51/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated51/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.
Full text
Απόφαση 51 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 51/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" (πρώην "..."), που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Μαραγκουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3529/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 502/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-8-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δικ., "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.
Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.
Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 401/2017, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014).
Κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι "αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, είτε με τις προτάσεις, είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται.
Συνεπώς εάν η πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, ολικώς ή μερικώς και εκτελέσθηκε, το εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει την αγωγή, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιό της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση.
Επαναφορά των πραγμάτων διατάσσεται, όχι μόνο όταν η απόφαση εκτελέσθηκε αναγκαστικά, αλλά και όταν εκείνος, που καταδικάσθηκε, συμμορφώθηκε εκουσίως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως, προκειμένου να αποτρέψει την εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση. Η αίτηση υποβάλλεται, όσο εκκρεμεί η κατ' έφεση δίκη, ακόμη και με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος.
Εάν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων, το κεφάλαιο, οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών (κεφαλαίου και τόκοι κεφαλαίου) νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος. Οι τόκοι αρχίζουν από τον χρόνο επιδόσεως στον υπόχρεο εφεσίβλητο της αποφάσεως του Εφετείου, που διατάσσει την απόδοσή τους.
Πριν από την γνωστοποίηση της εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, εκτελεσθείσης εκουσίως ή αναγκαστικώς, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο. Υπερήμερος καθίσταται ο εφεσίβλητος από την γνώση της ανατροπής της αποφάσεως. Παραδεκτή είναι η αίτηση, εάν η εκτέλεση - εκουσία συμμόρφωση έγινε και προαποδεικνύεται με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, που δεν επικυρώθηκε από το Εφετείο (ΑΠ Ολ. 5/2001, ΑΠ 1175/2017).
Επίσης από τις διατάξεις του άρθρου 559 περ. 9 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (Ι) όταν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος, ως "αιτήσεως" νοουμένης κάθε αυτοτελούς αιτήσεως, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου καθώς και οι διαδικαστικές-δικονομικές αιτήσεις, και (IΙ) όταν το δικαστήριο επιδίκασε αίτημα διαφορετικό από αυτό, που έχει ζητηθεί (ΑΠ 1175/2017 όπου παρ.
ΑΠ 1259/2017, ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011).
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά τους περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, το οποίο είχαν υποβάλει παραδεκτά με το εφετήριο, αλλά και με τις κατ' έφεση προτάσεις τους (ως εκκαλούντες και εφεσίβλητοι), με το οποίο ζητούσαν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα να τους επιστρέψει το ποσό των 10.728,65 ευρώ, που αφορούσε κεφάλαιο, πλέον τόκων υπερημερίας, το οποίο εκουσίως της είχε καταβάλει, στις 1-10-2013, η 3η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία σε εκτέλεση του προσωρινά εκτελεστού επιδικασθέντος σ' αυτήν ποσού με την εκκαλουμένη υπ' αρ. 3529/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την οποία είχε εξαφανίσει το Εφετείο και, στη συνέχεια, απέρριψε την από 17-7-2012 (αρ.
κατ. 8504/2012) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αναίρεσης υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα ασκείται παραδεκτά μόνον από την 3η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, η οποία έχει καταβάλει το ανωτέρω προσωρινά εκτελεστό ποσό στην αναιρεσίβλητη και, συνεπώς, μόνο η 3η αναιρεσείουσα δικαιολογεί έννομο συμφέρον να στραφεί εναντίον της αναιρεσίβλητης, ως άμεσα βλαπτόμενη από την πληρωμή του προσωρινά εκτελεστού ποσού, μετά από την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσίβλητης από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Και τούτο, διότι επί απλής ομοδικίας, όπως είναι η δικονομική σχέση, που συνδέει τους αναιρεσείοντες ως ενεχόμενους από την ίδια αδικοπραξία του τροχαίου ατυχήματος, κάθε ομόδικος ενεργεί αυτοτελώς αναίρεση, η οποία δεν ωφελεί τους άλλους ομοδίκους, εφόσον ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους άλλους ομοδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 154/ 2017, ΑΠ 658/2012).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ως δικόγραφο, αναφορικά με τον 1ο και την 2η των αναιρεσειόντων (προστηθέντα οδηγό του ζημιογόνου οχήματος και ιδιοκτήτριας αυτού) πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτούς ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος (άρθρα 577 παρ. 1 και 2 σε συνδ. 68 και 73 ΚΠολΔ), κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο, ως θετική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, πρέπει να υπάρχει σε κάθε στάση της δίκης και συνεπώς και στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1427/2018, ΑΠ 640/2015).
Επίσης, ο 1ος και η 2η αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε, χωρίς όμως να καταθέσει ξεχωριστές προτάσεις στην παρούσα συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Εξάλλου, η κρινόμενη από 2-8-2017 (αρ. κατ. 69/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 502/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚπολΔ), ως προς την 3η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, στις 21-12-2011, η αναιρεσίβλητη επέβαινε στο με αρ.
κυκλοφορίας ...44 ΔΧΕ αυτοκίνητο - αστικό λεωφορείο, το οποίο οδηγούσε ο Ε. Μ., ως προστηθείς οδηγός από την ιδιοκτήτρια αυτού, ανώνυμη εταιρεία ... ΑΕ (όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... ΑΕ), το οποίο ασφάλιζε η ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και ότι αυτή τραυματίστηκε κατά την τροχοπέδηση, που διενήργησε ο οδηγός, ως το μόνο ενδεδειγμένο ελιγμό, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με μοτ...κλέτα, αγνώστων στοιχείων, που παρεμβλήθηκε απροειδοποίητα και αιφνίδια στην πορεία του αστικού λεωφορείου.
