51/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated51/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά μεν το άρθρο 1481 εδ.α Α.Κ. η πατρότητα τεκμαίρεται αν αποδειχθεί ότι αυτός για τον οποίο προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι πατέρας είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως, κατά δε το άρθρο 1482 του ίδιου κώδικα το τεκμήριο του προηγούμενου άρθρου ανατρέπεται αν προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα.
Full text
Απόφαση 51 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 51/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρίζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Καπελαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4167/2007 μη οριστική, 2486/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3687/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 1481 εδ.α Α.Κ. η πατρότητα τεκμαίρεται αν αποδειχθεί ότι αυτός για τον οποίο προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι πατέρας είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως, κατά δε το άρθρο 1482 του ίδιου κώδικα το τεκμήριο του προηγούμενου άρθρου ανατρέπεται αν προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα.
Από την όλη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ανατροπή του τεκμηρίου που θεσπίζεται με την πρώτη από αυτές επέρχεται αν από τις αποδείξεις προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα, όπως όταν αποδεικνύεται ότι ο φερόμενος ως πατέρας εστερείτο της ικανότητας για τεκνοποιία ή ότι η μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως είχε σαρκικές επαφές με περισσότερους άνδρες ή ότι ήταν έγγαμη.
Ως κρίσιμο δε διάστημα συλλήψεως ορίζεται από το άρθρο 1468 Α.Κ. εκείνο που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοσιοστή και την εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν από τον τοκετό, οπότε με την απόδειξη ότι ο φερόμενος ως πατέρας ήλθε σε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα του τέκνου, γεννάται το παραπάνω μαχητό τεκμήριο, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη άλλου περιστατικού (Α.Π.344/1992).
Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν ο ισχυρισμός που προτάθηκε είναι αόριστος ή μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π.1/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 (περ.β) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους ισχυρισμούς που αυτή προέβαλε πρωτοδίκως και κατ' έφεση για την αντίκρουση της ένδικης από 26-8-2005 αγωγής του αναιρεσιβλήτου με την οποία αυτός ζητούσε να αναγνωρισθεί η πατρότητά του στην ανήλικη θυγατέρα της που γεννήθηκε στις 17-8-2005 και έχουν κατά λέξη ως εξής: "...Ι.- Από λόγους καθήκοντος αληθείας δεν μπορώ να αρνηθώ ότι με τον αντίδικο συνήψα σχέσεις το έτος 2004.
Η συνάντηση μαζί του συνέπεσε αμέσως ύστερα από ερωτική μου απογοήτευση, την οποία είχα με κάποιον άλλο άνδρα, με τον οποίο διατηρούσα ολοκληρωμένες ερωτικές σχέσεις. Η σχέση με τον αντίδικο συνεχίσθηκε και ύστερα από μεγάλη επιμονή του ιδίου ορίσαμε την τέλεση του γάμου για την 27-2-2005. Στο μεταξύ διαπίστωσα ότι είμαι έγκυος και μέσα μου άρχισαν τα ερωτήματα ως προς τον πατέρα του εμβρύου.
Θέλοντας να είμαι έντιμη με τον εαυτό μου αλλά και με τον αντίδικο και διαπιστώνοντας και το αταίριαστο των χαρακτήρων μας, τηλεφώνησα προς τον αντίδικο και επιβεβαιώσαμε την συναπόφασή μας να μη γίνει αυτός ο γάμος... Είναι σαφές από τα παραπάνω ότι δεν είναι βέβαιο αν ο αντίδικος είναι ο πραγματικός πατέρας του τέκνου μου και φρονώ, για την ανεύρεση της αλήθειας, ότι αυτό πρέπει να αποδειχθεί με τα μέσα της επιστήμης που διαθέτομε σήμερα.
Ακριβώς αυτό έπρεπε να προηγηθεί της αγωγής και ακριβώς γι' αυτό η αγωγή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Ακόμα η υπό κρίση αγωγή είναι και αόριστη αφού πουθενά δεν αναφέρεται ο τόπος της ερωτικής μας συνεύρεσης...". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί των οποίων τη μη λήψη υπόψη αποδίδει στην προσβαλλομένη η αναιρεσείουσα δεν ήταν νόμιμοι και συνακόλουθα το εφετείο δεν όφειλε να απαντήσει σ' αυτούς.
Ειδικότερα δεν καθιστά μη νόμιμη ή κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή αναγνωρίσεως πατρότητας το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε αυτής έρευνα "με τα μέσα της επιστήμης" για τη διακρίβωση της πατρότητας ούτε την καθιστά αόριστη το γεγονός ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ο τόπος των ερωτικών συνευρέσεων του φερόμενου ως πατέρα και της μητέρας.
Αλλά και αν θεωρηθεί ότι με τα πιο πάνω η αναιρεσείουσα επιχείρησε να θεμελιώσει ισχυρισμό από το άρθρο 1482 Α.Κ. και πάλι ο πιο πάνω ισχυρισμός ήταν αόριστος και συνακόλουθα το εφετείο δεν όφειλε να απαντήσει σ' αυτόν, αφού η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίστηκε ρητά ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως και συγκεκριμένα μεταξύ της τριακοσιοστής και της εκατοστής ογδοηκοστής ημέρας πριν από τον τοκετό, εκτός από τον αναιρεσίβλητο, είχε σαρκικές επαφές και με τον άνδρα με τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε προηγουμένως ερωτικό δεσμό.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Α.Π.828/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα ότι ενώ η από 17-3-2005 εξώδικη απάντηση, διαμαρτυρία και πρόσκλησή της προς τον αναιρεσίβλητο αναφέρεται στην προθυμία του να την βοηθήσει οικονομικά κατά την κυοφορία του τέκνου, η προσβαλλομένη την ερμηνεύει παραμορφωτικά, δεχόμενη ότι με αυτήν η ίδια (η αναιρεσείουσα) δεν αμφισβήτησε την πατρότητα του κυοφορουμένου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αφορούν όχι εσφαλμένη ανάγνωση του αναφερόμενου εγγράφου (εξώδικης δηλώσεως) αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως σαφώς προκύπτει από τη χρήση της φράσεως "την ερμηνεύει παραμορφωτικά". Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο δεν σχημάτισε την κρίση του ότι ο αναιρεσίβλητος είναι πατέρας του ανηλίκου τέκνου της αναιρεσείουσας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε (εξώδικη δήλωση), αλλά εκτίμησε το έγγραφο αυτό σε συνδυασμό με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και ιδίως την ειδικά αναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να μην καταδικασθεί όμως η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου διότι ο τελευταίος δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2010 αίτηση της Α. Σ. για αναίρεση της 3687/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