Supreme Court dismisses appeal on facts, ruling factual evaluation errors are outside appellate review scope.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by two companies against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued the lower court misinterpreted responsible statements regarding subcontracting scope, claiming the court distorted evidence. The court held that errors in evaluating factual evidence fall outside the scope of appellate review unless the judgment relies exclusively on a specific document that was allegedly distorted. Consequently, the appeals were rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339 and 432 et seq. of the Code of Civil Procedure; Appellate courts cannot review factual evaluations unless the judgment relies exclusively on a specific document alleged to be distorted, as mere consideration of evidence alongside others does not constitute a distortion error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 519 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 519/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "C. ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "C. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Μεντή και Χρήστο Γιαλαμά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "C. ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "C. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Μεντή και Χρήστο Γιαλαμά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/10/2012 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2745/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1813/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν η υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσα και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσίβλητη με την από 4/9/2017 αίτησή της και τους από 29/8/2018 πρόσθετους λόγους αυτής και η υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσίβλητη και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσα με την από 23/7/2017 αίτησή της. Επί των αιτήσεων αυτών οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 1028/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1813/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2554/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 8/11/2021 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 23/3/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την παραδοχή της από 8/11/2021 αιτήσεως, την απόρριψη της από 23/3/2022 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις: α) από 8.11.2021 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας "C. ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΕ" κατά της εταιρείας "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΟΠΑΠ ΑΕ)" και (β) από 23.3.2022 αίτηση αναίρεσης της "ΟΠΑΠ ΑΕ" κατά της εταιρείας "C. ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΕ", ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 2254/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Η από 8.11.2021 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία " C. AE" ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.1 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης (παρ. 1) και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της. Τη συνδρομή της εν λόγω προϋπόθεσης εξετάζει ο Άρειος Πάγος, είτε ύστερα από σχετική ένσταση του αναιρεσίβλητου, οπότε ο διάδικος αυτός οφείλει, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, να καταθέσει τις προτάσεις του με τις οποίες προτείνει το από την εκπρόθεσμη άσκηση απαράδεκτο, τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, είτε και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 739/2019, ΑΠ 853/2018, ΑΠ 434/2018), απορρίπτει δε την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή (ΑΠ 1378/2022, ΑΠ 48/2019).
Από τη με αριθμό 10755Β'/28.12.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Ε. Κ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία "C. AE" προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης με αριθμό 2554/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επιδόθηκε, με επιμέλειά της, στις 28.12.2021 στην αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, στις 28.3.2022 (αριθμ. εκθ. κατ. 2422/225/28.3.2022), ήτοι μετά την οριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών, από την κατά τα άνω έγκυρη επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 28.12.2021.
Επομένως, η κρινόμενη από 23.3.2022 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της, αλλά και κατ` επιτρεπτή, αυτεπάγγελτη, περί του παραδεκτού αυτής, έρευνα (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρεία "ΟΠΑΠ ΑΕ" λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "C. ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑE" άσκησε την από 3.10.2012 αγωγή της κατά της ανώνυμης εταιρείας "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ ΑΕ (ΟΠΑΠ ΑΕ)" με την οποία ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη το έτος 2010 προκήρυξε ανοικτό διαγωνισμό για την ανάδειξη τριών αναδόχων (φυσικών ή νομικών προσώπων) προκειμένου να αναλάβουν τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της διαφημιστικής προβολής και των παιχνιδιών της.
Ότι ο διαγωνισμός αυτός περιελάμβανε τρεις ενότητες (Α,Β και Γ) και ότι στην ενότητα Γ που αφορούσε την εταιρική εικόνα, το πρόγραμμα εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (ΕΚΕ) και το κοινωνικό έργο της ΟΠΑΠ ΑΕ, συμμετείχε ως υποψήφια η ένωση των εταιρειών "A. & H. AE" και "POLITICS AE", στην οποία τελικώς κατακυρώθηκε η εν λόγω ενότητα ως ανάδοχο, με υπεργολάβο την ίδια (ενάγουσα).
Ότι εκτός των έργων που ενέπιπταν στην σχέση υπεργολαβίας με την παραπάνω ένωση εταιρειών, η εναγομένη ΟΠΑΠ ΑΕ της ανέθεσε εκτός πλαισίου υπεργολαβίας, απ' ευθείας τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή έργα, με εργολαβικό της αντάλλαγμα βασιζόμενο στον τιμοκατάλογο εργασιών του προϋπολογισμού που είχε αρχήθεν κατατεθεί, και εφόσον οι πρόσθετες εργασίες αυτές δεν περιλαμβάνονταν σ' αυτόν, με βάση τις τιμές που είχαν προσφερθεί από την ανάδοχο ένωση εταιρειών για παρόμοιες εργασίες, καταβλητέο εντός μηνός από την παράδοση του αντιστοίχου έργου στην εναγομένη ΟΠΑΠ ΑΕ.
Ότι η εναγομένη παρελάμβανε τα επείγοντος χαρακτήρα έργα που παρέδιδε η ενάγουσα διά των νομίμων εκπροσώπων ή προστηθέντων αυτής, πλην καθυστερούσε την αποπληρωμή τους, λόγος για τον οποίο της κοινοποίησε στις 29.12.2011 εξώδικη δήλωση, με την οποία την καλούσε στην εξόφληση τιμολογίων, μετά από εκπτωτική συμφωνία που έλαβε χώρα τον μήνα Μάϊο του 2012, συνολικής αξίας 2.907.934,02 ευρώ, τα οποία όμως η τελευταία αρνείται να εξοφλήσει έκτοτε.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, επικαλούμενη ενδοσυμβατική ευθύνη από τη σχέση εργολαβίας που την συνέδεε με την εναγομένη ως προς ορισμένα τμήματα του έργου και επικουρικά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού για την περίπτωση που η σύμβαση που την συνέδεε με την εναγομένη ήθελε κριθεί άκυρη, το παραπάνω ποσό ως εργολαβικό της αντάλλαγμα, άλλως, με την απλή επίκληση ακυρότητας, το ποσό των 2.345.774 ευρώ ως αδικαιολογήτως καταβληθέν, αμφοτέρων νομιμοτόκως κατά τις στην αγωγή διακρίσεις.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2745/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης εξ αιτίας ακυρότητας των ενδίκων συμβάσεων ελλείψει ιδιωτικού εγγράφου που κατά τον κανονισμό προμηθειών της ΟΠΑΠ ΑΕ αποτελούσε συστατικό τύπο, και έκανε αυτή δεκτή, εν μέρει, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των 180.000 ευρώ νομιμοτόκως.
Κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης, εκδόθηκε η με αριθμό 1813/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε της έφεση της εναγομένης ΟΠΑΠ ΑΕ, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας C. AE, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε επί της αγωγής και έκανε αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 240.427,26 ευρώ νομιμοτόκως.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Αρείου Πάγου η από 4.9.2017 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας και οι από 29.8.2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής καθώς και η από 23.7.2017 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης, επί των οποίων, μετά συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η με αριθμό 1028/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας, εξ αιτίας της μη λήψεως υπόψη, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, νομίμως ληφθείσας, με επίκληση, ένορκης βεβαίωσης (πλημμέλεια εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αφού δε, κρίθηκε ότι παρείλκε η εξέταση του δικογράφου των προσθέτων λόγων και της αντίθετης αίτησης αναίρεσης, η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκ νέου εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, συγκροτούμενου από άλλους δικαστές.
Αμφότερες τις ανωτέρω εφέσεις επανέφερε η ενάγουσα εταιρεία με κλήση της ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, το οποίο εξέδωσε τη με αριθμό 2554/2021 απόφασή του, με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης εταιρείας "ΟΠΑΠ ΑΕ", έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας εταιρείας "C. AE", εξαφάνισε τη με αριθμό 2745/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και δικάζοντας επί της από 3.10.2012 αγωγής, έκανε αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 240.427,26 ευρώ, νομιμοτόκως, ως προς μεν το ποσό των 160.427,26 ευρώ από 15.6.2012, ως προς δε, το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 επισκόπηση της παραπάνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών που πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, και δη, τις ενδιαφέρουσες εν προκειμένω παραδοχές αυτής, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Με την με αριθμό πρωτ. Α/3503Ι3-2-20Ι0 Διακήρυξη Ανοικτού Διαγωνισμού, η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία ΟΠΑΠ ΑΕ προκήρυξε ανοικτό δημόσιο διαγωνισμό για την ανάδειξη τριών αναδόχων, φυσικών ή νομικών προσώπων, που θα ανελάμβαναν τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της διαφημιστικής προβολής της εταιρικής εικόνας και των παιχνιδιών της.
Ειδικότερα, το αντικείμενο του διαγωνισμού περιελάμβανε τρεις ενότητες, ήτοι την Ενότητα Α, την Ενότητα Β και την Ενότητα Γ. Η Ενότητα Α περιλάμβανε τα Παιχνίδια Γνώσης (ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ, ΠΡΟΠΟ και ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ), η Ενότητα Β περιλάμβανε τα Παιχνίδια Τύχης (ΛΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, ΠΡΟΤΟ, SUPER 3, EXTRA 5) και η Ενότητα Γ περιλάμβανε την Εταιρική Εικόνα, το πρόγραμμα Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (ΕΚΕ) και το Κοινωνικό Έργο της εναγομένης εταιρείας.
Σύμφωνα με την Διακήρυξη Ανοικτού Διαγωνισμού ο ανάδοχος που θα επιλεγόταν για το έργο της Ενότητας Γ υποχρεούνταν: "1. Να υποβάλει ολοκληρωμένα προγράμματα στρατηγικής επικοινωνίας για την Εταιρική Εικόνα, το πρόγραμμα Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και το Κοινωνικό Έργο της ΟΠΑΠ ΑΕ γενικότερα. 2. Να σχεδιάζει και να υλοποιεί για λογαριασμό της ΟΠΑΠ ΑΕ σήματα - ονομασίες και οτιδήποτε άλλο αφορά στην παρουσίαση της Εταιρείας.
