεισόδιο, η ενάγουσα έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, καταναλώνοντας μεγάλη ποσότητα χαπιών και διακομίστηκε σε νοσοκομείο, όπου της έγινε πλύση στομάχου. Όλα τα ανωτέρω επεισόδια είχαν ως αποτέλεσμα να κλονίσουν σοβαρά το γάμο των διαδίκων. Η ενάγουσα, όταν συνήλθε από την τελευταία αυτή δοκιμασία, αποφάσισε πλέον να αποχωρήσει οριστικά από τη συζυγική οικία, περί τον μήνα Μάιο του έτους 2014, και να καταγγείλει τον εναγόμενο στις αρμόδιες αρχές.

Με τα τρία από τα τέσσερα τέκνα της, ήτοι τον Ν. , τη Μ. και τον Φ. , μετοίκησε αρχικά στην οικία της μητέρας της και, στη συνέχεια, σε μισθωμένη οικία. Εν τέλει, ο γάμος των διαδίκων λύθηκε, δυνάμει της με αριθμό 162/2018 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, λόγω του ισχυρού κλονισμού που υπέστη η έγγαμη σχέση των διαδίκων από τη συμπεριφορά του εναγομένου και λόγω της διετούς διάστασης των διαδίκων.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, καθόλη τη διάρκεια του γάμου της με τον εναγόμενο, απασχολήθηκε με τη μέριμνα για την ανατροφή των τέκνων των διαδίκων και τη φροντίδα της οικογένειάς της και δεν άσκησε κανένα επάγγελμα, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να έχει τη δυνατότητα να αφοσιωθεί στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και στην επαύξηση της περιουσίας του.

Ως προελέχθη, ο τελευταίος, κατά τη διάρκεια της διαμονής των διαδίκων και της οικογένειάς τους στις ΗΠΑ, δραστηριοποιούνταν στον τομέα της απόκτησης, ανακαίνισης και ενοικίασης ακινήτων. Κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα, ο εναγόμενος πώλησε ακίνητη περιουσία στην Νέα Υόρκη και, ειδικότερα, προέβη στις ακόλουθες πωλήσεις, με την ιδιότητα του προέδρου εταιρειών εκμετάλλευσης ακινήτων, που καταχωρήθηκαν στο αρμόδιο Γραφείο Ληξιάρχου, α) την 4.9.2003 καταχωρήθηκε η πώληση πολυκατοικίας στο οικοδομικό τετράγωνο 6284, οικόπεδο 50 του Μπρούκλιν, με τίμημα 5.200.000 δολάρια ΗΠΑ, β) την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε η πώληση πολυκατοικίας στο οικοδομικό τετράγωνο 6627 οικόπεδο 38 του Δήμου Μπρούκλιν, αντί του ποσού των 3.300.000 δολαρίων, γ) ομοίως καταχωρήθηκε την ίδια ημερομηνία η πώληση πολυκατοικίας στο οικοδομικό τετράγωνο 6627 οικόπεδο 43 του Δήμου Μπρούκλιν, έναντι τιμήματος 3.300.000 δολαρίων ΗΠΑ, δ) την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε η πώληση πολυκατοικίας στο οικοδομικό τετράγωνο 6317 οικόπεδο 71 του Δήμου Μπρούκλιν, αντί του ποσού των 1.800.000 δολαρίων ΗΠΑ, ε) την 15.7.2003, η ενάγουσα προέβη σε δωρεά της οικίας των διαδίκων στο Μπρούκλιν στον εναγόμενο ατομικά, ο οποίος την 18.4.2004 μεταβίβασε με εικονικό τμήμα 10 δολαρίων και πραγματικό τίμημα 1.275.000 δολαρίων ΗΠΑ την ίδια οικία στον Θ.

