Legislator Case Law & Legislation
51/2015 AI generated

51/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 51/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 424/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2014 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-5-2014 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

51/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθ. 579 § 2 ΚΠολΔ, εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση µε το αναιρετήριο ή µε τις προτάσεις ή µε αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμµατεία του Αρείου Πάγου, ως την παραµονή της συζήτησης, διατάσσει µε την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγµάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Keywords

AI generated
withdrawal of driving license taxi operating license driving without authorization deportation despite health issues fitness to drive unpaid fines
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 51 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 51/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τάκη Ανδρονόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Δ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 424/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2014 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-5-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 6-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και δεύτερος λόγος και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν από την άσκηση κάποιου ένδικου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, δυναμένη να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του Κώδικα αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.

Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραίτησης από την άσκηση κάποιου ένδικου μέσου μπορεί να συντρέχει και όταν ο υπόχρεως(εναγόμενος) καταβάλει, χωρίς επιφύλαξη, την τελεσιδίκως επιδικασθείσα στο δικαιούχο (ενάγοντα) απαίτηση με τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με τις νόμιμα, κατ' άρθρο 570 παρ.1 προτάσεις του, ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσείων μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, κατέβαλε σ' αυτόν, την 5-5-2014, 6000 ευρώ, συμψηφίζοντας, κατά ρητή δήλωση στη σχετική επικαλουμένη και προσκομιζόμενη και από σ' αυτόν συνταγείσα από 5 Μαΐου 2014 "Απόδειξη εισπράξεως 6000 ευρώ" υπογραφομένη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργ.

Παναγιώτου, απόδειξη το επί πλέον με τη καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης. Συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων συνέταξε την ως άνω και έχουσα ως εξής έγγραφη απόδειξη: " •• Ο υπογράφων Γ. Παναγιώτου, .. ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ι. Δαλδάκη, .. έλαβα σήμερα απ τον Θ. Β. το ποσό των έξι χιλιάδων ευρώ[6000] για λογ/σμό του πελάτου μου και για εξόφληση απαιτήσεως του εντολέως μου κατά του καταβαλόντος που απορρέει απ' την υπ αριθ. 424/13 απόφαση του Μ.

Πρωτ Πατρών και την υπ αριθ. 55/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών, μετά από συμψηφισμό ανταπαιτήσεως του Θ. Β. ποσού 8.391,66 ευρώ, το οποίον κατεβλήθη εις αυτόν [I Δαλδάκη] την 25.5.2011 για αποζημίωση απολύσεως, με τη ρητή επιφύλαξη του Θ. Β. ν ασκήσει κάθε επιτρεπόμενο ένδικο μέσο .. και να αναζητήσει την απόδοση του ανωτέρω ποσού..".

Ότι το παραπάνω κείμενο της απόδειξης αποδέχθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του και σε κάθε περίπτωση έγινε εκατέρωθεν αποδεκτό και υπέγραψε αυτήν, παραλαμβάνοντας συγχρόνως για λογαριασμό του από τον αναιρεσείοντα και εις εξόφληση των επιδικασθέντων μισθών υπερημερίας το ποσό των 6.000 ευρώ. Ότι με την συμπεριφορά του αυτή αποδέχθηκε την προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την κρίση της για την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

Όμως, τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν σιωπηρή αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν πρόκειται για δηλώσεις ή πράξεις του αναιρεσείοντος, από τις οποίες να συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός. Αντίθετα, με την επιφύλαξη που διετύπωσε στην παραπάνω απόφαση εκδήλωσε, ρητά, την πρόθεση του να μην αποδεχθεί την απόφαση στο σύνολο της δηλαδή και ως προς την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα διάταξη της.

Επομένως, μη υφισταμένης σιωπηρής αποδοχής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από τον αναιρεσείοντα πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεν είναι απαράδεκτη η άσκηση της. Κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, με το Π.Δ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων" (ΓΚΠ-ΚΤΕΛ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του ν.δ. 103/1973 (Ολ ΑΠ 15/2002) και ίσχυσε κατά την ένδικη περίοδο (ήτοι, πριν από την κατάργησή του µε το Π.δ. 246/2006, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001), ορίσθηκε:

α) στο άρθρο 1 παρ. 1, ότι ο Κανονισµός αυτός αφορά στο πάσης φύσεως προσωπικό των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ και καθορίζει τα προσόντα πρόσληψης και τους λόγους απόλυσης, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού µέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης, β) στο άρθρο 3, ότι κανείς δεν µπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος ΚΤΕΛ, εφόσον δεν έχει τα γενικά και ειδικά, ανάλογα µε την περίπτωση, προσόντα, που περιγράφονται σ' αυτό και γ) στο άρθρο 3 στοιχείο 1 περ.