Επίσης να σχεδιάσει και να υποβάλει δημιουργικό (μηνύματα, κείμενα, σενάρια, προσχέδια μακετών, μακέτες, κλπ) με δυνατότητα τροποποίησης και προσαρμογής αυτού ανάλογα με τα εκάστοτε γεγονότα (π.χ. δράσεις ΕΚΕ, εκδηλώσεις, κλπ.) χωρίς καμία επιπρόσθετη αμοιβή. 3. Να προτείνει προωθητικές ενέργειες και δημιουργικές προτάσεις, τρόπους προβολής στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, να υποστηρίζει επικοινωνιακά κάθε είδους χορηγίες, να σχεδιάζει κάθε είδους εκδηλώσεις (πχ.
συνεντεύξεις τύπου, συνέδρια, αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, δράσεις ΕΚΕ, κλπ) για την υποστήριξη της εταιρικής εικόνας και του Προγράμματος ΕΚΕ της ΟΠΑΠ ΑΕ. 4. Να καταρτίζει και να τεκμηριώνει ετήσιους κοινωνικούς απολογισμούς σύμφωνα με τα διεθvή πρότυπα, την κοινωνική πολιτική της εταιρείας και τη στάση του κλάδου διεθνώς, 5.
Όσον αφορά στην υλοποίηση όλων των σχεδιασμών και προτάσεων επικοινωνιακών/προωθητικών, κλπ ενεργειών, οι οποίες θα εγκρίνονται από την ΟΠΑΠ ΑΕ (τόσο ως προς το αντικείμενο όσο και ως προς το κόστος), η ΟΠΑΠ ΑΕ έχει την πλήρη διακριτική ευχέρεια ανάθεσης, είτε στον Ανάδοχο της Ενότητας Γ, είτε σε τρίτους.
Σε κάθε περίπτωση ο Ανάδοχος υποχρεούται να επιβλέπει και να παρακολουθεί χωρίς καμία επιπρόσθετη αμοιβή την άρτια εκτέλεση των εργασιών υλοποίησης. Ο Ανάδοχος που θα επιλεγεί υποχρεούται να τηρεί αρχείο για τις πραγματοποιούμενες ενέργειες επικοινωνίας, προβολής, διαφήμισης προώθησης, κλπ. 7. Ο Ανάδοχος υποχρεούται να παρέχει πάσης φύσεως συμβουλές, προτάσεις, κλπ.
για την επικοινωνιακή υποστήριξη της εταιρικής εικόνας της ΟΠΑΠ ΑΕ και να επιβλέπει την υλοποίηση όλων των σχετικών εργασιών. 8. Τέλος, ο Ανάδοχος της Ενότητας Γ, προκειμένου να αναλάβει τον προγραμματισμό της κατανομής του διαφημιστικού χρόνου και χώρου στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας (Media Planning), θα πρέπει να εισηγείται μέσα από σχετική μελέτη και ανάλυση και σε συνδυασμό πάντοτε με τον ανάλογο προϋπολογισμό και με τα παραπάνω, ολοκληρωμένο και αναλυτικό μηνιαίο πρόγραμμα επικοινωνίας (Media Planning) ανά μέσο, συνοδευόμενο από τα προβλεπόμενα GRPs και ανά target group, αλλά και συνολικά για την προβολή της εταιρικής εικόνας, του κοινωνικού έργου και της ΕΚΕ της ΟΠΑΠ ΑΕ. 9.
Μετά από σχετική έγκριση του Media Planning από την ΟΠΑΠ ΑΕ, ο Ανάδοχος θα προβαίνει στην αγορά του διαφημιστικού χώρου και χρόνου στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (Media Booking & Buying). Ακολούθως, όπως αποδεικνύεται, περί τις αρχές Μαΐου του έτους 2010 η Ενότητα Γ κατακυρώθηκε στην συσταθείσα με το από 9-4-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό ένωση εταιρειών, αποτελούμενη από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "A. and H.
Ανώνυμη Εμπορική και Διαφημιστική Εταιρεία", με διακριτικό τίτλο "A. and H.") και ποσοστό συμμετοχής στην ένωση ίσο με το 51% και την επίσης ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "Politics Ανώνυμη Εταιρεία Δημοσίων Σχέσεων Εμπορική και Διαφημιστική", με διακριτικό τίτλο "Politics" και ποσοστό συμμετοχής στην ένωση ίσο με το 49%.
Ως συντονίστρια εταιρεία ορίστηκε η εταιρεία υπό την επωνυμία "A. and H.". Ακολούθως σε εκτέλεση της με αριθμό 9/29-30.3.2010 (θέμα 1ο) απόφασης του ΔΣ της εναγομένης εταιρείας και δη, στις 20.5.2010 καταρτίστηκε μεταξύ της ως άνω ένωσης εταιρειών (που ορίστηκε ως ανάδοχος) και της εναγομένης, σύμβαση, χρονικής διάρκειας εκτεινόμενης από 1.5.2010 έως 30.4.2011, με μονομερές (διαπλαστικό) δικαίωμα της εναγομένης για παράταση αυτής έως ένα επιπλέον έτος με τους ίδιους όρους.
Ορίστηκε δε ρητά στο προοίμιο, ότι για οποιοδήποτε θέμα δεν ρυθμιζόταν ή δεν προβλεπόταν από αυτή και τα αναφερόμενα στο προοίμιο έγγραφα, είχαν εφαρμογή οι Διαδικασίες Προμήθειας Υλικών και Υπηρεσιών της εναγομένης εταιρείας. Σύμφωνα δε, με το άρθρο 2 της από 20.5.2010 σύμβασης με υπότιτλο Αντικείμενο/Προσφερόμενες Υπηρεσίες "ο Ανάδοχος αναλαμβάνει για λογαριασμό της ΟΠΑΠ ΑΕ :
Α) Τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της στρατηγικής επικοινωνίας για την προβολή της Εταιρικής Εικόνας, του προγράμματος Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (ΕΚΕ) και του Κοινωνικού Έργου της ΟΠΑΠ ΑΕ καθώς επίσης και την παροχή κάθε είδους συμβουλευτικής ή άλλης υπηρεσίας όπως αυτή εξειδικεύεται στη συνέχεια Β) Τον σχεδιασμό του προγράμματος επικοινωνίας, τον προγραμματισμό της κατανομής του διαφημιστικού χώρου και χρόνου στα ΜΜΕ ( media planning) και την αγορά του διαφημιστικού χρόνου και χώρου στα ΜΜΕ για την υλοποίηση της προβολής της επικοινωνίας (Media Booking & Buying) σύμφωνα με τις εκάστοτε οδηγίες, υποδείξεις και αποφάσεις της ΟΠΑΠ ΑΕ Γ) Την επιμέλεια της παραγωγής οπτικοακουστικού υλικού (π.χ.
εντύπων, αφισών, τηλεοπτικών σποτ, ραδιοφωνικών σποτ κλπ.) για την προβολή της Εταιρικής Εικόνας του προγράμματος ΕΚΕ και του Κοινωνικού ' Εργου της ΟΠΑΠ ΑΕ". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2Α της σύμβασης.... 18. Επίσης ο Ανάδοχος δεν έχει δικαίωμα να υποκατασταθεί από οποιουσδήποτε άλλους στην υλοποίηση του έργου αυτού και των αντιστοίχων συμβάσεων, χωρίς έγκριση της ΟΠΑΠ ΑΕ, παρά μόνο από τους υπεργολάβους που ο ίδιος δήλωσε επίσημα στην προσφορά του ως υπεργολάβους.
Σε περίπτωση υποκατάστασης του Αναδόχου από τρίτα, ως προς τα ανωτέρω, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, χωρίς την έγκριση της ΟΠΑΠ ΑΕ η τελευταία δικαιούται να καταγγείλει την σύμβαση και να αναζητήσει κάθε επιπρόσθετη θετική και αποθετική ζημία". Σύμφωνα δε, με το άρθρο 3 παρ. 8 της από 20.5.2010 σύμβασης, η εναγομένη εταιρεία "δεν αναλαμβάνει υποχρέωση απ' ευθείας προς τους υπεργολάβους του Αναδόχου, για οποιοδήποτε έργο ή προϊόν που θα υλοποιηθεί από τους υπεργολάβους τους οποίους θα χρησιμοποιήσει ο Ανάδοχος, σύμφωνα με την σχετική υπεύθυνη δήλωσή του με την υποβολή της προσφοράς του.
Σε κάθε περίπτωση την ευθύνη έναντι της ΟΠΑΠ ΑΕ φέρει αποκλειστικά ο Ανάδοχος, ενώ οι σχετικές τιμολογήσεις προς την ΟΠΑΠ ΑΕ για τα έργα ή τα προϊόντα που θα υλοποιούνται από τους υπεργολάβους θα πραγματοποιούνται σύμφωνα με το από 9.4.2010 σχετικό συμφωνητικό που έχει υπογραφεί μεταξύ των εταιρειών μελών της ένωσης εταιρειών".
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.2 της σύμβασης "Οι εισηγήσεις και προτάσεις του Αναδόχου θα υποβάλλονται στις βασικές τους μορφές εγγράφως. Πριν από την εκτέλεσή τους απαιτείται η έγγραφη έγκριση της ΟΠΑΠ ΑΕ. Η έγκριση είναι δυνατόν να δίνεται με φαξ ή ηλεκτρονική μορφή (e-mail) ή δια μονογραφής των υποβαλλόμενων από τον Ανάδοχο προτάσεων (προσχέδια, προγράμματα μέσων κλπ).
Χωρίς έγγραφη έγκριση από την ΟΠΑΠ ΑΕ ο Ανάδοχος δεν έχει δικαίωμα να προβεί στην υλοποίηση οποιασδήποτε πρότασης. Περαιτέρω κατά την παράγραφο 11 του ιδίου άρθρου 4 "Ο Ανάδοχος δεν έχει δικαίωμα υποκατάστασης από οποιουσδήποτε άλλους στην υλοποίηση του έργου της παρούσας σύμβασης, με εξαίρεση τις εταιρείες που δηλώθηκαν κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού ως υπεργολάβοι σύμφωνα με την υπεύθυνη δήλωση της 2.3.2010 και το από 9.4.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Σε περίπτωση υποκατάστασης του Αναδόχου η ΟΠΑΠ ΑΕ διατηρεί το δικαίωμα καταγγελίας της παρούσας σύμβασης. Ακολούθως, με την από 28.2.2010 υπεύθυνη δήλωση (άρθρου 8 ν. 1599/1986) ο Δ. Τ., ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, δήλωσε ότι η τελευταία αποδέχεται την συνεργασία με τις εταιρείες "A.