Β. , όπως προκύπτει από τα νόμιμα μεταφρασμένα έγγραφα που προσκομίζει η ενάγουσα. Επιπλέον, ήδη πριν το 2003, ο εναγόμενος είχε στην κυριότητά του 37 ακίνητα στην Ελλάδα, κάποια από τα οποία εκποίησε αργότερα, και, κατά τα επόμενα έτη, έως το έτος 2014, απέκτησε και άλλα ακίνητα, με αποτέλεσμα κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής να είναι κύριος μεγάλης ακίνητης περιουσίας και ειδικότερα: 1) ενός δενδροπεριβόλου περίπου 3 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "Ρόκα" της κτηματικής περιφέρειας Αιγίου, το οποίο απέκτησε με αγορά, δυνάμει του με αριθμό .../1977 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αιγίου Π.

Α. , νόμιμα μεταγεγραμμένου, 2) ενός αγρού, έκτασης 7 περίπου στρεμμάτων στη θέση κτηματικής περιφέρειας Παρασκευής του Δήμου Αιγιαλείας, που απέκτησε δυνάμει του με αριθμό .../1983 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αιγίου Α. Μ. , νόμιμα μεταγεγραμμένου, 3) ενός αγροτεμαχίου έκτασης 105.838 τ.μ. , που βρίσκεται στη θέση "Μετόχι" της κτηματικής περιφέρειας Ελαιώνα του Δήμου Αιγιαλείας, το οποίο απέκτησε δυνάμει της με αριθμό .../1998 κατακυρωτικής περίληψης της Συμβολαιογράφου Αιγίου Ε.

Α. , νόμιμα μεταγεγραμμένης. Δυνάμει της με αριθμό 345/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας για την απαλλοτρίωση μέρους του ακινήτου αυτού, έκτασης 2.300 τ.μ., το ποσό των 87 ευρώ ανά τ.μ. και ο εναγόμενος αναγνωρίστηκε δικαιούχος της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης η οποία ανέρχεται στο ποσό των 210.657,57 ευρώ. 4) Ενός αγρού έκτασης 1.760,14 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Λαγομάνδρου" της κτηματικής περιφέρειας Πτέρης του Δήμου Αιγιαλείας, τον οποίο απέκτησε δυνάμει των με αριθμούς .../1990 και .../1995 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων που συνέταξαν οι συμβολαιογράφοι Αιγίου, Α.

Μ. και Α. Π. νόμιμα μεταγεγραμμένων, 5) ενός αγροτεμαχίου έκτασης 4.200,55 τμ, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση, το οποίο απέκτησε με αγορά δυνάμει του με αριθμό .../1990 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αιγίου Α. Μ. Εντός των ακινήτων 4 και 5 έχει ανεγερθεί διώροφη οικοδομή εμβαδού 250 τ.μ. η οποία αποτελεί την εξοχική οικία του εναγομένου. 6) Του 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός δενδροπερίβολου έκτασης 5.525,50 τ.μ.

στην θέση "Ξηρολιθιά του Δήμου Αιγιαλείας, το οποίο απέκτησε δυνάμει του με αριθμό .../1993 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αιγίου Σ. Θ. , νόμιμα μεταγεγραμμένου, ενώ το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου ανήκει στην ενάγουσα, δυνάμει του με αριθμό .../1993 συμβολαίου της ίδιας Συμβολαιογράφου νόμιμα μεταγεγραμμένου. 7) Ενός αγρού έκτασης 1.794,95 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "Λαγομάνδρου" της κτηματικής περιφέρειας Πτέρης του Δήμου Αιγιαλείας, τον οποίο απέκτησε με αγορά δυνάμει του σε .../1995 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αιγίου Π.

Ρ. , νομίμως μεταγεγραμμένου. 8) Ενός αγρού έκτασης 891 τ.μ στην ίδια ως άνω θέση που απέκτησε με αγορά δυνάμει του με αριθ. .../1996 συμβολαίου αγοραπωλησίας που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αιγίου, Π. Ρ. , νόμιμα μεταγεγραμμένου.