δ', ότι ειδικά για τους οδηγούς και όλο το προσωπικό κίνησης, οι προσλαμβανόμενοι πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Ειδικότερα, η καταλληλότητα από άποψη υγείας, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, πρέπει να πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί µε υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, κατά περίπτωση και τα περί αυτής πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) µήνες από την έκδοση τους.

Περαιτέρω, µε άρθρα 1, 2, 3 παρ. 1, 6, 10 του ν. 2963/2001 αναμορφώθηκε το νοµικό καθεστώς των ΚΤΕΛ και ορίσθηκε ότι αυτά μετατρέπονται σε ανώνυµες εταιρίες, που τα υποκαθιστούν αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση σε όλα τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις αυτών. Με το άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2963/2001 ορίσθηκε ότι οι οδηγοί αστικών και υπεραστικών λεωφορείων δηµόσιας χρήσης, που προσλαµβάνονται από τα ΚΤΕΛ µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας, πρέπει, κατ' ελάχιστον, να πληρούν ορισµένες προϋποθέσεις, µεταξύ των οποίων και τις προϋποθέσεις υγείας, για την κατοχή της προβλεπόµενης άδειας οδήγησης.

Με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2963/2001 παρασχέθηκε νοµοθετική εξουσιοδότηση για να εκδοθεί µε προεδρικό διάταγµα νέος κανονισµός του προσωπικού των ΚΤΕΛ, αλλά ορίσθηκε ότι µέχρι την έκδοση του εν λόγω προεδρικού διατάγµατος εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις, µεταξύ των οποίων και αυτές του προαναφερθέντος π.δ. 229/1994.

Από τις ρυθµίσεις αυτές συνάγεται ότι, ως αναγκαίο προσόν για την πρόσληψη ενός προσώπου ως οδηγού σε ΚΤΕΛ, αξιώνεται η καταλληλότητα αυτού από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζεται. Η καταλληλότητα πιστοποιείται αρµοδίως και το πιστοποιητικό υγείας ισχύει επί ορισµένο χρόνο. Αν δεν εκδοθεί και δεν προσκοµισθεί τέτοιο πιστοποιητικό, κατά την πρόσληψη του οδηγού στο ΚΤΕΛ, η σύµβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις εν λόγω διατάξεις δηµόσιας τάξης, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να µη έγινε (ΑΚ 174, 180).

Και µετά την έγκυρη πρόσληψη, όµως, η σύµβαση εργασίας καθίσταται άκυρη για το µεταγενέστερο χρόνο, αν το πιστοποιητικό υγείας, που έχει περιορισμένη χρονική ισχύ, δεν ανανεωθεί κατά τη λήξη του, διότι η καταλληλότητα του οδηγού πρέπει να διατηρείται σε όλο το χρόνο που υφίσταται η σύµβαση εργασίας (άρθρο 3 στοιχείο 1, περ.

δ' εδ. β' του π.δ. 229/1994). Μετά την ισχύ του ν. 2963/2001, ως νέος κανονισµός του προσωπικού των ΚΤΕΛ εκδόθηκε το π.δ. 246/2006, στο άρθρο 5 στοιχείο 2, περ. β' (αα) του οποίου ορίσθηκε για τους οδηγούς ότι πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για τη θέση που προορίζονται, προσκομίζοντας κατά την πρόσληψή τους το κατά περίπτωση αναγκαίο ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο θα πρέπει να έχει εκδοθεί το πολύ πριν από έξι (6) μήνες.

