Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of new claim regarding property ownership dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the State's appeal against the Court of First Instance's decision, which had dismissed a new claim regarding property ownership. The State argued that the lower court incorrectly rejected this new argument without considering relevant facts, while the Church Society contended the property was intended for public religious use. The Court ruled that the new claim was admissible under the Civil Procedure Code and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527(6), 559(14) of the Code of Civil Procedure; A new claim raised by the appellant is admissible if the lower court failed to consider relevant facts supporting it, requiring remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 519 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 519/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΜΕΛΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΑΓΓΛΙΚΑΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΑΤΡΩΝ" που εδρεύει στην Πάτρα (οδός Καψάλη και Αγίου Ανδρέου) και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κορφιάτη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 327/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 286/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 10-10-2022 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 286/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 04-10-2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 327/2019, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 12-12-2017 αγωγή του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος και αναγνωρίστηκε η κυριότητα αυτού επί του αναφερόμενου σ' αυτήν ακινήτου και διατάχθηκε η διόρθωση της πρώτης ανακριβούς εγγραφής.
Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι από την, από 13-09-2022, επικαλούμενη από το αναιρεσείον επίδοση σ' αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης, που δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο, μέχρι την κατάθεση, στις 14-10-2022, της αίτησης αναίρεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία (άρθρ. 11 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου Κ.Δ.
από 26.6./10.7.1944, Α' 139, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν. 3514/2006), χωρίς να υπολογίζονται στην ανωτέρω προθεσμία οι δικαστικές διακοπές, ήδη η περίοδος λειτουργίας των θερινών τμημάτων, που αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν την 15η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, άρθρο 12 παρ. παρ. 2 του ν. 4928/2022 (ΦΕΚ Α' 109/06.06.2022), και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), πρέπει το πράγμα να είναι δεκτικό χρησικτησίας και να μην εξαιρείται αυτής.
Η επιδεκτικότητα, όμως, του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχεία της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο, ο ίδιος δε ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο (ΑΠ 1747/2022, ΑΠ 702/2021, ΑΠ 1527/2014). [2] Kατά τη διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται κατ' άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα η ιδιότητα κάποιου πράγματος εάν είναι εκτός συναλλαγής, πράγματα εκτός συναλλαγής είναι, εκτός των άλλων, και εκείνα που είναι προoρισμένα στην εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού, εφόσον διαρκεί ο προορισμός τους για το σκοπό αυτό.
Πρόκειται δηλαδή για τα πράγματα τα οποία έχουν αφιερωθεί στην άσκηση της θείας λατρείας και των οποίων χαρακτηριστικό και διακριτικό γνώρισμα αποτελεί ο θρησκευτικός σκοπός, τον οποίο εξυπηρετούν, κατά την ενάσκηση του ατομικού δικαιώματος στην ακώλυτη άσκηση της θείας λατρείας, με το οποίο συνδέονται άμεσα.
Αυτά προσλαμβάνουν την ιδιότητα αυτή είτε απ` ευθείας από το νόμο, είτε με την βούληση του ιδιοκτήτη, εφ` όσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις και η ιδιότητά τους. Η κατηγορία αυτή των πραγμάτων που καθιερώνει ο Αστικός Κώδικας ανταποκρίνεται στην κατηγορία των εκτός συναλλαγής πραγμάτων θείου δικαίου (res divini iuris) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αφότου αφιερωθούν στη θρησκευτική λατρεία.
Ειδικά για τους Ιερούς Ναούς, στα Βασιλικά, στο βιβλίο 46 Τ.τ.3, θέμα 3 (ν.6. παρ. 2111.8) αναφέρεται ότι "Ιερόν εστί πράγμα το δημόσια αφιερωθέν, τα γαρ ιδιωτικά ουκ εισίν ιερά, ει δε καταπέση το οικοδόμημα, μένει ιερός ο τόπος". Άλλωστε, κατά το δίκαιο (Ιερούς Κανόνες) της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν προβλέπεται διαδικασία άρσης του χαρακτηρισμού, κάποιου πράγματος ως ιερού, εξαιρούμενη η περίπτωση της βεβήλωσης του Ιερού Ναού, συνεπεία της οποίας απαγορεύεται η τέλεση λατρευτικών πράξεων (προσωρινή παύση του για θρησκευτικό σκοπό προορισμού) πριν από την ανάγνωση της κεκανονισμένης ευχής κάθαρσης (ΑΠ 475/2016).