Περαιτέρω: με τα με αριθμούς .../2001 αγοραπωλητήρια συμβόλαια που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αιγίου, Π. Ρ., το με αριθμό .../2001 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αιγίου, Ε. Β. , τα με αριθμούς .../2001 , .../2002 , .../2003 , .../2003, .../2004, .../2004, .../2005, .../2005, .../2005, .../2005 , .../2008, .../2010 , .../2010, .../2010, .../2010, .../2011, .../2011, .../2011, .../2011, .../2011, .../2011 , .../2011, .../2011, .../2011, .../2012, .../2012, .../2012, .../2012, συμβόλαια αγοράς, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αιγίου, Μ.

Γ. , τα με αριθμούς .../2002, .../2002 , .../2001, .../2002, .../2001, .../2003 συμβόλαια αγοράς, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αιγίου Μ. Π. , τα με αριθμούς .../2001, .../2001, .../2003 συμβόλαια αγοράς, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αιγίου, Α. Π. , το με αριθμό .../2002 συμβόλαιο, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αιγίου, Α. Κ. , τα με αριθμούς .../2002 και .../2002 συμβόλαια αγοράς, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αιγίου, Α.

Τ. , νόμιμα μεταγεγραμμένα, ο εναγόμενος απέκτησε αγροτεμάχια συνολικής έκτασης 153.202 τ.μ., τα οποία είναι όμορα και σε τμήμα των οποίων έχει ανεγείρει τριώροφη οικοδομή συνολικού εμβαδού 300 τ.μ., η οποία αποτελούσε την οικογενειακή στέγη των διαδίκων πριν τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης. Η αγοραία αξία της ως άνω οικίας, λαμβανομένης υπόψη της θέσης της, της έκτασής της, της πολυτελούς κατασκευής της, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 800.000 ευρώ.

Επίσης, ο εναγόμενος, μετά την επιστροφή του από την Νέα Υόρκη, δραστηριοποιήθηκε στον τομέα της δημιουργίας και εκμετάλλευσης φωτοβολταϊκών πάρκων. Για τις ανάγκες της δραστηριότητας του αυτής, σύστησε τις ακόλουθες εταιρείες: α) την εταιρεία "... και Σια ΟΕ", την οποία διαχειρίζεται ο ίδιος, β) την εταιρεία "...

Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", γ) την εταιρεία "Φωτοβολτάΐκή Αιγίου ΕΠΕ" και 4) την εταιρεία "... και Σια ΕΕ", στις οποίες έχει εκμισθώσει ακίνητα ιδιοκτησίας του, προκειμένου να εγκατασταθούν σ' αυτά τα φωτοβολταϊκά πάρκα. Ειδικότερα, στην εταιρεία "... και Σια ΟΕ" έχει εκμισθώσει δυνάμει του με αριθμό .../2009 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αιγίου, Μ.

Γ. , νόμιμα μεταγραμμένο, ακίνητο έκτασης 1.064,56 τ.μ., με συμφωνηθείσα διάρκεια μίσθωσης τα 25 έτη, και ετήσιο μίσθωμα 120 ευρώ. Επίσης, στην ίδια εταιρεία δυνάμει του με αριθμό .../2009 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης που συνέταξε η ίδια συμβολαιογράφος, νόμιμα μεταγραμμένο, μίσθωσε ακίνητο έκτασης 1067,01 τ.μ., με συμφωνηθείσα διάρκεια μίσθωσης τα 25 έτη και ετήσιο μίσθωμα 30 ευρώ.

Στην εταιρεία "... Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" έχει εκμισθώσει, δυνάμει των με αριθμούς .../2009, .../2009, .../2010, .../2010 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, που συνέταξε η ίδια Συμβολαιογράφος, ακίνητα ιδιοκτησίας του, έκτασης 1210,68, 996,05, 9.915,90, 8.861,51 και 52.209,56 τ.μ. αντίστοιχα. Η διάρκεια των μισθώσεων έχει συμφωνηθεί 25ετής, ως μίσθωμα δε έχει συμφωνηθεί το ποσό των 120, 50, 50 και 400 ευρώ ετησίως αντίστοιχα.

