Legislator Case Law & Legislation
51/2007 AI generated

51/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 51/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

51/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, με βάση τη .... άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Πέλλας, οι αναιρεσείοντες ανήγειραν επί του οικοπέδου τους τετραώροφη οικοδομή, της οποίας ο υπόγειος χώρος, εμβαδού 78,81 τ.μ., δεσμεύθηκε ολόκληρος για τη διατήρηση των αρχαίων ευρημάτων, ενώ ένα μικρό τμήμα του έχοντος εμβαδόν 26,60 τ.μ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 51 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 51/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..... , 2. ..... και 3. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελισάβετ Αδαμίδου-Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Δημόπουλο Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 570/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3883/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 1-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και πέμπτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 1 εδ. α' ότι "η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός" και στην παρ. 6 ότι "τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών".

Στις διατάξεις αυτές προβλέπεται ειδική περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, όπου ο νομοθέτης, με βάση την παρεχόμενη σ' αυτόν εξουσιοδότηση, μπορεί να ορίσει το μέγεθος, το είδος και τον τρόπο προσδιορισμού της αποζημιώσεως κατά παρέκκλιση του άρθρου 17 του Συντάγματος. Μέχρι τη θέση σε ισχύ του εκδοθέντος προς τούτο ν. 3028/2002 εξακολουθούσε να ισχύει, δυνάμει του άρθρου 112 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κ.ν. 5351/1932 "περί αρχαιοτήτων" (π.δ. 9/24.8.1932), ο οποίος ορίζει στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ.

α' ότι "εάν υπάρχωσι ή ευρεθώσι τυχαίως εν ιδιωτικώ κτήματι αρχαία κτίρια ή άλλα αρχαία μη δυνάμενα να μετακινηθώσιν, εάν είναι άξια λόγου και πρέπει να διατηρηθώσιν, ο κύριος του κτήματος αμείβεται μόνον δια την αξίαν του χώρου, ον το αρχαίον καταλαμβάνει, εκτιμωμένου τούτου κατά την ανωτάτην τρέχουσαν αξίαν ομοίων κτημάτων εν τη περιφερεία ηυξημένην κατά 10%" και στο άρθρο 9 παρ. 2 ότι "εάν είναι ανάγκη δοκιμαστικής σκαφής προς εξακρίβωση της σπουδαιότητος ακινήτου αρχαίου, δύναται ο αρχαιολογικός έφορος ή ο επιμελητής να προβαίνη αμέσως εις ταύτην γνωρίζων τούτο τω Υπουργείω και συνεννοούμενος περί της δαπάνης".

Από τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος και του κ.ν. 5351/1932, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 41 και 42 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι αν, μετά την ανεύρεση αρχαίου (κατά την έννοια του άρθρου 2 του νόμου τούτου) ακινήτου σε οικόπεδο, επιτραπεί η ανέγερση σ' αυτό οικοδομής και κριθεί ότι το αρχαίο είναι διατηρητέο στο υπόγειο της οικοδομής, τότε ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου δικαιούται να αξιώσει από το Δημόσιο αποζημίωση α) για την αξία του καταλαμβανόμενου από το αρχαίο υπόγειου χώρου, η οποία ορίζεται ίση με την ανώτατη τρέχουσα αξία όμοιων χώρων (υπογείων) της ίδιας περιφέρειας, αυξημένη κατά 10%, β) για τη δαπάνη στην οποία, κατόπιν συγκαταθέσεως της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας, προέβη, εξαιτίας της διενεργηθείσας από αυτόν δοκιμαστικής εκσκαφής προς εξακρίβωση της υπάρξεως και της σπουδαιότητας του αρχαίου και γ) για τη - συνδεόμενη αιτιωδώς με τη διατήρηση του αρχαίου - μείωση της αξίας ή την αχρήστευση άλλων χώρων της οικοδομής μη καλυπτόμενων από το αρχαίο (βλ.

ήδη άρθρο 19 ν. 3028/2002).

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Οι αναιρεσείοντες, προτιθέμενοι να ανεγείρουν, σε κοινό οικόπεδό τους στην Έδεσσα, τετραώροφη οικοδομή με ισόγειο χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων και υπόγειο, προέβησαν, κατόπιν συνεννοήσεώς τους με την αρμόδια υπάλληλο της 11ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, σε δοκιμαστική ανασκαφή του εν λόγω οικοπέδου με δική τους δαπάνη, γεγονός που εγκρίθηκε από την αρχαιολογική αυτή υπηρεσία.