Με τη ρύθμιση αυτή, συνδυαζόμενη με το άρθρο 14 παρ.2 του εξουσιοδοτικού νόμου 2963/2001,καταργήθηκε για τους οδηγούς η υποχρέωση της ετήσιας ανανέωσης του πιστοποιητικού υγείας, το οποίο στο εξής µόνο κατά την πρόσληψή τους πρέπει να προσκοµίζεται, ενώ κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας αρκεί η έµµεση πιστοποίηση της υγείας, η οποία συνάγεται από τη διατήρηση της εκ µέρους εκάστου οδηγού κατοχής της προβλεπόµενης άδειας οδήγησης, η οποία προϋποθέτει, µεταξύ των άλλων, την από άποψη υγείας καταλληλότητα του ενδιαφερόμενου για να οδηγεί επιβατικό λεωφορείο.

Η ρύθµιση του νέου κανονισµού, όµως, που απαιτεί και πάλι την προσκόµιση πιστοποιητικού υγείας κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας, ως προϋπόθεση του κύρους αυτής, δεν µπορεί να έχει εφαρµογή στις συµβάσεις εργασίας που λειτούργησαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Και το άρθρο 14 του ν. 2963/ 2001, που προβλέπει τη διατήρηση των ρυθμίσεων του παλαιού κανονισµού (π.δ. 229/1994) µέχρι την εισαγωγή του νέου (π.δ. 246/2006), δεν µπορεί να έχει την έννοια ότι τροποποιεί σιωπηρώς τον παλιό κανονισµό σχετικά µε το πιστοποιητικό υγείας, απλά και µόνο επειδή ορίζει ότι οι οδηγοί του ΚΤΕΛ πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για την κατοχή της προβλεπόµενης άδειας οδήγησης.

Εξάλλου, όταν η σύµβαση εργασίας είναι εξ αρχής ή καταστεί µεταγενέστερα άκυρη, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του µισθωτού δεν περιέρχεται σε υπερηµερία και, κατά συνέπεια, δεν οφείλει αποδοχές υπερηµερίας. Ο εργαζόμενος όμως έχει αξίωση προς λήψη της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1667/2010). Η ύπαρξη πιστοποιητικού υγείας κατά την πρόσληψη του µισθωτού και η εκάστοτε ανανέωση του πιστοποιητικού αυτού κατά τη διάρκεια της σύμβασης δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, µε την οποία αυτός προβάλλει αξιώσεις που προϋποθέτουν έγκυρη σύµβαση, αλλά απόκειται στον εναγόµενο εργοδότη να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, την έλλειψη του πιστοποιητικού υγείας και την εντεύθεν ακυρότητα της σύμβασης.

Οπότε, ο ισχυρισµός του ενάγοντος, ότι η εκ του λόγου αυτού ακυρότητα προβάλλεται καταχρηστικά (ΑΚ 281) αποτελεί αντένσταση. Για να έχει, όµως, σε µια τέτοια περίπτωση, έρεισµα στο νόµο ο περί καταχρηστικής προβολής της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας ισχυρισµός, πρέπει ο διάδικος που τον προτείνει να επικαλεσθεί τέτοια περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να καθιστούν τόσο επαχθείς για τον ίδιο τις συνέπειες από την ακυρότητα, ώστε αυτές, συγκρινόμενες με το όφελος που επιδιώκει ο αντίδικος που προβάλλει την ακυρότητα, να στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της επέλευσης εννόμων συνεπειών από την αθέτηση επιτακτικής διάταξης αναγκαστικού δικαίου, όπως αυτή του άρθρου 3 στοιχείο 1, περ.

δ' του π.δ. 229/1994, που προαναφέρθηκε (ΑΠ.60/ 2012). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: O ενάγων εργαζόταν από 16.9.2002 ως τακτικός-µόνιµος οδηγός στο µε αριθµό ΡΕ 1600 λεωφορείο ιδιοκτησίας του εναγοµένου, που ήταν ενταγµένο στο υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν.

Αχαΐας. Στις 10.11.2010 ο εναγόµενος κατήγγειλε τη σύµβαση εργασίας, εγγράφως. Επικαλέστηκε στην καταγγελία ακυρότητα της σύµβασης και προσθέτως ανάρµοστη και απαράδεκτη συµπεριφορά προς αυτόν από πλευράς ενάγοντος. Προκύπτει από την 421/16.11.2010 βεβαίωση του ΚΤΕΛ Αχαΐας ότι ο ενάγων δεν είχε προσκοµίσει σ' όλο το διάστηµα εργασίας το πιστοποιητικό υγείας περί καταλληλότητας αυτού για την άσκηση του επαγγέλματος του οδηγού λεωφορείου, που η σηµασία του είναι τόσο µεγάλη, ώστε να επηρεάζει το κύρος της σύµβασης εργασίας, υπό την έννοια ότι η µη προσκό¬µιση οδηγεί σε ακυρότητα αυτής.

