Supreme Court allows appeal against bank merger decision due to insufficient reasoning on statutory interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a labor dispute involving a bank merger. The plaintiffs argued the lower court failed to properly apply civil code provisions regarding the interpretation of the merger agreement. The court ruled that the First Instance Court's reasoning was insufficient because it did not explicitly address the mandatory rules for interpreting such agreements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The court must explicitly apply statutory interpretation rules when dismissing claims based on contractual agreements, and failure to do so constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 519 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 519/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ό. Π. του Ν., κατοίκου ..., 2) Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., 3) Ν.-Α. Σ. , κατοίκου ... και 4) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, που ανακάλεσε την δηλώση (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Τσαντίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 2-12-2013 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση, της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3715/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6148/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 18.6.2019 και αριθ. κατάθεσης 6944/667/23.7.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 6148/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 21.9.2015 και με αριθ. κατάθ. 5422/23.9.2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ` αριθ. 3715/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577§ 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
2. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 30.6.2011 και αριθ. κατάθ. 119282/3757/1.7.2011 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι είναι απολυμένοι υπάλληλοι της αλλοδαπής τράπεζας "AMERICAN EXPRESS BANKING CORP", η οποία έπαυσε τις εργασίες της στην Ελλάδα το έτος 2009, και ότι η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία έχει συνυπογράψει την από 17.5.1984 Ειδική ΣΣΕ, συναφθείσα μεταξύ τριάντα τριών (33) τραπεζών και της ΟΤΟΕ, που έχει δημοσιευθεί στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έχει αποκτήσει ισχύ νόμου, υποχρεούται με βάση τον όρο 14 αυτής, να τους "απορροφήσει", ζήτησαν :
α) ν' αναγνωριστεί ότι η εναγομένη, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτουν σ' αυτή (αγωγή), είναι υποχρεωμένη να τους "απορροφήσει" με ένταξη στο προσωπικό της και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, στη θέση, με το βαθμό που είχαν κατά το χρόνο της απόλυσής τους από την ως άνω εργοδότριά τους αλλοδαπή τραπεζική εταιρία με την απειλή χρηματικής ποινής 200 ευρώ για τον καθένα τους για κάθε ημέρα άρνησής της να τους απασχολεί πραγματικά και να τους καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο.
Επί της ως άνω αγωγής, μετά από κατ' αντιμωλία συζήτησή της, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3715/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και την απέρριψε ως μη νόμιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 21.9.2015 και με αριθ. κατάθ. 5422/23.9.2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία την δέχθηκε τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσία.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι η οι λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων- εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και δη: 1) ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε ότι ο όρος 14 της από 17.5.1984 ΣΣΕ έχει ενοχικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα, και ότι με αυτόν δεν ρυθμίζονται όροι και ατομικές σχέσεις εργασίας μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, 2) ότι στηρίχτηκε εσφαλμένα στο σκεπτικό της ΕφΑθ 7980/1991, η οποία αφορούσε προσλήψεις στο Δημόσιο Τομέα και 3) ότι ερμήνευσε αυτόν (όρο) με τρόπο που τον καθιστά ανεφάρμοστο, δεδομένου ότι η εφεσίβλητη έχει αποδεχθεί την υποχρέωσή της για πρόσληψη των εκκαλούντων με την από 23.3.2010 επιστολή της, είναι αβάσιμοι και ειδικότερα ότι, σύμφωνα με τον επίμαχο όρο 14 της από 17.5.1984 ΣΣΕ "Οι τράπεζες, όπως έκαναν και στο παρελθόν, θα απορροφούν και στο μέλλον τους απολυόμενους υπαλλήλους από τις ξένες τράπεζες, όταν οι απολύσεις γίνονται εξαιτίας παύσης των εργασιών τους στην Ελλάδα.
Θα προηγείται, όπου απαιτείται, κυβερνητική έγκριση". Ότι με βάση τον όρο αυτό ο Σύλλογος Υπαλλήλων της Τράπεζας ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ (μέλη του οποίου είναι και οι ενάγοντες), η οποία έπαυσε τις εργασίες της στην Ελλάδα την 3.7.2009 καταγγέλλοντας τις συμβάσεις των εργαζομένων της, απέστειλε την από 3.3.2010 επιστολή του προς την εναγομένη Τράπεζα, με την οποία, αφού επικαλούνταν τον ανωτέρω όρο, έθετε τις υπηρεσίες των μελών του στη διάθεσή της προσκαλώντας αυτή να πράξει τα δέοντα.
Ότι η εναγομένη με την από 23.3.2010 επιστολή της απάντησε στον ανωτέρω Σύλλογο, ότι η υποχρέωση απορρόφησης των απολυμένων υπαλλήλων ξένων τραπεζών βαρύνει όλες τις τράπεζες και όχι μόνο την ίδια, και περαιτέρω παρέπεμψε αυτούς στην Ελληνική Ένωση Τραπεζών και την ΟΤΟΕ (Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων), ώστε το ζήτημα να επιλυθεί στα πλαίσια της επικείμενης διαπραγμάτευσης για την υπογραφή της ετήσιας Κλαδικής ΣΣΕ.
