Supreme Court dismisses appeal on appeal rejection due to defendant's default and statute of limitations issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision to reject the appeal due to the plaintiff's default. The lower court found that the statute of limitations was interrupted multiple times, allowing the defendant's claim to proceed. The Court ruled that the appeal rejection was substantive, not formal, and thus the appeal against it was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553(1) C.Pol.D.; Art. 524(3) C.Pol.D.; The rejection of an appeal due to the appellant's default is substantive, meaning the appeal against such rejection is admissible only against the final judgment incorporating the first-instance decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 51 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 51/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ", που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χολέβα, ο οποίος ανακάλεσε την από 18-11-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "GLAXOSMITHKLINE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγούλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02-06-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2708/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3927/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση αμφοτέρων των αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-3-2019 αίτησή του, η οποία κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών με γενικό αριθμό κατάθεσης 2904/2019 και στο Πρωτοδικείο Αθηνών με γενικό αριθμό κατάθεσης 26786/2019. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, ενώ κατά το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτά (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 322/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος άσκησής της (ΑΠ 819/2017, ΑΠ 268/2016).
Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 3927/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας του την έφεση του εναγόμενου ΝΠΔΔ και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 2708/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι παραδεκτή, εφόσον κατά την άσκηση αυτής (αίτησης αναίρεσης) η ως άνω προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, αφού επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 05-02-2019 (βλ.
την από 05-02-2019 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδοθέν αντίγραφο αυτής), χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, όπως τούτο προκύπτει από την από 22-03-2019 βεβαίωση του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης κατά της παραπάνω προσβαλλομένης τελεσίδικης απόφασης (άρθ. 553 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το μέρος, όμως, που η κρινόμενη αίτηση στρέφεται κατά της, ενσωματωθείσας στην προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου, υπ' αριθμ. 2708/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, καθώς και την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων, αποτελεί δε την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο και γι' αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξιώσεως, όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι είναι αναγκαίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κάτι ιδιαίτερο (ΑΠ 148/2017, ΑΠ 361/2019, ΑΠ 1819/2012).
Την παραγραφή διακόπτει και η άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΑΚ, κατά την έννοια του οποίου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, μετά την με τον τρόπο αυτό επέλευση της διακοπής, αποτελεί διακοπτικό γεγονός και κάθε μετέπειτα διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (ΑΠ 1264/2019, ΑΠ 148/2017), όπως η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης η άσκηση ενδίκου μέσου κ.λπ. .
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Το διακοπτικό δηλαδή αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της έγερσης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της απόφασης, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής.
Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από τον διάδοχο του, κατά του ίδιου εναγομένου, ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή κατά του διαδόχου του, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 345/2020, ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ είναι, ουσιαστικά, αλληλένδετες λειτουργικά μεταξύ τους, καθόσον η δεύτερη από αυτές αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της πρώτης, παρέχοντας στο δανειστή, που δεν αδράνησε να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, τη δυνατότητα να επανεγείρει την αγωγή του και να διορθώσει και συμπληρώσει ελλείψεις της αρχικικής αγωγής, είτε μετά την τελεσίδικη απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης για λόγους τυπικούς (π.χ. λόγω έλλειψης κάποιας δικονομικής προϋπόθεσης), χωρίς δηλαδή να έχει υπεισέλθει το δικαστήριο στην ουσία της υπόθεσης, είτε παραιτούμενος από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής και πριν την έκδοση απόφασης. Παρέχεται, έτσι, ένας επί πλέον λόγος διακοπής της παραγραφής ως συνέχεια των, μετά την άσκηση της αγωγής, διακοπτικών αυτής διαδικαστικών πράξεων, που ανατρέχει όμως στο χρόνο άσκησης της αρχικής αγωγής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του Ν.Δ. 496/1974 "Λογιστικό των ΝΠΔΔ" προκύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής των εν γένει χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε (5) έτη, πλην των ειδικότερων αξιώσεων που αφορούν αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα χρηματικά ποσά, αξιώσεις υπαλλήλων και συνταξιούχων του ΝΠΔΔ κλπ., για τις οποίες προβλέπεται διαφορετικός χρόνος παραγραφής (άρθρο 48 παρ. 2-6), αρχίζει δε η εν λόγω πενταετής παραγραφή από το τέλος του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Εξάλλου, στο άρθρο 51 του ίδιου ως άνω Ν.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: «Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π. διακόπτεται μόνον:
α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων του δικαστηρίου ή των διαιτητών.
β) Δια της υποβολής προς το ν.π. αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως, Αρχής. Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δευτέρας αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφήν.