Στην εταιρεία με την επωνυμία "Φωτοβολταΐκή Αιγίου ΕΠΕ" έχει εκμισθώσει, δυνάμει των με αριθμούς .../2009 και .../2009 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, που συνέταξε η ίδια ως άνω Συμβολαιογράφος, ακίνητα έκτασης 1.151,76 τ.μ. και 918,32 τ.μ., με 25ετείς μισθώσεις, έναντι ετήσιου μισθώματος 50 ευρώ έκαστο. Στην εταιρεία με την επωνυμία "...

και Σια ΕΕ" έχει μισθώσει, δυνάμει των με αριθμούς .../2009 και .../2009 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, που συνέταξε η ίδια ως άνω συμβολαιογράφος, ακίνητα έκτασης 1.590,56 τ.μ. και 1.270,19 τ.μ. αντίστοιχα, με μισθώσεις 25ετούς διάρκειας και με ετήσιο μίσθωμα ποσού 50 ευρώ έκαστο. Επιπλέον, έχει μισθώσει από την ενάγουσα, δυνάμει του με αριθμό .../2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, που συνέταξε η ίδια συμβολαιογράφος, ακίνητο έκτασης 1.006,52 τ.μ., έναντι ετησίου μισθώματος 50 ευρώ με 25ετή διάρκεια.

Τέλος, δυνάμει του με αριθμό .../2009 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, έχει μισθώσει από τη Ν. Κ. , ακίνητο έκτασης 1.369,15 τ.μ., με ετήσιο μίσθωμα 50 ευρώ 25ετούς διάρκειας. Τα ως άνω φωτοβολταϊκά πάρκα, ο εναγόμενος εκμεταλλεύεται μέσω των εταιρειών που έχει συστήσει ο ίδιος, αποκερδαίνοντας μέσω αυτών ετησίως, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ποσό τουλάχιστον 100.000 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, από το με ημερομηνία 27-8-2013 έγγραφο της Eurobank Ergasias, ότι ο εναγόμενος έχει καταθέσεις ποσού 1.980.000 δολαρίων ΗΠΑ σε προθεσμιακή κατάθεση στην τράπεζα αυτή από την οποία αποκερδαίνει ετησίως 22.365,20 ευρώ από τόκους. Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος έχει στην κυριότητα του ένα αυτοκίνητο Ford Ranger Doule CaB Wild Truck 4x4 και ένα αυτοκίνητο NISSAN QASHQAI. Πέραν της προαναφερόμενης αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, ύψους 210.901,67 ευρώ, ο εναγόμενος δικαιούται και αποζημίωση για εδαφικό τμήμα του ιδίου ως άνω ακινήτου, το οποίο απαλλοτριώθηκε με τη με αριθμό ....2012 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, καθώς με τη 348/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας, αναγνωρίσθηκε δικαιούχος αποζημίωσης, συνολικού ποσού 334.340 ευρώ. Ο εναγόμενος διαμένει στην προαναφερόμενη ιδιόκτητη οικία μαζί με τη θυγατέρα του, Σ. και ως εκ τούτου δε βαρύνεται με δαπάνες μίσθωσης, βαρύνεται όμως με τα λειτουργικά έξοδα της οικίας αυτής. Επιπλέον, βαρύνεται με την κάλυψη των διατροφικών αναγκών των τέκνων του, Φ. και Μ. , καταβάλλοντας αντίστοιχα το ποσό των 900 και 1.100 ευρώ μηνιαίως ως διατροφή. Δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής ο εναγόμενος βαρύνεται με την υποχρέωση καταβολής διατροφής για κάποιο άλλο από τα τέκνα του.