Ότι ο ανωτέρω Σύλλογος κοινοποίησε την επιστολή του προς τους αρμόδιους φορείς, και την 11.10.2010 ο Γ.Γ. Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης απεύθυνε επιστολή προς την Ελληνική Ένωση Τραπεζών, αναφέροντας : "Παρακαλώ για την ικανοποίηση του.....αιτήματος του Συλλόγου... για την απορρόφηση των απολυμένων υπαλλήλων......
σύμφωνα με την παράγραφο 14...". Ότι στις 9.3.2011 ακολούθησε επιστολή του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης προς την Ελληνική Ένωση Τραπεζών στην οποίαν αναφερόταν : ".....το ζήτημα, πέρα από την κανονιστική του πλευρά που εδράζεται στον όρο 14 της από 17.5.1984 ΣΣΕ....σας παρακαλούμε να ικανοποιήσετε το από 22.9.2010 υποβληθέν αίτημα...".
Ότι με βάση την ανωτέρω επιστολή, με την οποίαν οι ενάγοντες θεωρούν ότι πληρώθηκε ο, τεθείς από τον επίμαχο όρο 14, όρος της κυβερνητικής εγκρίσεως, επικαλούμενοι τον επίμαχο όρο ενήγαγαν την εναγομένη, μέλος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, με αίτημα να δεχθεί τις υπηρεσίες τους και να τους καταβάλλει μισθούς υπερημερίας.
Ότι, όπως γίνεται δεκτό, οι ΣΣΕ, έχουν δισυπόστατο χαρακτήρα γιατί περιέχουν όρους κανονιστικούς και ενοχικούς. Ότι οι κανονιστικοί όροι είναι όσοι αφορούν τους όρους εργασίας, τις συνθήκες και την αμοιβή της εργασίας. Ότι, ενοχικοί είναι οι όροι με τους οποίους δημιουργούνται, σε σχέση και με το αντικείμενο της ρύθμισης της ΣΣΕ δικαιώματα και υποχρεώσεις ανάμεσα στα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη, π.χ.
υποχρέωση εργοδότη να διατηρεί στην επιχείρηση χώρο για την ανάρτηση ανακοινώσεων του σωματείου. Ότι από το περιεχόμενο του επίμαχου όρου 14 σαφώς προκύπτει ότι δεν ρυθμίζει όρους, συνθήκες και αμοιβές μεταξύ εργοδοτών και μισθωτών, κατά συνέπεια δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα, αλλά ενοχικό, απορριπτομένου του πρώτου λόγου της έφεσης.
Ότι, συνακόλουθα, δε γεννά αγώγιμη αξίωση των εκάστοτε απολυμένων υπαλλήλων ξένων τραπεζών απευθείας σε βάρος συγκεκριμένης τράπεζας με αίτημα την άμεση πρόσληψή τους. Ότι, επιπλέον, οι ενάγοντες- εκκαλούντες ενήγαγαν επιλεκτικά τη συγκεκριμένη εναγομένη τράπεζα, χωρίς ωστόσο, ο επίμαχος όρος να παρέχει από το περιεχόμενό του, τη δυνατότητα επιλογής των απολυμένων υπαλλήλων της τράπεζας, την οποίαν επιθυμούν να προσληφθούν.
Ότι, η ΕφΑθ 7980/1991, την οποίαν επικαλέστηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μπορεί μεν να αφορά το ζήτημα προσλήψεων, κατόπιν ειδικού διαγωνισμού, τέκνων υπαλλήλων σε Τράπεζα, που ανήκει στο Δημόσιο Τομέα- ενώ στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη είναι ιδιωτική τράπεζα- ωστόσο, αφορά την εφαρμογή αντίστοιχου όρου ΣΣΕ (της από 11.11.1977), όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, απορριπτομένου του δεύτερου λόγου της έφεσης.
Ότι, περαιτέρω, ο τρόπος ερμηνείας του επίμαχου όρου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν καθιστά αυτόν ανεφάρμοστο, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι ενάγοντες, αφού, σε κάθε περίπτωση, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται στην αγωγή τους, έχει στο παρελθόν εφαρμοστεί στις περιπτώσεις των τραπεζών "MANHATTAΝ" και "BANK OF AMERICA", χωρίς να μεσολαβήσει δικαστική αντιδικία και ότι ειδικότερα στις δύο πρώτες περιπτώσεις έλαβε χώρα ειδική συμφωνία κατά τη σύναψη της από 13.4.1989 ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών και κυβερνητική έγκριση με την έκδοση Υπουργικής Απόφασης.
Ότι, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες περίπτωση της τράπεζας "ΑΡΑΒΟΕΛΛΗΝΙΚΗ" δεν είναι ανάλογη με την κρινόμενη περίπτωση, καθόσον επρόκειτο για τράπεζα της οποίας βασική μέτοχος ήταν η εναγομένη και δεν εφαρμόστηκε ο επίμαχος όρος 14 της από 17.5.1984 ΣΣΕ για την απορρόφηση του προσωπικού της. Ότι, ούτε αποδείχτηκε, ότι η εναγομένη με την από 23.3.2010 απαντητική επιστολή της προς τον "Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ" αποδέχτηκε την υποχρέωσή της για πρόσληψη των εναγόντων (ως μελών του Συλλόγου), όπως αβάσιμα επικαλούνται οι τελευταίοι, αλλά αποδέχτηκε την υποχρέωση όλων των τραπεζών που συμβλήθηκαν στην από 17.5.1984 ΣΣΕ να απορροφήσουν το προσωπικό της ξένης τράπεζας που έπαυσε τις εργασίες της, παρέπεμψε δε τα μέλη του ανωτέρω Συλλόγου στην Ελληνική Ένωση Τραπεζών και την ΟΤΟΕ.