γ) Δια της εκδόσεως τίτλου πληρωμής».
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 52 παρ. 3 του ίδιου Ν.Δ., συνάγεται ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του ΝΠΔΔ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άνω άρθρο 51 του ΝΔ 496/1974 τρόπους, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 593/2015).
Ωστόσο, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 51 του ν.δ. η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, δεν ρυθμίζεται με αυτή το ζήτημα της τύχης του διακοπτικού της παραγραφής αποτελέσματος από την άσκηση της αγωγής, σε περίπτωση επανέγερσης αυτής, μετά την παραίτηση από το δικόγραφο της αρχικής αγωγής ή μετά την έκδοση απόφασης που απορρίπτει αυτήν τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Είναι βέβαιο, ότι οι παραπάνω διατάξεις του Ν.Δ. 496/1974 έχουν ειδικό χαρακτήρα και επιδιώκουν, μεταξύ άλλων, τον περιορισμό, στο πεδίο των δικών των ΝΠΔΔ, των τρόπων διακοπής της παραγραφής. Από την όλη, όμως, ρύθμιση του άρθρου 51, η παράγραφος 1 του οποίου ταυτίζεται με αυτή του άρθρου 261 ΑΚ, που κατά τα ανωτέρω συνδέεται νοηματικά και ολοκληρώνεται κατ' αποτέλεσμα με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, ουδόλως προκύπτει, ότι ο νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως.
Ο μη αποκλεισμός της, άλλωστε, επιβάλλεται και από την αρχή της επιείκειας που εφαρμόζεται σε όλο το δίκαιο και δικαιολογεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την παρεχόμενη με το άρθρο 263 ΑΚ εύνοια προς το δανειστή που δεν αδράνησε, αλλά εγκαίρως υπέβαλε την υπόθεσή του στο δικαστήριο. Υφίσταται, συνεπώς, ακούσιο νομοθετικό κενό, το οποίο πρέπει να καλυφθεί με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 263 ΑΚ.
Ενισχυτικό της απόψεως αυτής είναι και το γεγονός ότι, κατά την ερμηνεία της ομοίου περιεχομένου διάταξης του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, όπως μέχρι σήμερα ισχύει (άρθρα 95 του ν.δ. 321/1969, 93 του ν.2362/1995 και 143 του ν.4270/2014), έχει κριθεί ότι η διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των κατά του Δημοσίου χρηματικών απαιτήσεων (ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 190/2008, ΑΠ 82/2008, ΑΠ 1774/1999, αντίθ.
ΑΠ3/2020, ΑΠ 1607/2014, ΣτΕ 4024/1990).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 02-06-2014 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ να της καταβάλει, με βάση έγκυρες συμβάσεις πώλησης (κύρια αγωγική βάση), άλλως, σε περίπτωση ακυρότητας των ως άνω συμβάσεων πώλησης, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού (επικουρική βάση), το ποσό των 103.814,56 ευρώ, ως ανεξόφλητο τίμημα φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, τα οποία αυτή πώλησε, κατά τη διάρκεια του έτους 2003, στο πρώην Γενικό Νοσοκομείο Μεσολογγίου "Χατζή-Κώστα", το οποίο, ήδη από 01-01-2013, δυνάμει των διατάξεων της υπ' αριθμ. Υ4α/οικ.123896/31.12.2012 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών - Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης - Υγείας (ΦΕΚ Β' 3510/31.12.2012), έχει συγχωνευθεί, μαζί με το πρώην Νοσοκομείο Αγρινίου, στο αυτοτελές και ενιαίο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αιτωλοακαρνανίας" (αναιρεσείον), που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ως άνω συγχωνευθέντων Νοσοκομείων.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το αναιρεσείον προέβαλε την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, ισχυριζόμενο ότι από το τέλος του οικονομικού έτους 2003, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση, μέχρι την άσκηση της αγωγής, που επιδόθηκε σ' αυτό στις 19-06-2014, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών, που είναι ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά ΝΠΔΔ.
Η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε κατ' αντένσταση, ότι η παραγραφή της αξίωσής της είχε διακοπεί με την άσκηση της προγενέστερης, από 23-10-2008 αγωγής της, η οποία επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 13-11-2008 και, εν συνεχεία, διακόπηκε εκ νέου με την κατάθεση της από 16-02-2011 κλήσης της, με την οποία επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω αγωγή της, λόγω ματαιώσεως της συζήτησης αυτής κατά την αρχική δικάσιμο, ακολούθως δε, ότι παραιτήθηκε από το δικόγραφο της εν λόγω αρχικής αγωγής, με το δικόγραφο της νέας (υπό κρίση) αγωγής της και, συνεπώς, με την επανέγερση αυτής εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 263 ΑΚ εξάμηνης προθεσμίας, η παραγραφή της ένδικης αξίωσής της θεωρείται ότι είχε διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής της και εν συνεχεία με τις λοιπές ως άνω αναφερόμενες διαδικαστικές πράξεις της.