Με την ανασκαφή, αποκαλύφθηκε μεγάλο τμήμα ενός τετράπλευρου κτηρίου όψιμης ρωμαϊκής εποχής (πιθανώς του 3ου αιώνα μ. Χ.), επί του οποίου ήταν θεμελιωμένο ένα παλαιό χριστιανικό οικοδόμημα (5ου ή 6ου αιώνα) μεγάλων διαστάσεων. Κατόπιν τούτου, το Τοπικό Συμβούλιο Μνημείων Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, δεχθέν σχετική πρόταση της άνω Εφορίας, απεφάσισε να διατηρηθεί το αρχαιολογικό τούτο εύρημα στο υπόγειο της υπό ανέγερση οικοδομής, η Εφορία δε αυτή, με σχετικό έγγραφό της προς το Πολεοδομικό Γραφείο Έδεσσας, επέτρεψε την ανέγερση της οικοδομής με τον όρο τα εν λόγω αρχαιολογικά λείψανα να διατηρηθούν στο υπόγειο, χωρίς την ύπαρξη οχλουσών εγκαταστάσεων.

Ακολούθως, με βάση τη .... άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Πέλλας, οι αναιρεσείοντες ανήγειραν επί του οικοπέδου τους τετραώροφη οικοδομή, της οποίας ο υπόγειος χώρος, εμβαδού 78,81 τ.μ., δεσμεύθηκε ολόκληρος για τη διατήρηση των αρχαίων ευρημάτων, ενώ ένα μικρό τμήμα του έχοντος εμβαδόν 26,60 τ.μ.

ισόγειου χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων διατέθηκε για την εγκατάσταση του λεβητοστασίου, λόγω της δεσμεύσεως του υπογείου, όπου θα έπρεπε να γίνει η εγκατάστασή του. Ύστερα από τις διαπιστώσεις αυτές, κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι στους αναιρεσείοντες πρέπει να επιδικασθούν, μεταξύ άλλων, α) το ποσό των 2.421,12 ευρώ για τη - λόγω της δεσμεύσεως του υπογείου και της συνακόλουθης αναγκαστικής τοποθετήσεως του λεβητοστασίου στο ισόγειο - προκληθείσα σ' αυτούς ζημία, η οποία υπολογίσθηκε σε ποσοστό 5% επί της προσδιορισθείσας σε 44.020,54 ευρώ αξίας (ίσης με την ανώτατη τρέχουσα αξία όμοιων κτημάτων της περιοχής) ολόκληρου του οικοπέδου τους, αυξημένης κατά 10%, δηλαδή επί του ποσού των 48.422,59 ευρώ και β) το ποσό των 880,41 ευρώ, το οποίο, μετά από προφορική συνεννόησή τους με τους αρμόδιους υπαλλήλους της ως άνω Εφορίας και μετά από συγκατάθεση των τελευταίων, κατέβαλαν για τις χωματουργικές εργασίες της δοκιμαστικής εκσκαφής στο οικόπεδό τους.

Με τις κρίσεις του αυτές το εφετείο παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ως προς την επιδίκαση του πρώτου (υπό α΄) ποσού, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η σχετική αποζημίωση έπρεπε να υπολογισθεί, για μεν το υπόγειο, με βάση την αξία του, η οποία ορίζεται ίση με την ανώτατη τρέχουσαν αξία όμοιων υπόγειων χώρων της ίδιας περιοχής, αυξημένη κατά 10%, για δε τον ισόγειο χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων, με βάση τη μείωση της αξίας που επιφέρει σ' αυτόν η τοποθέτηση του λεβητοστασίου, χωρίς την κατά 10% προσαύξηση.

Επομένως, οι πρώτος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου, οι οποίοι εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και με τους οποίους καταλογίζονται στο εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι.

Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο ότι, σε σχέση με το αγωγικό κονδύλιο των 500.000 δρχ. για την αμοιβή των δύο εργατών που απασχολήθηκαν στη δοκιμαστική εκσκαφή, δεν έλαβε υπόψη την ενώπιον του πρωτοδικείου ένορκη μαρτυρική κατάθεση του πολιτικού μηχανικού ..... . Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, κατά τη διερεύνηση της δαπάνης των αναιρεσειόντων για τη δοκιμαστική εκσκαφή, αναφέρει ειδικώς την εν λόγω μαρτυρική κατάθεση, την οποία συνεκτίμησε κατά τη διαμόρφωση της σχετικής προς τούτο αποδεικτικής του κρίσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς τρόπο υπολογισμού της αποζημιώσεως για τους υπόγειο και ισόγειο χώρους της ως άνω πολυώροφης οικοδομής και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δικάσαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3883/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