Ότι, συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή των εναγόντων- εκκαλούντων ως νομικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε και ότι αβάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούντες- ενάγοντες.
3. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ), συναπτόμενες μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων και της ένωσης εργοδοτών ή ενός μεμονωμένου εργοδότη, περιλαμβάνουν δύο μέρη, το κανονιστικό και το ενοχικό. Το ενοχικό μέρος ρυθμίζει τις σχέσεις και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της συμβαλλόμενης συνδικαλιστικής οργάνωσης με την αντίστοιχη εργοδοτική οργάνωση ή, όταν πρόκειται για επιχειρησιακές ΣΣΕ, με τον μεμονωμένο εργοδότη, με τον καθορισμό διαδικασιών ενημέρωσης, τη δημιουργία διαρκών επιτροπών συνεννόησης και επεξεργασίας θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, παραχώρησης ειδικών συνδικαλιστικών εξυπηρετήσεων προς την εργατική πλευρά, όπως η παραχώρηση γραφείων, χώρων διενέργειας συνελεύσεων, επιτρεπτής κατά το άρθρο 5 Ν. 1264/1982 χρηματοδότησης της συνδικαλιστικής οργάνωσης κλπ.
Επίσης, στους ενοχικούς όρους εντάσσονται και οι όροι που αφορούν στη θέσπιση κανόνων διευκόλυνσης της διαπραγμάτευσης (πέραν των νομοθετικών θεσπισμένων), στην επίλυση των συλλογικών διαφορών με ειρηνικό τρόπο ή στον περιορισμό της προσφυγής σε απεργιακές εκδηλώσεις (υποχρέωση ειρήνης). Έτσι, οι ενοχικοί όροι δεν εμπεριέχουν ρυθμίσεις που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων, που εκπροσωπούνται από τη συνδικαλιστική οργάνωση, η δε ΣΣΕ ως προς το ενοχικό τμήμα της αποτελεί σύμβαση του κοινού ιδιωτικού δικαίου και δεσμεύει τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη (συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτικές οργανώσεις ή ατομικώς εργοδότες).
Η παράβαση ενοχικών όρων δεν δημιουργεί κατ' αρχήν αξίωση για τους τρίτους, για τα μέρη δηλαδή της ατομικής σχέσης εργασίας, εκτός αν από τη βούληση των συμβαλλομένων μερών ή από τη φύση και το σκοπό του συγκεκριμένου συμβατικού όρου προκύπτει ευθεία απαίτηση υπέρ των μελών της συμβληθείσας συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Αντίθετα, η συνδικαλιστική οργάνωση, που μετέχει στη σύναψη της ΣΣΕ έχει κατά της αντισυμβληθείσας οργάνωσης αξίωση για εκπλήρωση των ενοχικών όρων, που συνομολογήθηκαν. Το κανονιστικό μέρος διαμορφώνει το ελάχιστο περιεχόμενο των όρων με βάση τους οποίους λειτουργούν οι υπαγόμενες στη ΣΣΕ ατομικές εργασιακές σχέσεις, που υφίστανται ήδη ή θα συνάπτονται στο μέλλον μεταξύ των δεσμευομένων από τη συλλογική σύμβαση εργασίας κατ' ιδίαν εργοδοτών και των κατ' ιδίαν εργαζομένων, εφόσον και οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες καταλαμβάνονται από τη συλλογική σύμβαση είτε διότι είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν στη ΣΣΕ είτε διότι αυτή κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική, τουλάχιστον έως το Ν. 4046/2012 και την ΠΥΣ 6/2012.
Ως προς το κανονιστικό μέρος της η ΣΣΕ, που αποτελεί και τη σημαντικότερη πλευρά της, λειτουργεί ως νόμος, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 Συντάγματος, κατά τη σύναψη των ΣΣΕ τα συλλογικώς διαπραγματευόμενα μέρη ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, που έχει παραχωρηθεί από την εν λόγω συνταγματική διάταξη, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος, και συνεπώς, οι ΣΣΕ ως προς το κανονιστικό τους μέρους έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1903/2014, ΑΠ 692/2014, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 127/2013, ΑΠ 127/2012, ΑΠ 1561/2011), και δεσμεύει τα πρόσωπα εργαζομένων και εργοδοτών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της.
Η παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κανονιστικό μέρος της ΣΣΕ, ενόψει της άμεσης και αναγκαστικής ισχύος των κανονιστικών όρων, δημιουργεί για τα μέρη της ατομικής σχέσης εργασίας αξίωση για εκπλήρωση. Έτσι, ο εργαζόμενος έχει αξίωση κατά του εργοδότη του και συνεπώς δικαίωμα για άσκηση αγωγής με αίτημα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη ΣΣΕ είτε πρόκειται για μισθολογικές υποχρεώσεις είτε για άλλους όρους.