Στην κατηγορία, επομένως, των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών, περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους ναοί, ακόμη και οι ιδιόκτητοι (άρθρα 45 παρ 1 του ν. 590/1977 ``Περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος`` σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Κανονισμού 8/1979 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών" (Α' 1/1980), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 36 παρ. 6 του ν. 590/1977, άρθρο 1 του προϊσχύσαντος α.ν. 2200/1940) καθώς και τα παραρτήματά τους, εφόσον έχουν εγκαινιαστεί και καθιερωθεί στη λατρεία του Θεού, σύμφωνα με τους Θείους και Ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (ΑΠ 702/2021, ΑΠ 29/2018, ΑΠ 475/2016, ΑΠ 1178/2006).
Εκτός συναλλαγής θεωρείται όχι μόνο το οικοδόμημα του ναού, αλλά και το ακίνητο επί του οποίου κείται ο ιερός ναός, αφού εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός (ΑΠ 1134/2022, ΑΠ 29/2018, AΠ 983/2017). [3] Το κτητορικό δικαίωμα αποτελεί ιδιόμορφο θεσμό του εκκλησιαστικού δικαίου με το οποίο απονέμονται προνόμια ηθικής αποκλειστικά φύσης σε πρόσωπο να διοικεί και να διαχειρίζεται την περιουσία ναού ή καθιδρύματος για εκκλησιαστικούς σκοπούς.
Τα προνόμια και τα καθήκοντα του κτήτορα, δηλαδή του ιδιώτη που οικοδομεί εξ ιδίων πόρων ναό ή επισκευάζει υφιστάμενο και αφιερώνει ορισμένες προσόδους προς συντήρηση αυτού, ρυθμίστηκαν από την εκκλησιαστικοπολιτική νομοθεσία επί του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (νεαρά ΡΚΓ κεφ. ιη" έτους 546). Υποκείμενο του κτητορικού δικαιώματος μπορεί να γίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο νομίμως υφιστάμενο, απονέμεται δε μόνον από την αρμόδια εκκλησιαστική εξουσία, ήτοι τον επίσκοπο στην περιφέρεια του οποίου ιδρύεται το καθίδρυμα, υπό την εποπτεία του οποίου τελεί ο κτήτωρ.
Για το σκοπό αυτόν συντασσόταν από τον κτήτορα με τη συναίνεση του επισκόπου η λεγόμενη κτητορική πράξη (κτητορικό τυπικό). Βασικός όρος απονομής του κτητορικού δικαιώματος αποτελεί η επάρκεια της περιουσίας του κτήτορος, ώστε να εξασφαλίζεται η συντήρηση του καθιδρύματος. Τα σπουδαιότερα καθήκοντα του κτήτορος είναι να φροντίζει για τη συντήρηση του ναού, την τακτική τέλεση των ιερών ακολουθιών, να μεριμνά για τη συντήρηση και επαύξηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και αντιστοίχως έχει το δικαίωμα να διοικεί την περιουσία του ναού και να υποβάλλει λογοδοσία στην αρμόδια επισκοπική αρχή, καθώς και να προτείνει στον αρμόδιο επίσκοπο τον εφημέριο που πρέπει να διοριστεί στον ναό, απολαμβάνει δε κάποιων τιμητικών προνομίων, όπως ότι καταλαμβάνει τιμητική θέση στο ναό και ότι μνημονεύεται το όνομά του και των μελών της οικογενείας του κατά τις ιερές ακολουθίες.
Το εν λόγω δικαίωμα καταργείται, μεταξύ άλλων, όταν ο κτήτορας δεν εκπληροί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί με την κτητορική πράξη και γενικά εάν φανεί ανάξιος του προνομίου που του παραχωρήθηκε από την εκκλησία, οπότε ο επίσκοπος έχει δικαίωμα να άρει το κτητορικό δικαίωμα και να διαρρυθμίσει, όπως κρίνει, σύμφωνα και με τους κανόνες τα του ιδρύματος.
Από αυτά συνάγεται ότι τα παρεχόμενα στους κτήτορες δικαιώματα φέρουν χαρακτήρα ηθικό και ουδόλως συνάπτονται με οικονομικές ωφέλειες αμέσως ή εμμέσως, ούτε αποτελεί τέτοια ωφέλεια η δυνατότητα απόληψης μέρους των εισοδημάτων των αφιερωμένων στο ναό κτημάτων από τον κτήτορα, εάν κάτι τέτοιο επιφύλαξε στον εαυτό του με το τυπικό ή αν ήθελε περιπέσει σε ένδεια.