A. H. ΑΕ" και "POLITICS ΑΕ" για το τμήμα του έργου που θα της ανατεθεί ως υπεργολάβου, σε περίπτωση κατακύρωσης του έργου της Ενότητας Γ στην ένωση εταιρειών, στα πλαίσια του ανοικτού διαγωνισμού που είχε προκηρύξει η εναγομένη εταιρεία. Ακολούθως, με τις από 2.3.2010 δύο υπεύθυνες δηλώσεις (άρθρου 8 ν. 1599/1986) με το ίδιο περιεχόμενο, η Γ.
Χ. ως διευθύνουσα σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος της "A. A. H. ΑΕ" και ο Ι. Ρ., διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της "POLITICS ΑΕ" δήλωσαν, ότι η ένωση εταιρειών ως ανάδοχος, προτίθετο να αναθέσει στην ενάγουσα, ως υπεργολάβο, το τμήμα του έργου που αφορούσε τον σχεδιασμό και υλοποίηση σημάτων και ονομασιών που αφορούν στην εταιρική εικόνα , αξιοποίηση χορηγίας Super League Ελλάδας, σχεδιασμό και εφαρμογή συστήματος εταιρικής διακυβέρνησης, σχεδιασμό και εφαρμογές εταιρικών μετοχοποιήσεων.
Εν συνεχεία στις 3.5.2011 μεταξύ της εναγομένης και της ένωσης εταιρειών σε εκτέλεση της με αριθμό 5/10.2.2011 απόφασης του ΔΣ της εναγομένης, υπεγράφη παράταση της μεταξύ τους από 20.5.2010 σύμβασης για το χρονικό διάστημα από 1.5.2011 ως και 31.12.2011. Εν συνεχεία ...αποφασίστηκε η παράταση της ισχύος της σύμβασης έως 29.2.2012, πλην όμως με ...
απόφαση του ΔΣ της εναγομένης αποφασίστηκαν και εγκρίθηκαν, η ανάκληση της απόφασης για την παράταση της ισχύος της σύμβασης έως 29.2.2012, η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης ποσού 666.667 ευρώ, λόγω της μη καλής εκτέλεσης της από 20.5.2010 σύμβασης μεταξύ της εναγομένης και της ένωσης εταιρειών, η αναστολή πληρωμής του συνόλου των εκκρεμούντων τιμολογίων της ένωσης που απέρρεαν από τις σχετικές συμβάσεις ποσού 1.209.575,66 ευρώ και η απευθείας τιμολόγηση της εναγομένης από τα ΜΜΕ της διαφημιστικής προβολής της ΕΚΕ και του Κοινωνικού της 'Εργου για το χρονικό διάστημα μέχρι την ανάδειξη νέου αναδόχου για τον εν εξελίξει σχετικό διαγωνισμό.
Ακολούθως όπως συνομολογείται από όλες τις διάδικες πλευρές η εταιρεία A. & H. πτώχευσε. ... Καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης μεταξύ της εναγομένης και της ένωσης εταιρειών (αναδόχου και μη διαδίκου εν προκειμένω) και σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 4 παρ.2 της από 20.5.2010 σύμβασης το ΔΣ της εναγομένης ενέκρινε προτάσεις της ενάγουσας, ως υπεργολάβου της αναδόχου ένωσης εταιρειών...
Με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του, το ΔΣ της εναγομένης εταιρείας δεν προέβη σε ανάθεση οιουδήποτε έργου ή υπηρεσίας απ' ευθείας στην ενάγουσα, αλλά σε έγκριση των προτάσεων και εισηγήσεων αυτής, η οποία φερόταν να ενεργεί όχι ως συμβαλλομένη απ' ευθείας με την εναγομένη αλλά ως υπεργολάβος της ένωσης εταιρειών. ...Μετά την παράδοση των έργων η ενάγουσα άρχισε να οχλεί την εναγομένη για καταβολή των εργολαβικών αμοιβών ισχυριζόμενη ότι ορισμένα έργα είχαν υλοποιηθεί ιδίω ονόματι, δηλαδή με την ιδιότητα ως εργολάβου και όχι της υπεργολάβου, χωρίς δηλαδή την παρεμβολή της αναδόχου εταιρείας. ...
Στην εξώδικη δήλωση με την οποία το πρώτον η ενάγουσα κάνει λόγο για την εκτέλεση έργων όχι ως υπεργολάβος της αναδόχου αλλά ως εργολάβος κατόπιν απευθείας συμφωνιών με τον εναγόμενο οργανισμό, ο τελευταίος δεν αντέλεξε. ...Η νομική υπηρεσία της εναγομένης διατύπωσε τη γνώμη ότι μπορούν να εξοφληθούν τα επικαλούμενα από την ενάγουσα έργα, ως εκτελεσθέντα ιδίω ονόματι, εφόσον πιστοποιηθεί ότι εκτελέστηκαν από την ενάγουσα...Τέλη Απριλίου 2012 η ενάγουσα υπέλαβε, ότι το ΔΣ της εναγομένης είχε συμφωνήσει με την άποψη αυτή και εξέδωσε προς εξόφληση τα...
τιμολόγια παροχής υπηρεσιών ... Τελικά όμως, το ΔΣ της εναγομένης αρνήθηκε να συμφωνήσει με τη συμβουλευτική γνώμη της νομικής υπηρεσίας του και να προβεί σε εξόφληση οποιουδήποτε τιμολογίου. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ήλθε σε διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα λόγω της πρόθεσής της εξ ελευθεριότητος να εξοφλήσει τις εργασίες της υπερεργολάβου ενάγουσας, καίτοι ουδεμία υποχρέωση είχε προς αυτό, σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα στην από 20.5.2010 σύμβαση δεν αποδείχθηκε...
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία ... είχε αποκτήσει ιδιαίτερη εμπειρία στον τομέα του αθλητισμού . Με την εναγομένη είχε μακρά και αγαστή συνεργασία από το έτος 2001, ήτοι πολύ πριν την κατάρτιση της από 20.5.2010 συμβάσεως. Η εναγομένη γνωρίζοντας ότι η ένωση εταιρειών δεν είχε την εμπειρία σχεδιασμού και υλοποίησης των έργων της ενότητας Γ του διαγωνισμού, πλην του έργου αγοράς χώρου και χρόνου διαφήμισης, απαίτησε από την ένωση εταιρειών να συμφωνήσει υπεργολαβικά την εκτέλεση των εξειδικευμένων έργων με πρόσωπο που θα μπορούσε να ολοκληρώσει τα έργα σε περίπτωση κατακύρωσής τους σε αυτήν.
Εξ αιτίας αυτού η ένωση εταιρειών συμφώνησε με την ενάγουσα να εκτελέσει υπεργολαβικά τα έργα της ενότητας Γ του διαγωνισμού, πλην αυτού της αγοράς χρόνου και χώρου διαφήμισης. Απότοκος της συμφωνίας αυτής ήταν η υπογραφή στις 28.2.2010 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας και στις 3.3.2010 από τους νομίμους εκπροσώπους των εταιρειών που συμμετείχαν στην ένωση εταιρειών, των προαναφερθεισών υπευθύνων δηλώσεων, ομοίου περιεχομένου, με τις οποίες δήλωσαν ότι σε περίπτωση κατακύρωσης της ενότητας Γ του διαγωνισμού η ενάγουσα θα αναλάβει τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των έργων.
Η αναφορά στις υπεύθυνες αυτές δηλώσεις, αποσπασματικά, μέρους των έργων της ενότητας Γ του διαγωνισμού δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση ότι η υπεργολαβία αφορούσε μέρος μόνον των έργων, αφού ρητά αναφέρεται στο τέλος των υπευθύνων δηλώσεων ότι η υπεργολαβία αναφέρεται σε όλη την ενότητα Γ του διαγωνισμού.
Άλλωστε, για το λόγο αυτό η εναγομένη απαίτησε από την ένωση εταιρειών να ορίσει υπεργολάβο, ο οποίος θα είχε την απαιτούμενη τεχνογνωσία να σχεδιάσει και να υλοποιήσει τα έργα της Ενότητας Γ του διαγωνισμού. Επομένως δεν προκύπτει καμία αμφιβολία ότι η εργολαβική συμφωνία μεταξύ της ένωσης εταιρειών και της ενάγουσας, αφορούσε ολόκληρη την ενότητα Γ του διαγωνισμού και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της ενάγουσας.
Απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, είναι επίσης και ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ως υπεργολάβος ανέλαβε μόνο την εκτέλεση των έργων που αφορούσαν την εταιρική εικόνα, το πρόγραμμα κοινωνικής ευθύνης και το κοινωνικό έργο της εναγομένης, αποκλειστικά για τα έργα που συνίστανται και εξαντλούνται στο λογότυπο με σήμα το ανθρωπάκι και την ονομασία του ΟΠΑΠ.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδιαίτερα από το ότι είναι λογικά παράδοξο να απομονωθεί η εταιρική εικόνα της εναγομένης από τα πρακτορεία της και τις χορηγίες της (αθλητικές και προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης). Πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω των πολύ καλών σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων το έτος 2010, αμέσως μετά την κατακύρωση της Ενότητας Γ στην ανάδοχο εταιρεία, η ενάγουσα άρχισε να υλοποιεί τις υποχρεώσεις της ως υπεργολάβου και στις 27.5.2010 σχεδίασε και εισηγήθηκε προς υλοποίηση στην εναγομένη την τροποποίηση της ενιαίας εικόνας των 490 πρακτορείων της εναγομένης με αλλαγή των προδιαγραφών προκειμένου να προσαρμοστούν στο εγχειρίδιο εφαρμογής της εταιρικής εικόνας και ταυτότητας της εταιρείας, σχεδιασμός που ενεκρίθη την 27.5.2010 από το ΔΣ της εναγομένης.
