51/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 51 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated51/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 51 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 51 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 51/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Χ. του Σ. και 2) Σ. Χ. του Ι., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σμυρνή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Φ. του Σ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1900/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 7383/2006 μη οριστική και 4537/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-9-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 22-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4537/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά παραδοχή του ογδόου λόγου (κατά την 1η αιτίαση αυτού) και του εβδόμου λόγου (κατά τις 1η και 2η αιτιάσεις του) αναίρεσης, και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. .../22-5-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Λ. Φ., την με ίδια ημερομηνία απόδειξη παραλαβής από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Α.Τ. Καισαριανής δικογράφου που θυροκολλήθηκε και την .../25-5-2015 βεβαίωση παράδοσης στον υπάλληλο των ΕΛ.ΤΑ. συστημένου γράμματος με ειδοποίηση του ίδιου δικαστικού επιμελητή, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, με την επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου των αναιρεσειόντων Δημητρίου Σμυρνή. Η ως άνω αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013). Από τα άρθρα 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5, 13 του ν. 3741/1929, 1 παρ. 1, 3 ν.δ. 1024/1971, 1002 και 1117 Α.Κ. με σαφήνεια προκύπτει, ότι σε περίπτωση σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας η συμφωνία ότι κάθε συνιδιοκτήτης του κοινού οικοπέδου και αποκλειστικός κύριος ορόφου ή μέρους του θα έχει δικαίωμα κάλυψης ορισμένης επιφάνειας του κοινού οικοπέδου έχει χαρακτήρα δουλείας, κατά το περιεχόμενο της οποίας απαγορεύεται η κάλυψη ποσοστού μεγαλύτερου από εκείνο που αναλογεί στο ποσοστό του οικοπέδου του ή υπέρβαση του συντελεστή δόμησης που αναλογεί στην ιδιοκτησία του κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, γιατί αλλιώς περιορίζεται το δικαίωμα του συνιδιοκτήτη να εκμεταλλευθεί το χωριστό τμήμα οικοπέδου που του ανήκει ανεγείροντας αυτοτελή οικοδομή, δεδομένου ότι παρά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, το οικόπεδο από άποψη δόμησης παραμένει ενιαίο και επίκοινο και ο συντελεστής δόμησης υπολογίζεται ενιαίως, οπότε ο συνιδιοκτήτης που ζημιώνεται δικαιούται να απαιτήσει την κατεδάφιση κατά το μέτρο που υπάρχει υπέρβαση ή, κατά την επιλογή του ή στην περίπτωση που υπάρχει αδυναμία κατεδάφισης, την αποζημίωσή του ίση προς την αξία του δικαιώματος κάλυψης της επιφανείας που στερήθηκε. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται κατά τα άρθρα 297, 298 ΑΚ και συνίσταται στην αξία της παραπάνω επιφανείας, ως προς την οποία και δημιουργείται στην περιουσία του κενό και όχι στην αξία του εδάφους, το οποίο παρόλη την υπέρβαση εξακολουθεί να του ανήκει. Ειδικότερα η ζημία συνίσταται στην αξία του διαμερίσματος ή του ορόφου ή μέρους αυτών που στερήθηκε ο συνιδιοκτήτης, από την οποία πρέπει να αφαιρεθεί η αξία των υλικών και λοιπών δαπανών ανοικοδόμησης, όσο και η αξία του εδάφους που αντιστοιχεί σ’ αυτό, γιατί διαφορετικά θα γινόταν αδικαιολογήτως πλουσιότερος, αφού η ζημία του θα υπολογιζόταν ανάλογα με την αξία πλήρως αποπερατωμένης οικοδομής με το ανάλογο ποσοστό εδάφους, ενώ ούτε το ποσοστό συγκυριότητάς του έχασε, ούτε δαπάνες ανέγερσής του πλήρωσε. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να περιέχονται στην αγωγή αποζημίωσης, γιατί διαφορετικά αυτή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (ΑΠ 533/2006, ΑΠ 318/2006, ΑΠ 125/2014, ΑΠ 1692/ 2013). Η συμφωνία αυτή δεσμεύει όχι μόνο τους συμβληθέντες, τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους, αλλά και τους εκ των υστέρων προσχωρήσαντες στη σύμβαση αυτήν. Σημειωτέον ότι, σε κάθε περίπτωση που έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ΓΟΚ, η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται μεν τις διοικητικές συνέπειες (κυρώσεις), δεν θίγει όμως το κύρος της μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνίας, ούτε τα δικαιώματά τους από τη συσταθείσα διηρημένη ιδιοκτησία (ΑΠ 360/1977). Κατά το άρθρο 904 ΑΚ, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε η αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά την έννοια του εδαφίου β’ περ. α’ του άρθρου αυτού, η υποχρέωση αυτή γεννιέται και σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 1325/2012). Απόκλιση από την αρχή της αμεσότητας της περιουσιακής μετακίνησης, ως προϋπόθεσης για τη γένεση της εκ του άρθρου 904 Α.