Ειδικότερα, με τους με αρ. 24 και 49 εκκλησιαστικούς κανόνες των συνόδων Χαλκηδόνος και της εν Τρούλλω αντίστοιχα, το σύνταγμα Βαλσαμώνος (Β. 651) και τα πρακτικά του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (Α 221 και 224), που δεν μεταβλήθηκαν με τις μεταγενέστερες σχετικές διατάξεις των βδ της 26.4.1834 και της 13.10.1931 και του ν. 2200/1940, το κτητορικό δικαίωμα μπορούσε να αποκτηθεί από τον παραχωρούντα οικόπεδο προς ανέγερση ναού ή από τον ανεγείραντα ή επιδιορθούντα ετοιμόρροπο ή ερειπωμένο ναό, ενώ, στην περίπτωση των ήδη υπαρχόντων ναών, με διαδοχή, κατά τους συνοδικούς κανόνες, με μεταβιβαζόμενη την ιδιόμορφη ηθική σχέση εκκλησιαστικού δικαίου.
Το κτητορικό δικαίωμα επί των ναών δεν είναι δικαίωμα ιδιοκτησίας με την έννοια του ΑΚ και, συνεπώς, ο διαθέσας το προς ανέγερση του κτητορικού ναού οικόπεδο και ανεγείρας τούτο κτήτορας, ή ο ανεγείρας ναό δεν διατηρεί επί του ακινήτου του ή του ναού τέτοιο δικαίωμα, η περιουσία περιερχόταν στη νομή και κυριότητα του ναού, καθιστάμενη "ανεκποίητος και αναφαίρετος", γι' αυτό και δεν καθίσταται τούτο αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής σε περίπτωση θανάτου του κτήτορος, κατά τις διατάξεις του ΑΚ, ως εκφυγόν της περιουσίας του κληρονομουμένου κατά το χρόνο θανάτου του ως προκριθέν στην εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού.
Η μεταβίβαση του κτητορικού δικαιώματος ρυθμίζεται ειδικώς και όσον αφορά τη διαδοχή από τους συνοδικούς κανόνες, κατά τους οποίους και σε περίπτωση θανάτου του κτήτορος άνευ διαθήκης και κληρονόμων, ο ναός δεν περιέρχεται και ως προς τη διοίκηση και διαχείριση του στο Δημόσιο, αλλά η εκκλησιαστική αρχή αναλάμβανε τα καθήκοντα αυτά του κτήτορος, θεωρούμενη ως υποκείμενο του κτητορικού δικαιώματος, το οποίο ο επίσκοπος είχε την εξουσία να απονείμει και σε άλλο πρόσωπο (ΑΠ 475/2016, ΑΠ 1558/2001, ΑΠ 195/1980).
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται στην περίπτωση που δεν τηρήθηκε το τυπικό της έκδοσης πράξης του επισκόπου, όταν τούτο οφείλεται στην έλλειψη του αντίστοιχου αρμόδιου επισκόπου (ΑΠ 475/2016). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ά.ν. 2200/1940, ως ίσχυε, οι ναοί διακρίνονται: σε α) ενοριακούς (στους οποίους υπάγονται τα παρεκκλήσια και εξωκκλήσια αυτών), β) συναδελφικούς ή κτητορικούς ή ιδιόκτητους δυνάμει τίτλων, γ) φιλανθρωπικών, εκπαιδευτικών και λοιπών κοινωφελών ιδρυμάτων και νομικών προσώπων και δ) κοιμητηρίων.
Την ίδια διαίρεση των ναών και ενοριών, καθιέρωσαν ο υπ' αριθμ. 2 Κανονισμός της 18/20 Απριλίου 1969, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 32 § 2 ν. δ/τος 29/69, και ο υπ' αριθμ. 8/1979 Κανονισμός "περί ιερών ναών και ενοριών", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 §4,36,37§8,51 §2 εδ. δ' του Ν. 590/1977 "Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος". [4] Με την έννοια και το χαρακτήρα των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, ως πραγμάτων προορισμένων στην εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών, δεν είναι ασυμβίβαστη η δημιουργία έννομων σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, όπως, ειδικότερα, η έννοια της ιδιοκτησίας και της νομής, αφού η διάθεσή του στην εκπλήρωση θρησκευτικών σκοπών αποτελεί είδος χρήσης, η οποία κατ` ουσίαν συνιστά νομή (ΑΠ 930/2012) και εφόσον οι σχέσεις αυτές δεν προσκρούουν στον εξυπηρετούμενο σκοπό της θείας λατρείας, αλλά συμβιβάζονται με τον προορισμό τους.
