Legislator Case Law & Legislation
51/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim, ruling facts do not prove bad faith.

Case Number 51/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had partially accepted the plaintiff's claims. The appellant argued that the defendant abused its right by undermining the contract's foundation and causing financial losses to investors. The court rejected this, finding no evidence that the defendant assumed contractual obligations regarding new loans or guarantees, and thus the general claim of bad faith was unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 AC; Art. 559 AC: The exercise of a right is prohibited if it clearly exceeds the limits imposed by good faith, customs, or social/economic purpose, but such abuse requires proof of specific contractual breaches or unjustified actions beyond general financial difficulties.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle contractual foundation appellate review financial guarantees bad faith civil procedure

Cited Legislation

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 51 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 51/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπαρμπούρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2878/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4037/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/2/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4037/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις του αναιρεσείοντος και των ομοδίκων του -εναγομένων και της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων, που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες, που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 60/2023, ΑΠ8/2018). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (Ολ ΑΠ 10/2012, ΑΠ 686/2022, 172/2019).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014, ΑΠ 2/2013).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, ΑΠ 1819/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την προταθείσα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα δεν στήριξε οικονομικά την πιστούχο εταιρία, δεν της χορήγησε δάνεια και εγγυητικές επιστολές, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει τη λειτουργία της, με αποτέλεσμα να πτωχεύσει ελλείψει κεφαλαίων και η αξία της μετοχής της πιστούχου το χρόνο που ήταν υποχρεωμένος να επαναγοράσει τις μετοχές, να ανέρχεται σε 0,21 ευρώ.

Με τη συμπεριφορά της αυτή η ενάγουσα ανέτρεψε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης, που αποτέλεσε την αιτία για να δεχτεί ο ίδιος να επενδύσει στην εταιρία. Κατόρθωσε δε η ίδια και οι λοιπές τράπεζες, με τη συμφωνία αυτή, να ωφεληθούν αποτρέποντας την κατάπτωση εγγυητικών επιστολών που είχαν εκδώσει υπέρ της πιστούχου συνολικού ποσού 38.000.000 ευρώ περίπου.

Αντιθέτως, ο εναγόμενος απώλεσε τα κεφάλαια που επένδυσε, ήτοι το ποσό των περίπου 4.120.000 ευρώ που κατέβαλε για την αγορά των μετοχών της εταιρίας Τ. και το ποσό συνολικά των περίπου 30.000.000 ευρώ στο οποίο ανήλθε η επιπλέον χρηματοδότηση της ίδιας εταιρίας. Η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας καθιστά καταχρηστική και συνεπώς παράνομη την απαίτησή της να επαναγοράσει τις μετοχές της πιστούχου έναντι του ποσού των 3,03 ευρώ την κάθε μία." Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω ένσταση είναι μη νόμιμη, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι η αναιρεσίβλητη ανέλαβε με σύμβαση την υποχρέωση χορηγήσεως νέων δανείων και εγγυητικών επιστολών στην πιστούχο εταιρεία και τη δημιουργία νέων πλαφόν μέχρι ορισμένου ποσού και για συγκεκριμένα έργα της πιστούχου εταιρείας, δεν επικαλείται ποια ήταν η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης που προηγήθηκε της ασκήσεως της αγωγής και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστημα που δημιούργησαν σ' αυτόν την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του να έχει επαχθείς συνέπειες γι' αυτόν.

Έτσι, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθμ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναιρέσεως, αποτελεί το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ (ΟλΑΠ 88/1980, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 372/2018, ΑΠ 524/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον βασικότερο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, στον οποίο στηριζόταν η προταθείσα ένστασή του από το άρθρο 281 ΑΚ.

Πλέον συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης να αγοράσει από αυτήν τις μετοχές της Τ. στην τιμή των 3,03 ευρώ μετά την κατάρρευση και την πτώχευση της εταιρείας και την αναστολή της διαπραγμάτευσης της μετοχής στο Χρηματιστήριο Αθηνών ήταν απολύτως καταχρηστική, λαμβανομένου υπόψη και του σκοπού στον οποίο προσέβλεπαν όλα τα μέρη, κατά την υπογραφή της ανωτέρω από 11-10-1999 σύμβασης ρύθμισης και αναδιάρθρωσης χρέους της Τ. (και προσυμφώνου αγοράς των επίδικων μετοχών), που δεν ήταν άλλος από την εξυγίανση της εταιρίας, που θα γινόταν πρωτίστως από την επαναλειτουργία της εταιρίας και δη από τη συμμετοχή της σε διαγωνισμούς για δημόσια έργα και την εκτέλεση νέων έργων, με τη βοήθεια της αναιρεσίβλητης και των λοιπών τραπεζών και δη με την έκδοση εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης αλλά και με τη χορήγηση νέων κεφαλαίων κίνησης, βοήθεια όμως την οποία δεν έδωσε ούτε στο ελάχιστο η αναιρεσίβλητη όσο και οι λοιπές τράπεζες.

