Legislator Case Law & Legislation
51/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the contested claim was vague and irrelevant to the case outcome.

Case Number 51/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a property dispute. The State argued that the lower court failed to address its claim that the disputed land was public roads and thus common property. However, the Court ruled this argument inadmissible because it was vague, lacking specific legal procedures to establish the land's status as common property.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 b' and 176 of the Code of Civil Procedure; A vague claim that fails to establish the legal basis for a property status change is inadmissible and irrelevant to the case outcome.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague claim common property public roads irrelevant argument civil procedure property dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 8 b' of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957
Joint Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 11/1996
Supreme Court 684/2019
Supreme Court 1650/2018
Supreme Court 2/2001
Supreme Court 109/2019
Supreme Court 989/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 51 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 51/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Ε. Ν. Σ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σαββόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 17-3-2008 κύρια παρέμβαση της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "…" που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 219/2009 μη οριστική, 334/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-10-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 129/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Οι αναιρεσίβλητες άσκησαν κατά του εναγομένου-αναιρεσείοντος την από 22-3-2007 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία του περιγραφομένου στην αγωγή κατά θέση και όρια ακινήτου, εμβαδού 1.188,1 τ.μ. και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους το αποδώσει κατά το ανωτέρω ποσοστό, ενώ ζήτησαν επί πλέον να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους αποδώσει κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό και έτερο ακίνητο, εμβαδού 251,2 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή κατά θέση και όρια.

Στα πλαίσια άσκησης της πιο πάνω αγωγής, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…" άσκησε την από 17-3-2008 κύρια παρέμβαση, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητάς της στο ανωτέρω ακίνητο των 251,2 τ.μ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή και η κύρια παρέμβαση, με την 219/2009 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια παρέμβαση και διέταξε τεχνική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου διαπιστωθεί, αν τα δύο επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται στους τίτλους κυριότητας που επικαλέστηκαν οι ενάγουσες.

Μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η 334/2012 απόφαση του ανωτέρω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ειδικότερα, α) αναγνωρίστηκαν οι ενάγουσες συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία του πρώτου επιδίκου ακινήτου, εμβαδού, όμως, 1.145,80 τ.μ. και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να τους το αποδώσει κατά το ανωτέρω ποσοστό και β) υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδώσει στις ενάγουσες κατά το ίδιο ποσοστό το δεύτερο επίδικο ακίνητο εμβαδού 251,2 τ.μ., ενώ καταδικάστηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των εναγουσών, που ορίστηκε στο ποσό των 1.500 ευρώ.

Κατά της οριστικής αυτής απόφασης, το εναγόμενο-αναιρεσείον άσκησε την από 8-1-2013 έφεση, την οποία έστρεψε τόσο κατά των εναγουσών, όσο και κατά της ως άνω κυρίως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας και το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την αναιρεσιβαλλόμενη και πιο πάνω αναφερόμενη 129/2017 τελεσίδικη απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη ως προς την τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος, δέχθηκε την έφεση ως προς τις δύο πρώτες εφεσίβλητες, ήδη αναιρεσίβλητες και εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση μόνο ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης, επικυρώνοντας κατά τα λοιπά την οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 966-968 και 971 ΑΚ προκύπτει ότι τα κοινόχρηστα πράγματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι οδοί, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο, είναι δε πράγματα εκτός συναλλαγής. Όσον αφορά δε ειδικότερα τις οδούς, αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου και εκτός συναλλαγής πράγματος, α) με πράξη της διοίκησης για ρυμοτομία και τη συντέλεσή της σύμφωνα με τους νόμους περί σχεδίων πόλεων και αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, β) με τη βούληση του ιδιοκτήτη που θέτει στην κοινή χρήση συγκεκριμένο ακίνητο, είτε με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπο) κατά τις διατάξεις των άρθρων 1715, 2015 και 503 ΑΚ, είτε με παραίτηση από την κυριότητα, που πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί κατά τα άρθρα 369 και 1192 εδ. 1 ΑΚ και γ) με την από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 Πανδ. 43. 7, ν. 2 παρ. 8 Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) προβλεπόμενη αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες τους μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ήτοι την 23-2-1946, ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εκείνος που ισχυρίζεται ότι κάποιο ακίνητο ή οδός είναι κοινόχρηστος χώρος και εξ αυτού η κυριότητά του έχει προσπορισθεί στον οικείο ΟΤΑ ή στο Δημόσιο, πρέπει, για το ορισμένο του ισχυρισμού του, να καθορίσει τον νόμιμο τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας, προσδιορίζοντας όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα κατά νόμο για την εφαρμογή καθενός εκ των προαναφερομένων τρόπων που προεκτέθηκαν για τη θεμελίωσή της (ΑΠ 851/2021, ΑΠ 447/2021, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 336/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του περί της ουσίας των πραγμάτων, ότι οι αναιρεσίβλητες κατέστησαν συγκύριες με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα δυνάμει κληρονομικής διαδοχής από τους αναφερόμενους αληθείς κυρίους-δικαιοπαρόχους τους, απώτερους και απώτατους και σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, ενός ακινήτου εμβαδού τεσσάρων περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια … και ειδικότερα στη θέση "…" του … , εμφανιζόμενο με τα στοιχεία…, στο από … τοπογραφικό διάγραμμα των τοπογράφων μηχανικών Ε.