Όταν το πράγμα κατέστη εκτός συναλλαγής και προορισμένο για την εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συναλλαγής και αποκλείεται επ` αυτού κάθε δικαιοπραξία του κυρίου, εφόσον αυτή αντίκειται στον εξυπηρετούμενο πιο πάνω σκοπό (θρησκευτικό) (ΑΠ 29/2018). Δεν είναι όμως, κατά νόμο απαγορευμένη και, συνεπώς, άκυρη, κατά τα άρθρα 174 και 175 ΑΚ, ακόμη και η μεταβίβαση της κυριότητας τέτοιου πράγματος, αν δεν αντιτίθεται στο θεραπευτέο δημοσιολογικό σκοπό του (ΑΠ 1134/2022, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1178/2006, ΑΠ 14/1994), έτσι δεν νοείται η απαγόρευση της απόκτησης της κυριότητας όμοιου πράγματος με έκτακτη χρησικτησία εφόσον δεν οδηγεί στη δημιουργία δικαιώματος με το οποίο αναιρείται ο προορισμός του στην εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού (ΑΠ 1134/2022).
Το ότι τα "ιερά" πράγματα είναι εκτός συναλλαγής δεν σημαίνει ότι αυτά δεν έχουν κύριο, διότι αυτά ανήκουν στην κυριότητα του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, η οποία (κυριότητα) ασκείται πάντα με σκοπό χρησιμοποίησής του ως αντικειμένου θείας λατρείας (άρθρο 13 παρ. 2 του Συντάγματος) (ΑΠ 1186/2006, ΑΠ 162/1996). [5] Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται αναλογικώς, και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1Σ. 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α' 256), και για τον Ιερό Ναό στον οποίο ασκείται δημόσια θρησκευτική λατρεία κάθε γνωστής θρησκείας. [6] Στο άρθρο 1 του ν. 4301/2014 "Οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων και λοιπές διατάξεις" (Α' 223/7-10-2014, με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 56, από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του νόμου), το οποίο τιτλοφορείται "Έννοια Θρησκευτικής Κοινότητας" ορίζονται τα ακόλουθα: "Θρησκευτική κοινότητα είναι ικανός αριθμός φυσικών προσώπων με συγκεκριμένη θρησκευτική Ομολογία γνωστής θρησκείας, μόνιμα εγκατεστημένων σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή, με σκοπό την κοινή άσκηση της λατρείας της και την τέλεση των καθηκόντων που απαιτούνται από την κοινή Ομολογία των μελών της", στο άρθρο 2, που έχει τον τίτλο "Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο", ότι "Ένωση προσώπων της αυτής θρησκευτικής κοινότητας, η οποία επιδιώκει τη συστηματική και οργανωμένη άσκηση της λατρείας της και τη συλλογική εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων των μελών της, αποκτά προσωπικότητα, όταν εγγραφεί σε ειδικό δημόσιο βιβλίο (Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων) που τηρείται στο πρωτοδικείο της έδρας του.
Για να συσταθεί θρησκευτικό νομικό πρόσωπο χρειάζονται τριακόσια τουλάχιστον πρόσωπα, εκ των οποίων ένας τουλάχιστον είναι ο θρησκευτικός λειτουργός, ιερουργός ή ποιμένας της θρησκευτικής κοινότητας, στον οποίο έχει ανατεθεί η τέλεση των θρησκευτικών τελετών, ο οποίος πρέπει να είναι Έλληνας ή πολίτης κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αλλοδαπός νόμιμα διαμένων στην Ελλάδα" και στην παρ. 1 του άρθρου 3, με τίτλο του άρθρου "Διαδικασίες και διατυπώσεις σύστασης", ότι "Για την εγγραφή του θρησκευτικού νομικού προσώπου στο βιβλίο, η διοίκησή του υποβάλλει αίτηση στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, η οποία εκδικάζεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία και στην οποία επισυνάπτονται η συστατική πράξη υπογεγραμμένη από όλους τους ιδρυτές - μέλη του με τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας και κατοικίας τους, η Ομολογία πίστης, τα ονόματα των μελών της διοίκησης, στην οποία περιλαμβάνεται απαραίτητα και ο θρησκευτικός λειτουργός της κοινότητας, πλήρες βιογραφικό σημείωμα του τελευταίου, από το οποίο θα προκύπτουν οι τυχόν θρησκευτικές σπουδές του, ο τρόπος και ο χρόνος ανάδειξης, εκλογής ή επιλογής του στη θέση αυτή, κατάλογος με τους λατρευτικούς χώρους του και ο κανονισμός του, με τις υπογραφές των μελών του και με ημεροχρονολογία. ...".
Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 12 του ως άνω νόμου 4301/2014, με τίτλο "Εκκλησιαστικό Νομικό Πρόσωπο", προβλέπεται ότι "Εκκλησία είναι η ένωση τουλάχιστον τριών θρησκευτικών νομικών προσώπων της αυτής θρησκείας, η οποία έχει επισκοπική ή συνοδική ή άλλη κεντρική δομή, λειτουργεί βάσει του κανονισμού της και διοικείται από εκλεγμένα ή διορισμένα, ατομικά ή συλλογικά όργανα. Για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας και την εγγραφή της στο ειδικό βιβλίο, απαιτείται η κατάθεση κοινής αίτησης των θρησκευτικών νομικών προσώπων στο πρωτοδικείο της έδρας της Εκκλησίας, στην οποία επισυνάπτονται η συστατική πράξη, οι Ομολογίες πίστεως και των τριών θρησκευτικών προσώπων, τα ονόματα των μελών της διοίκησης, η οποία αποτελείται απαραίτητα και από θρησκευτικούς λειτουργούς των μελών της και ο κανονισμός της. Οι διατάξεις που ισχύουν για τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα εφαρμόζονται ανάλογα και για τις Εκκλησίες. Η επωνυμία της περιέχει οπωσδήποτε και την ένδειξη "Εκκλησιαστικό Νομικό Πρόσωπο"".
Περαιτέρω, στην παρ. 5 του άρθρου 13 του εν λόγω νόμου, το οποίο τιτλοφορείται "Αναγνώριση νομικής προσωπικότητας της εν Ελλάδι Καθολικής Εκκλησίας, λοιπών υφιστάμενων Εκκλησιών και νομικών προσώπων τους", ορίζονται τα ακόλουθα: "Αναγνωρίζονται ως ίδια θρησκευτικά ή εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, χωρίς την προηγούμενη τήρηση των διαδικασιών που ορίζονται στα άρθρα 3 και 12, έστω και αν δεν υφίστανται οι ελάχιστοι αριθμοί πιστών ή θρησκευτικών νομικών προσώπων που προβλέπονται στα προηγούμενα άρθρα, οι κάτωθι θρησκευτικές κοινότητες:
α) Η Αγγλικανική Εκκλησία, ως θρησκευτικό νομικό πρόσωπο υπό την επωνυμία: "Αγγλικανική Εκκλησία στην Ελλάδα Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο", που εδρεύει στην Αθήνα. β) .........Στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Υφιστάμενοι ναοί, ευκτήριοι οίκοι, μονές, ησυχαστήρια και γενικότερα χώροι λατρείας των θρησκευτικών κοινοτήτων της παραγράφου 5 που δεν περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο, καθώς και χώροι λατρείας που οι τελευταίες θα ιδρύσουν στο μέλλον, δύνανται να θεωρούνται ως παραρτήματα των αντίστοιχων θρησκευτικών ή εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, να διοικούνται και να εκπροσωπούνται από αυτές και, σύμφωνα με τον κανονισμό τους. [7] Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο αφιερωθείς και τεθείς Ιερός Ναός σε δημόσια λατρεία από την κοινότητα των εις Πάτρα Άγγλων διαμαρτυρομένων, γνωστής θρησκείας, καθώς και το ακίνητο, το οποίο παραχωρήθηκε αποκλειστικά για το σκοπό ανέγερσης Εκκλησίας, επί του οποίου κείται ο ναός είναι ανεπίδεκτα έκτακτης χρησικτησίας, διότι έχουν αφιερωθεί στην άσκηση της θείας λατρείας, και των οποίων χαρακτηριστικό και διακριτικό γνώρισμα αποτελεί ο θρησκευτικός σκοπός, τον οποίο εξυπηρετούν, κατά την ενάσκηση του ατομικού δικαιώματος στην ακώλυτη άσκηση της θείας λατρείας, με το οποίο συνδέονται άμεσα.