Περαιτέρω, το κύριο αντικείμενο των ΣΣΕ είναι η ρύθμιση των όρων εργασίας. Οι όροι αυτοί, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 αρ. 1 Ν. 1876/1990 "Ελεύθερες διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", μπορεί να αναφέρονται στη σύναψη, στη λειτουργία και στη λήξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Αν και κατά κανόνα τα κατ' εξοχήν θέματα που αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης είναι το θέμα του μισθού και κατά δεύτερο λόγο το θέμα του χρόνου εργασίας, εντούτοις όχι σπάνια στις ΣΣΕ περιέχονται και όροι που αφορούν τη σύναψη ή τη λύση της σύμβασης εργασίας ή άλλα ζητήματα που συνδέονται με τους όρους λειτουργίας των ατομικών συμβάσεων εργασίας.
Ειδικότερα η ΣΣΕ μπορεί να προβλέπει όρους που αφορούν την πρόσληψη με διαγωνισμό, τα προσόντα των προσλαμβανομένων, την περίοδο δοκιμής, τον έγγραφο τύπο, την αναγνώριση πλασματικού χρόνου προϋπηρεσίας, τη διαφύλαξη κάποιων από τις θέσεις που πρόκειται να καλυφθούν για κάποια κατηγορία εργαζομένων, την υποχρέωση επαναπρόσληψης εποχιακών εργαζομένων, κ.α.
Πρόκειται για όρους κανονιστικούς και όχι ενοχικούς γιατί αφορούν και ισχύουν στις σχέσεις εργασίας των δεσμευόμενων από τη ΣΣΕ προσώπων και όχι στη σχέση των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Υπό το προϊσχύσαν του Ν. 1876/1990 με βάση το Ν. 3239/1955 νομοθετικό καθεστώς δεν υφίστατο γενική πρόβλεψη περί επιχειρησιακών ΣΣΕ.
Αντ' αυτών προβλέπονταν οι λεγόμενες "ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας", οι οποίες αφορούσαν στους μισθωτούς μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, που δεν υπάγονταν σε εθνική ομοιοεπαγγελματική σύμβαση εργασίας. Εφόσον δε αυτές αφορούσαν στο προσωπικό επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων κοινής ωφέλειας (ΟΤΕ, ΔΕΗ κλπ), καθώς και τραπεζικών επιχειρήσεων και τραπεζικών ιδρυμάτων μπορούσαν να συνάπτονται από τον μεμονωμένο εργοδότη και το αντίστοιχο επιχειρησιακό σωματείο.
Στη συγκεκριμένη δε αυτή περίπτωση οι ειδικές ΣΣΕ του παρελθόντος, προσομοίαζαν με τις επιχειρησιακές ΣΣΕ, που θέσπισε στη συνέχεια ο Ν. 1876/1990. Για το λόγο αυτό, υπό το καθεστώς του ισχύοντος Ν. 1876/1990, οι ειδικές ΣΣΕ του Ν. 3239/1955 συνέχισαν να λειτουργούν ως επιχειρησιακές ΣΣΕ (ΑΠ 252/2012, ΑΠ 453/2010), εφόσον δε εξακολουθούν να ισχύουν και μετά τη θέσπιση του Ν. 1876/1990, υπάγονται στις διατάξεις αυτού ως προς τα αποτελέσματά τους, την καταγγελία και τη λήξη ισχύος τους, και στην περίπτωση, που λήγουν ή καταγγελθούν μπορούν να αντικατασταθούν με βάση την αρχή της τάξεως από τις προβλεπόμενες από το Ν. 1876/1990 επιχειρησιακές ΣΣΕ.
Από δε τις διατάξεις δε των άρθρων 1§1, 3§1, 8§3, 10§2 και 16§3 του Ν. 1876/1990 προκύπτει, ότι η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, κατά το κανονιστικό της μέρος, δεσμεύει το σύνολο των εργαζομένων στη συγκεκριμένη εκμετάλλευση, ανεξάρτητα από το αν είναι μέλη της συμβληθείσας συνδικαλιστικής οργάνωσης ή όχι.
Την 17.5.1984 καταρτίστηκε Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (17.5.1984 ΣΣΕ προσωπικού Τραπεζών) μεταξύ τριάντα τριών (33) τραπεζών και της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (Ο.Τ.Ο.Ε.), η οποία, συνταγέντος του υπ' αριθ. 34/1984 πρακτικού καταθέσεως, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (απόφαση του Υπουργού Εργασίας υπ' αριθ. 15475/28.5.1984- ΦΕΚ 356/5.6.1984 φύλλο- τεύχος Β').
Ακολούθως, με το άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 1483/1984 "Προστασία και διευκόλυνση των εργαζομένων με οικογενειακές υποχρεώσεις- Τροποποιήσεις και βελτιώσεις εργατικών νόμων" (ΦΕΚ 153/Α/8.10.1984), ορίστηκε ότι : "Κυρώνεται από τότε που ίσχυσε και εφαρμόζεται για όλες τις Τράπεζες (Ελληνικές και ξένες), που λειτουργούν στη Ελλάδα η από 17 Μαίου 1984 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που αφορά το προσωπικό των Τραπεζών, που υπογράφηκε παρουσία του Υπουργού Εργασίας και η οποία με την αριθ. 15474/1984 απόφαση του ίδιου Υπουργού δημοσιεύθηκε στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης αριθ. 356 τ.
