Legislator Case Law & Legislation
51/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where civil court cannot be bound by criminal acquittal regarding same facts.

Case Number 51/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a civil judgment regarding the validity of a property transfer. The appellant argued that a subsequent criminal acquittal of his brother established a presumption of innocence that should bind the civil court. The court rejected this, ruling that a civil judge is not bound by a criminal acquittal and may reach a different evidentiary conclusion based on the specific civil case facts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 76 para. 4 KPolD; Art. 559 KPolD: The principle of presumption of innocence does not bind a civil court to accept a criminal acquittal as conclusive evidence, allowing the civil judge to reach a different evidentiary conclusion based on the specific circumstances of the civil case.

Keywords

AI generated
presumption of innocence civil criminal conflict binding effect acquittal evidentiary conclusion property transfer validity appellate review civil liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 76 para. 4 KPolD
Art. 76 para. 3 KPolD
Art. 110 para. 2 KPolD
Art. 576 para. 3 KPolD
Art. 111 para. 2 KPolD
Art. 118 KPolD
Art. 216 KPolD
Art. 939-942 AC
Art. 559 KPolD
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 22 § 1 n. 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 51 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 51/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Χ., κατοίκου … . Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Ψηλού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2017 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην παρ. 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του, παρόλο ότι αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία του ένδικου μέσου (Ολ.ΑΠ 63/1981).

Στην περίπτωση δε αυτή (της πλασματικής ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει οι μη ασκήσαντες ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, κατ` εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ (ΑΠ 239/2020, ΑΠ 1130/2015, ΑΠ 192/2012).

Κατ` ακολουθίαν αυτών είναι παραδεκτή η συζήτηση της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως, αφού, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ` αριθ. 1653/30-6-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με έδρα το Πρωτοδικείο Αγρινίου Άγγελου Κωστόπουλου, ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναγκαίο ομόδικο (ως συνεναγόμενο) του αναιρεσείοντος Γ.

Μ. - Κ. του Χ., ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, β) επίκληση προθέσεως βλάβης του δανειστή και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από τον τρίτο κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένη στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 661/2015).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 KΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (Ολ.ΑΠ 15/2012, ΑΠ 5/2020).

Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 18/2018).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 698/2020, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 703/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του) της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, δεδομένου ότι αυτή ήταν απολύτως αόριστη ως προς τα στοιχεία που έπρεπε να αναφέρει και δη σχετικά με τη δική του γνώση ως προς το σκοπό βλάβης του ενάγοντος και τούτο έπρεπε να ελεγχθεί και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης ότι ο λόγος αυτός περί αοριστίας της αγωγής προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο επικαλέσθηκε ρητά ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων τελούσε σε γνώση του δόλου του πρώτου εναγόμενου ότι μεταβίβαζε το περιγραφόμενο ακίνητο προς βλάβη των συμφερόντων του (αναιρεσίβλητου), αναφέροντας μάλιστα στη συνέχεια και γεγονότα από τα οποία, κατά την κρίση του, αποδεικνύεται η γνώση του δεύτερου εναγόμενου.

Υπό τα εκτιθέμενα αυτά πραγματικά περιστατικά η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς το στοιχείο της γνώσεως του δεύτερου των εναγομένων ότι ο πρώτος εναγόμενος απαλλοτριώνει προς βλάβη του δανειστή του ενάγοντος. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου και ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 662/2016).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (Ολ.

ΑΠ 15/2012, ΑΠ 1275/2020, ΑΠ 1382/2019). Στην περίπτωση δε, κατά την οποία ο τρίτος αποκτά απευθείας από τον οφειλέτη και με αντάλλαγμα, απαιτείται, για τη σχετική διάρρηξη, ο τρίτος να γνώριζε θετικώς ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του (άρθρο 941 παρ. 1 ΑΚ). Ο τρίτος δηλαδή πρέπει να γνωρίζει ό,τι και ο οφειλέτης, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ο δόλος του και επιπλέον τον δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, η γνώση του δε αυτή ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια αυτού.

Η γνώση του τρίτου πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο, που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, ενώ η τυχόν επιγενόμενη κακή πίστη του δεν βλάπτει (ΑΠ 828/2020, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 28/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Γ.

Μ. - Κ. του Χ. [πρώτος εναγόμενος και μη διάδικος στην παρούσα δίκη] διατηρεί από τις 10-6-1993 ατομική επιχείρηση, με έδρα το 7ο χλμ. Ε.Ο. … -…, που έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση φορτηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης-οδικές μεταφορές. Στις 28.3.2008 έλαβε χώρα φορολογικός έλεγχος στην έδρα της επιχείρησης του πρώτου εναγόμενου από κλιμάκιο υπαλλήλων της ΥΠ.Ε.Ε Π.Δ.