Έτσι, ο παραπάνω ναός και το ακίνητο επί του οποίου κείται αυτός είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος έκτακτης χρησικτησίας από τρίτο όταν το δικαίωμα που δημιουργείται με την κτήση της κυριότητας από τον τρίτο αναιρείται η κυριότητα της εκκλησιαστικής αρχής της Κοινότητας των εις Πάτρα Άγγλων Διαμαρτυρομένων η οποία ασκείται πάντα με σκοπό χρησιμοποίησής του από αόριστο αριθμό άγγλων διαμαρτυρομένων της Πάτρας, ως τόπου δημόσιας θείας λατρείας της γνωστής αυτής θρησκείας, επί οικοπέδου παραχωρηθέντος αποκλειστικά για Εκκλησία. [8] Με τις διατάξεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87), και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την τροποποίησή του με άρθρο 29 του ν. 4842/2021, ορίζεται ότι " Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, για να θεωρηθεί, ότι η ένσταση έχει προβληθεί εμπρόθεσμα και ότι είναι, επομένως, παραδεκτή, πρέπει να έχουν προταθεί έγκαιρα, ήτοι κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όλα τα αναγκαία κατά το νόμο περιστατικά, που επάγονται την έννομη συνέπεια που επιφέρει η συγκεκριμένη ένσταση, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπεται από το άρθρο 527 ΚΠολΔ, οπότε η προβολή μπορεί να γίνει με τη μορφή κυρίου ή πρόσθετου λόγου έφεσης από τον εκκαλούντα - εναγόμενο (ΑΠ 9/2024, ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1731/2022).
Η εν λόγω εξαίρεση από τον περιορισμό της προβολής τους κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καταλαμβάνει τους "προνομιακούς ισχυρισμούς", δηλαδή, ισχυρισμούς που στηρίζουν αυτεπάγγελτα εφαρμοζόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι εκείνοι που αφορούν είτε θετικές είτε αρνητικές διαδικαστικές προϋποθέσεις, την ένσταση αοριστίας της αγωγής, τις ενστάσεις μη αναφοράς νομιμοποίησης ή έννομου συμφέροντος κ.λ.π.
Μόνο το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί στηρίζονται σε κανόνες δημόσιας τάξης που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως δεν αίρει τη λειτουργία του συζητητικού συστήματος, ως προς το χρόνο πρότασης των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 97/2019). Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 9/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 664/2021).
Στην περίπτωση του άρθρου 527 αρ. 6 ΚΠολΔ, ο διάδικος πρέπει να επικαλεστεί τη δικαστική ομολογία ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός (ΑΠ 172/2023, ΑΠ 961/2019). Η απόδειξη, όμως, αυτή πρέπει να προκύπτει άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από την επικαλούμενη δικαστική ομολογία, κατά τους όρους του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, ή το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 172/2023, ΑΠ 1321/2022, ΑΠ 1119/2022). [9] Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, η οποία γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς αυτού γεγονότος και πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 352/2023, ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 675/2021). [10] Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 KΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στο δικονομικό απαράδεκτο, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 576/2023, ΑΠ 961/2019, 538/2009).
Το παραδεκτό ή απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 172/2023, ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 1731/2022).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Το ενάγον ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο, με την επωνυμία "ΜΕΛΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΑΓΓΛΙΚΑΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΑΤΡΩΝ", με την από 12-12-2017 ένδικη αγωγή του, που κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, στρεφόμενο κατά του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, εξέθετε ότι, επί του παραχωρηθέντος, με το νόμο ΣΑ' της 07-04-1867, από τον τότε Βασιλέα Γεώργιο Α', με το αριθμ. 84/04-05-1867 παραχωρητήριο του Υπουργού Οικονομικών, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην Κοινότητα των εις Πάτρα Άγγλων διαμαρτυρομένων οικοπέδου, εμβαδού 854,25 τ.