δεύτερο 5.6.1984" (από προφανή παραδρομή αναγράφεται 15474 αντί του ορθού 15475). H Συλλογική αυτή Σύμβαση Εργασίας, η οποία καταρτίστηκε υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955, συνέχισε να ισχύει μετά την κατάργησή του, αφού κυρωθείσα με νόμο και μη καταργηθείσα μεταγενέστερα με νόμο (ΣΣΕ κυρωθείσα με νόμο, δεν είναι πλέον ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, ούτε και καταγγέλλεται, αλλά ισχύει μέχρι να καταργηθεί με νόμο) υπήχθη, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, ως προς τα αποτελέσματά της και γενικά την ισχύ της, στις διατάξεις του Ν. 1876/1990, που είναι άμεσης εφαρμογής και οι κανονιστικές του διατάξεις έχουν ισχύ νόμου (ΑΠ 1330/2018, ΑΠ 256/2016, ΑΠ 1494/2010, ΑΠ 280/2006).
Στο άρθρο 14 της ως άνω ΣΣΕ υπό τον τίτλο "απορρόφηση απολυόμενων" ορίζεται ότι "Οι Τράπεζες, όπως έκαναν και στο παρελθόν, θα απορροφούν και στο μέλλον τους απολυόμενους υπαλλήλους από τις ξένες τράπεζες όταν οι απολύσεις γίνονται εξ αιτίας παύσης των εργασιών τους στην Ελλάδα. Θα προηγείται, όπου απαιτείται, κυβερνητική έγκριση.".
Από τη σαφή διατύπωση του άρθρου αυτού προκύπτει υποχρέωση των συμβληθεισών τραπεζών "να απορροφούν", δηλαδή να προσλαμβάνουν τους απολυόμενους από τις ξένες τράπεζες υπαλλήλους, όταν αυτοί απολύονται εξ αιτίας παύσης των εργασιών τους στην Ελλάδα, με μόνη προϋπόθεση, "όπου απαιτείται", την κυβερνητική έγκριση.
Πρόκειται δηλαδή για ρύθμιση ζητήματος πρόσληψης και συνεπώς για κανονιστική διάταξη της ΣΣΕ, με βάση την οποία καθιερώνεται αυτοτελές δικαίωμα των απολυομένων από τις αλλοδαπές τράπεζες να αξιώσουν από τις τράπεζες, που συμβλήθηκαν στην από 14.5.1984 Ειδική ΣΣΕ, την "απορρόφησή τους"- πρόσληψή τους. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Ουσιαστικού δικαίου κανόνας, που παραβιάστηκε μπορεί να περιέχεται και στις ΣΣΕ, κατά το κανονιστικό τους μέρος, όπως και στις ΔΑ για επίλυση συλλογικών διαφορών (ΑΠ 871/2018, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 862/2009). Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Η διαπίστωση, εξ άλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους.
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των ανωτέρω διατάξεων συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1457/2017, ΑΠ 672/2014, ΑΠ 1098/2011).
Επίσης, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει : α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 527/2008).
Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται για την ερμηνεία δικαιοπραξιών και όχι για την ερμηνεία διατάξεων ουσιαστικού νόμου και, συνεπώς, η μη προσφυγή στους κανόνες αυτούς προκειμένου περί ερμηνείας ουσιαστικής διάταξης, όπως είναι και οι διατάξεις των ΣΣΕ, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1330/2018, ΑΠ 1494/2010, ΑΠ 599/2004, ΑΠ 1012/1995).
Τέλος, αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογίες πλεοναστικές (ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1008/2007).
4. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 της από 17.5.1984 Ειδικής ΣΣΕ, 25 παρ. 2 Ν. 1483/1984, 2 και 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990 και Ν. 3239/1955, αποφαινόμενο ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, γιατί ο όρος 14 της ως άνω από 17.5.1984 Ειδικής ΣΣΕ δεν έχει κανονιστικό, αλλά ενοχικό χαρακτήρα και συνακόλουθα δεν γεννά αγώγιμη αξίωσή τους απευθείας σε βάρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας την έφεσή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το Εφετείο με τη κρίση του αυτή παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο επίμαχος όρος της από 17.5.1984 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΟΤΟΕ - Τραπεζών) είναι κανονιστικός, δεδομένου ότι ρυθμίζει ζήτημα πρόσληψης των απολυόμενων από τις ξένες τράπεζες τραπεζοϋπαλλήλων, όταν οι απολύσεις τους γίνονται εξ αιτίας παύσης των εργασιών τους στην Ελλάδα, από τις συμβληθείσες στην ΣΣΕ τράπεζες, και όχι ενοχικός, και ως εκ τούτου γεννά αγώγιμη αξίωση στα πρόσωπα, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, μεταξύ άλλων και των αναιρεσειόντων, κατά των συμβληθεισών σ' αυτή τραπεζών, υπό την επιφύλαξη της τυχόν απαιτούμενης κυβερνητικής έγκρισης, και συνεπώς έσφαλε μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση.