Ούτε η κατάθεση ιατρικού πιστοποιητικού στη Διεύθυνση Μεταφορών-Επικοινωνιών και η ανανέωση της άδειας οδήγησης υποκαθιστούν την υποχρέωση προσκόµισης πιστοποιητικού υγείας στο ΚΤΕΛ. Έτσι ο ενάγων εργαζόταν µε άκυρη σύµβαση εργασίας. Περαιτέρω δέχεται το εφετείο, ότι ενόψει της οκταετούς συνεργασίας των διαδίκων, της γνώσης του εναγόμενου περί µη προσκόµισης του πιστοποιητικού υγείας στο ΚΤΕΛ Αχαΐας, χωρίς ποτέ µέχρι την από 4.11.2010 καταγγελία να θέσει ζήτηµα ακυρότητας της σύµβασης εργασίας, δημιουργήθηκε στον ενάγοντα η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα γίνει επίκληση της εξ αυτού του λόγου ακυρότητας από τον εναγόµενο, οι συνέπειες δε της ακυρότητας που οδηγούν σε απόλυση του ενάγοντος, ήτοι σε καθεστώς ανεργίας και σε απώλεια του ευµενέστερου καθεστώτος καταγγελίας των συµβάσεων που επιφυλάσσει ο κανονισμός ΚΤΕΛ στους οδηγούς λεωφορείων ενταγμένων σ' αυτό, συγκρινόμενες με το επιδιωκόμενο όφελος του εναγόμενου (αποφυγή καταβολής μισθού στο πρόσωπο και μόνο του ενάγοντος, εφόσον θα υποχρεούται να προσλάβει άλλο οδηγό μιας και ο ίδιος δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε κατοχή επαγγελματικής άδειας οδήγησης), στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος της επέλευσης εννόμων συνεπειών από την αθέτηση της διάταξης του άρθρου 3 στ.1 περ.

δ' π.δ 229/1994. Άλλωστε, η απασχόληση εν γνώσει εργαζομένου χωρίς κατατεθειμένο πιστοποιητικό υγείας, υγιούς όμως κατά τα λοιπά, αφού η κατοχή επαγγελματικής άδειας χορηγείται και ανανεώνεται μόνο με πιστοποιητικά υγείας, επάγεται μεν συνέπειες σε βάρος του εργαζομένου, δεν μπορεί όμως να αφήνει άθικτο τον αντισυμβαλλόμενο εργοδότη και η συνέπεια γι' αυτόν είναι ο προδιαληφθείς έλεγχος της διάταξης 281 του ΑΚ.

Τέλος δέχθηκε το εφετείο ότι ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος από το διάστημα 10.11.2010 μέχρι τον Ιούλιο του 2011, με συνέπεια να οφείλει το ποσό των 14.265 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος, η αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας και υποχρέωσε τον εναγόμενο να απασχολεί τον αναιρεσίβλητο.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. διότι, η, εκ της ακυρότητας συνέπεια σε βάρος του μισθωτού, ήτοι η απώλεια της θέσης εργασίας και των αποδοχών υπερημερίας, δεν είναι περισσότερο επαχθής από την εκ του ιδίου λόγου ωφέλεια του εργοδότη, ήτοι την έλλειψη νομικής υποχρέωσης να αποδέχεται την εργασία του πρώτου σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης, τη μη περιέλευση αυτού σε υπερημερία (ΑΠ 60/2012).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης από τους αρ. 19 και 8 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθ. 579 § 2 ΚΠολΔ, εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση µε το αναιρετήριο ή µε τις προτάσεις ή µε αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμµατεία του Αρείου Πάγου, ως την παραµονή της συζήτησης, διατάσσει µε την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγµάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Τα παραπάνω εφαρµόζονται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία µε την επικύρωσή της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ 1453/2010, 1600/2009). Στην προκειµένη περίπτωση, ο αναιρεσείων µε τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, που κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σηµείωση του αρµόδιου γραµµατέα, την 10-10-2014, δηλ.