μ., που περιγράφεται και βρίσκεται στην Πάτρα, αποκλειστικά για την ανέγερση Εκκλησίας, η εις Πάτρα κοινότητα των άγγλων διαμαρτυρόμενων θεμελίωσαν το έτος 1872, και αποπεράτωσαν, το έτος 1872, τον Ιερό Ναό Αγίου Ανδρέα, και, έκτοτε, έθεσαν αυτόν σε λατρεία για την άσκηση της δημόσιας θείας λατρείας της γνωστής και αναγνωρισμένης Αγγλικανικής Εκκλησίας διαμαρτυρομένων χριστιανών, από τους ευρισκόμενους εκάστοτε στην Πάτρα άγγλους διαμαρτυρόμενους, και επιτελείται λειτουργία του Ναού περιστασιακά και επετειακά, και ότι επί του ακινήτου αυτού το ενάγον σωματείο, με την επωνυμία "Μέλη Κοινότητας Αγγλικανικής Εκκλησίας Πατρών", καταστατικός σκοπός του οποίου είναι η συσπείρωση και γνωριμία των πιστών της Αγγλικανικής Εκκλησίας που ζουν στην Πάτρα, με μέσο επίτευξης του σκοπού την προσοχή και φροντίδα του Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα της Αγγλικανικής Εκκλησίας των Διαμαρτυρομένων, από την από το έτος 1990 ίδρυση του σωματείου από εις Πάτρα άγγλους διαμαρτυρόμενους, ασκεί στο όλο ακίνητο και στον παραπάνω Ναό, αδιαλείπτως, τις προσιδιάζουσες στον Ιερό Ναό πράξεις νομής, όπως ανακαίνιση ναού, οργάνωση επετειακών λειτουργιών, με πρόσκληση αγγλικανικών (ομοδόξων) ιερέων, επίβλεψη, παρεμπόδιση επεμβάσεων τρίτων, επιμέλεια της περίφραξης, καθαριότητα του κήπου και στολισμού του ναού, οργάνωση εκθέσεων και διαλέξεων, ξεναγήσεις, πληρωμή τελών και φόρων, προσμετρώντας και την προσωπική νομή των αναφερόμενων φυσικών προσώπων ιδρυτικών μελών του σωματείου του (Μ. - Ι.
Μ., Π. Τ. Κ., Α. Μ., Ε. Π., Τ. Λ. και άλλων) όντας προσωπικά συννομείς, που απέκτησαν με αλλεπάλληλες μεταβιβάσεις των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων αυτών που ασκούσαν τις παραπάνω πράξεις νομής διανοία κυρίων αυτού, ήτοι για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας καθώς και της κατασκευής από το έτος 1872 του Ιερού Ναού και της θέσης αυτού, από το έτος 1878, για τη δημόσια λατρεία των εκάστοτε αορίστου αριθμού ευρισκομένων εις Πάτρα άγγλων διαμαρτυρομένων.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επ' αυτού και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρέων, στο οποίο το ακίνητο φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 327/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίστηκε ότι το ενάγον σωματείο κατέστη κύριο του οικοπέδου, εμβαδού 858 τ.μ.
και του Ιερού Ναού, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση, δια των μελών του, επ' αυτού, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, πράξεων νομής, όπως επίβλεψη, καθαριότητα, ανακαίνιση του ναού, οργάνωση λειτουργιών, και διατάχθηκε η διόρθωση της πρώτης ανακριβούς εγγραφής. Το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, πρότεινε για πρώτη φορά, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσής του, κατά τα οικεία μέρη αυτών, την ένσταση ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας από το ενάγον - εφεσίβλητο Σωματείο ως εκτός συναλλαγής πράγμα, επικαλούμενο ότι είναι προορισμένο για την εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού, με την από το έτος 1872 μέχρι το έτος 1878 ανέγερση από την Κοινότητα των εις Πάτρα άγγλων διαμαρτυρομένων, επί του παραχωρηθέντος, το έτος 1867, από το Ελληνικό Δημόσιο, επίδικου οικοπέδου, αποκλειστικά για την ανέγερση Εκκλησίας, και αφιέρωσης και χρήσης του, από το έτος 1878, για την ακώλυτη άσκηση της δημόσιας θείας λατρείας της γνωστής θρησκείας των οιωνδήποτε ευρισκόμενων στην Πάτρα άγγλων διαμαρτυρομένων (ΑΚ 966), και ότι η από το ιδιωτικό σωματείο - ενάγον - εφεσίβλητο, του οποίου σκοπός, κατά την αγωγή, είναι η συσπείρωση και γνωριμία των πιστών της Αγγλικανικής Εκκλησίας που ζουν στην Πάτρα, με μέσο επίτευξης του σκοπού την προσοχή και φροντίδα του Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα, με ευκαιριακή και περιστασιακή λειτουργία του Ναού, κτήση της κυριότητας επ' αυτού, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, οδηγεί στη δημιουργία δικαιώματος κυριότητας με τον οποίο αναιρείται ο προορισμός του στην εξυπηρέτηση του πρωταρχικού δημοσιολογικού σκοπού της δημόσιας λατρείας από αόριστο αριθμό των ευρισκομένων, που αποτελούν την Κοινότητα των, εις Πάτρα άγγλων διαμαρτυρομένων.