Επομένως, ο περί τούτου από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης είναι βάσιμος.
Ένα μέλος του Δικαστηρίου, η Αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου μειοψηφεί και έχει την ακόλουθη γνώμη:
(I).- Από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 και 23 παρ.1 Συντάγματος, 1 παράγραφοι 1 και 2, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 7, 5 παρ. 3, 22, 21 παράγραφοι 1 και 2 ν. 3239/1955 (ΦΕΚ Α. 125/20.5.1955), 2 παρ. 1, 3 παράγραφοι 1 και 5, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27 / 8.3.1990) -και όπως ίσχυσαν τα συγκεκριμένα άρθρα του ν. 3239/1955 και του ν. 1876/1990, κατά την ψήφιση του Συντάγματος 1975/1986/2001 και δη, με ισχύ των άρθρων αυτών του ν. 1876/1990, από 8.5.1990 [απόφαση Υπουργού Εργασίας 12386/20.3.1990 (ΦΕΚ Β. 189/22.3.1990, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 35 ν. 1876/1990]- προκύπτουν (και) τα εξής:
Όλες οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο, ενώ οι κανονιστικοί όροι τους (Σ.Σ.Ε.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ δηλ. επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας, κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό, ως κανόνες δικαίου, χωρίς να καθίστανται περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας.
Έτσι, με συνταγματική παραχώρηση, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά την κατάρτιση Σ.Σ.Ε., εξουσία κανονιστική (νομοθετική), εφ' όσον οι Σ.Σ.Ε,, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 931/2017). Η αναγκαστική πρόσληψη εργαζομένων ορισμένης κατηγορίας, δεν αποτελεί αντικείμενο συλλογικής διαπραγματεύσεως, αφού είναι θέμα, που ανάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του νομοθέτη δηλ., μόνο ο νομοθέτης μπορεί να ρυθμίσει εξαντλητικά τέτοιο θέμα, με νόμο, που δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 και 5 παρ.1 Συντάγματος (Α.Ε.Δ. 8/2019), χωρίς να αφήσει περιθώρια συμπληρωματικής ρυθμίσεως, με Σ.Σ.Ε.
Τούτο διότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει μεν, τον θεσμό της συλλογικής αυτονομίας των επαγγελματικών οργανώσεων, αλλά, όπως αυτός ο θεσμός είχε ήδη, στον χρόνο ψηφίσεως του Συντάγματος διαμορφωθεί, κατά περιεχόμενο και έκταση, από τον κοινό νομοθέτη (ΣτΕ 3026/1986). Έτσι, υπό την ισχύ (και κατά την ψήφιση του Συντάγματος) του ν. 3239/1955, νόμιμο περιεχόμενο Σ.Σ.Ε.
ήταν η ρύθμιση, που αφορά τους όρους, τις συνθήκες και την αμοιβή της εργασίας, δηλ. το περιεχόμενο και τη λειτουργία των ατομικών σχέσεων εργασίας'ενώ, δεν μπορούσε, με Σ.Σ.Ε., να θεσπισθούν κανόνες, που ανάγονται στην πρόσληψη εργαζομένου και τη σύναψη ατομικής συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 714/1990). Οι Σ.Σ.Ε. διακρίνονταν (και) σε Ειδικές.
Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ειδική Σ.Σ.Ε.), εφ' όσον είχε καταρτισθεί και υπογραφεί, παρουσία του Υπουργού Εργασίας, δέσμευε, για την περιφέρεια, όπου ίσχυε, το σύνολο των εργοδοτών και των εργαζομένων του επαγγέλματος, που αφορούσαν. Επίσης, υπό την ισχύ (και κατά την ψήφιση του Συντάγματος) του μεταγενέστερου ν. 1876/1990, νόμιμο περιεχόμενο Σ.Σ.Ε.
είναι η ρύθμιση ζητημάτων, σχετικά με τη σύναψη, τους όρους λειτουργίας και τη λήξη ατομικής συμβάσεως εργασίας, ήτοι σχετικά με την πρόσληψη εργαζομένου, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών της ατομικής συμβάσεως, το αντικείμενο εργασίας και το ωράριο, τις μισθολογικές και άλλες παροχές. Ειδικότερα δε, ως προς την πρόσληψη εργαζομένου, μπορεί, με Σ.Σ.Ε., να συμφωνηθεί η σύνθεση και ο αριθμός των εργαζόμενων για συγκεκριμένο εργο η για την επάνδρωση υπηρεσίας, που προϋποθέτει πως θα γίνουν ανάλογες προσλήψεις, η απασχόληση προσώπων, με ειδικά προσόντα, σε ορισμένους τομείς, η πρόσληψη, .
μόνο, στον πρώτο βαθμό ιεραρχίας ή η πρόσληψη, μόνο, κατόπιν διαγωνισμού ενώ, αποκλείονται συμφωνίες για την πρόσληψη ορισμένων προσώπων ή προσώπων από ορισμένο κύκλο. Η Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.) είναι είδος των Σ.Σ.Ε., καταρτίζεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως της επιχειρήσεως και του εργοδότη και η ισχύς της καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους εργαζομένους της επιχειρήσεως.