πριν την ημέρα συζήτησης της υπόθεσης, υπέβαλε, παραδεκτά, αίτηση επαναφοράς των πραγµάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή του ποσού των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, που κατέβαλε σ' αυτόν σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την, από 5-5-2014, απόδειξη που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου και συνομολογούν οι διάδικοι, ο αναιρεσείων, μετά τη έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε την έφεση του και σε εκούσια εκτέλεση της 424/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του εφετείου, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των έξι χιλιάδων(6.000) ευρώ για την εξόφληση των επιδικασθεισών απαιτήσεων του.

Επομένως, είναι βάσιμο το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Με την από 19.11.2010 αγωγή του ο ενάγων εξέθετε ότι εργάστηκε ως µόνιµος οδηγός στο λεωφορείο του εναγομένου, µε σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου, έναντι των εκάστοτε νοµίµων αποδοχών, µέχρι την 10.11.2010, οπότε ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύµβαση εργασίας. Ότι η καταγγελία ήταν άκυρη, γιατί δεν συντρέχει κανείς από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους καταγγελίας του άρθρου 26 του Γενικού Κανονισµού Προσωπικού των ΚΤΕΛ, αλλά και γιατί ο ίδιος ήταν µέλος της διοίκησης της συνδικαλιστικής οργάνωσης "Σωματείο εργαζοµένων στην ΑΕ ΚΤΕΛ Ν. Αχαΐας", γεγονός γνωστό στον εναγόμενο. Ότι η καταγγελία ήταν άκυρη γιατί έλαβε χώρα για λόγους εκδίκησης και επικουρικά, γιατί δεν καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόµιµη αποζηµίωση. Ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 14.265 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας εννέα μηνών, να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλει 30.000 Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία, να του καταβάλει ποσό 9.245 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης.

Εκδόθηκε η 424/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δέχθηκε την αγωγή, κατά ένα μέρος, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 14.265 ευρώ και να τον απασχολεί στη θέση εργασίας προ της καταγγελίας, κατά της απόφασης δε αυτής ο εναγόμενος άσκησε έφεση. Κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν.4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, µπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί µε την εκδίκασή της, ιδίως αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο δεν θεμελιώνουν καταχρηστική άσκηση του εναγομένου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων του ενάγοντος, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται, προκειμένου να θεμελιώσει τον παραπάνω ισχυρισμό του, ταυτίζονται με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος και έπρεπε να απορριφθεί, στη συνέχεια δε, αναγκαίως και σύμφωνα με τις υπόλοιπες παραδοχές της απόφασης, έπρεπε να απορριφθεί και η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, ως προς την οποία η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα. Επομένως, µετά την αναίρεση της πληττόμενης απόφασης, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος της, με το οποίο, 1)αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας 2) υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 14.265 ευρώ και να τον απασχολεί στη θέση εργασίας προ της καταγγελίας και 3) τον καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα, στη συνέχεια δε να απορρίψει την αγωγή, κατά την κύρια βάση της.

Περαιτέρω, όμως, το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησαν την επικουρική βάση της αγωγής, η οποία είναι νόμιμη, εφόσον δέχθηκαν την κύρια και κατά το τμήμα αυτό η υπόθεση απαιτεί περαιτέρω έρευνα. Επομένως, πρέπει να παραπεµφθεί η υπόθεση, ως προς αυτήν, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο(Εφετείο), που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνο που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4139/2013), να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει στον αναιρεσείοντα το ποσό αυτό των έξι (6.000) ευρώ και να καταδικαστεί, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί, την 55/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Κρατεί την υπόθεση.

Δέχεται, κατ' ουσίαν, την από 30-7-2013 έφεση του αναιρεσείοντος.

Εξαφανίζει την 424/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά το μέρος, που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Απορρίπτει την αγωγή, ως προς την κύρια βάση της.

Παραπέµπει την υπόθεση, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Δέχεται την αίτηση του αναιρεσείοντος, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των έξι (6.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης αυτής.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