Από τη παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, έκρινε ως προς τον επαναφερθέντα με τις προτάσεις ισχυρισμό του εναγομένου - αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου και βασίμου κριθέντος δικαιώματος της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, υπό την επίκληση του ότι:

α) το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της συμφωνίας ήταν η αναδιάρθρωση του χρέους της πιστούχου εταιρίας Τ. ΑΕ και η εξυγίανσή της με την πραγματοποίηση επένδυσης εκ μέρους των φορέων της επένδυσης ώστε αφενός να διασφαλιστούν κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των τραπεζών, αφετέρου δε να καταστεί δυνατή η επιβίωση της πιστούχου σε υγιή βάση, β) η ενάγουσα δεν στήριξε οικονομικά την πιστούχο εταιρία, δεν της χορήγησε δάνεια και εγγυητικές επιστολές, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει τη λειτουργία της, με αποτέλεσμα να πτωχεύσει ελλείψει κεφαλαίων και η αξία της μετοχής της πιστούχου το χρόνο που ήταν υποχρεωμένοι να επαναγοράσουν τις μετοχές να ανέρχεται σε 0,21 ευρώ, γ) με τη συμπεριφορά της αυτή η ενάγουσα ανέτρεψε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης, που αποτέλεσε την αιτία για να δεχτούν οι ίδιοι (οι φορείς της επένδυσης) να επενδύσουν στην εταιρία, δ) κατόρθωσε η ίδια και οι λοιπές τράπεζες με τη συμφωνία αυτή να ωφεληθούν αποτρέποντας την κατάπτωση εγγυητικών επιστολών που είχαν εκδώσει υπέρ της πιστούχου, συνολικού ποσού 38.000.000 ευρώ περίπου και ε) οι εναγόμενοι απώλεσαν τα κεφάλαια που επένδυσαν, ήτοι το ποσό των περίπου 4.120.000 ευρώ που κατέβαλε ο καθένας για την αγορά των μετοχών της εταιρίας Τ.

και το ποσό συνολικά των περίπου 30.000.000 ευρώ στο οποίο ανήλθε η επιπλέον χρηματοδότηση της ίδιας εταιρίας, [έκρινε ότι] ο εν λόγω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον οι εναγόμενοι επικαλούνται μεν ότι στόχος της συμφωνίας ήταν η επιβίωση της εταιρίας, δεν ισχυρίζονται όμως ότι η ενάγουσα ανέλαβε με τη σύμβαση οποιαδήποτε δέσμευση χορήγησης νέων δανείων ή εγγυητικών επιστολών στην πιστούχο εταιρεία, την οποία να παραβίασε.

Δεν επικαλούνται ειδικότερα αν και με τι όρους η ενάγουσα συμφώνησε στη δημιουργία νέων πλαφόν, μέχρι ποιο ποσό, για ποια έργα, αν η οικονομική κατάσταση της εταιρίας δικαιολογούσε τον δανεισμό και τη χορήγηση εγγυητικών επιστολών με βάση τη συμφωνία. Η γενική αιτίαση περί της μη ικανοποίησης των αιτημάτων χρηματοδότησης της πιστούχου, χωρίς την ανάληψη συμβατικής τέτοιας υποχρέωσης, δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας καταχρηστική.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στον ως άνω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αθροιστικά μαζί με τα λοιπά ως άνω υπό στοιχεία α) έως ε) περιστατικά. Όμως, τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, συνολικώς εκτιμώμενα με τα ήδη αξιολογηθέντα από το Εφετείο, δεν είναι δυνατόν να προσδώσουν νομιμότητα στον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και να τον καταστήσουν ερευνητέο κατ' ουσίαν.

Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 4037/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