Ειδική Σ.Σ.Ε., αν και καταρτίσθηκε υπό την ισχύ του ν. 3239/1955, ήδη υπάγεται, ως προς τα αποτελέσματα και, γενικώς, την ισχύ της, στις διατάξεις του ν. 1876/1990, που είναι άμεσης εφαρμογής αντιστοιχεί δε, αυτή (Ειδική Σ.Σ.Ε.) στην Ε.Σ.Σ.Ε. του ν. 1876/1990 (ΑΠ 256/2016, ΑΠ 1494/2010). Περαιτέρω, Σ.Σ.Ε., που κυρώνεται με νόμο, αποκτά ισχύ τυπικού νόμου, μόνον εφ' όσον το κείμενο της (Σ.Σ.Ε.) έχει ενσωματωθεί στο κείμενο του νόμου και έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στην περίπτωση αυτή, η κυρωθείσα Σ.Σ.Ε. αποκτά την ποιότητα και ισχύ τυπικού νόμου και πρέπει να αντιμετωπίζεται, πλέον, ως τυπικός νόμος ενώ, εάν η σχετική διάταξη του κυρωτικού νόμου αναφέρει απλώς ότι κυρώνεται η Σ.Σ.Ε., χωρίς να ενσωματώνεται το κείμενο της (Σ.Σ.Ε.) στο περιεχόμενο του νόμου και χωρίς να δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως επιβάλλει το άρθρο 42 παρ.1 Συντάγματος, δεν πρόκειται γνήσια κύρωση και η Σ.Σ.Ε.
δεν καθίσταται τυπικός νόμος (ΣτΕ ολ. 2386/1970). Η από 17.5.1984 Ειδική Σ.Σ.Ε. καταρτίσθηκε υπό την ισχύ του ν. 3239/1955 και δημοσιεύθηκε, με την 15475/28.5.1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, στο ΦΕΚ Β. 356/5.6.1984, ίσχυσε από την 5.6.1984 και κυρώθηκε, με το άρθρο 25 παρ. 2 ν. 1483/1984 (ΦΕΚ Α. 153/8.10.1984). Συγκεκριμένα, το άρθρο 25 παρ. 2 ν. 1483/1984 ορίζει: "Κυρώνεται από τότε, που ίσχυσε και εφαρμόζεται για όλες τις Τράπεζες (Ελληνικές και Ξένες), που λειτουργούν στην Ελλάδα, η από 17 Μαΐου 1984 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που αφορά το προσωπικό των Τραπεζών, που υπογράφηκε, παρουσία του Υπουργού Εργασίας και η οποία, με την υπ' αριθμ.
Ί5474/1984' απόφαση του ίδιου Υπουργού, δημοσιεύθηκε στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, αριθμός 356, τ. δεύτερο, 5.6.1984" (στο ως άνω κείμενο αναφέρεται, ως αριθμός της επίμαχης αποφάσεως, ο '15474/1984', αντί του ορθού '15475/1984', όπως επισημαίνουν και οι αναιρεσείοντες στο δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως). Δια του άρθρου 25 παρ. 2 ν. 1483/1984, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο του, δεν σκοπήθηκε η αναγωγή της από 17.5.1984.
Ειδικής Σ.Σ.Ε. σε διάταξη τυπικού νόμου (άρθρο 42 παρ. 1 Συντάγματος), όπως αναφέρθηκε, εφ' όσον το κείμενο της (Ειδικής Σ.Σ.Ε.), δεν περιλαμβάνεται στον κυρωτικό ν. 1483/1984, ως τμήμα αυτού. Στο άρθρο 14 της επίμαχης από 17.5.1984 Ειδικής Σ.Σ.Ε., με συμβαλλόμενη (και) την ελληνική τράπεζα υπό την επωνυμία 'ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.' (Ε.Τ.Ε.
Α.Ε.), ορίζεται: "Οι Τράπεζες, όπως έκαναν και στο παρελθόν, θα απορροφούν και στο μέλλον τους απολυόμενους υπαλλήλους από τις ξένες Τράπεζες, όταν οι απολύσεις γίνονται εξ αιτίας παύσης των εργασιών τους στην Ελλάδα. Θα προηγείται, όπου απαιτείται, κυβερνητική έγκριση". Η ως άνω ρύθμιση είναι σχετική με την πρόσληψη εργαζομένου και, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ανήκει στο νόμιμο περιεχόμενο Ειδικής Σ.Σ.Ε.
ώστε να είναι άμεσης εφαρμογής. Ειδικότερα, δεν ανήκει στο νόμιμο περιεχόμενο Ειδικής Σ.Σ.Ε., (ί).- υπό την ισχύ του ν. 3239/1955 διότι δεν μπορούσε, με Σ.Σ.Ε., να θεσπισθούν κανόνες, που ανάγονται στην πρόσληψη εργαζομένου και (ii).- υπό την ισχύ του ν. 1876/1990, αφού αποκλείονται συμφωνίες για την πρόσληψη ορισμένων προσώπων ή προσώπων από ορισμένο κύκλο.