Η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 17-7-2012 (αρ. κατ. ….04/2012) αγωγή εναντίον της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά και εναντίον του οδηγού και της κυρίας του ζημιογόνου αστικού λεωφορείου (που ήταν οι αρχικοί 1ος και 2η των αναιρεσειόντων στην παρούσα δίκη, όπως προαναφέρερθηκε). Με την αγωγή της η παθούσα αναιρεσίβλητη ζητούσε το ποσό των 12.140 ευρώ ως αποζημίωση για τις θετικές ζημίες, που είχε υποστεί καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 110.000 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3529/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος ο οδηγός του λεωφορείου και επιδίκασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση το ποσό των 1.950 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 30.000 ευρώ.
Η πρωτόδικη ως άνω απόφαση κήρυξε προσωρινά εκτελεστό το ποσό των 10.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη άσκησε την από 23-9-2013 (αρ. κατ. …23/2013) έφεση και οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων η ήδη 3η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, την από 2-10-2013 (αρ. κατ. ….31/2013) αντίθετη έφεση. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσης των εναγομένων, (μεταξύ των οποίων η 3η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία), εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και, αφού διακράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή της αναιρεσίβλητης - παθούσας, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι ο προστηθείς οδηγός του αστικού λεωφορείου δεν υπέχει καμιά ευθύνη για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Εξάλλου, από την επισκόπηση της από 2-10-2013 έφεσης, που είχαν ασκήσει οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων η ήδη 3η αναιρεσείουσα, αλλά και με τις από 12-1-2015 προτάσεις της ως εκκαλούσα και εφεσίβλητη, που επιτρεπτά επισκοπούνται ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι είχε υποβληθεί από αυτούς ενώπιον του Εφετείου αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, κατ' ακριβή αντιγραφή του αιτητικού της έφεσης αναφέρονται τα εξής: "...να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση πριν από την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης, καθόσον ήδη, την 1-10-2013, κατεβλήθη από την 3η από εμάς στην εφεσίβλητη το σύνολο του προσωρινά εκτελεστού ποσού (10.000 ευρώ), με τους νόμιμους τόκους 728,65 ευρώ, δηλαδή καταβλήθηκαν συνολικά 10728,65 ευρώ...".
Το ίδιο αίτημα επαναλαμβάνεται στο αιτητικό των προτάσεων της αναιρεσείουσας, ως εκκαλούσα (βλ. σελ. 27 αυτών), ενώ στις προτάσεις της ως εφεσίβλητη (βλ. σελ. 6 αυτών) επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, ως σχετικό έγγραφο, με στοιχείο Ζ, την από 1-10-2013 απόδειξη καταβολής προς την παθούσα και ήδη αναιρεσίβλητη του ανωτέρω ποσού.
Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό, ότι το ανωτέρω αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο ως προς το κεφάλαιο της τοκοδοσίας αυτού, από την επίδοση της απόφασης του Εφετείου και εφεξής και όχι από την καταβολή του, όπως αβάσιμα ζητείται, σύμφωνα, με όσα έχουν εκτεθεί στη σχετική νομική σκέψη. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της ως άνω από 1-10-2013 απόδειξης καταβολής προκύπτει πράγματι ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε το προσωρινά εκτελεστό ποσό των 10.000 ευρώ στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα πλέον 728,65 ευρώ για τόκους υπερημερίας μείον τοκόσημο 145,73 ευρώ, δηλαδή 582,92 ευρώ.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, παρόλο που η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είχε, σύμφωνα με όσα προανέρθηκαν, παραδεκτά προταθεί από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με το εφετήριο και τις κατ' έφεση ως άνω προτάσεις της, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης εκκαλουμένης απόφασης και την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής της παθούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, άφησε αδίκαστο το αίτημα αυτό, χωρίς να το δέχεται ή να το απορρίπτει (κατά το μέρος που το αίτημα ήταν νόμιμο).
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ και ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο, που αφορά την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ 1386/2018, ΑΠ 51/2016, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 1749/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως, έχει προαποδειχθεί η καταβολή του προσωρινά εκτελεστού ποσού και η ουσιαστική απόρριψη της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς δεν χρειάζεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, άλλη διευκρίνιση της υπόθεσης ως προς το ερευνώμενο ζήτημα της επαναφοράς των πραγμάτων. Επομένως, ο Άρειος Πάγος θα πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης και να δικάσει την από 2-10-2013 (αρ. …31/2013) έφεση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά το σχετικό αίτημα αυτής για την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης. Ακολούθως, πρέπει το αίτημα αυτό να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο, κατ' άρθρ. 914 ΚΠολΔ και να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη - ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη να επιστρέψει το ποσό των 10.000 ευρώ στην αναιρεσείουσα - εκκαλούσα - εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση σ' αυτήν της παρούσας απόφασης, με την οποία διατάσσεται η απόδοση του ως άνω ποσού, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρονται. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 2.8.2017 (αρ. κατ. …9/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 502/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα και τη 2η αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει σε βάρος τους τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Αναιρεί την ως άνω υπ' αριθμ. 502/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, που αφορά το αίτημα της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει το ανωτέρω αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη - εφεσίβλητη της από 2-10-2013 έφεσης να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση σ' αυτήν της παρούσας απόφασης.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