Είναι πέραν κάθε αμφιβολίας αποδειχθέν, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ότι η ενάγουσα ανέλαβε ως υπεργολάβος της ένωσης εταιρειών τον σχεδιασμό όλων των εφαρμογών της Ενότητας Γ του διαγωνισμού, όπως εξειδικεύθηκαν στην 19η/15.7.2010 συνεδρίαση του ΔΣ της εναγομένης, όπου εγκρίθηκε ο σχεδιασμός της ενάγουσα για την ανάπτυξη ενός "Ολοκληρωμένου συστήματος σχεδιασμού, ανάπτυξης, διαχείρισης και αποδόσεων της εταιρικής εικόνας της ΟΠΑΠ ΑΕ".
Κατόπιν της άνω διαπιστώσεως κρίσιμο ζήτημα αποδείξεως αποτελεί το ποία έργα υλοποίησε η ενάγουσα ως υπεργολάβος της ένωσης εταιρειών και ποία υλοποίησε ιδίω ονόματι, λαμβανομένης υπόψη και της διατυπωθείσας στη σύμβαση διακριτικής ευχέρειας της εναγομένης να αναθέσει την υλοποίηση των έργων σε τρίτον.
Επί του ως άνω αποδεικτέου θέματος ο εναγόμενος οργανισμός προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι τα έργα που σχεδίασε και υλοποίησε η ενάγουσα εμπίπτουν όλα στην ενότητα Γ του ενδίκου διαγωνισμού .. αφού ουδέποτε ανατέθηκε ευθέως στην ενάγουσα οποιοδήποτε έργο. Πλην όμως τούτος (ισχυρισμός) δεν ευσταθεί ως κλονιζόμενος από την κομβικής σημασίας (προαναφερόμενη)επιστολή της 23.12. 2011 της ενάγουσας την οποία παρέλαβε η εναγομένη στις 29.12.2011.
Στην επιστολή αυτή η ενάγουσα προβαίνει σε ειδική αναφορά των έργων που παρέδωσε στον εναγόμενο Οργανισμό, καλώντας τον να της καταβάλει την αμοιβή της κάνοντας την ακόλουθη διάκριση: Το μεν καλεί τον Οργανισμό να της καταβάλει εντός 15 ημερών 1) 617.337 ευρώ το οποίο προσδιορίζετο από την ενάγουσα ως αμοιβή για τις εφαρμογές και τις παραγωγές αξιοποίησης χορηγιών της ΟΠΑΠ ΑΕ μέσω χορηγικών συνδέσμων ....
και 2) το ποσό 637.130,08 ευρώ (και πλέον ΦΠΑ 23% το ποσό των 783.670 ευρώ) το οποίο προσδιορίζεται από την ενάγουσα ως αμοιβή για την κατάρτιση τεχνικών προδιαγραφών χορηγιών συμβάσεων, το δε, καλεί τον ως άνω Οργανισμό να της καταβάλει το ποσό των 216.000 ευρώ, πλέον αναλογούντος ΦΠΑ εκ 23% και συνολικώς το ποσό των 266.418 ευρώ, το οποίο προσδιορίζετο από την ενάγουσα ως αμοιβή της για τα έργα προβολής της εταιρικής εικόνας και της κοινωνικής ευθύνης της ΟΠΑΠ ΑΕ".
Επομένως, με την επιστολή αυτή που απεστάλη καθ'ον χρόνο δεν είχαν εισέτι ενσκήψει έριδες για το τι οφείλεται στην ενάγουσα, η τελευταία προβαίνει σε σαφή διαχωρισμό των αξιώσεων που διατηρεί σε βάρος του εναγομένου Οργανισμού, διαχωρίζοντας τις αξιώσεις αυτές, σε εκτός ενότητας Γ του διαγωνισμού (πρόκειται για τα ποσά των 617.337 ευρώ και των 783.670 ευρώ) και σε εντός ενότητας Γ του διαγωνισμού (πρόκειται για το ποσό των 216.000 ευρώ).
Στην επιστολή αυτή, ο εναγόμενος Οργανισμός ουδόλως αντέλεξε, αρνούμενος τον ως άνω διαχωρισμό, ή έστω ζητώντας διευκρινίσεις αμφισβητώντας την ως άνω χρέωση, ενώ επίσης, παρά το ότι το ΔΣ αυτού συνεδριάζει είκοσι μέρες σχεδόν μετά τη λήψη της ως άνω επιστολής και δη την 19.1.2012, οπότε και ελήφθη η με αριθμό 1/ 19.1.2012 απόφασή του, για αναστολή των πληρωμών προς την ανάδοχο εταιρεία, η οφειλή προς την οποία ανερχόταν τότε στο ποσό των 1.209.575,66 ευρώ, καμία μνεία δεν λαμβάνει χώρα για το διαχωρισμό των οφειλών σε εντός και εκτός σύμβασης οφειλομένων, στον οποίο προέβαινε η υπεργολάβος.
Επομένως, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, όπως αυτή διαμορφώνεται από την προσήκουσα συναξιολόγηση του περιεχομένου της ως άνω επιστολής, από τα έργα που παρέδωσε η ενάγουσα έως την 20.12.2011 προς τον εναγόμενο Οργανισμό, η τελευταία ανέλαβε ιδίω ονόματι την υλοποίηση των έργων που είχαν σχέση με τις χορηγικές συμβάσεις της εναγομένης, τόσον αυτές που αφορούσαν αθλητικές ομάδες και διοργανώσεις όσον και αυτές που αφορούσαν τα ΜΜΕ, δηλαδή τα έργα υπό στοιχεία Βα,Ββ,Βγ,Δα,Δγ και Δδ ήτοι τα έργα, ανάπτυξης τεχνικών προδιαγραφών συμβάσεων και ανταποδοτικών δικαιωμάτων για την αξιοποίηση των χορηγιών ποδοσφαίρου ανωνύμων εταιρειών (Βα) ανάπτυξης κριτηρίων και συστήματος προβολής των προϊόντων παιχνιδιών με στόχο τη μεγιστοποίηση της εμπορικής ανταποδοτικότητας κάθε χορηγικής επένδυσης (Ββ) διαχείρισης και επίβλεψης παραγωγών χορηγιών (Βγ) συστήματος προβολής προϊόντων μέσω χορηγιών (Δα) ηλεκτρονικής έκδοσης βιβλίου για τη χορηγία του ΟΠΑΠ στον κλασσικό Μαραθώνιο (Δγ) και συστήματος εφαρμογών και μακέτες τηλεοπτικών εκπομπών για τη προβολή των παιχνιδιών μέσω χορηγιών σε τηλεοπτικές εκπομπές και για τα στούντιο κληρώσεων παιγνιδιών (Δδ).
Πλην όμως ως προς το υπό στοιχεία Βα έργο, ήτοι την ανάπτυξη τεχνικών προδιαγραφών συμβάσεων και ανταποδοτικών δικαιωμάτων για την αξιοποίηση χορηγιών ποδοσφαίρου ανωνύμων εταιρειών, παρά το ότι η ενάγουσα ανέλαβε την εκτέλεση αυτού ιδίω ονόματι, δεν αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων κάποια αμοιβή της ενάγουσας σε ποσοστό επί της χορηγίας και μάλιστα ύψους 2%, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία (ενάγουσα), ούτε αποδείχθηκε ότι είναι ειθισμένη τέτοια αμοιβή.
Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδιαίτερα από το ότι α) η ενάγουσα δεν συνέβαλε στην επίτευξη της χορηγίας, αφού την τελευταία την χορηγούσε η εναγομένη β) το συμφωνητικό που επικαλείται η ενάγουσα για ανάλογη συμφωνία με την " Σούπερ λιγκ Ελλάδας Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης" αναφέρεται σε ποσοστό επί της χορηγικής σύμβασης σε περίπτωση εξεύρεσης χορηγών υποστηρικτών-προμηθευτών από την ενάγουσα.
Το δε συμφωνηθέν μεταξύ των διαδίκων αντάλλαγμα για τα ως άνω έργα που εκτέλεσε η ενάγουσα ιδίω ονόματι, ορίστηκε στο χρηματικό ποσό των 501.900 ευρώ. H κρίση αυτή του Δικαστηρίου τόσο ως προς τα έργα που η ενάγουσα εκτέλεσε ιδίω ονόματι, όσο και ως προς το συμφωνηθέν αντάλλαγμα αποκρυσταλλώνεται εκ στοιχείων αντλουμένων από την προαναφερόμενη από 23.12.2011 κρίσιμη επιστολή της ενάγουσας προς την εναγόμενη (εξώδικη δήλωση)....με την οποία προβαίνει το πρώτον σε μία συνοπτική ανακεφαλαίωση του έργου της, αναφέροντας ότι εκτέλεσε μία σειρά έργων από τον Ιούλιο του 2010 κατόπιν εντολής των νομίμων εκπροσώπων ή προστηθέντων της εναγομένης, ότι παρέδωσε τα αναληφθέντα έργα και, αφού διακρίνει τα έργα αυτά, σε έργα που εκτέλεσε ιδίω ονόματι και έργα που εκτέλεσε ως υπεργολάβος της ένωσης εταιρειών διευκρινίζει :
α) ότι τα έργα που εκτέλεσε ιδίω ονόματι αναφέρονται στην υλοποίηση των αναγκαίων έργων και εφαρμογών, παραγωγών προβολής μέσω χορηγιών, κατόπιν ολοκληρωμένης πρότασης για την αλλαγή της στρατηγικής και της διαχείρισης των χορηγικών επενδύσεων και β) ότι τα έργα που εκτέλεσε ως υπεργολάβος αναφέρονται στην προβολή της εταιρικής εικόνας και της κοινωνικής ευθύνης της εναγομένης.
Στη συνέχεια με την ίδια εξώδικη δήλωση ζητεί τόσο την καταβολή προς την ίδια των αμοιβών των έργων που εκτέλεσε ιδίω ονόματι και αφορούν τις χορηγίες τις οποίες προσδιορίζει στο χρηματικό ποσό των 501.900 ευρώ πλέον ΦΠΑ 115.437 ευρώ και συνολικά 617.337 ευρώ, όσον και την καταβολή προς την ανάδοχο των αμοιβών των έργων προβολής της εταιρικής εικόνας και της κοινωνικής ευθύνης που εκτέλεσε ως υπεργολάβος, τις οποίες προσδιορίζει συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, στο χρηματικό ποσό των 266.418 ευρώ, ώστε να μπορέσει να καταστεί εφικτή η πληρωμή από την ανάδοχο στην ίδια του χρηματικού αυτού ποσού.
Περαιτέρω στην ίδια επιστολή αναφέρει ως αξίωσή της και το χρηματικό ποσό των 783.670 ευρώ, το οποίο ζητεί ως ποσοστό επί των χορηγικών συμβάσεων, πλην όμως δεν αποδείχθηκε, ως ήδη προελέχθη ανωτέρω, η συνομολόγηση αντιστοίχου περιεχομένου συμφωνίας, ενώ και η ίδια η ενάγουσα δεν ομιλεί για συνομολογηθείσα αμοιβή αλλά για ειθισμένη, έννοια η οποία δεν νοείται με βάση τα επικρατούντα στις συναλλαγές ήθη, επί τόσο σοβαρών συμφωνιών με ιδιαίτερα μεγάλο χρηματικό αντικείμενο, ως εν προκειμένω, παρεκτός του ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνέβαλε πράγματι στο ύψος των χορηγικών συμβάσεων...
Ενισχυτικό επίσης της κρίσης ότι τα ως άνω έργα ήταν εκτός της ενότητος Γ του διαγωνισμού είναι και το ότι στις διαπραγματεύσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των διαδίκων από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012 μέχρι και την παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο της από 12.6.2012 αγωγή της η εναγομένη δέχθηκε να προβεί απ' ευθείας στην ενάγουσα στην εξόφληση έργων που είχαν σχέση με τις χορηγίες.
Η ειδική αναφορά στην ως άνω επιστολή, έστω και εν συνόψει, των έργων που εκτέλεσε η ενάγουσα οδηγεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι μόνο τα έργα αυτά ήταν υλοποιηθέντα και παραδοθέντα ως εκτός Διαγωνισμού και όχι όλα όσα ζητεί με την αγωγή της (δηλαδή τα λοιπά έργα Αα, Αβ, Αγ, Αδ, Αε, Αστ, Γα, Δβ έργα της ένδικης αγωγής) ύψους 4.291.765, 20 ευρώ, και τούτο διότι αντίκειται στη κοινή λογική να έχει η ενάγουσα απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες χρηματικού ποσού 4.291.765,20 ευρώ κατά της εναγομένης και να οχλεί (η ενάγουσα) την οφειλέτρια εναγόμενη με την από από 23.12.2011 εξώδικη δήλωσή της για απαιτήσεις 1.667.425 ευρώ, εκ των οποίων το χρηματικό ποσό των 266.418 ευρώ αφορά οφειλές της εναγομένης προς την ανάδοχο. ...
Επομένως, η εκκαλουμένη που έκρινε τα αντίθετα δεχθείσα ότι όλα τα περιγραφόμενα στην αγωγή έργα (πλην του υπό το κεφάλαιο Ε έργα των διαδικτυακών ιστοτόπων "goodchannel.gr" και "good.gr", που σε κάθε περίπτωση ανατέθηκαν απ' ευθείας στην ενάγουσα μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας της από 20.5.2010 ένδικης σύμβασης με την ανάδοχο) περιλαμβάνονταν στην ένδικη σύμβαση και κείντο εντός της ενότητας Γ αυτής, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών των αντιστοίχων λόγων της από 4.5.2016 έφεσης της ενάγουσας....
Ακολούθως, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι την 14.12.2011 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη με την εναγομένη στα γραφεία της τελευταίας προκειμένου να επέλθει συμφωνία για όλα τα εκκρεμή θέματα. Ότι στη σύσκεψη αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων α) να καταβληθούν άμεσα και πάντως εντός του έτους 2011, τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην από 23.12.2011 δήλωση και β) το υπόλοιπο των οφειλομένων χρηματικών ποσών (4.291.765,20 - 617.337 - 783.670)= 2.890.758,2 ευρώ να καταβληθούν με την ανάληψη από το ΔΣ της εναγομένης απόφασης για τη δημιουργία Ολυμπιακού Μουσείου, το οποίο θα επιχορηγούσε με το χρηματικό ποσό των 15.000.000 ευρώ.
Ούτε όμως και ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας αποδείχθηκε βάσιμος. ... Η ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη από την παροχή των προαναφερθεισών υπηρεσιών της ενάγουσας στο πλαίσιο της μεταξύ τους άκυρης σύμβασης, η οποία συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση των παρασχεθεισών υπηρεσιών, τη δαπάνη των οποίων εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες, ανέρχεται κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο χρηματικό ποσό των 60.427,26 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως ακολούθως: 501.900 ευρώ συνιστά την καθαρή ωφέλεια την οποία η ενάγουσα προσδιορίζει στην από 23.12.2011 ιδιαίτερης αποδεικτικής αξίας επιστολή της για τα έργα υπό στοιχεία (εκτός Βα) Ββ, Βγ, Δα,Δγ και Δδ, τα οποία έργα όπως εδέχθη το Δικαστήριο αντιστοιχούν σε αυτά της επιστολής και εκτελέστηκαν στο όνομα της ενάγουσας, συνυπολογιζομένων των εκπτώσεων στις οποίες η τελευταία (ενάγουσα) προέβη, όπως αναφέρει στην ως άνω επιστολή, η οποία ωφέλεια αποκλίνει ως εκ τούτου από τα διωκόμενα με την αγωγή ποσά για τα ίδια έργα.
Από το ποσό αυτό δέον όπως αφαιρεθεί το χρηματικό ποσό των 441.472,71 που κατέβαλε στις 18.7.2012 και 23.8.2012 η εναγομένη στην ενάγουσα για εργασίες σχετικά με τις χορηγίες, συνακόλουθα δε, για την ως άνω αιτία απομένει ανεξόφλητο υπόλοιπο εκ ποσού 60.427,26 ευρώ. Αντίθετα τα υπόλοιπα έργα που εκτελέστηκαν έως τις 20.12.2011 και αναφέρονται στη προβολή της εταιρικής εικόνας και της κοινωνικής ευθύνης της εναγομένης, δηλαδή τα υπό στοιχεία Αα, Αβ, Αγ, Αδ, Αε,Αστ, Γα,Δβ έργα της ένδικης αγωγής εκτελέστηκαν από την ενάγουσα με την ιδιότητα της υπεργολάβου της ένωσης εταιρειών....
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι μετά τη διακοπή της συνεργασίας της εναγομένης με την ένωση εταιρειών, η ενάγουσα παρείχε πλέον απ' ευθείας στην εναγομένη και όχι ως υπεργολάβος της ένωσης εταιρειών υπηρεσίες λογισμικού και διαχείρισης των διαδικτυακών τόπων της εναγομένης " goodchannel.gr" και "good.gr". Ειδικότερα, στις 18.1.2012 εγκαταστάθηκαν οι διαδικτυακοί αυτοί τόποι σε παραγωγικό "server" της εναγομένης.
Καταρτίστηκε δε, σχέδιο σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, με αντικείμενο τις προσφερόμενες από την ενάγουσα υπηρεσίες, το οποίο, ωστόσο, ουδέποτε υπεγράφη.... Η αμοιβή της ενάγουσας για τις εν λόγω υπηρεσίες καθοριζόταν από το σχέδιο σύμβασης στο ποσό των 10.000 ευρώ μηνιαίως, για έκαστο ιστότοπο. Παρότι δε, η σύμβαση δεν υπεγράφη, εν τούτοις η ενάγουσα παρείχε πράγματι υπηρεσίες διαχείρισης των διαδικτυακών αυτών κόμβων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 3.1.2012 έως 2.10.2012 ,ήτοι για χρονικό διάστημα εννέα μηνών.
Η σχετική σύμβαση παροχής υπηρεσιών δεν καταρτίστηκε εγγράφως, και ήταν συνεπώς άκυρη λόγω έλλειψης συστατικού τύπου. Η εναγομένη ωστόσο, υποχρεούται να αποδώσει από την παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας στα πλαίσια της μεταξύ τους άκυρης σύμβασης, η οποία συνίσταται στην χρηματική αποτίμηση της παρασχεθείας υπηρεσίας, τη δαπάνη την οποία εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ιδίου έργου ανέθετε με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες, υπηρεσία την οποία το Δικαστήριο αποτιμά στο ποσό των 10.000 ευρώ μηνιαίως για έκαστο ιστότοπο, όπως ορθώς εδέχθη και η εκκαλουμένη ...
και συνολικά στο ποσό στων 180.000 ευρώ (90.000 Χ 2). Ενόψει τούτων, η αγωγή κατά την επικουρική της βάση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 240.427,26 (60.427,26 + 180.000) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για το χρηματικό ποσό των 160.427,26 (60.427,26 + 100.000) ευρώ από την 15.6.2012, επομένη ημέρα της επίδοσης της από 12.6.2012 αγωγής με την οποία οχλήθηκε η εναγομένη για τα χρηματικά ποσά αυτά και για το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της ένδικης αγωγής. ..."
1.Από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει, ότι κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ` αυτή καθεαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της σύμβασης (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 666/2009).Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ συνάγεται, ότι στοιχεία της σύμβασης είναι η σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεστεί, η εκτέλεση και παράδοση ή προσφορά του έργου και η αμοιβή που συμφωνήθηκε και αν αυτή έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα των εργασιών που θα εκτελεσθούν, ποια είναι αυτή κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιές ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέσθηκαν (ΑΠ 1487/2017, ΑΠ 314/2009, ΑΠ 1336/2008, ΑΠ 1539/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α` του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούνται να αποδώσει την ωφέλεια, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1307/2010, ΑΠ 1225/2008).
Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη ( ΑΠ 32/2022, ΑΠ 1307/2010).
2.Σύμφωνα με το άρθ. 26 § 1 του Συντάγματος η νομοθετική λειτουργία ασκείται από την Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατά δε το άρθ. 43 εδ. α' αυτού επιτρέπεται, ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Υπουργού, η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όρια αυτής, παρέχεται δηλ.
στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου καταρχήν προς τον επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζομένη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης η νομοθετική εξουσιοδότηση για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, υπό την έννοια ότι πρέπει να προσδιορίζει καθ` ύλην το αντικείμενό της και επομένως η εξουσιοδοτική διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν δηλ.
περιλαμβάνει μεγάλο ή μικρό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικά με βάση την συγκεκριμένη νομοθετική εξουσιοδότηση. Η ευρύτητα της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενό της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της από συνταγματική άποψη (ΑΠ 293/2012, 648/2011, ΟλΣτΕ 1210/2010, ΣτΕ 2266/ 2013, ΣτΕ 2267/2013, ΣτΕ 846/2013).
Περαιτέρω, για το συνταγματικό κύρος της νομοθετικής εξουσιοδότησης δεν απαιτείται οπωσδήποτε να διαγράφει η ίδια ή με παραπομπή σε άλλη διάταξη νόμου βασικές αρχές, στο πλαίσιο των οποίων οφείλει να κινηθεί η Διοίκηση κατά την κανονιστική ρύθμιση των θεμάτων αυτών (ΑΠ 293/2012, ΟλΣτΕ 2304/1995). Κατά το εδ. β` της ίδιας ως άνω συνταγματικής διάταξης προβλέπεται, ότι κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται να ορισθούν ως φορείς της κατ` εξουσιοδότηση ασκουμένης νομοθετικής αρμοδιότητας και άλλα, εκτός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον πρόκειται για ειδικότερα θέματα ή θέματα με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό κ.λπ.
Ως "ειδικότερα θέματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, για την ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης σε άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, νοούνται εκείνα, τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης, που ρυθμίζεται δηλ.
ήδη στον τυπικό νόμο σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο (ΟλΣτΕ 235/2012, 1297/2011, 1892/2010). Εξάλλου ειδικότερα, η παροχή από το νομοθέτη εξουσιοδότησης προς θέσπιση κανόνων δικαίου της αναφερομένης στην ως άνω διάταξη του άρθ. 43 § 2 του Συντάγματος φύσεως όχι στα αναφερόμενα σ` αυτήν όργανα της Διοίκησης, αλλά σε τρίτους, όπως είναι τα όργανα διοίκησης ΝΠΙΔ, με την έκδοση Κανονισμών κ.λπ., προσδίδει στην σχετική πράξη του οργάνου αυτού κανονιστικό χαρακτήρα, ισχύ δηλ.
ουσιαστικού νόμου, εφόσον εγκριθεί με υπουργική απόφαση και η νομοθετική εξουσιοδότηση προβλέπει τέτοια έγκριση (ΑΠ 600/1999). Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης εκδιδομένη κανονιστική πράξη στερείται οποιασδήποτε ισχύος και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από τα δικαστήρια ως προερχομένη από όργανο που δεν έχει κατά το Σύνταγμα εξουσία για την θέσπιση κανόνων δικαίου (ΑΠ 360/2009).
Τέλος, ο δικαστικός έλεγχος της θέσπισης κανονιστικής ρύθμισης καθ` υπέρβαση ή μη των ορίων της συναφούς νομοθετικής εξουσιοδότησης, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου, γίνεται στο στάδιο της εφαρμογής της επίμαχης κανονιστικής ρύθμισης σε κάθε δικαζομένη υπόθεση και αναφέρεται στην διάταξη του νόμου που αποτελεί την συγκεκριμένη εξουσιοδότηση, επί της οποίας στηρίζεται η συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση (ΑΠ 293/2012).
Περαιτέρω, κατά τις παραγράφους 1,2γ και 5 περ. α του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)" 1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που την διέπουν. 2.
Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται όταν το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το Ελληνικό Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του 50% ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου....
γ) δύνανται να διορίζουν του ήμισυ πλέον του ενός των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου....5. Το κεφάλαιο Β του νόμου αυτού εφαρμόζεται: α) στις ανώνυμες εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής..".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.1 ν. 3429/2005 (Β κεφάλαιο αυτού) " οι ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου αυτού (στις οποίες υπάγεται και ο ΟΠΑΠ) ευρίσκονται εκτός του- κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις- ευρύτερου δημόσιου τομέα". Κατά δε, τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 14 του ν. 3336/2005 " Το Δημόσιο ορίζει το ήμισυ και πλέον ενός των μελών του ΔΣ του ΟΠΑΠ για χρονικό διάστημα παραχώρησης από το Ελληνικό Δημόσιο του αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας των παιχνιδιών που προβλέπονται στην από 15.12.2000 σύμβαση αποκλειστικότητας που έχει συναφθεί μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και ΟΠΑΠ, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 219 Α') ή των τυχόν ανανεώσεών της, κατά τους όρους της σύμβασης αυτής.
Ο κατά τα ως άνω διορισμός γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα αθλητισμού". Ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) που ιδρύθηκε με το από 20/29.12.1958 β.δ/γμα (άρθ. 1, 3 και 5), εκδοθέν κατ` εξουσιοδότηση του άρθ. 6 παρ. 2 ν.δ. 3865/1958, ως ΝΠΙΔ, με το ΠΔ 228/1999 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας διεπομένη από τις διατάξεις του ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του ΚΝ 2190/1920, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν.
Ακολούθως, με το άρθρο 27 του ν. 2843/2000 ο ΟΠΑΠ εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, με το Ελληνικό Δημόσιο να διατηρεί την απόλυτη πλειοψηφία των μετοχών του (51%) από δε την έναρξη ισχύος του ν. 3336/2005 το Ελληνικό Δημόσιο περιορίστηκε σε μειοψηφικό ποσοστό μετοχών (34%), εξακολουθεί δε, να ασκεί εποπτεία επί του ΟΠΑΠ.
Περαιτέρω, ο ΟΠΑΠ διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθ. 3 παρ. 10 α.ν. 127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 ν.δ. 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/1986 απόφαση Υπ. Πολιτισμού και δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ Β` 770) και συνεπώς έχει ισχύ νόμου (ΑΠ 414/2021, ΑΠ 310/2011).
Απέκτησε έτσι ισχύ ουσιαστικού νόμου στο μέτρο που η εγκριτική αυτού υπουργική απόφαση καλύπτεται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση. Εξ άλλου, όσον αφορά στις προμήθειες υλικών και υπηρεσιών εκ μέρους της ΟΠΑΠ ΑΕ, ίσχυε (προ της καταργήσεως του με το άρθρο 199 παρ. 1 Β του ν. 4281/2014) ο Κανονισμός Προμήθειας Υλικών και Υπηρεσιών , ο οποίος είχε εγκριθεί με τη με αριθμό 109-15/1.5.2002 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (ΦΕΚ Β 636/23.5.2002) βάσει της αυτής ως άνω νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθ. 3 παρ. 10 α.ν. 127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 ν.δ. 391/1974 και απέκτησε έτσι ισχύ ουσιαστικού νόμου στο μέτρο που η εγκριτική αυτού υπουργική απόφαση καλύπτεται από την άνω νομοθετική εξουσιοδότηση ως αφορώσα την λειτουργία της αναιρεσίβλητης, δηλαδή την έκταση των εξουσιών των οργάνων της, ειδικώς ως προς την προμήθεια υλικών και υπηρεσιών.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Κανονισμού αυτού με υπότιτλο " ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ", " Οι διαδικασίες σύναψης συμβάσεως προμηθειών διακρίνονται σε ανοικτές, κλειστές, συνοπτικές και με διαπραγμάτευση: α) Ανοικτές είναι οι διαδικασίες (ανοικτός διαγωνισμός) που κάθε ενδιαφερόμενος προμηθευτής μπορεί να υποβάλει προσφορά, β) Κλειστές είναι εκείνες (κλειστός διαγωνισμός) που μόνο οι προμηθευτές, οι οποίοι έχουν προσκληθεί από το φορέα που διενεργεί το διαγωνισμό, μπορούν να υποβάλουν προσφορά, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα οικεία άρθρα, γ) Συνοπτικές (πρόχειρος διαγωνισμός) είναι εκείνες που διενεργούνται μόνο για τη σύναψη συμβάσεως προμηθειών υλικών και υπηρεσιών αξίας μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ....
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ιδίου κανονισμού με τον υπότιτλο "ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ", 1. Μετά την ανακοίνωση κατακύρωσης ή ανάθεσης καταρτίζεται από τη Διεύθυνση η σχετική σύμβαση που υπογράφεται και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. 2. Η σύμβαση περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της προμήθειας και τουλάχιστον τα εξής:
α) τον τόπο και χρόνο υπογραφής της σύμβασης, β) τα συμβαλλόμενα μέρη, γ) τα προς προμήθεια υλικά και την ποσότητα, δ) την τιμή, ε) τον τόπο , τρόπο και χρόνο παράδοσης των υλικών, στ) τις τεχνικές προδιαγραφές των υλικών, ζ) τις προβλεπόμενες εγγυήσεις, η) τις προβλεπόμενες ρήτρες, θ) τον τρόπο επίλυσης των τυχόν διαφορών, ι) τον τρόπο πληρωμής, ια) τον τρόπο αναπροσαρμογής του συμβατικού τιμήματος, εφόσον προβλέπεται αναπροσαρμογή. 3.
Το κείμενο σύμβασης κατισχύει κάθε άλλου κειμένου στο οποίο τούτο στηρίζεται όπως προσφορά, διακήρυξη και απόφαση κατακύρωσης ή ανάθεσης, εκτός κατάδηλων σφαλμάτων ή παραδρομών...". Από το πνεύμα της ως άνω διάταξης που με λεπτομέρεια αναφέρει το ελάχιστο περιεχόμενο της έγγραφης συμβάσεως προμηθείας υλικών καθώς και τα essentialia negotii (ουσιώδη στοιχεία) της σύμβασης έργου (681 ΑΚ) που είναι το έργο και η αμοιβή, συνάγεται ότι ο κατά τα ως άνω καθιερούμενος από το άρθρο 24 του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού Προμηθείας Υλικών και Υπηρεσιών της ΟΠΑΠ ΑΕ τύπος του ιδιωτικού εγγράφου είναι συστατικός (ad solemnitatem) και όχι αποδεικτικός (ad probationem), η δε έλλειψή του καθιστά κατ' άρθρο 159 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, η οποία έτσι θεωρείται κατ' άρθρο 180 ΑΚ ως μη γενομένη.
Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1319/2013).Στους κανόνες δε του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στην δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την δήλωση βούλησης.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μίας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή δε, στις διατάξεις αυτές ,προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.
Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011), ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/2013).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά διαμορφωτικά του αποδεικτικού πορίσματός του, δηλ.
αιτιολογία της απόφασης που μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά στα πλαίσια του ως άνω λόγου για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ εξάλλου ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, ούτε εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαίτερα ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008).
Εξάλλου, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης (από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) ιδρύονται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή του, αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
Ειδικότερα, οι από τα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ. τιθέμενοι κανόνες, - με τους οποίους ορίζεται ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως, αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη - εφαρμόζονται, σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία, ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν, έτσι, κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας, με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 416/1993).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, ναι, μεν, μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί, όμως, να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 220/2016).
Επομένως, η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις, μόνες τους και χωρίς άλλο, αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 482/2010, ΑΠ 516/2009, ΑΠ 838/2005).
Αυτονόητο είναι ότι οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίες αφορούν δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής για την αναζήτηση του αληθούς νοήματος δικαστικής απόφασης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 967/2015).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσής της η αναιρεσείουσα εταιρεία "C. AE" αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη την παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 158-160 του ΑΚ, καθόσον (α) έκρινε τις ατύπως συναφθείσες συμβάσεις μεταξύ της ιδίας και της αναιρεσίβλητης "ΟΠΑΠ ΑΕ" ως άκυρες, ελλείψει του συστατικού εγγράφου τύπου που απαιτούσε το άρθρο 24 του Κανονισμού Προμήθειας Υλικών και Υπηρεσιών της τελευταίας, στον οποίο απέδωσε ισχύ τυπικού νόμου, ενώ ο εν λόγω Κανονισμός άνευ συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης για την έκδοση εγκριτικής υπουργικής απόφασης, αποτελούσε απλή κανονιστική πράξη της Διοίκησης, χωρίς ισχύ τυπικού νόμου, με συνέπεια την εσφαλμένη απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής από την ενδοσυμβατική ευθύνη (681 ΑΚ) και (β) αντιφατικώς δέχθηκε ότι ενώ η αναιρεσίβλητη εταιρεία ΟΠΑΠ ΑΕ αποτελεί ανώνυμη εταιρεία εκτός του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εν τούτοις ο κανονισμός της υπέχων ισχύ τυπικού νόμου, ορίζει έγγραφο συστατικό τύπο των συμβάσεων που αυτή συνάπτει, ζήτημα που δεν δύναται να παρακαμφθεί ούτε από το ΔΣ της εταιρείας ως εκτελεστικού της οργάνου.
Με βάση τα ανωτέρω η σχετική ρύθμιση περί συστατικού εγγράφου τύπου που περιέχεται στον άνω κανονισμό της ΟΠΑΠ ΑΕ ήταν εντός της νομοθετικής εξουσιοδότησης και ως εκ τούτου έγκυρη και ισχυρή.
Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη που δέχθηκε, ότι ελλείψει του εγγράφου τύπου οι επικαλούμενες συμβάσεις ήσαν άκυρες, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του που τείνει να θεμελιωθεί στην διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω και κατά το μέρος που με τον ίδιο λόγο (πρώτο) της αίτησης αποδίδεται η πλημμέλεια του αριθμού 19 του ως άνω άρθρου, με τον οποίο ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ως προς το ζήτημα της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης, το δικαστήριο δεν έκρινε την ουσία της υπόθεσης, και συνεπώς δεν παρατέθηκαν πραγματικά γεγονότα υπό τα οποία να συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε να ήταν δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους, αλλά έκρινε κατά τούτο την αγωγή ως μη νόμιμη.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των διατάξεων των άρθρων 681 και 904 του ΑΚ, για το λόγο ότι: (α) Διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες συναφώς προς το ζήτημα της απόρριψης των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσείουσας για το λόγο ότι αυτές απερρίφθησαν καθόσον δεν είχαν περιληφθεί στην από 23.12.2011 εξώδικη δήλωση της τελευταίας, αλλά το πρώτον προβλήθηκαν με την μεταγενέστερη χρονικά ένδικη αγωγή της, γεγονός που οδήγησε την προσβαλλομένη στην κρίση ότι τα κονδύλια που δεν απαιτήθηκαν εξωδίκως ήσαν αβάσιμα (β) Διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ανάθεσης των έργων μετά την τήρηση της διαδικασίας της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης έγκρισης της σχετικής εισήγησης της αναδόχου ένωσης εταιρειών, γεγονός που αναγκαίως σημαίνει, ότι η έλλειψη της τυπικής αυτής διαδικασίας σε τμήματα του έργου, αφορά σε έργα εκτελεσθέντα με απ' ευθείας ανάθεσή τους στην αναιρεσείουσα ως εργολάβο, ζήτημα όμως που δεν έγινε δεκτό από την προσβαλλομένη. (γ) Ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης, συναφώς προς την τελική απόφαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, να αρνηθεί την εξόφληση των τιμολογίων που εξέδωσε η αναιρεσείουσα, επιδιώκουσα την είσπραξη της αμοιβής της, υπήρξε ελλιπής καθόσον η απόφαση αυτή, παρόλη την ιδιαίτερη αποδεικτική της αξία δεν προσδιορίζεται στην απόφαση αριθμητικά και χρονολογικά. (δ) Ότι υφίσταται "πρόδηλη αντίφαση" μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλομένης ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε την ενότητα Γ του υπόψη έργου και ακολούθως ότι ο σχεδιασμός της εταιρικής εικόνας της εταιρείας αντιδιαστέλλεται πλήρως με τα έργα υποδομής, η αρμοδιότητα και ο προϋπολογισμός των οποίων ανήκε σε άλλες διευθύνσεις της αναιρεσίβλητης που ουδεμία σχέση είχαν με τον επίμαχο διαγωνισμό.
Και (ε) ότι δεν περιλαμβάνει η προσβαλλομένη σαφές αποδεικτικό πόρισμα επί του κρισίμου αποδεικτέου ζητήματος της ένταξης των παιχνιδιών τύχης και γνώσης στην ενότητα Γ του επιδίκου έργου και την εντεύθεν ανάληψη της εκτέλεσης αυτών από την αναιρεσείουσα ως υπεργολάβο. Με όσα παραπάνω διέλαβε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 επ και 904 του ΑΚ, διότι διέλαβε στη προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου, σχετικά με τον χαρακτήρα της επίδικης σύμβασης ως σύμβασης έργου, στην οποία η αναιρεσείουσα ως προς μεν συγκεκριμένη ενότητα του έργου συνεβλήθη με την ανάδοχο εργολάβο αυτού (μη διάδικο) ως υπεργολάβος, μη συνδεόμενη με συμβατική σχέση με την εναγομένη, ως προς δε συγκεκριμένα έργα, απ' ευθείας ως εργολάβος και δη με άτυπη και συνεπώς άκυρη σύμβαση, δεδομένου ότι οι διατάξεις του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο, κανονισμού προμηθειών και υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης απαιτούσαν ως συστατικό τύπο αυτόν του ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος δεν τηρήθηκε, και ότι εξ αιτίας της ακυρότητος αυτής, η αναιρεσίβλητη κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερη εις βάρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας, κατά τα προκύψαντα από τις αποδείξεις που αφορούσαν τα εν λόγω έργα, ποσά.
Ειδικότερα, η υπό στοιχείο (α) αιτίαση αφορά σε ενισχυτικό της ουσιαστικής κρίσης της προσβαλλομένης επιχείρημα συναφώς προς το ουσιώδες ζήτημα της διάκρισης των ενδίκων έργων σε εκείνα στα οποία η αναιρεσείουσα συνδεόταν με συμβατική σχέση με μη διάδικο (ανάδοχο διαγωνισμού) και σε αυτά στα οποία η αναιρεσείουσα συνεβλήθη ως εργολάβος της αναιρεσίβλητης, και σαν τέτοιο δεν συνιστά παραδοχή επί τη βάσει της οποίας διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα, η υπό στοιχείο (β) αιτίαση είναι αβάσιμη καθόσον με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης η αναιρεσίβλητη ενέκρινε εισηγήσεις και προτάσεις και εκ μέρους της αναδόχου αλλά και εκ μέρους της αναιρεσείουσας ως υπεργολάβου, και συνεπώς τυχόν έγκριση των προτάσεων της τελευταίας δεν καθιστούσε αυτή απ' ευθείας αντισυμβαλλομένη σε σύμβαση έργου με την αναιρεσίβλητη. (γ) Η αιτίαση για ελλιπή αιτιολογία λόγω της παράλειψης αναφοράς στον αριθμό και τη χρονολογία συνεδρίασης της απορριπτικής απόφασης του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, σχετικά με την εξόφληση των τιμολογίων της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτη όπως και οι λοιπές υπό στοιχεία (δ) και (ε) αιτιάσεις καθόσον πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αλλά και εκ πλαγίου παράβασή τους, διότι παρότι το Εφετείο διαπίστωσε αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο κρισίμων δικαιοπραξιών και συγκεκριμένα της από 20.5.2010 σύμβασης έργου μεταξύ αναιρεσίβλητης και αναδόχου ένωσης εταιρειών, της σύμβασης υπεργολαβίας μεταξύ της τελευταίας και της αναιρεσείουσας και της από 23.12.2011 εξώδικης όχλησης της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη (οιονεί δικαιοπραξία), προέβη εμμέσως σε ερμηνεία τους, χωρίς όμως να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με συνέπεια να δεχθεί ότι τα υπό στοιχεία Αα, Αβ, Αγ, Αδ, Αε, Αστ, Γα και Δβ έργα της αγωγής αποτελούσαν μέρη της από 20.5.2010 σύμβασης στην οποία η αναιρεσείουσα δεν είχε την ιδιότητα του εργολάβου, ότι η σύμβαση υπεργολαβίας δεν αφορούσε μόνον έργα σχετικά με την υπόδειξη της εταιρικής εικόνας, με αποτέλεσμα να μην έχει η αναιρεσείουσα γεγενημένη αξίωση αμοιβής της ,και τέλος ότι η αναιρεσείουσα διαλαμβάνοντας συγκεκριμένες αγωγικές αξιώσεις της στην πρότερη από 23.12.2011 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη, αναιρούσε την ύπαρξη των υπολοίπων.
Το Εφετείο, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, στις οποίες στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στις παραπάνω δικαιοπρακτικές δηλώσεις εκπροσώπων των παραπάνω νομικών προσώπων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά προέβη, σε εκτίμηση του περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων προς απόδειξη του κρισίμου ζητήματος σε ποία από το σύνολο των επί μέρους έργων που παρατίθενται στην αγωγή, η αναιρεσείουσα είχε συμβληθεί με την εναγομένη απευθείας ως εργολάβος, ώστε να δικαιούται το εκ της συμβάσεως έργου εργολαβικό αντάλλαγμα, το οποίο (ζήτημα) άπτεται της ανέλεγκτης αναιρετικά εκτίμησης των αποδείξεων.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την ανωτέρω αιτίαση, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 παραβιάζοντας ευθέως αλλά και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ή υπαγωγή και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 682 του ΑΚ "..
προβαίνοντας σε αξιολογική κρίση περί ανυπαρξίας ειθισμένης αμοιβής για τέτοιου είδους έργα..". Το Εφετείο, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, στις οποίες στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν εφήρμοσε τη παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, δεδομένου ότι δεν προέκυψε από τις αποδείξεις συμφωνία περί ειθισμένης αμοιβής, και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. 3.
Το άρθρο 236 ΑΚ ορίζει ότι "αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο, που απαιτείται για τη δικαιοπραξία", το δε άρθρο 238 του ίδιου Κώδικα ότι "η συγκατάθεση, που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας.
Από την αναδρομική ενέργεια δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα, που τρίτοι απέκτησαν πριν από την έγκριση". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) Η συναίνεση και η έγκριση αποτελούν κατηγορίες της ευρύτερης έννοιας της συγκατάθεσης. Ως συγκατάθεση νοείται η δήλωση επιδοκιμασίας μιας δικαιοπραξίας ενός προσώπου από κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία (δήλωση) απαιτείται από το νόμο για να αναπτύξει η δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της.
Η συγκατάθεση παρέχεται από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τα υποκείμενα της σχέσης, η οποία ισχυροποιείται με την παρεχόμενη συγκατάθεση, β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 236 ΑΚ η συγκατάθεση είναι άτυπη, άρα μπορεί να δοθεί και σιωπηρά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο τύπος, όμως, απαιτείται και στις περιπτώσεις, που προκύπτει από το σκοπό της διάταξης, ο οποίος επιβάλλει τύπο στην επιδοκιμαζόμενη δικαιοπραξία (ΑΠ 801/2017, ΑΠ 1417/2014).Εξάλλου, από το άρθρο 238 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται ρητώς το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας, προκύπτει ότι η έγκριση, ως κατ' αρχήν άτυπη δικαιοπραξία, μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, γίνεται δε, με μονομερή δήλωση απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο, υποβαλλόμενη στον τύπο, που προβλέπεται για την σύμβαση, που αφορά αυτή και δυνάμενη, εφόσον για την σύμβαση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, να παρασχεθεί και με σιωπηρή δήλωση βούλησης, συναγόμενη από πράξεις του εγκρίνοντος ή περιστάσεις, που καθιστούν αναντίρρητη την βούληση της έγκρισης (ΑΠ 876/2020, ΑΠ 664/2014, ΑΠ 313/2013, ΑΠ 390/2011, ΑΠ 722/2004).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/ 2003, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994, ΑΠ 140/2006, AΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 448/1996, ΑΠ 1668/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την "συναγόμενη από τις περιστάσεις" έγκριση των επιδίκων συμβάσεων από την αναιρεσίβλητη ΟΠΑΠ ΑΕ (είτε από τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, είτε από την νομική της υπηρεσία), καθόσον στο αγωγικό δικόγραφο είχε εκθέσει ότι η αναιρεσίβλητη είχε αναγνωρίσει την υποχρέωσή της να εξοφλήσει την αναιρεσείουσα και για τα έργα που αντιστοιχούσαν στην εταιρική εικόνα, παρέλαβε τιμολόγια εκδόσεως της αναιρεσείουσας, τα οποία όχι μόνον δεν επέστρεψε αλλά καταχώρησε στους ισολογισμούς της, βεβαίωσε μέσω της νομικής της υπηρεσίας, ότι τα τιμολόγια αυτά θα μπορούσαν να εξοφληθούν απ' ευθείας στην ίδια (αναιρεσείουσα) και όχι μέσω της αναδόχου, καθώς και ότι υφίστατο ηλεκτρονικό έγγραφο στο οποίο η αναιρεσίβλητη αναγνώριζε την τελική αμοιβή της μετά τις απ'ευθείας διαπραγματεύσεις με την ίδια.
Συνέπεια δε τούτου υπήρξε η απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής της από την ενδοσυμβατική ευθύνη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, και απορριπτέος, καθόσον τα προεκτεθέντα περιστατικά δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ουσιαστικού δικαιώματος προς στήριξη του κυρίου αιτήματος της αγωγής, και δη θεμελίωση μέσω της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας- ενάγουσας προς απόληψη του εργολαβικού της ανταλλάγματος, από τις άτυπες συμβάσεις στις οποίες αυτή είχε συμβληθεί απ' ευθείας ως εργολάβος, καθόσον οι προπαρατεθείσες ενέργειες ως δηλώσεις συγκατάθεσης (έγκρισης) μετά την επιχείρηση των κρισίμων εδώ δικαιοπραξιών (ατύπων συμβάσεων έργου) προϋποθέτουν για την εγκυροποίησή τους τρίτο πρόσωπο και όχι τους ίδιους τους επιχειρήσαντες την άκυρη δικαιοπραξία ως εν προκειμένω, παρεκτός και πέραν του ότι δεν συντρέχει κατά νόμο περίπτωση θεραπείας της έλλειψης συστατικού τύπου δικαιοπραξίας με έγκριση, λόγω του αναγκαστικού χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων, σε κάθε δε περίπτωση δεν έγινε επίκληση από την αναιρεσείουσα πραγματικής εκπλήρωσης της οφειλής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης παρά μόνον παραλαβή μη εξοφλημένων τιμολογίων από την τελευταία και εισήγηση της νομικής υπηρεσίας της περί της δυνατότητας εξόφλησής τους, περιστατικά που δεν ισοδυναμούν κατά νόμο με καταβολή. 4.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ` ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε μόνο η γενική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, AΠ 336/2012, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 1851/2007).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη με αριθμό 6273/ 2017 ένορκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών 'Αννας Αργυριάδου-Σκουτέρη, βεβαίωση του Ι. Σ. τέως Προέδρου και Δ/ντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης ΟΠΑΠ ΑΕ, σχετικά με τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της ανάληψης των επιδίκων έργων με απευθείας σύμβαση με την αναιρεσείουσα, για τον οποίο ουδεμία σκέψη διέλαβε η προσβαλλομένη, και τούτο, παρότι η υπόθεση παραπέμφθηκε μετ' αναίρεση για τον αυτό ως άνω λόγο, δηλαδή της μη λήψεως υπόψη της εν λόγω βεβαίωσης.
Από τη βεβαίωση όμως του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι ελήφθη υπόψη η παραπάνω ένορκη βεβαίωση, "... ληφθείσα επιμελεία της ενάγουσας, κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως της εναγομένης εταιρείας (βλ. την υπ' αριθμόν ...Β'/20.1.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Χ.
Μ.) .." καθώς και "... τη με αριθμό .../5.10.2015 ένορκη βεβαίωση του ιδίου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αμαλίας Ζαφειράτου μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης ( βλ. την έκθεση επιδόσεως ... ΣΤ'/30.9.2015 του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Α. Τ.), στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων διαδίκων" την οποία έλαβε υπόψη "..προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.." καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τη φερόμενη ως αγνοηθείσα ως άνω ένορκη βεβαίωση, συμμορφωθέν απολύτως ως δικαστήριο της παραπομπής προς το περιεχόμενο της αναιρετικής με αριθμό 1028/2019 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, τούτο δε ανεξαρτήτως της αξιολόγησής της που συνάπτεται με την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων.
Επομένως ο ανωτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, όπως εξ άλλου αβάσιμος είναι και ο όγδοος λόγος αυτής, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με τις διατάξεις της παραπεμπτικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.
5. O λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 21/2008). `Ετσι, έγγραφα κατά την παραπάνω διάταξη θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, ενώ αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, οι προτάσεις των διαδίκων, το δικόγραφο της έφεσης κ.λπ. (ΑΠ 300/2022, ΑΠ 189/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 204/2016). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι ενώ στηρίχθηκε κυρίως σε τρείς υπεύθυνες δηλώσεις (του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας και των νομίμων εκπροσώπων των εταιρειών που συγκροτούσαν την ένωση εταιρειών (ανάδοχο), στις οποίες δηλωνόταν ότι η τελευταία επρόκειτο να αναθέσει τμήματα του έργου που ανέλαβε σε υπεργολάβους, τελικώς, απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η αναιρεσείουσα είχε αναλάβει υπεργολαβικά τμήμα μόνον της ενότητας Γ του έργου του επίμαχου διαγωνισμού, και έτσι απέδωσε στα περιστατικά που διαλαμβάνονταν στις άνω δηλώσεις περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά είχαν.
Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, σύμφωνα με τις οποίες ".... Η αναφορά στις υπεύθυνες αυτές δηλώσεις , αποσπασματικά, μέρους των έργων της ενότητας Γ του διαγωνισμού δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση ότι η υπεργολαβία αφορούσε μέρος μόνον των έργων, αφού ρητά αναφέρεται στο τέλος των υπευθύνων δηλώσεων ότι η υπεργολαβία αναφέρεται σε όλη την ενότητα Γ του διαγωνισμού..." δεν προκύπτει σφάλμα ανάγνωσης της προσβαλλομένης ως προς το αποδεικτικό περιεχόμενο των άνω εγγράφων.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ.495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (αρθ. 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 8.11.2021 και από 23.3.2022 αιτήσεις αναίρεσης κατά της με αριθμό 2554/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει αυτές.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εταιρεία "C. AE" στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εταιρεία "ΟΠΑΠ ΑΕ" στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