…, που μετέβη στην επιχείρηση, μετά από την ... εντολή του Προϊσταμένου της υπηρεσίας, με σκοπό να προβούν κατά κύριο λόγο στη διασταύρωση με φορολογικά στοιχεία προμηθευτών του ελεγχόμενου προς την κατεύθυνση διακρίβωσης τυχόν λήψης από τον πρώτο εναγόμενο εικονικών στοιχείων εκδοτών για τους οποίους είχε προηγηθεί η διαπίστωση ότι είχαν εκδώσει εικονικά φορολογικά στοιχεία και συναλλάχθηκαν με την επιχείρηση του πρώτου εναγόμενου.

Κατά την έναρξη του ελέγχου με την ... έκθεση κατάσχεσης της ελέγχουσας υπηρεσίας, κατασχέθηκαν πρωτογενή φορολογικά στοιχεία της επιχείρησης του πρώτου εναγόμενου από την ΥΠ.Ε.Ε Π.Δ. ..., η οποία και τα έστειλε στη Δ.Ο.Υ …, που συνέχισε τον φορολογικό έλεγχο. Στη συνέχεια λόγω του ότι από το συνεργείο ελέγχου ήδη είχε διαπιστωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι υπαίτιος τέλεσης φορολογικών παραβάσεων, το εύρος των οποίων διερευνούσαν, συντάχθηκε η από 27.5.2009 έκθεση ελέγχου ΚΒΣ για τις φορολογικές περιόδους 2003, 2004, 2005 και 2006 των ελεγκτών..., στο πόρισμα της οποίας διαπιστώνεται ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν λήπτης εικονικών και εικονικών-πλαστών στοιχείων με εκδότες τους...

Ακολούθως εκδόθηκε η από 8.12.2009 έκθεση ελέγχου (προσωρινός έλεγχος) ΦΠΑ Ν. 2859/2000 της Δ.Ο.Υ …..., κατά την οποία από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η λήπτρια επιχείρηση του πρώτου εναγόμενου με βάση τα εικονικά στοιχεία διενήργησε έκπτωση φόρου εισροών κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2859/2000 (περί ΦΠΑ) και περιορίστηκαν οι δηλωθείσες φορολογητέες δαπάνες για τα έτη 2003, 2004, 2005 και 2006, ως προς τις διαπιστωθείσες ως μη νόμιμες.

Μετά την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου και τη διαπίστωση των φορολογικών παραβάσεων με βάση τις προαναφερθείσες εκθέσεις ελέγχου εκδόθηκαν α) οι ... αποφάσεις επιβολής προστίμου ΚΒΣ και β) ... πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ και οι αντίστοιχες ... -πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ. Κατά των ανωτέρω πράξεων ο πρώτος εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αγρινίου τις από 9-12-2009 και 15-2-2010 προσφυγές κατά των πράξεων και προστίμων ΦΠΑ, λόγω δε αυτών έγινε προβεβαίωση 10%.

Συγκεκριμένα αναφορικά με τα εικονικά-πλαστά φορολογικά στοιχεία λήψης και αποδοχής του πρώτου εναγόμενου με βάση τους προαναφερόμενους ελέγχους επιβλήθηκαν τα παρακάτω πρόστιμα: .... Τα ως άνω επιμέρους ποσά αναφέρονται αναλυτικά κατ' είδος, αριθμό και ημερομηνία τριπλοτύπου ταμειακής βεβαίωσης, οικονομικό έτος, στο οποίο ανάγονται, ποσό αρχικής βεβαίωσης, εισπραχθέν ποσό, υπόλοιπο ληξιπρόθεσμο ποσό, προσαυξήσεις και τελικά απαιτητό ποσό στον από 7-2-2011 πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ …, σύμφωνα με τον οποίο ο εν λόγω οφειλέτης οφείλει στο ενάγον Ελληνικό Δημόσιο από ληξιπρόθεσμες, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής οφειλές του στη Δ.Ο.Υ , το συνολικό ποσό των 233.824,40 ευρώ [κεφάλαιο: 209.512,73 ευρώ πλέον προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής 24.321,67 ευρώ.].

Ο ανωτέρω οφειλέτης του Ελληνικού Δημοσίου Γ Μ. - Κ. γνωρίζοντας, ότι είχε υποπέσει σε πλήθος φορολογικών παραβάσεων, αφού ήδη από τις 28-3-2008 οι υπάλληλοι της ΥΠ.Ε.Ε ...... , μετέβησαν στην επιχείρησή του με την ... εντολή ελέγχου και του επέδωσαν την ... έκθεση, κατάσχοντας τα αναφερόμενα σ' αυτήν βιβλία και στοιχεία του και υποψιαζόμενος, ότι ο έλεγχος που θα ακολουθούσε, θα οδηγούσε στην δια της εκδόσεως πράξεων καταλογισμού επιβολή σε βάρος του προστίμων, έσπευσε να μεταβιβάσει το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο, προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση των ως άνω βεβαιωθεισών και ληξιπροθέσμων απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, τα παραγωγικά γεγονότα των οποίων ανάγονται στον χρόνο τέλεσης των εν λόγω φορολογικών παραβάσεων, δηλαδή στις χρήσεις οικονομικών ετών 2003, 2004, 2005 και 2006.

Συγκεκριμένα στις 31-7-2009 με το ... συμβόλαιο πώλησης της Συμβολαιογράφου Αγρινίου Ευγενίας Γεωργίου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγρινίου, μεταβίβασε με αυτοσύμβαση στον αδερφό του και δεύτερο εναγόμενο Ν. Μ. του Χ. (αναιρεσείοντα), κατ' αποκλειστική κυριότητα, ένα αγροτεμάχιο ποτιστικό, εκτάσεως 4.340 τ.μ., στη θέση "… ", εκτός σχεδίου πόλεως του Δημοτικού Διαμερίσματος ...

του Δήμου ..., εκτός ζώνης και εκτός Γενικού πολεοδομικού Σχεδίου το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει πρόσοψη στην Εθνική Οδό … - …, μετά της εντός αυτής ισόγειας οικοδομής - κατάστημα, εμβαδού 113,06 τ.μ., για την οποία εκδόθηκε η αριθ. ... άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας .... Η αξία του ανέρχεται, σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο πώλησης στο ποσό των 76.101,18 ευρώ...

Κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης του μεταβιβαστικού της κυριότητας του ακινήτου συμβολαίου, ... από τον οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου Γ. Μ.-Κ., ήτοι την 31-7-2009, ενόσω ήδη από 28.3.2008 είχε αρχίσει η διενέργεια του φορολογικού ελέγχου στην επιχείρηση του πρώτου εναγόμενου και συνταχθεί η ως άνω έκθεση ελέγχου, ο τελευταίος γνώριζε ότι είχε υποπέσει καθόλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα των ετών 2003 έως και 2006 σε σοβαρές φορολογικές παραβάσεις και ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας το ενάγον ήταν δανειστής του, δηλαδή είχε απαίτηση προς καταβολή των προστίμων, που θα καταλογιζόταν αρμοδίως για τις διαπιστωθείσες φορολογικές παραβάσεις του ΚΒΣ, η οποία τελούσε υπό προθεσμία, ήτοι επιβολής του προστίμου σε ορισμένο μελλοντικό χρονικό σημείο.

Η απαίτηση του ενάγοντος, αναφορικά με τα εικονικά και εικονικά-πλαστά φορολογικά στοιχεία κατέστη ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση της αγωγής. Συγκεκριμένα η εν λόγω απαίτηση του ενάγοντος ποσού 233.824,40 ευρώ, κατά του πρώτου εναγόμενου οφειλέτη, ήταν κατά μεν το χρόνο της απαλλοτρίωσης (31-7-2009) γεγενημένη, τελούσα όμως υπό την προθεσμία της επιβολής των προστίμων, διότι τα θεμελιωτικά της απαίτησης του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου περιστατικά, από την 28.3.2008, μετά την ...

εντολή του προϊσταμένου της ΥΠ.Ε.Ε Π.Δ. ..., με την οποία είχε δοθεί η παραγγελία για τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου από υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας στην ατομική επιχείρηση του εναγόμενου, είχαν ήδη συντελεστεί...

Συνεπώς το γεγονός ότι κατά το χρόνο σύνταξης του συμβολαιογραφικού εγγράφου δεν είχαν συνταχθεί ούτε επιδοθεί σ' αυτόν οι πράξεις καταλογισμού δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, ο ίδιος δε γνώριζε σαφώς τη γεγενημένη οφειλή του προς το Δημόσιο από τις φορολογικές παραβάσεις και τις ακολουθούμενες διαδικασίες και ότι αναμενόταν σε βάρος του σύντομα ο καταλογισμός του άνω ποσού.

Τον καταλογισμό αυτό και την στη συνέχεια αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του, θέλησε να προλάβει, για την ματαίωση ικανοποίησης της ήδη γεγενημένης και συγκεκριμένης απαίτησης του Δημοσίου ο πρώτος εναγόμενος, διότι λόγω της έκνομης δραστηριότητάς του επί σειρά ετών, με την αποδοχή εικονικών παραστατικών, θεωρούσε ως άμεση συνέπεια την επιβολή σε βάρος του χρηματικών προστίμων...

Η επίμαχη μεταβίβαση του αγροτεμαχίου έγινε με αυτοσύμβαση, όπου ο δεύτερος εναγόμενος, αδελφός του πρώτου, παραστάθηκε στην υπογραφή του συμβολαίου μόνος του ήτοι, ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος του αδερφού του αλλά και για τον εαυτό του ατομικά, ενώ κατά το περιεχόμενο του συμβολαίου καταβλήθηκε εκτός του συμβολαιογραφείου σε μετρητά ολόκληρο το τίμημα, αποδέχτηκε δε παράλληλα ότι τελεί εν γνώσει όλων των βαρών του ακινήτου και αναλαμβάνει την αποπληρωμή και εξόφληση παντός δανείου υφιστάμενου επ' αυτού.

Πράγματι στο εν λόγω ακίνητο έχουν εγγραφεί δύο υποθήκες της Αγροτικής Τράπεζας για ποσό 50.000 ευρώ η μία και για ποσό 7.110 ευρώ η δεύτερη. Ο δεύτερος εναγόμενος άρχισε να πληρώνει και συνεχίζει να πληρώνει τις δόσεις των δανείων για το οποίο έχουν εγγραφεί οι εν λόγω υποθήκες, προκειμένου να μην εκπλειστηριασθεί το ακίνητο αυτό από την Τράπεζα.

Τα δύο αδέλφια ηλικίας 38 ετών ο πρώτος εναγόμενος και 43 ο δεύτερος εναγόμενος κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχαν πολύ καλές σχέσεις μεταξύ τους και γνώριζε ο ένας τα προβλήματα του άλλου. Το γεγονός ότι ο οφειλέτης του Δημοσίου αδερφός ασχολείται με οδικές μεταφορές και ο αποκτήσας το ακίνητο ασκεί το επάγγελμα του ιατρού-οφθαλμιάτρου δεν σημαίνει ότι όταν συντελέστηκε η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, ο τελευταίος δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο αδερφός του και το γεγονός ότι ήδη είχε προηγηθεί έλεγχος από τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες και είχε κληθεί και απαντήσει για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις.

Άλλωστε, ούτε άμεσος κίνδυνος επίκειτο λόγω αναγκαστικού πλειστηριασμού του ακινήτου από την Αγροτική Τράπεζα καθώς όπως αποδεικνύεται από το 22-5-2012 έγγραφο της δανείστριας Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος στις 31-7-2009 [χρόνος σύναψης της επίδικης δικαιοπραξίας] η εν λόγω Τράπεζα δεν είχε κινήσει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη της Γ.

Μ.-Κ. από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 40.000 ευρώ [σύμβαση 26/2004]. Ο δεύτερος εναγόμενος, επικαλούμενος ότι ο αδελφός του είχε καθυστερήσει την πληρωμή του τοκοχρεωλυτικού δανείου, που ήταν εξοφλητέο σε 120 μηνιαίες δόσεις [30-1-2004 λήψη] και για την πληρωμή του οποίου είχε ανοιχθεί ο ... λογαριασμός καθώς και την υφιστάμενη οφειλή εκ 41.430,47 στις 31-7-2009, από την οποία υπήρχε ληξιπρόθεσμη οφειλή 19.961,25 ευρώ, διατείνεται ότι προέβη στην αγορά του ακινήτου, προκειμένου να συνεχίσει να πληρώνει το δάνειο προς αποφυγή της απώλειας του ακινήτου με αναγκαστική εκτέλεση, πράγμα που έπραξε και στη συνέχεια καταβάλλοντας συνολικά το ποσό των 34.831,57 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου 11.704,44 ευρώ.

Ωστόσο από το γεγονός αυτό δεν αναιρείται η γνώση του για τον καταδολιευτικό σκοπό του αδελφού του, αφού η εκδηλωθείσα αδυναμία του τελευταίου να εξοφλήσει το δάνειο, το οποίο προγενέστερα εξυπηρετούσε, απευθείας τον οδηγούσε στην σκέψη ότι όφειλε να ενημερωθεί με λεπτομέρεια για την οικονομική κατάσταση του αδελφού του, πριν προχωρήσει στην σύναψη σύμβασης με αυτόν.

Επίσης ο δεύτερος εναγόμενος επικαλείται ότι εφόσον έλαβε πριν την κατάρτιση της σύμβασης το ... με αυξ. Αριθμό ... αποδεικτικό ενημερότητας της Δ.Ο.Υ … με ισχύ έως 30/11/2009, σύμφωνα με το οποίο ο Γ. Μ.-Κ. ήταν ενήμερος για τα χρέη του προς το Δημόσιο, δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί και να γνωρίζει τις απαιτήσεις του ενάγοντος και τον σκοπό του αδελφού του.

Ο ισχυρισμός αυτός του δεύτερου εναγόμενου δεν είναι βάσιμος, διότι η έκδοση αυτή του αποδεικτικού από την αρμόδια Δ.Ο.Υ με σκοπό είσπραξη χρημάτων, δεν έρχεται σε αντίθεση με τα πραγματικά περιστατικά του διενεργηθέντος φορολογικού ελέγχου και των διαπιστωθεισών παραβάσεων του ελεγχόμενου αδελφού του, που επέσυραν την επιβολή προστίμων και ήταν γνωστές στον πρώτο εναγόμενο καθώς και στον δεύτερο.

Και είναι βέβαια αληθές ότι μόνη η διενέργεια φορολογικού ελέγχου των φορολογικών στοιχείων του απαλλοτριώσαντος δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και ύπαρξη χρέους του τελευταίου προς το Ελληνικό Δημόσιο ούτε και γνώση των παραγωγικών γεγονότων του χρέους εκ μέρους του δεύτερου εναγόμενου, πλην όμως, στην προκείμενη περίπτωση ο πρώτος εναγόμενος είχε ήδη κληθεί και του είχε γνωστοποιηθεί το ...

υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου για συγκεκριμένες παραβάσεις, η δε απάντησή του προς την ΥΠ.Ε.Ε ..., με το ... απολογητικό υπόμνημα... ουδόλως αποκρούει τις παραβάσεις. Τα γεγονότα αυτά βεβαίως δεν απέκρυψε από τον αδελφό του, ούτε μπορεί να νοηθεί ότι ενημέρωσε ελλιπώς αυτόν, όπως την ελέγχουσα αρχή, στην οποία άλλοι λόγοι υπαγόρευσαν την ως άνω γενικόλογη απάντησή του, εφόσον με τον τρόπο που απάντησε προς την φορολογική αρχή, αποσκοπούσε στο να εξασφαλίσει τον αναγκαίο χρόνο, ώστε να προβεί στην μεταβίβαση.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι εντός του επιδίκου και επί του υφισταμένου κτιρίου λειτουργούσε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, πράγμα που ορθολογικά επέτρεπε στον πρώτο εναγόμενο να συνεχίσει να το εκμισθώνει για τη χρήση αυτή το ακίνητο ή για άλλη παρεμφερή χρήση, έτσι ώστε να εξασφαλίζει την πληρωμή του δανείου, καλύπτοντας την μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση από 450 ευρώ περίπου, χωρίς να συντρέχει λόγος εκποίησής του.

Ο δεύτερος εναγόμενος αναγνωρίζει αυτήν την εμπορική και μισθωτική αξία του ακινήτου, επικαλούμενος την προνομιακή του θέση επί της Ε.Ο … -… και την εκμίσθωση από αυτόν για χρονική διάρκεια εννέα (9) ετών του ακινήτου ως καφέ-μπαρ για το χρονικό διάστημα από 20-5-2015 έως 19-5-2024, έναντι μηνιαίου μισθώματος 500 ευρώ, γεγονός στο οποίο στηρίζει την άποψή του ότι προέβη στην αγορά, ως συμφέρουσα επένδυση, χωρίς ωστόσο να δικαιολογεί γιατί η επένδυση αυτή, στην οποία είχε προβεί ο αδελφός του από το 2004 δεν μπορούσε να συνεχίσει να πραγματοποιείται από τον ίδιο.

Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του δεύτερου εναγόμενου ότι επειδή ασκούσε την ιατρική του ειδικότητα στην … από το έτος 2002 μέχρι το 2007 δεν ήταν δυνατό να γνωρίζει τις δραστηριότητες του έτερου αδελφού του στο …, όπου μετά το πέρας της εξειδίκευσης λειτούργησε αυτός το ιατρείο του αλλά και ότι είναι έγγαμος με τρία παιδιά ενώ ο πρώτος των εναγομένων είναι άγαμος, δεν αναιρούν την καλή οικογενειακή τους σχέση, την διαμονή τους στην ίδια πόλη και το αμοιβαίο ενδιαφέρον των αδελφών ούτε είναι ικανά να θεμελιώσουν την έλλειψη γνώσης από μέρους του.

Ενόψει αυτών ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε τα παραγωγικά γεγονότα του χρέους του αδελφού του και πρώτου εναγόμενου προς το ενάγον και τον καταδολιευτικό σκοπό του αδελφού του.

Συνεπώς, η επίδικη μεταβίβαση έλαβε χώρα όταν ο δεύτερος εναγόμενος είχε πλήρη γνώση των συνεπειών του φορολογικού ελέγχου στην ατομική επιχείρηση του αδελφού του και πραγματοποιήθηκε αυτή για να μην μπορέσει το ενάγον να ικανοποιήσει την είσπραξη των απαιτήσεών του που είχε σε βάρος του μεταβιβάσαντος το ακίνητο, πρώτου εναγόμενου.