Για την απόδειξη δε της ένστασής του το αναιρεσείον επικαλέστηκε την (νοηματικά κατά το άρθρο 527 περ. 6 ΚΠολΔ) εμπεριεχόμενη, στο δικόγραφο ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος σωματείου, άμεση και ρητή δικαστική ομολογία, επιβλαβούς για αυτό γεγονότος, ήτοι της ανέγερσης του ως άνω Ιερού Ναού και της θέσης του στη δημόσια λατρεία, έχοντες οι φερόμενοι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των μελών του ενάγοντος το ηθικό προνόμιο της φροντίδας και συντήρησης αυτού, και μετά την αδράνεια αυτών την περιέλευση αυτού στην εκκλησιαστική αρχή του Ιερού Ναού, και τη μη εκπλήρωση του ανωτέρω πρωταρχικού σκοπού με τη χρήση του Ιερού Ναού, ευκαιριακά και περιστασιακά, ως μέσου επίτευξης των ιδιωτικών σκοπών του ενάγοντος - ιδιωτικού σωματείου, συσπείρωσης και γνωριμίας των πιστών της Αγγλικανικής Εκκλησίας που ζουν στην Πάτρα, για το οποίο υπόχρεο προς απόδειξη είναι το εκκαλούν - αναιρεσείον.
Από την επισκόπηση της προβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον, τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος, δέχθηκε τα εξής : "Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται για πρώτη φορά ότι το επίδικο ακίνητο, εντός του οποίου υπάρχει ο ιερός ναός, είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, λόγω της ιδιότητάς του ως εκτός συναλλαγής, προορισμένο για εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού (ΑΚ 966) και εκ του λόγου αυτού το εφεσίβλητο δεν έχει έννομο συμφέρον και δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητεί την αναγνώριση της κυριότητάς του επ' αυτού.
Ο εν λόγω ισχυρισμός όμως, περί του ότι το επίδικο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι είναι "νέος" ισχυρισμός εφόσον δεν προβλήθηκε από το εκκαλούν κατά την συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά προβάλλεται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, όπως προαναφέρθηκε, και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 παρ. 3 ΚΠολΔ για τη δικαιολόγηση της καθυστερημένης προβολής του, δηλαδή, δεν πρόκειται για ισχυρισμό - ένσταση που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης (...), ...
και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από το εκκαλούν είναι απορριπτέα". Με βάση τα δεδομένα αυτά απορρίφθηκε η ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος και αναγνωρίστηκε το ενάγον ότι κατέστη κύριο του παραπάνω ακινήτου μετά του επ' αυτού Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και διατάχθηκε η διόρθωση της πρώτης ανακριβούς εγγραφής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο τον παραπάνω, το πρώτον προταθέν, νέο ισχυρισμό (νέα ένσταση) του εκκαλούντος - εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως αυτός αναλύεται παραπάνω. Ειδικότερα, το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη όλα τα επικαλούμενα από το εκκαλούν στο δικόγραφο της έφεσης πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν παραδεκτή προβολή, με τους παραπάνω λόγους έφεσης, της ανωτέρω (νέας) ένστασης περί ανεπιδέκτου χρησικτησίας του επιδίκου, ως εκτός συναλλαγής πράγματος, επειδή με την κτήση της κυριότητας από το αναιρεσίβλητο αναιρείται ο προορισμός του δημοσιολογικού σκοπού της δημόσιας λατρείας της ανωτέρω γνωστής και αναγνωρισμένης θρησκείας.
Τούτο δε, διότι, τα όσα επικαλέστηκε νοηματικά για την υποστήριξη της εν λόγω (νέας) ένστασής του το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον, επικαλείται το ίδιο ότι αποδεικνύονται εγγράφως με την εμπεριεχόμενη στο δικόγραφο της αγωγής άμεση και ρητή δικαστική ομολογία από το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο σωματείου.
Επομένως, η προκείμενη περίπτωση αποτελεί, κατ' άρθρ. 527 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, παραδεκτή επίκληση από το αναιρεσείον του ως άνω νέου ισχυρισμού (ένστασής) του.
Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθμό 14 (και όχι τον αριθμό 1α) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
IV. Κατ' ακολουθίαν, κατά παραδοχή των ως άνω παραδεκτών και βάσιμων λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως απαράδεκτο τον παραπάνω νέο ισχυρισμό, και, ως εκ τούτου, κατ' ουσίαν αβάσιμους τους παραπάνω λόγους έφεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), που ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 1192/2022, ΑΠ 55/2021), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμ. 286/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης στο παραπάνω Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου