Legislator Case Law & Legislation
519/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on labor relationship nature, remanding case for further trial.

Case Number 519/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a labor dispute. The appellants argued that the defendants' employment relationship was genuine apprenticeship rather than simple employment, citing specific working conditions. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the nature of the relationship and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine appeals on the nature of the legal relationship in labor disputes and remand cases where the lower court's reasoning is inadequate or contradictory.

Keywords

AI generated
labor relationship nature genuine apprenticeship appeal admissibility remand for retrial employment contract classification labor law dispute code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 519 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 519/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1)Ε. Λ. του Γ., κατοίκου ..., και 2)Π. - Ά. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούρλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-ΕΦΚΑ), όπως μετονομάσθηκε ο "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικού διάδοχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσοκανά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και άλλου προσώπου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 959/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6165/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16/11/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την από 16.11.2020 και με αριθμό κατ. 516/2021 αίτηση αναίρεσης των ι) Ε. Λ. και ιι) Π. - Ά. Κ., προσβάλλεται η με αριθ. 6165/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατόπιν άσκησης της από 30.12.2014 και με αριθ. κατ. 1571/2015 έφεσης από τις ενάγουσες (τρεις αρχικά και ήδη δύο πρώτες αναιρεσείουσες), κατά της εκδοθείσας με αριθ. 959/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιό της που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας και τις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεις για διαφορές αποδοχών και τις εκ των σχετικών διατάξεων που τα προβλέπουν αξιώσεις για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας και αφού κράτησε την αγωγή και δίκασε την υπόθεση στην ουσία (ως προς την επικουρική βάση), απέρριψε την αγωγή. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι` αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Αντιθέτως, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014, ΑΠ 1592/2009).

Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ. του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.

Εξ άλλου, με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α` και β`).

Επίσης με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα` στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ.

Οι συμβάσεις αυτές φέρουν εκ των πραγμάτων και για αντικειμενικούς λόγους το χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων, ενώ στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού κατά τα' ανωτέρω προγράμματος υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004 κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

β αυτού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.

ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.

Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ` εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006).

3.-Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 879/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 509/2016, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014). Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 186/2010).

Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).

Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφ` όσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 41/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014).

Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας) [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη μισθωτού] προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζόμενου (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 186/2019).

Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α` και 908 εδ. α` ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ` όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021).

4.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). 5.-Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τα ακόλουθα: "Με την 33072/23.02.2005 (ΦΕΚ Β' 249/25.02.2005) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που εκδόθηκε μετά την 3203/30.11.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του δευτέρου εναγομένου ΟΑΕΔ και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998 και του άρθρου 32 παρ. 12 του ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ν. 3302/2004, καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) 2.867 ανέργων (εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ) ηλικίας 22 έως 40 ετών, πτυχιούχων Α.Ε.Ι., Τ.Ε..Ι, διπλωματούχων Ι.Ε.Κ.

και αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, Τ.Ε.Λ., Ε.Π.Λ. και Τ.Ε.Ε. Β' Κύκλου, στις διοικητικές υπηρεσίες και τις μονάδες υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης διαρκείας δέκα οκτώ (18) μηνών, που αφορούσε την τοποθέτηση των ωφελούμενων ανέργων σε θέσεις του τομέα ειδίκευσής τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ή την προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσής τους.

Η χρηματοδότηση του προγράμματος σύμφωνα με την άνω ΚΥΑ θα καλυπτόταν από τον προϋπολογισμό των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης και του ΟΑΕΔ, κατά τα ειδικότερα σ' αυτή εκτιθέμενα. Στα πλαίσια του παραπάνω ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) της ανωτέρω ΚΥΑ, καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, ήτοι του Ο.Α.Ε.Δ.

ως υπεύθυνου φορέα και του Ι.Κ.Α. ως φορέα υλοποίησης αφενός και αφετέρου εκάστης των εναγουσών, που γεννήθηκαν το έτος 1979, 1977 και 1976 αντιστοίχως και είναι η μεν πρώτη διπλωματούχος ΙΕΚ βρεφονηπιοκόμου, η δε δεύτερη πτυχιούχος Α.Ε.Ι. (πτυχιούχος βιοχημείας του Πανεπιστημίου John Moores του Liverpool της Αγγλίας - ΠΕ) και η τρίτη απόφοιτος Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - ΔΕ), 1.

με την πρώτη ενάγουσα το από 10-08-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης (stage) και συγκεκριμένα στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (περιφερειακό υποκατάστημα αυτού Θεσσαλονίκης) με ισχύ από 18.08.2005 έως 18.02.2007, 2.

με τη δεύτερη ενάγουσα το από 10-08-2005 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης (stage) και συγκεκριμένα στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα αυτού Νέας Ιωνίας Μαγνησίας) με ισχύ από 22.08.2005 έως 21.02.2007 και 3.

με την τρίτη ενάγουσα το από 02-11-2006 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης (stage) και συγκεκριμένα στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (διοικητικές υπηρεσίες) με ισχύ από 07.11.2006 έως 06.05.2008. Κατά τα συμφωνητικά αυτά, που έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο, το μεν πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (ως φορέας υλοποίησης του προγράμματος) ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τις ενάγουσες σε συγκεκριμένη θέση προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, εκάστη δε των εναγουσών αποδέχθηκε την τοποθέτηση της αυτή και ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, απασχολούμενη στη θέση αυτή εργασιακής εμπειρίας επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από επτά (7) ώρες ημερησίως, ο δε δεύτερος εναγόμενος Ο.Α.Ε.Δ., ως υπεύθυνος φορέας, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σε κάθε ενάγουσα για κάθε ημέρα και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα στη μεν δεύτερη που ήταν πτυχιούχος Α.Ε.Ι.

το ποσό των 30 ευρώ, στις δε πρώτη και τρίτη που ήταν διπλωματούχος ΙΕΚ και απόφοιτος Γενικού Λυκείου αντιστοίχως το ποσό των 25 ευρώ. Δυνάμει της 1276/20/02.05.2007 απόφασης του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., η διάρκεια των συμφωνητικών του ως άνω προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, η λήξη των οποίων συνέπιπτε στο χρονικό διάστημα από 01.01.2007 έως 31.12.2007, όπως της πρώτης και δεύτερης των εναγουσών, παρατάθηκε για 12 ακόμη μήνες έτσι το συμφωνητικό της πρώτης ενάγουσας παρατάθηκε από τη λήξη του στις 18.02.2007 έως τις 18.02.2008 και της δεύτερης από τη λήξη του στις 21.02.2007 έως τις 21.02.2008.

Επίσης, με την 14654/276/10.04.2008 (ΦΕΚ 689 Β'/18.04.2008) απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που εκδόθηκε μετά την 798/26.02.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998 και το άρθρο 32 παρ. 12 του ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ν. 3302/2004, αποφασίστηκε η κατάρτιση προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) 1.500 ανέργων (εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ) ηλικίας 22 έως 40 ετών, πτυχιούχων Α.Ε.Ι., Τ.Ε.Ι., διπλωματούχων Ι.Ε.Κ.

και αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, Τ.Ε.Λ., Ε.Π.Λ. και Τ.Ε.Ε. Β' Κύκλου, στις υπηρεσίες του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., διαρκείας δέκα οκτώ (18) μηνών, που αφορούσε την τοποθέτηση των ωφελούμενων ανέργων σε θέσεις του τομέα ειδίκευσής τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ή την προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσής τους.

Στο άρθρο 4 της εν λόγω απόφασης ορίστηκε ρητά ότι στο πρόγραμμα μπορούν να υπαχθούν εκ νέου και όσοι παρακολούθησαν προηγούμενο πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στις υπηρεσίες του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., η δε κατανομή των θέσεων και των ειδικοτήτων καθορίστηκε με απόφαση του Διοικητή του Ο.Α.Ε.Δ.. Η χρηματοδότηση του προγράμματος αυτού, σύμφωνα με την άνω απόφαση, θα καλυπτόταν από τον προϋπολογισμό του Ι.Κ.Α., με αντίστοιχη πίστωση στον προϋπολογισμό του Ο.Α.Ε.Δ.

Στα πλαίσια του παραπάνω ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) της ανωτέρω δεύτερης ΚΥΑ, καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, ήτοι του Ο.Α.Ε.Δ. ως υπεύθυνου φορέα και του Ι.Κ.Α. ως φορέα υλοποίησης αφενός και αφετέρου εκάστης των εναγουσών συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

και συγκεκριμένα: 1. με την πρώτη ενάγουσα το από 09-07-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (περιφερειακό υποκατάστημα αυτού Θεσσαλονίκης) με ισχύ από 22.07.2008 έως 22.01.2010, 2. με τη δεύτερη ενάγουσα το από 16-05-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος stage στις υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα αυτού Νέας Ιωνίας Μαγνησίας) με ισχύ από 06.06.2008 έως 05.12.2009 και 3.

με την τρίτη ενάγουσα το από 12-06-2008 συμφωνητικό συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος (stage) του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (υποκατάστημα αυτού Αμαρουσίου) με ισχύ από 27.06.2008 έως 26.12.2009. Κατά τα συμφωνητικά αυτά, που είχαν όμοιο περιεχόμενο τόσο μεταξύ τους όσο και με τα προηγούμενα, το μεν πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. (ως φορέας υλοποίησης) ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τις ενάγουσες σε συγκεκριμένη θέση προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, εκάστη δε των εναγουσών αποδέχθηκε την τοποθέτηση της αυτή στη συγκεκριμένη θέση προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, απασχολούμενη επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από 7 ώρες ημερησίως, ο δε δεύτερος εναγόμενος Ο.Α.Ε.Δ., ως υπεύθυνος φορέας, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σε κάθε ενάγουσα για κάθε ημέρα και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα στη μεν δεύτερη που ήταν πτυχιούχος Α.Ε.Ι.

το ποσό των 30 ευρώ, στις δε πρώτη και τρίτη που ήταν διπλωματούχος ΙΕΚ και απόφοιτος Γενικού Λυκείου αντιστοίχως το ποσό των 25 ευρώ. Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, με βάση τις προαναφερόμενες συμβάσεις αντιστοίχως, 1. η πρώτη ενάγουσα τοποθετήθηκε με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στο τμήμα διοικητικού προσωπικού του περιφερειακού υποκαταστήματος του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

Θεσσαλονίκης σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας του γραφείου πρωτοκόλλου, με σχετικό αντικείμενο όπως την τήρηση βιβλίου πρωτοκόλλου και αρχείου, την υποχρέωση εισερχόμενων εγγράφων, τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας, τη διαχείριση του ταμείου πρωτοκόλλου και την ημερήσια εκκαθάριση αυτού, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, 2.

η δεύτερη ενάγουσα τοποθετήθηκε με την ειδικότητα ΠΕ διοικητικού αρχικά στο τμήμα εσόδων - οικοδομών και εν συνεχεία στο τμήμα συντάξεων του υποκαταστήματος του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. της Νέας Ιωνίας Βόλου Μαγνησίας σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, με αντικείμενο στο μεν τμήμα εσόδων - οικοδομών την παραλαβή αναλυτικών περιοδικών δηλώσεων (ΑΠΔ), την αρχειοθέτηση των πινακίδων οικοδομών και φακέλων, την έκδοση βεβαιώσεων ενσήμων χειρογράφων χωρίς να υπογράφει, την αρχειοθέτηση των βιβλίων ελέγχου εργοδότη (ΒΕΕ), τη γραμματεία του τμήματος (φαξ, φωτοτυπίες, πρωτόκολλο), στο δε τμήμα συντάξεων τη σύνταξη εντολών πληρωμής, συμπλήρωση δελτίων ΔΑΝΣ - ΔΑΜ για μεταγραφές και αλλαγές στην κατάσταση των συνταξιούχων, ταυτοποίηση εντολών στο κλείσιμο του ταμείου, διαβίβαση εγγράφων και φακέλων προς άλλα υποκαταστήματα, την αρχειοθέτηση πινακίδων και φακέλων, τη γραμματεία του τμήματος (φαξ, φωτοτυπίες, πρωτόκολλο), κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα (βλ.

φύλλα συμπληρωματικών στοιχείων θέσης εργασιακής εμπειρίας και την ένορκη βεβαίωση του τότε διευθυντή του ανωτέρω υποκαταστήματος Ν. Κ. -16292/2012) και 3. η τρίτη ενάγουσα τοποθετήθηκε με την ειδικότητα ΔΕ διοικητικού στο τμήμα διοικητικού του υποκαταστήματος Αμαρουσίου του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

σε θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, με σχετικό αντικείμενο την εν γένει εξυπηρέτηση του κοινού, την παραλαβή αιτήσεων, τη διεκπεραίωση πληρωμών συντάξεων, ΕΚΑΣ, ΛΑΦΚΑ και επιδομάτων, τη διεκπεραίωση διαδικασίας αναγγελίας στη μηχανογράφηση και συνταξιοδοτικών αποφάσεων αναπηρίας (βλπ συμβάσεις ως και την ένορκη βεβαίωση της τότε υπαλλήλου, προϊσταμένη του τμήματος πληρωμών συντάξεων, του ανωτέρω υποκαταστήματος Δ.

Α. -2374/2012), κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα. Η ως άνω τοποθέτησή των εναγουσών στις παραπάνω υπηρεσίες του πρώτου εναγομένου αντιστοίχως, έλαβε χώρα ώστε να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, στο ως άνω αντικείμενο, συνδράμοντας τους εκάστοτε αρμόδιους διοικητικούς υπαλλήλους των αντίστοιχων τμημάτων που απασχολούνταν με το σχετικό αντικείμενο, υπό τις οδηγίες των αρμοδίων υπαλλήλων του ανωτέρω εναγομένου, που είχαν οριστεί για την παρακολούθησή τους, με ωράριο που δεν υπερέβαινε τις 7 ώρες ημερησίως και δη, όπως αναφέρεται και στην αγωγή, από 07.30' έως 14.30' και λαμβάνοντας ημερησίως το ποσό των 30 ευρώ η δεύτερη ως πτυχιούχος ΑΕΙ (ΠΕ) και 25 ευρώ εκάστη των πρώτης και τρίτης ως διπλωματούχος ΙΕΚ και απόφοιτη Γενικού Λυκείου (ΔΕ) αντιστοίχως και συνολικά όχι πλέον των 22 ημερών ανά μήνα, σύμφωνα εξάλλου με το άρθρο 4 των ως άνω συμφωνητικών και 12 και 9 αντιστοίχως των ως άνω ΚΥΑ' μάλιστα δε, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα (μόνον) από την τρίτη ενάγουσα δελτία παρουσίας της, οι ημέρες μηνιαίας άσκησής της κατά μέσο όρο είναι κάτω των 20, ουδέποτε δε μηνιαίως άνω των 22.

Η κατά τον τρόπο αυτό απασχόληση των εναγουσών με καθήκοντα που ασκούσαν και οι άλλοι υπάλληλοι των ως άνω υπηρεσιών του πρώτου εναγομένου είναι σύμφυτη με την πρακτική τους άσκηση, διαφορετικά η τελευταία είναι αδιανόητη, αφού με τη συμμετοχή τους στο ανωτέρω πρόγραμμα επιδιώκονταν ακριβώς η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο γνωστικό αντικείμενο και στις εργασίες των συγκεκριμένων τμημάτων αντιστοίχως του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

ως φορέα υλοποίησης του προγράμματος, η οποία μπορούσε να υλοποιηθεί μόνο με την ενεργή ενασχόλησή τους με τα αντικείμενα εργασίας της συγκεκριμένης υπηρεσίας στην οποία είχαν τοποθετηθεί και όχι με μόνη την παρακολούθηση της εργασίας των υπαλλήλων της υπηρεσίας, δοθέντος ότι στη σύμβαση μαθητείας ο ρόλος του απασχολούμενου στα πλαίσιά της είναι όχι η παρακολούθηση της εργασίας των εργαζομένων αλλά η, διά της ασκήσεως των δραστηριοτήτων που αποτελούν το αντικείμενο εργασίας της υπηρεσίας, απόκτηση της αντίστοιχης εργασιακής εμπειρίας.

Άλλωστε, οι ενάγουσες δεν είχαν οποιαδήποτε αρμοδιότητα να λαμβάνουν αποφάσεις στα θέματα δραστηριότητας των υπηρεσιών του πρώτου εναγομένου και δη των τμημάτων, όπου είχαν τοποθετηθεί, ούτε είχαν δικαίωμα υπογραφής (όπως μάλιστα ρητώς αναφέρει στην ένορκη βεβαίωσή του -16292/2012- ο ανωτέρω Ν. Κ. κατά την περιγραφή του αντικειμένου της δεύτερης ενάγουσας "...

έκδοση βεβαιώσεων ενσήμων χειρογράφων χωρίς να υπογράφει"), ούτε έφεραν την ευθύνη των τακτικών υπαλλήλων, ούτε υπόκειντο στον πειθαρχικό έλεγχο για πράξεις ή παραλείψεις κατά τη διάρκεια της άσκησής τους. Εξάλλου, ο έλεγχος που ασκούνταν από τους αρμόδιους υπαλλήλους του ως άνω πρώτου εναγομένου είχε τον χαρακτήρα της επίβλεψης της εκπλήρωσης του παραπάνω σκοπού, της απόκτησης δηλαδή εργασιακής εμπειρίας των εναγουσών ως εκπαιδευόμενων στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, και ήταν αναγκαίος προς τούτο, ενόψει του ότι, για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του προγράμματος, ο εναγόμενος αυτός ως φορέας υλοποίησης του προγράμματος, ήταν υπεύθυνος, κατά την υλοποίηση αυτού, να υποβάλει στον υπεύθυνο φορέα δεύτερο εναγόμενο Ο.Α.Ε.Δ.

μηνιαίο δελτίο παρουσίας όλων όσων συμμετείχαν στο εν λόγω πρόγραμμα με τις ώρες και ημέρες παρακολούθησης (άρθρο 6 των συμφωνητικών) και επίσης είχε την υποχρέωση να συνεργάζεται μαζί του και να παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια και ενημέρωση, προκειμένου ο τελευταίος (υπεύθυνος φορέας) να παρακολουθεί και να ελέγχει την εκτέλεση του προγράμματος (άρθρο 7 των συμφωνητικών).

Επομένως, προέχων σκοπός των επίδικων συμβάσεων ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (διοικητικού υπαλλήλου) των εναγουσών, η δε παροχή εργασίας εκ μέρους τους, δεν έγινε με σκοπό την εκτέλεση παραγωγικού έργου, αλλά μόνο για την ανάγκη της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής τους με το αντικείμενο της εργασίας τους, ώστε να ωφεληθούν αυτές και να διευκολυνθούν στην ανεύρεση εργασίας.

Η αναφορά στην ανωτέρω 33072/23.02.2005 (ΦΕΚ Β' 249/25.02.2005) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με τίτλο "πρόγραμμα απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (Stage) στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης", με την οποία καταρτίστηκε (το προαναφερόμενο πρώτο) πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE), με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, την προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσής τους ανέργων πτυχιούχων κ.λπ.

ότι σκοπός του προγράμματος είναι και "η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης στη διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών" (άρθρο 1), σκοπός ο οποίος σημειωτέον δεν περιλήφθηκε στα καταρτισθέντα στα πλαίσια του προγράμματος αυτού ανωτέρω συμφωνητικά μεταξύ των διαδίκων, αναφέρεται στο βοηθητικό και μη παραγωγικό έργο των ασκούμενων στο πλαίσιο του κυρίως σκοπού της ΚΥΑ απόκτησης εργασιακής εμπειρίας αυτών(εκπαίδευσης και εξοικείωσής τους με το αντικείμενο της εργασίας τους).

Σημειωτέον ότι η παράταση των επίδικων συμβάσεων συνεργασίας έλαβε χώρα στα πλαίσια πανελλήνιας παράτασης των ως άνω προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και αυτοδίκαιης για όλους όσους συμμετείχαν σ' αυτά (και όχι μόνο για τις τοποθετηθείσες στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ενάγουσες) και με τον ίδιο σκοπό, ήτοι την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.

Εξάλλου, οι ενάγουσες απασχολούνταν πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και, όπως προαναφέρθηκε, τηρούσαν το ωράριο των επτά (7) ωρών την ημέρα, που προβλέπονταν από τα συμφωνητικά συνεργασίας στα πλαίσια του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE), είχαν δε το δικαίωμα, κατ' απόκλιση από τα ισχύοντα για τους μόνιμους διοικητικούς υπαλλήλους, να απουσιάζουν για 40 εργάσιμες ημέρες κατά τη διάρκεια του κυρίου προγράμματος και επιπλέον 20 εργάσιμες ημέρες κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης παράτασης, καθώς επίσης να λάβουν άδεια διακοπών έως 40 εργάσιμες ημέρες ετησίως κατά τη διάρκεια του κυρίου προγράμματος και επιπλέον 20 εργάσιμες ημέρες κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης παράτασης (βλ.

όρους 12 και 9 ανωτέρω ΚΥΑ αντιστοίχως, άρθρα 4 αντιστοίχως των ως άνω δεύτερων συμφωνητικών και ανωτέρω απόφαση παράτασης του πρώτου προγράμματος του Δ.Σ. του ΟΑΕΔ). Μάλιστα δε το ημερήσιο ωράριο απασχόλησης των εναγουσών που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ήταν από 07.30' έως 14.30' (επτά -7- ώρες), αφενός ήταν ποσοτικά μικρότερο εκείνο των υπαλλήλων του πρώτου εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., που σύμφωνα με την ΔΙΑΔΠ/Γ2γ/οικ./1692/27-06-2006 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των παρ. 6 και 8 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου του Προέδρου της Δημοκρατίας "περί καθιερώσεως πενθημέρου εβδομάδος εργασίας των δημοσίων εν γένει υπηρεσιών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων" που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1157/1981 και της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 2880/2001, ανέρχονταν κατά το χρόνο εκείνο σε επτάμισι (7,5) ώρες ημερησίως, και αφετέρου υπολείπονταν χρονικά και από το, οριζόμενο από την ίδια ως άνω υπουργική απόφαση, ωράριο υποχρεωτικής παρουσίας των υπαλλήλων στο χώρο εργασίας τους που ήταν (από τις 09.00') έως 15.00' (και ανεξαρτήτως του ωραρίου που έχουν επιλέξει).

Συνακόλουθα, οι επίδικες συμβάσεις που συνέδεαν τις ενάγουσες με τα εναγόμενα αποτελούσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες κατέστησαν απολύτως αναγκαίες για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από κάθε ενάγουσα, οι οποίες στερούντο παντελώς θεωρητικών και πρακτικών γνώσεων στο ιδιαίτερα χρήσιμο, υπεύθυνο, σύνθετο και δυσχερές αντικείμενο των ως άνω υπηρεσιών του πρώτου εναγομένου, όπως περιγράφεται παραπάνω, όπου εκάστη ενάγουσα είχε τοποθετηθεί, και επί των οποίων (επίδικων γνήσιων συμβάσεων μαθητείας) εφαρμόζονται, κατά τα ειδικώς εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη (παρ. 3 παρούσας), ελλείψει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης, αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (που καθορίζουν τα χρονικά όρια εργασίας, τις υποχρεωτικές ελάχιστες αποδοχές των εργαζομένων, την καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας, την άδεια), οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, η οποία (εργασία), αντιθέτως, δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, κατά τα προεκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη.

Επομένως, εφόσον στη γνήσια σύμβαση μαθητείας (όπως οι επίδικες κατά τα ανωτέρω) δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, οι ενάγουσες δεν δικαιούνται τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή τους ποσά για διαφορές αποδοχών [μεταξύ αυτών που έπρεπε να λάβει εκάστη βάσει της επικαλούμενης σχέσης εργασίας και που αντιστοιχούν σε εκείνες του κλάδου διοικητικών υπαλλήλων στο Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ.

ΔΕ, ΠΕ και ΔΕ αντιστοίχως και εκείνων που κάθε μία έλαβε με βάση τη σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας -stage (γνήσια σύμβαση μαθητείας)] και επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας. Μάλιστα τις διαφορές αποδοχών δεν δικαιούται ούτε σύμφωνα και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, οι οποίες εφαρμόζονται αποκλειστικά και μόνο σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας και επομένως απλής σχέσης εργασίας, ενώ στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για έγκυρες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, με βάση τις οποίες απασχολήθηκαν οι ενάγουσες και οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως άκυρες συμβάσεις εργασίας - απλές σχέσεις εργασίας.

Για τους ίδιους δε λόγους, δεν δικαιούνται, ούτε και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και εκ του νόμου, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας, δεδομένου ότι τα επιδόματα και τις αποδοχές αυτές τα δικαιούνται ευθέως μεν εκ του νόμου αλλά μόνον οι εργαζόμενοι που συνδέονται με τον εργοδότη τους έστω με απλή σχέση εργασίας, που στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται.

Σε κάθε όμως περίπτωση, οι ενάγουσες δεν δικαιούνται τα αιτούμενα ποσά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, κατά τη διάρκεια των επίδικων γνήσιων συμβάσεων μαθητείας, αυτές ασκήθηκαν, προκειμένου να εξοικειωθούν με το αντικείμενο του επαγγέλματος του διοικητικού υπαλλήλου(σε γενικές γραμμές) και να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, υπό την επίβλεψη των αρμοδίων διοικητικών υπαλλήλων του πρώτου εναγομένου επί πενθήμερο και επί επτά (7) ώρες ημερησίως, όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί και καταβλήθηκε από το δεύτερο εναγόμενο, υπεύθυνο φορέα των προγραμμάτων, το ποσό των 30 ευρώ ημερησίως στη δεύτερη και 25 ευρώ ημερησίως σε εκάστη των πρώτης και τρίτης, κατά τα συμφωνηθέντα με τις επίδικες συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, για την εργασία που αναπόφευκτα παρείχαν στο πρώτο εναγόμενο, ως φορέα υλοποίησης των σχετικών προγραμμάτων και στα πλαίσια των προγραμμάτων αυτών, προκειμένου να αποκτήσουν τη σχετική εργασιακή εμπειρία και όχι για την εκτέλεση παραγωγικού έργου.

Δηλαδή, οι ενάγουσες δεν παρείχαν την εργασία τους στο πρώτο εναγόμενο, με την έννοια της εκτέλεσης παραγωγικού έργου, ώστε να προκύψει πλουτισμός του τελευταίου (πρώτου εναγομένου) από την παροχή αυτή και του δεύτερου εναγομένου από τη μη καταβολή της αντίστοιχης αμοιβής και να δικαιούνται σε απόδοσή του, αλλά αντίθετα, για τις υπηρεσίες στη διεκπεραίωση των εργασιών τις οποίες η κάθε μία από αυτές αναπόφευκτα παρείχε στο πρώτο εναγόμενο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

στα πλαίσια της γνήσιας σύμβασης μαθητείας της, προκειμένου να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, καταβλήθηκε σε κάθε μία το συμφωνημένο ποσό των 30 και 25 ευρώ ημερησίως αντιστοίχως, έτσι ώστε δεν πλούτισαν σε βάρος τους τα εναγόμενα, για να οφείλουν τις αιτούμενες αποδοχές και επιδόματα. Επομένως και κατά την επικουρική βάση περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας και τις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεις των εναγουσών για διαφορές αποδοχών και τις εκ των σχετικών διατάξεων που τα προβλέπουν αξιώσεις αυτών για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του νόμου ως προς τη φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, ως σχέσης γνήσιας ή μη γνήσιας μαθητείας (σχέσης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου), διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, δεν εξηγεί πως προέχων σκοπός των διαδοχικών ως άνω συμβάσεων ήταν η κτήση εργασιακής εμπειρίας, στο πρόσωπο των αναιρεσειουσών, ενώ δέχεται αντιφατικά α) ότι αυτές ασκούσαν ουσιαστικά τα ίδια καθήκοντα με το τακτικό προσωπικό, το οποίο συνέδραμαν στο έργο του, με εξαίρεση δικαίωμα υπογραφής, β) ότι το ίδιο αναιρεσίβλητο ΙΚΑ (ήδη e-ΕΦΚΑ), δέχεται ότι η πρόσληψη αυτών γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου και ειδικότερα την εξυπηρέτηση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών.

Επίσης, γ) δεν εξηγεί πως ο κύριος σκοπός των ως άνω συμβάσεων ήταν η κτήση εργασιακής εμπειρίας, που εκ των πραγμάτων και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτείνεται σε περιορισμένο χρόνο, ολίγων μηνών το πολύ για την εκμάθηση των καθηκόντων της υπηρεσίας στην οποία οι αναιρεσείουσες είχαν τοποθετηθεί με ανάθεση σε αυτές αντίστοιχης εργασίας, ενώ κατά τις οικείες παραδοχές, η σχέση διήρκεσε επί 4ετία (48 μήνες), δ) δεν διαλαμβάνει περαιτέρω αιτιολογίες ως προς τον όγκο των εκκρεμουσών στις υπηρεσίες που απασχολήθηκαν υποθέσεων και ως προς την πλήρωση ή μη τυχόν υπαρχουσών κενών οργανικών θέσεων, ούτως ώστε να κριθεί εάν η παροχή των υπηρεσιών αυτών απέβλεπε κατά κύριο ή μη λόγο, στην εκμάθηση της εργασίας ή στην εργασία αυτών και δευτερευόντως στην εκμάθηση.

Σημειώνεται ότι η έλλειψη πειθαρχικού ελέγχου αυτή καθ' εαυτή δεν διαφοροποιεί τ' ανωτέρω, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι αυτές τελούσαν υπό τις οδηγίες και την εποπτεία των προϊσταμένων τους, όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας, καθώς επίσης ο περιορισμένος σε σχέση με το μόνιμο προσωπικό χρόνος εργασίας για το ελάχιστο διάστημα τριάντα (30) λεπτών ημερησίως (7 ώρες αντί 7.30 ώρες του μόνιμου προσωπικού) και η διάρκεια ανάπαυσής τους (40 ημέρες για τις 18μηνες συμβάσεις και 20 ημέρες για τις 12μηνες συμβάσεις), δεν επηρεάζουν την αληθή φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, αλλά έχει ως μόνες συνέπειες τον ανάλογο περιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών τις αιτιάσεις, ότι παραβίασε εκ πλαγίου λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, τις διατάξεις του νόμου ως προς τη φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, ως σχέσης γνήσιας ή μη γνήσιας μαθητείας (σχέσης εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου), είναι βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αφορά την έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας και τις εντεύθεν εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεις των εναγουσών για διαφορές αποδοχών και τις εκ των σχετικών διατάξεων που τα προβλέπουν αξιώσεις αυτών για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές και αποζημίωση αδείας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων, οι οποίες παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 6165/13.12.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.- ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