Περαιτέρω σύμφωνα με τα από 26-1-2011, 26-1-2011, 5-4-2011, 26-1-2011 και 10-5-2011 πιστοποιητικά από το Υποθηκοφυλακείο Αιτωλικού, Λευκάδας, Αστακού και Ναυπάκτου αντίστοιχα προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν έχει άλλη ακίνητη περιουσία από τις οποίες να μπορέσει το Ελληνικό δημόσιο να ικανοποιηθεί. Στον εν λόγω οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθε, ως καταπιστευματοδόχο κατ' άρθρο 1923 ΑΚ από την εκ διαθήκης [από 10-2-1991 ιδιόγραφης διαθήκης] κληρονομία του πατέρα του Χ.

Μ. του Ν., που αποβίωσε στις 5 Ιουλίου 1995, με κληρονόμο την μητέρα του, Χ. Μ. του Γ. χήρα Χ. Μ., μία διηρημένη-κάθετη ιδιοκτησία με στοιχεία τμήμα 02 με ποσοστό 500/1000 εξ αδιαιρέτου επί του ενιαίου οικοπέδου εμβαδού 381,53 τ.μ εντός των ορίων του οικισμού ... στην περιφέρεια του ομώνυμου Δήμου και μελλοντική αναλογούσα δόμηση 192,15 τ.μ και ένα οικόπεδο εμβαδού 1.250,52 τ.μ, εντός σχεδίου εντός οικισμού ....

Την εν λόγω κληρονομία αποδέχθηκαν με την ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αγρινίου Ευγενίας Γεωργίου-Καλλιακμάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα... Με την ίδια διαθήκη περιήλθαν στον δεύτερο εναγόμενο, ως κληρονόμο, που αποδέχθηκε την κληρονομία με την ίδια ως άνω πράξη αποδοχής, εννέα (9) ακίνητα στην ίδια κτηματική περιφέρεια ήτοι 2 οικόπεδα, το ένα με οικία, εντός του οικισμού ..., αγροτεμάχια εκτός οικισμού, για τα οποία ισχυρίζεται ότι είναι πολύ μικρής αξίας, καθότι βρίσκονται στον οικισμό ...

του τέως Δήμου ... και ήδη Δήμου … δηλ. σε απομακρυσμένο από το … χωριό. Ωστόσο από τα ακίνητα του καταπιστεύματος του πρώτου εναγόμενου δεν μπορεί να ικανοποιηθεί το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, πριν την περιέλευση του καταπιστεύματος σ' αυτόν, που θα γίνει μετά το θάνατο της βεβαρυμένης με το καταπίστευμα μητέρας του, ηλικίας-κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής-74 ετών, σε κάθε δε περίπτωση το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο, ως δικαίωμα προσδοκίας εκτιμάται, όπως επικαλείται ο δεύτερος εναγόμενος για τα λοιπά ακίνητα, ως πολύ μικρής αξίας.

Σημειωτέον ότι ο δεύτερος εναγόμενος ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο παρόν δικαστήριο... προέβαλε την ένσταση ότι απέκτησε τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία της προσδοκίας ως καταπιστευματοδόχος ή και τυχόν άλλα ως περιουσία του, η οποία πλέον επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή.

Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου αποδείχθηκε η γνώση του δεύτερου εναγόμενου - τρίτου προς τον οποίο η μεταβίβαση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση της απόφασης, εφόσον δεν αποδεικνύονται άλλα περιουσιακά στοιχεία του πρώτου εναγόμενου που αυτός κατέχει κατά το χρόνο έγερσης της κρινόμενης αγωγής- χρόνος κρίσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση της απόφασης, για τη φερεγγυότητα του οφειλέτη και την αντίστοιχη βλάβη του ενάγοντος δανειστή, που αρκούν για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος πως ο πρώτος εναγόμενος προβαίνοντας στην προαναφερθείσα μεταβίβαση ακινήτου στον δεύτερο εναγόμενο, έμεινε χωρίς άλλη εμφανή περιουσία ή ότι η υπολειπόμενη περιουσία του δεν είναι επαρκής για την ικανοποίηση της απαίτησής της, συνολικού ύψους 233.824,40 ευρώ, είναι βάσιμος κατ' ουσίαν.