Περαιτέρω, η ενάγουσα είναι 56 ετών. Όπως ήδη προεκτέθηκε, δεν έχει εργάστηκε ποτέ, ενώ, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, ασχολούνταν αποκλειστικά με τη φροντίδα της οικίας της οικογένειας και την ανατροφή των, κοινών με τον εναγόμενο, τέκνων, ενώ, μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων, εξακολουθεί να μην εργάζεται, καθόσον δεν διαθέτει κάποια εξειδίκευση, ενώ είναι καταπονημένη λόγω της βεβαρημένης ψυχικής της υγείας. Κατοικεί σε μισθωμένη οικία, εμβαδού 65 τ.μ., επί της οδού ... στην Αθήνα, ενώ βαρύνεται με μίσθωμα 400 ευρώ, καθώς και με τις λειτουργικές δαπάνες της οικίας της. Η ίδια τυγχάνει κυρία α) κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου ποσοστού ανήκοντος στον εναγόμενο, ενός αγροτεμαχίου έκτασης 5.025,50 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Ξηρολίθια" της κτηματικής περιφέρειας Αιγίου του Δήμου Αιγιαλείας και β) ενός αγροτεμαχίου έκτασης 4.052,74 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Βουλωμένο - Λαγκάδες" της κτηματικής περιφέρειας Αιγίου του Δήμου Αιγιαλείας. Τα ακίνητα αυτά είναι απρόσοδα για την ενάγουσα, διότι, παρότι τα έχει εκμισθώσει στις επιχειρήσεις φωτοβολταϊκών που εκμεταλλεύεται ο εναγόμενος, δε λαμβάνει κανένα μίσθωμα γι' αυτά. Άλλη περιουσία ή εισοδήματα από άλλη πηγή δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει η ενάγουσα.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε οριστεί πριν τη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο και παραμένει ομόρρυθμος εταίρος στην εταιρεία "... και Σία ΟΕ", την οποία διαχειρίζεται ο ίδιος ο εναγόμενος, αλλά ουδέποτε έχει εισπράξει την αναλογία της από τα κέρδη της ομόρρυθμης αυτής εταιρείας. Κατόπιν των παραπάνω, αποδείχθηκε τόσο η απορία της ενάγουσας, δηλαδή η αδυναμία της να αντιμετωπίσει τις ανάγκες διατροφής της, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά το διαζύγιο της καθώς και η ανικανότητά της προς εργασία, όσα και η ευπορία του εναγομένου, δηλαδή η δυνατότητα του τελευταίου να παράσχει σε αυτήν διατροφή χωρίς να κινδυνεύει η ιδία αυτού διατροφή". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 25-10-2021 έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την 97/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, κράτησε και δίκασε την από 18-12-2019 αγωγή της αναιρεσίβλητης, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, ως τακτική διατροφή της, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, το ποσόν των 1.700 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1442 και 1493 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των όρων που απαιτούνται για την επιδίκαση (μεταγαμιαίας) διατροφής κατά τις ανωτέρω διατάξεις και συγκεκριμένα ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος προς διατροφή της αναιρεσίβλητης (ειδικότερα της ευπορίας του πρώτου και των περιουσιακών του στοιχείων, της απορίας της δεύτερης, της συνεπεία της ηλικίας και της κατάστασης της ψυχικής υγείας της αναιρεσίβλητης ανικανότητάς της προς άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος ώστε να εξασφαλίζει από αυτό τη διατροφή της καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση η επιδίκαση επιβάλλεται από λόγους επιείκειας) αλλά και ως προς το μέτρο της επιδικασθείσας διατροφής, ενόψει των συνθηκών ζωής της αναιρεσίβλητης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά το διαζύγιο, συνεκτιμωμένων και των συνθηκών ζωής της κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, ώστε αυτή (η διατροφή) να επαρκεί για την ικανοποίηση των υλικών και πνευματικών αναγκών της ως ένα επίπεδο, που θα της επιτρέπει την ευπρεπή διαβίωση.

Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη δεν είναι άπορη επειδή έχει εισπράξει από τον ίδιο με δικαστικές αποφάσεις για τη διατροφή της από το 2014 μέχρι σήμερα το ποσόν των 210.000 ευρώ και επιπλέον το ποσόν των 41.000 ευρώ ως ικανοποίηση για την ηθική βλάβη της από την δήθεν τέλεση αδικοπραξίας σε βάρος της, με τα οποία θα μπορούσε να έχει αγοράσει δύο σπίτια και να έχει δημιουργήσει επιχειρηματικές δραστηριότητες, από τις οποίες να διατρέφεται, πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμες, δεδομένου ότι αφενός μεν η είσπραξη των επιδικασθέντων ποσών, με δικαστικές αποφάσεις, ως διατροφή του δικαιούχου δεν συναθροίζονται στα εισοδήματά του, αφού με τα ποσά αυτά διατρέφεται και ως εκ τούτου καταναλίσκονται για την επιβίωσή του, αφετέρου δε η αποζημίωση που έλαβε ο δικαιούχος ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν συνιστά εισόδημα αλλά ανόρθωση της προξενηθείσας ζημίας (ΑΠ 565/1997, ΣτΕ 2699/1997, ΣτΕ 1795/1995, ΣτΕ 3430/1995, ΣτΕ 1121/1994).

Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής όσον αφορά τον προσδιορισμό του ύψους της τιμής μονάδος αποζημίωσης του εδάφους και των επικειμένων των άνω ΚΠΑ, πέραν της αοριστίας του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι τέτοια παραδοχή δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά αντίθετα αναφέρονται σε αυτήν οι αποφάσεις των δικαστηρίων που καθόρισαν προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα του αναιρεσείοντος καθώς και αντίστοιχες δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες ο τελευταίος αναγνωρίσθηκε δικαιούχος αποζημίωσης από απαλλοτρίωση ακινήτου ιδιοκτησίας του.

Επίσης, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης στη λύση του γάμου τους ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν στην παρούσα υπόθεση, καθόσον, όπως αναλύθηκε στην υπό στοιχεία ΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται διατροφή μετά το διαζύγιο, αποσυνδέονται πλήρως από το θέμα της υπαιτιότητας και η σχετική αξίωση γεννάται όταν δικαιολογείται από κοινωνικούς λόγους, όταν δηλαδή ο άλλος αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες διατροφής του από τα εισοδήματα, την εργασία και την περιουσία του, ώστε να μην μείνει αβοήθητος.

Τέλος, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναφορικά με το ζήτημα της περιουσίας του και ειδικότερα ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και χωρίς να λάβει υπόψη του τους προβληθέντες από τον ίδιο ισχυρισμούς, δέχθηκε εσφαλμένα α) ότι το ετήσιο εισόδημά του ανέρχεται στο ποσόν των 100.000 ευρώ, το οποίο δεν είναι αληθές, με βάση τα έγγραφα που προσκόμισε και αφορούν τις πραγματικές εισπράξεις των εταιρειών του, β) ότι το έτος 2013 είχε 1.980.000 δολάρια Αμερικής, αν και στην πραγματικότητα από τα χρήματα αυτά είχε απομείνει το ποσόν του 1.300.000 ευρώ, καθόσον το υπόλοιπο ποσόν έχει καταβληθεί στην αναιρεσίβλητη ως τακτική της διατροφή από το έτος 2014 και εφεξής και γ) ότι η ακίνητη περιουσία του ανέρχεται σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, όπως όμως προκύπτει από το σύνολο των προσαγομένων συμβολαίων αγοράς των ακινήτων και τις εκθέσεις πιστοποιημένου εκτιμητή του Υπουργείου Οικονομικών η αξία τους δεν ξεπερνά τις 930.000 ευρώ.

Οι περιεχόμενες στον ανωτέρω λόγο αναίρεσης απαραδέκτως προβάλλονται, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι, κατά το άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανέλεγκτα, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 30/2025, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 471/2023, ΑΠ 1118/2021).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 23/2025, ΑΠ 846/2023). Δεν στοιχειοθετείται, δε, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 961/2023, 1627/2022, 69/2016), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 23/2025, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 79/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται, προσάπτει επί πλέον στην προσβαλλόμενη απόφαση και την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι α) εσφαλμένα το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα τις ένορκες βεβαιώσεις των τέκνων του αναιρεσείοντος, Ν.