Επομένως, ο συγκεκριμένος όρος, ως ενοχικός και όχι κανονιστικός, δεν παρέχει, σε βάρος (και) της πιο πάνω συμβαλλόμενης Ε.Τ.Ε. Α.Ε., άμεση αξίωση για πρόσληψη υπαλλήλου.
(II).- Η παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνων, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, χωρίς να ενδιαφέρει, σε ποιο επίπεδο εντάσσονται οι κανόνες από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 1741/2012). Έτσι, στους κανόνες, που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και η παραβίασή τους ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και οι Σ.Σ.Ε., ως άνω, κατά τις κανονιστικές τους διατάξεις (ΑΠ 256/2016, ΑΠ 280/2006). Η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκδηλώνεται (και) ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή• ελέγχονται δε, δια του λόγου αυτού αναιρέσεως (και) τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι η αγωγή απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ ολ. 28/1998).
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 6148/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε την αγωγή μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με την ιστορική της βάση, που εκτίθεται, πλήρως και σαφώς, στο δικόγραφο της αναιρέσεως • έτσι, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 14 της από 17.5.1984 Ειδικής Σ.Σ.Ε., 25 παρ. 2 ν. 1483/1984, 2 και 7 παρ. 1 ν. 1876/1990 και το ν. 3239/1955, με ψευδή ερμηνεία. Ειδικότερα, οι αναίρεσείοντες επικαλούνται ότι το εφετείο παραβίασε τις προηγούμενες "ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αποφαινόμενο ότι ο όρος 14 της από 17.5.1984 Ειδικής Σ.Σ.Ε. μεταξύ Τραπεζών - Ο.Τ.Ο.Ε. δεν έχει κανονιστικό, αλλά ενοχικό χαρακτήρα".
Εν όψει όσων εκτέθηκαν στις αμέσως προηγούμενες υπό στοιχεία (Ι) και (
ΙΙ) νομικές σκέψεις, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, το Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Τούτο διότι ο όρος 14 της επίμαχης από 17.5.1984 Ειδικής Σ.Σ.Ε. δεν ανήκει στο νόμιμο περιεχόμενό της ούτε υπό την ισχύ του ν. 3239/1955 ούτε υπό την ισχύ του ν. 1876/1990 και είναι όρος ενοχικός, όχι κανονιστικός ώστε να μην επιδρά επί ατομικής συμβάσεως εργασίας των διαδίκων, κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό.
Επομένως, ο παραδεκτός (ορισμένος) πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 5. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επειδή δεν προσέφυγε στις διατάξεις αυτές για να ερμηνεύσει τον επίμαχο όρο της ως άνω ΣΣΕ και δη ότι η απορρέουσα απ' αυτόν υποχρέωση των Ελληνικών Τραπεζών να προσλαμβάνουν προσωπικό των αλλοδαπών τραπεζών, όταν οι τελευταίες παύουν τις εργασίες τους στην Ελλάδα αφορά σε αδιαίρετη παρά σε διαιρετή παροχή για κάθε μία απ' αυτές.
Ο λόγος αυτός (πέραν του ότι η αιτιολογία ότι "Επί πλέον, οι ενάγοντες- εκκαλούντες ενήγαγαν επιλεκτικά τη συγκεκριμένη εναγομένη- εφεσίβλητη τράπεζα, χωρίς ωστόσο, ο επίμαχος όρος να παρέχει από το περιεχόμενό του, τη δυνατότητα επιλογής των απολυμένων υπαλλήλων, της τράπεζας, στην οποίαν επιθυμούν να προσληφθούν" είναι πλεοναστική) είναι απαράδεκτος, καθόσον οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών και όχι για την ερμηνεία διατάξεων ουσιαστικού νόμου, όπως είναι και οι διατάξεις των ΣΣΕ. 6.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 189, 192 και 873 ΑΚ, επειδή δεν εμπεριέχει οποιαδήποτε αιτιολογία άλλως περιέχει αιτιολογία ανεπαρκή, σε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι η αναιρεσίβλητη με την από 23.3.2010 και με αριθ.
πρωτ. 840 επιστολή της αναγνώρισε την υποχρέωσή της να "απορροφήσει" τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, σύμφωνα με τους όρους της από 17.5.1984 ΣΣΕ. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι πλήττεται μια πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης, δοθέντος ότι η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και όχι ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δεν ερμηνεύτηκε, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, η ως άνω από 23.3.2010 επιστολή της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, απαντώντας, πλεοναστικά, σε σχετικό λόγο της έφεσης των εναγόντων- εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, συμπεριέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, ότι: "....... Ούτε αποδείχτηκε ότι η εναγομένη- εφεσίβλητη με την από 23.3.2010 απαντητική επιστολή της προς το "Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ" αποδέχθηκε την υποχρέωση όλων των τραπεζών που συμβλήθηκαν στην από 17.5.1984 ΣΣΕ να απορροφήσουν το προσωπικό της ξένης τράπεζας που έπαυσε τις εργασίες της, παρέπεμψε δε, τα μέλη του ανωτέρω Συλλόγου στη Ελληνική Ένωση Τραπεζών και την ΟΤΟΕ.." Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 6148/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρ. 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ κατά πλειοψηφία την υπ' αριθ. 6148/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά πλειοψηφία την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