Επομένως, οι λόγοι έφεσης με τους οποίους ο εκκαλών παραπονείται για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κρίνονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τον τρίτο λόγο έφεσης και τους λοιπούς λόγους που συντείνουν σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κρίνονται κατ' ουσία αβάσιμοι και απορριπτέοι... ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 135/2012 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 16-3-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου και ως ουσία βάσιμη και απαγγέλθηκε η διάρρηξη της ως άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων του ΑΚ και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη της άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται α) ότι τα παραγωγικά περιστατικά της απαίτησης του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, από την εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου λήψη και αποδοχή εικονικών-πλαστών τιμολογίων, είχαν συντελεστεί κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης του μεταβιβαστικού της κυριότητας του επίδικου ακινήτου συμβολαίου, ήτοι την 31-7-2009, β) ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στη μεταβίβαση του άνω περιουσιακού του στοιχείου στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με πρόθεση βλάβης του αναιρεσιβλήτου, καθόσον γνώριζε ότι είχε υποπέσει καθ' όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα των ετών 2003 έως και 2006 σε σοβαρές φορολογικές παραβάσεις και ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας το ενάγον ήταν δανειστής του, δηλαδή είχε απαίτηση προς καταβολή των προστίμων, που θα καταλογιζόταν αρμοδίως για τις διαπιστωθείσες φορολογικές παραβάσεις του ΚΒΣ, τον καταλογισμό δε αυτόν και την στη συνέχεια αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του, θέλησε να προλάβει, για την ματαίωση ικανοποίησης της ήδη γεγενημένης και συγκεκριμένης απαίτησης του Δημοσίου, γ) ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων γνώριζε τα παραγωγικά γεγονότα του χρέους του αδελφού του και πρώτου εναγόμενου προς το ενάγον και τον καταδολιευτικό σκοπό του αδελφού του, αφού είχε πλήρη γνώση των συνεπειών του φορολογικού ελέγχου στην ατομική επιχείρηση του αδελφού του και ότι η επίμαχη μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε για να μην μπορέσει το ενάγον να ικανοποιήσει την είσπραξη των απαιτήσεών του που είχε σε βάρος του μεταβιβάσαντος το ακίνητο, πρώτου εναγόμενου, και δ) ότι δεν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία του πρώτου εναγόμενου, που να αρκούν για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, συνολικού ύψους 233.824,40 ευρώ.

Βάσει δε αυτών των περιστατικών εδικαιούτο το αναιρεσίβλητο να απαιτήσει τη διάρρηξη της επίμαχης μεταβιβαστικής της κυριότητας του ακινήτου του πρώτου εναγόμενου στον δεύτερο εναγόμενο, αφού συνέτρεξαν οι ως άνω προϋποθέσεις της διάρρηξης της επίμαχης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: α) ότι η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία του ακινήτου του πρώτου εναγόμενου, μη διαδίκου πλέον, έγινε προς βλάβη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, αφού κατά το χρόνο που αυτή καταρτίσθηκε ο ως άνω οφειλέτης γνώριζε την οφειλή του προς το αναιρεσίβλητο και παρά ταύτα επεχείρησε από πρόθεση την ανωτέρω δικαιοπραξία με αποκλειστικό σκοπό να το αποστερήσει από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή του από το περιουσιακό στοιχείο που διέθετε, β) ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων γνώριζε τα παραγωγικά γεγονότα του χρέους του αδελφού του και πρώτου εναγόμενου προς το ενάγον και τον καταδολιευτικό σκοπό του αδελφού του, και γ) ότι η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του οφειλέτη του αναιρεσίβλητου δεν αρκούσε για να ικανοποιηθεί η απαίτηση του τελευταίου.

Περαιτέρω, καμία αντίφαση δεν υφίσταται μεταξύ αφενός της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι το επίδικο ακίνητο είχε εμπορική και μισθωτική αξία, σε αντίθεση με τα λοιπά ακίνητα και αφετέρου της παραδοχής ότι τα ακίνητα του καταπιστεύματος του μεταβιβάσαντος οφειλέτη είναι μικρής αξίας και δεν επαρκούν για την ικανοποίηση της απαίτησης του αναιρεσίβλητου, αφού σαφώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι από τα ακίνητα του καταπιστεύματος του πρώτου εναγόμενου δεν μπορεί να ικανοποιηθεί το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, πριν την περιέλευση του καταπιστεύματος σ' αυτόν, που θα γίνει μετά το θάνατο της βεβαρυμένης με το καταπίστευμα μητέρας του, σε κάθε δε περίπτωση το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο, ως δικαίωμα προσδοκίας εκτιμάται, όπως επικαλείται ο δεύτερος εναγόμενος για τα λοιπά ακίνητα, ως πολύ μικρής αξίας, σε αντίθεση με το επίδικο ακίνητο, την εμπορική και μισθωτική αξία του οποίου συνομολογεί και ο δεύτερος εναγόμενος.

Επίσης και η αναφορά ότι ο δεύτερος εναγόμενος πληρώνει τις δόσεις των δανείων στην … Τράπεζα δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι αυτός προέβη στην αγορά του επίδικου ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο γνωρίζοντας ότι αυτός απαλλοτριώνει το εν λόγω περιουσιακό του στοιχείο με σκοπό βλάβης του δανειστή του, οι δε συναφείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του άνω αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με την αναγκαία, κατ` άρθρο 939 ΑΚ, αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ένδικης απαλλοτριώσεως και της ματαίωσης της ικανοποιήσεως του αναιρεσίβλητου λόγω της αφερεγγυότητας του πρώτου εναγόμενου, καθώς και την αναγκαία, κατ` άρθρο 941 ΑΚ, γνώση του αναιρεσείοντος, ως τρίτου, ότι ο οφειλέτης - πρώτος εναγόμενος προέβη στην απαλλοτρίωση του εν λόγω ακινήτου του προς βλάβη του αναιρεσίβλητου, είναι αβάσιμος.

Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την εκ μέρους του αναιρεσείοντος γνώση τόσο της οφειλής του πρώτου εναγόμενου προς το αναιρεσίβλητο, όσο και της πρόθεσης του εν λόγω οφειλέτη να προβεί στην εκποίηση του άνω ακινήτου με σκοπό βλάβης του αναιρεσίβλητου, περαιτέρω δε, στην ανάλυση και στάθμισή τους.

Σύμφωνα, επομένως, και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, είναι απαράδεκτες.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κατ` εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι γνώριζε αυτός τα παραγωγικά γεγονότα του χρέους του αδελφού του και πρώτου εναγόμενου προς το ενάγον, θεωρώντας ότι το αποδεικτικό ενημερότητας που έλαβε πριν την κατάρτιση της σύμβασης από τη Δ.Ο.Υ …, σύμφωνα με το οποίο ο Γ.

Μ.-Κ. ήταν ενήμερος για τα χρέη του προς το Δημόσιο, δεν ήταν αρκετό ώστε να έχει αυτός την πεποίθηση ότι ο αδερφός του δεν οφείλει τίποτε στο Δημόσιο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αυτού, η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου αναφορικά με την γνώση εκ μέρους του αναιρεσείοντος της οφειλής του αδερφού του προς το Δημόσιο, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την οφειλή του αδερφού του προς το Δημόσιο δέχθηκε, πέραν των άλλων, ότι η έκδοση του άνω αποδεικτικού ενημερότητας από την αρμόδια Δ.Ο.Υ με σκοπό είσπραξη χρημάτων, δεν έρχεται σε αντίθεση με τα πραγματικά περιστατικά του διενεργηθέντος φορολογικού ελέγχου και των διαπιστωθεισών παραβάσεων του ελεγχόμενου αδελφού του αναιρεσείοντος, που επέσυραν την επιβολή προστίμων και ήταν γνωστές στον πρώτο εναγόμενο καθώς και στον αναιρεσείοντα, το γεγονός όμως αυτό δεν συνιστά ερμηνεία του στοιχείου της γνώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 939 ΑΚ.

Τέλος, και η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα, με το οικείο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς το ζήτημα της εκ μέρους του γνώσεως του δόλου του πρώτου εναγόμενου, δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου το οποίο επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης, ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα τα οποία εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο ο οποίος δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Ο σεβασμός, όμως, του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση (ολΑΠ 4/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι όλα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίσθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη και δη η παραδοχή ότι ο αδελφός του γνώριζε ότι είχε παρανομήσει προβαίνοντας επανειλημμένα στην αποδοχή εικονικών τιμολογίων και πως η συμπεριφορά του αυτή θα οδηγούσε στην επιβολή προστίμων και στη δέσμευση της περιουσίας του, λόγο για τον οποίο και προέβη στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου του, έχουν τελεσίδικα κριθεί αντίθετα από ποινικό δικαστήριο και συγκεκριμένα ότι με την υπ' αριθ. 48/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, παρόλη την προγενέστερη έκδοση της προσβαλλόμενης, ο αδελφός του κρίθηκε αθώος για την πλειοψηφία των επίδικων τιμολογίων και συνεπώς υφίσταται το τεκμήριο αθωότητας κατηγορουμένου, που ναι μεν θα πρέπει να προταθεί από τον αδελφό του, πλην όμως λόγω της μεταξύ τους αναγκαστικής ομοδικίας μπορεί να προταθεί και από τον ίδιο.

Σύμφωνα, όμως, με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, προεχόντως διότι το Εφετείο δεν επελήφθη μεταγενεστέρως της υποθέσεως και συνεπώς δεν προέβη για τις ανάγκες της δίκης σε ερμηνεία της άνω επικαλούμενης ποινικής αθωωτικής απόφασης και δη κατά τρόπο που να δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου, πέραν του ότι ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του, πολύ δε περισσότερο που εν προκειμένω κατά τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ο αδελφός του δεν κρίθηκε αθώος για το σύνολο των επίδικων τιμολογίων.

Κατ` ακολουθίαν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 § 1 ν.3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Σεπτεμβρίου 2019 αίτηση του Ν. Μ. του Χ. για αναίρεση της με αριθ. 70/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