Α. και Β. Β., το οποίο ενσωματώνεται στην αγωγή και το οποίο συνορεύει από βορά με την παραλιακή … σε πλευρές … μήκους 22,4 μ. και … μήκους 26,4 μ., από νότο σε πλευρά … μήκους 25 μ. με την οδό…, …. μήκους 11,4 μ. με την οδό … και … μήκους 20 μ. με την οδό… , από ανατολή σε πλευρά …. μήκους 74 μ. αρχικά με ρέμα…, ήδη …. και … μήκους 21 μ.

με πρώην ρέμα … και από δύση σε πλευρά … μήκους 65 μ. με ιδιοκτησία Α. Σ.. Για τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι αναιρεσίβλητες κατέστησαν συγκύριες του ανωτέρω ακινήτου δεν προβάλλεται λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα κατά το ενδιαφέρον, για την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, μέρος της προσβαλλόμενης απόφασής του: "Εν τω μεταξύ, με τη με αριθμό 19738/ΠΕ/26-1-1987 απόφαση του Νομάρχη Ηρακλείου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 135/15-2-1987 τ.

Δ'), απαλλοτριώθηκε από τη νοτιοανατολική πλευρά του ως άνω ακινήτου και δεύτερο τμήμα επιφάνειας 118 τ.μ. και μετά από νεώτερη καταμέτρηση 112,20 τ.μ., που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα των πραγματογνωμόνων με τα στοιχεία … και καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση στους δικαιοπαρόχους των εναγουσών.

Εξάλλου, προγενέστερα, με τη με αριθμό 3624/1972 απόφαση του Νομάρχη Ηρακλείου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, καθορίστηκε διοικητικά η γραμμή του αιγιαλού, περιλαμβάνοντας σε αυτός εδαφικό τμήμα του ως άνω ακινήτου των εναγουσών. Οι τελευταίες, για την προστασία της ιδιοκτησίας τους, άσκησαν κατά του νυν εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου τη με αριθμό 7134/ΤΟ/1066/1991 αγωγή τους και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 453/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που κατέστη τελεσίδικη με τη με αριθμό 799/1999 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και αμετάκλητη με τη με αριθμό 1522/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι από το ως άνω μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου απεικονίζεται στο από 15-6-1995 ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία …, εκτάσεως 2.047 τ.μ. (το οποίο δεν είναι σήμερα επίδικο) ανήκει στη συγκυριότητα των εναγουσών και δεν αποτελεί αιγιαλό.

Κατά τη διάρκεια όμως της δικαστικής εκείνης διαμάχης, το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε έκταση εμβαδού 251,2 τ.μ., που απεικονίζεται με τα στοιχεία … στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα και είναι σήμερα επίδικη έκταση, η οποία συνορεύει από βορά σε πλευρά … μήκους 26,4 μ. με … …, από ανατολή σε πλευρά … μήκους 1,6 μ.

και … μήκους 24,8 μ. με επαρχιακή οδό … και από νοτιοδυτικά σε πλευρά … μήκους 22 μ. με υπόλοιπο ακίνητο εναγουσών. Η εν λόγω έκταση, όμως, όπως και το ίδιο άλλωστε το εναγόμενο συνομολογεί, αποτελεί τμήμα της κατά τα προεκτεθέντα δικαστικά αμετακλήτως αναγνωρισθείσας ιδιοκτησίας των εναγουσών και το εναγόμενο επ' αυτής κατασκεύασε την παραλιακή οδό … χωρίς δικαίωμα, αφού δεν προέβη σε απαλλοτρίωση και καταβολή αποζημίωσης, ώστε δεν απέκτησε ουδέποτε την κυριότητά της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται και έτσι απέβαλε παράνομα τις ενάγουσες από το ανωτέρω τμήμα του ακινήτου τους και πρέπει να τους το αποδώσει κατά το λόγο της μερίδας τους.