Το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 2708/2016 απόφασή του, ενσωματωθείσα στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε κατά την έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής, που στηριζόταν στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής:
«|Για τις ίδιες αξιώσεις, συνολικού ποσού 103.814,56 ευρώ, προερχόμενες από τις ως άνω άκυρες συμβάσεις πώλησης σκευασμάτων, όπως περιγράφονται στα παραπάνω τιμολόγια και στηριζόμενη επικουρικά στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (904 ΑΚ), η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου την από 23-10-2008 αγωγή της, με αριθμό κατάθεσης ... /24.10.2008 κατά του Γενικού Νοσοκομείου Μεσολογγίου, την οποία επέδωσε στο τελευταίο την 13-11-2008.
Συνεπώς, η πενταετής παραγραφή των απαιτήσεών της διεκόπη την 13-11-2008 κατ' άρθρο 51 περ. α' ν.δ. 496/1974, έκτοτε δε άρχισε νέα προθεσμία παραγραφής. Η από 23-10-2008 αγωγή προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 30-09-2009, κατά την οποία ματαιώθηκε, επαναφέρθηκε δε προς συζήτηση με την από 16-02-2011 κλήση της ενάγουσας με αριθμό κατάθεσης... /16.2.2011 που επιδόθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Μεσολογγίου την 03-05-2011.
Συνεπώς, η παραγραφή των απαιτήσεων της ενάγουσας διεκόπη εκ νέου την 16-02-2011, όταν έλαβε χώρα η ως άνω διαδικαστική πράξη της κατάθεσης της κλήσης, έκτοτε δε άρχισε νέα προθεσμία παραγραφής. Ακολούθως η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής εκείνης με την υπό κρίση αγωγή, που επιδόθηκε στο εναγόμενο (αναιρεσείον) την 19-06-2014, ήτοι εντός της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 263 εδ. α' ΑΚ, με αποτέλεσμα αφενός να θεωρείται ότι η παραγραφή διεκόπη με την από 23-10-2008 αγωγή παρά την παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, αφετέρου να διακοπεί εκ νέου η παραγραφή λόγω της άσκησης της υπό κρίση αγωγής την 19-06-2014 και να αρχίσει νέα προθεσμία παραγραφής.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας, ήτοι από το τέλος του 2003, παρήλθε μεν μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, ωστόσο, η παραγραφή των αξιώσεων της ενάγουσας διεκόπη, κατ' άρθρο 51 περ. α' ν.δ. 496/1974 σε συνδυασμό με το άρθρο 263 εδ. β' ΑΚ, περισσότερες φορές, ήτοι την 13-11-2008, την 16-02-2011 και την 19-06-2014, με αποτέλεσμα να μην έχει συμπληρωθεί η προθεσμία της μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης|».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, έκρινε βάσιμη την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη αντένσταση διακοπής της παραγραφής και απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ περί παραγραφής της κατ' αυτού αξιώσεως που αφορούσε τίμημα πωλήσεως για πωλήσεις, που πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος 2003, ακολούθως δε, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την επικουρική της βάση (άρθρο 904 ΑΚ) ως ουσιαστικά βάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 51 του ν.δ. 496/1974 και 263 του ΑΚ, οι οποίες κατά τη μείζονα σκέψη ήσαν εφαρμοστέες και τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή, κατ' άρθρο 263 ΑΚ, της αντένστασης διακοπής της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της προβληθείσας από το αναιρεσείον ένστασης παραγραφής αυτών, αφού, κατά τις παραδοχές αυτές, η υπό κρίση αγωγή της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την παραίτηση από το δικόγραφο της προηγούμενης από 23-10-2008 αγωγής της που στηριζόταν στην ίδια με αυτή ιστορική και νομική αιτία, με αποτέλεσμα να θεωρείται διακοπείσα η παραγραφή της ένδικης αξίωσης, αρχικώς, με την επίδοση της ως άνω αρχικής αγωγής στις 13-11-2008, ήτοι πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής που άρχισε στο τέλος του έτους 2003, ακολούθως δε με τη διαδικαστική πράξη της επίδοσης στις 03-05-2011 στο αναιρεσείον της από 16-02-2011 κλήσης προς συζήτηση της αρχικής αγωγής.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-03-2019 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3927/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 2708/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