Κ. αξίωσης, εισάγει η διάταξη του άρθρου 913 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία, εφόσον ο λήπτης δεν ευθύνεται σε απόδοση, επειδή ό,τι περιήλθε σε αυτόν χωρίς αιτία το προσπόρισε σε τρίτο με χαριστική πράξη, ο δότης μπορεί να αναζητήσει από τον τρίτο ό,τι περιήλθε σ’ αυτόν, οπότε, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από την τελευταία αυτή διάταξη, ήτοι αδικαιολόγητος πλουτισμός του αρχικού λήπτη από την περιουσία ή με ζημία του δότη και εκποίηση του πλουτισμού σε τρίτο, λόγω χαριστικής αιτίας, ο τρίτος ευθύνεται έναντι του δότη, μολονότι δεν πλούτισε ευθέως από την περιουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η αναιρεσίβλητη με την από 28-3-2005 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθεσε, ότι ο δεύτερος των εναγομένων - ήδη αναιρεσειόντων, ο οποίος είναι επικαρπωτής των αναφερομένων στο δικόγραφο αυτής οριζοντίων ιδιοκτησιών της κοινής τους οικοδομής, μετά τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητάς τους στον πρώτο τούτων (αναιρεσειόντων), με παράνομο τρόπο, κατά τον χρόνο που αυτή ήταν μονίμως εγκαταστημένη στις ΗΠΑ, προέβη στην έκδοση οικοδομικής αδείας και στην κατά παράβαση των προβλεπομένων από την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας που διέπει την ως άνω οικοδομή, με αποτέλεσμα να κατασκευαστούν, η μεν υπό στοιχεία ... αποθήκη, διαχωρισθείσα σε τρεις μικρότερες αποθήκες, κατά 24,60 τ.μ. μικρότερη του προβλεπομένου από την ως άνω συστατική πράξη οριζοντίων ιδιοκτησιών, το δε υπό στοιχεία ... διαμέρισμά της κατά 24,25 τ.μ. μικρότερο του προβλεπομένου, ενώ, αντιθέτως, η υπό στοιχεία ... αποθήκη ιδιοκτησίας των εναγομένων και το υπό στοιχεία ... διαμέρισμα, του οποίου είναι αυτή συνιδιοκτήτρια, να κατασκευαστούν μεγαλύτερα κατά 10,13 και 9,10 τ.μ., αντιστοίχως των προβλεπομένων στην ως άνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Ζήτησε δε, κυρίως, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να επαναφέρουν τις ως άνω ιδιοκτησίες της στις προβλεπόμενες από την ως άνω συστατική πράξη διατάξεις και επικουρικώς να υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, άλλως (έτι επικουρικότερον) κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 80.643,20 ευρώ, το οποίο υπολόγισε με βάση την αγοραία αξία των ιδιοκτησιών της ανά τ.μ. (1.760 ευρώ) και όχι, όπως έπρεπε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, προσδιορίζοντας την αξία ανά τ.μ. εκάστου τμήματος έτοιμου διαμερίσματος ή αποθήκης μετά από αφαίρεση της αξίας του αντίστοιχου ποσοστού οικοπέδου (το οποίο επίσης έπρεπε να προσδιορίζει) και της δαπάνης ανέγερσης. Με αυτό το περιεχόμενο η βάση αυτή της αγωγής ήταν αόριστη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατ’ ουσίαν έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφάνισε αυτήν, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή την οποία έκρινε ως ορισμένη και νόμιμη, στη συνέχεια δε, αφού την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το κύριο αίτημά της, την έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά τα επικουρικά αιτήματά της, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον, στην ενάγουσα 17.685,60 ευρώ, τον 1ο λόγω αδικοπραξίας και τον 2ο κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις.
Με το να δεχθεί την αγωγή κατά τα ως άνω επικουρικά αιτήματα αυτής ως ορισμένη, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, διότι αρκέσθηκε για τη θεμελίωσή της σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει δε να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο όγδοος λόγος του αναιρετηρίου, κατά την πρώτη αιτίαση αυτού, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, όπως παραδεκτώς συμπληρώνεται από τον Εισηγητή, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, ως και εκείνο των δικαστικών εξόδων, λόγω του ενιαίου προσδιορισμού αυτών. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο ως άνω κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων, που πλήττουν το αυτό κεφάλαιο.
Από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κρίθηκε ότι είναι αόριστη η ένδικη αγωγή κατά τα επικουρικά της αιτήματα, ως προς τα οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης.
Συνεπώς, επιβάλλεται η παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, η εξαφάνιση της εκκαλούμενης υπ’ αρ. 1900/ 2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει το αυτό κεφάλαιο κατ’ ουσίαν, διότι δεν επιτρέπεται η αντικατάσταση των αιτιολογιών αυτής, κατ’ άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ., αφού οδηγούν σε διαφορετικό κατ’ αποτέλεσμα διατακτικό (ΑΠ 731/1991), να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή κατά τα επικουρικά αιτήματα αυτής ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 4537/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο των επικουρικών αιτημάτων της αγωγής, καθώς και εκείνο περί δικαστικών εξόδων.
Διακρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση.
Δέχεται κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της 1900/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.
Εξαφανίζει κατά τούτο την ως άνω απόφαση.
Κρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση.
Απορρίπτει την αγωγή, κατά τα επικουρικά αιτήματα αυτής.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγομένων - εφεσίβλητων - αναιρεσειόντων, για τους πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και για την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