Περαιτέρω, το εναγόμενο παράνομα και αυθαίρετα κατέλαβε τμήμα του με τα στοιχεία … προαναφερθέντος μείζονος ακινήτου των εναγουσών, εκτάσεως κατά την αγωγή 1.188,1 τ.μ., αλλά στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τις μετρήσεις των ορισθέντων πραγματογνωμόνων, 1.145,80 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία … και συνορεύει από βορά με παραλιακή οδό … στο σημείο Α1, από ανατολή εν μέρει με επαρχιακή οδό … σε πλευρά … μήκους 74 μ.

και εν μέρει με ρέμα … σε πλευρά … μήκους 21 μ., από νότο σε τεθλασμένη γραμμή εν μέρει με ιδιοκτησία εναγομένου σε πλευρά … μήκους 10 μ., με την οδό … σε πλευρά … μήκους 3,4 μ., με την επαρχιακή οδό … σε πλευρά … μήκους 20 μ. και από δύση σε τεθλασμένη γραμμή εν μέρει με το υπόλοιπο ακίνητο των εναγουσών σε πλευρά … μήκους 82 μ.

και … μήκους 2,6 μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία εναγομένου σε πλευρά … μήκους 12 μ. και κατασκεύασε επ' αυτού την επαρχιακή οδό … ". Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ. Και τούτο διότι, το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι το αναιρεσείον κατέλαβε τα δύο επίδικα τμήματα εμβαδού 251,2 τ.μ. και 1.145,80 τ.μ., που ανήκαν στη συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων ως μέρη μεγαλυτέρου ακινήτου τους και κατασκεύασε επ' αυτών, στο μεν πρώτο την παραλιακή οδό … , στο δε δεύτερο την επαρχιακή οδό … , αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με την κατάληψη αυτή τα επίδικα αυτά τμήματα αποτελούν πλέον τμήματα δημοσίων οδών και ως τέτοια αποτελούν κοινόχρηστα πράγματα ανήκοντα στο Δημόσιο, δεδομένου ότι η κατάληψη αυτή από το τελευταίο έγινε, όπως δέχεται το Εφετείο, αυθαίρετα και χωρίς προηγούμενη απαλλοτρίωση των επιδίκων αυτών τμημάτων και την καταβολή αποζημίωσης στις αναιρεσίβλητες, ώστε τα τμήματα αυτά να αποκτήσουν, ως τμήματα δημοσίων οδών, τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, περί παράβασης των άρθρων 967 και 968 ΑΚ, είναι αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1293/2017, ΑΠ 250/2014), ή τον απέρριψε σιωπηρά, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1650/2018).

Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί και επομένως επουσιώδεις, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 989/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον διατείνεται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ότι με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις του, αλλά και με λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, προέβαλε τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό ότι τα επίδικα ακίνητα συνιστούν κοινόχρηστα πράγματα, λόγω του ότι αποτελούν τμήματα δημοσίων οδών και ότι επομένως δεν είναι δυνατή η απόδοσή τους στις αναιρεσίβλητες.

Επιπλέον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής του, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ. Ωστόσο, ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός ήταν αόριστος, δεδομένου ότι το αναιρεσείον δεν ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα ακίνητα, ως αποτελούντα τμήματα δημοσίων οδών, κατέστησαν κοινόχρηστα με έναν από τους αναφερόμενους στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης νόμιμους τρόπους, εκθέτοντας τα αναγκαία για την κάθε περίπτωση πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος, ως αόριστος, ήταν επουσιώδης για την έκβαση της δίκης. Σε κάθε δε περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε σιωπηρά, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, καθώς δέχθηκε, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, ότι το αναιρεσείον κατέλαβε τα επίδικα τμήματα και κατασκεύασε επ' αυτών τους αναφερόμενους δημόσιους δρόμους, χωρίς προηγούμενη απαλλοτρίωση των τμημάτων αυτών και την καταβολή αποζημίωσης στις αναιρεσίβλητες.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά συνέπεια, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογιστούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-10-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 129/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