και Μ. Π. και β) εσφαλμένα το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι πραγματικές εισπράξεις των εταιρειών του, το χρηματικό ποσό που του έχει απομείνει στην Τράπεζα αλλά και τα πραγματικά χρήματα που του έχουν απομείνει από την πώληση των ακινήτων που είχε στην Αμερική.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ένορκες βεβαιώσεις καθώς και τα λοιπά έγγραφα που επικαλείται ο αναιρεσείων και πολύ περισσότερο το περιεχόμενό τους δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ. Για τον ίδιο ως άνω λόγο κατά το παραπάνω σκέλος του, αναφορικά με τις ένορκες βεβαιώσεις των τέκνων των διαδίκων, Ν.

και Μ. Π. , εάν ήθελε υποτεθεί ότι εκτιμάται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 597 § 2 περ. 2 του ΚΠολΔ, στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και αυτές που αφορούν τη διατροφή που οφείλεται λόγω διαζυγίου, "δεν επιτρέπεται 1)....2) να εξετασθούν ως μάρτυρες τα τέκνα των διαδίκων συζύγων, γνήσια, νομιμοποιημένα, θετά και αναγνωρισμένα, τα τέκνα της γυναίκας που γεννήθηκαν χωρίς γάμο, καθώς και οι σύζυγοι και οι κατιόντες τους".

Η εν λόγω απαγόρευση καταλαμβάνει εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις ένορκες βεβαιώσεις (άρθρ. 421-424 ΚΠολΔ), οι οποίες λαμβάνονται για να προσκομισθούν σε συγκεκριμένη δίκη που αφορά την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση και αποσκοπεί στην προστασία της οικογενειακής ζωής και στην αποφυγή της εξώθησης των τέκνων να καταθέσουν σε βάρος ενός εκ των γονέων και υπέρ του άλλου (ΑΠ 342/2025).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 342/2025, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 60/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, εάν ήθελε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διαλαμβάνει ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του την υπ' αριθ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση του υιού των διαδίκων, Ν.

Π. , που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Α. και την υπ' αριθ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση της θυγατέρας των διαδίκων, Μ. Π. , που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αιγίου Α. Π. , που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, μολονότι ήταν παραδεκτά και νόμιμα αποδεικτικά μέσα, καθόσον είχε γίνει επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή τους στο Δικαστήριο της ουσίας.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, σχετικά με τον παραπάνω λόγο της αναίρεσης, ότι η ως άνω απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω δικαστηρίου, την προσκομιζόμενη με αριθμό ...-2021 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αιγίου, Χ.

Π. , των μαρτύρων Μ. Π. και Z. J. , που προσκομίζει ο εναγόμενος και λήφθηκε κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως της ενάγουσας, καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπ' όψιν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3 και 339 ΚΠολΔ), μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται στη συνέχεια, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης...χωρίς, όμως, να λαμβάνονται υπόψη η με αριθμό ...-2021 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ.

Α. , του Ν. Π. και η με αριθμό ...-2021 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αιγίου, Α. Π. , της Μ. Π., που προσκομίζει η ενάγουσα, καθόσον οι ανωτέρω εξετασθέντες είναι τέκνα των διαδίκων και, σύμφωνα με το άρθρο 497 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες τα τέκνα των διαδίκων στις διαφορές του άρθρου 592 του ΚΠολΔ...".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, εάν ήθελε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον οι προσκομιζόμενες με επίκληση από την εφεσίβλητη - αναιρεσίβλητη ένορκες βεβαιώσεις των τέκνων των διαδίκων δεν λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα δίκη, που αφορά διατροφή που οφείλεται λόγω διαζυγίου, σύμφωνα με τα άρθρα 597 § 2 (εκ παραδρομής αναφέρεται στην απόφαση 497 § 2) του ΚΠολΔ.

Επομένως, ορθά το Εφετείο τις θεώρησε ότι συνιστούν παράνομα και κατά συνέπεια, μη παραδεκτά αποδεικτικά μέσα. Επίσης, και οι λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που αυτός προσκόμισε σχετικά με την περιουσία του και το εισόδημά του δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά αφορούν αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγικής βάσης αναφορικά με τα περιουσιακά του στοιχεία και την ευπορία του και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠοΔ, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.

V. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.11.2022 αίτηση του Γ. Π. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 494/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