Legislator Case Law & Legislation
519/2020 AI generated

519/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 519/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, τις από 15/1/2009 και 26/1/2009 ανακοπές της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 15/12/2008 ανακοπή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5084/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1292/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/4/2016 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

519/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου κατά την έννοια του άρθρο 118 ΚΠολΔ (ΑΠ 1349/2011).

Keywords

AI generated
unpaid customs duties monetary debt debt collection officer unauthorized decoding of encrypted services action for debt recognition authorization to sue
AI generated
2253/2014
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/10/1998 αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 17/5/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2955/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 947/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 27/1/ 2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1607/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 19/12/2011 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1712/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση εκ νέου απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 17/9/2013 κλήση του.
1041/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
1829/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1548/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου-Εισηγήτρια, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη και Σταυρούλα Κουσουλού, Αρεοπαγίτες.
1488/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 519 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 519/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Ζ' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E.", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK A.E." και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, τις από 15/1/2009 και 26/1/2009 ανακοπές της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 15/12/2008 ανακοπή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5084/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1292/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/4/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1292/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε, εκτός των άλλων, και την από 13-5-2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5084/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απόφαση, είχε γίνει δεκτή η από 26-1-2009 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που το αναρεσείον είχε καταταγεί προνομιακά στον ... πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση-Χρουσαλά και κρίνοντας ότι η αναγγελία του αναιρεσείοντος στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ήταν αόριστη και εσφαλμένα τούτο είχε καταταγεί προνομιακά στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, αποβλήθηκε τούτο από το αντίστοιχο ποσό του πλειστηριάσματος και κατατάχθηκε σ' αυτό η αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 972 παρ.1 ΚΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, αν ο δανειστής που αναγγέλλει την απαίτησή του δεν κατοικεί μέσα στην περιφέρεια αυτή και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται.

Η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου κατά την έννοια του άρθρο 118 ΚΠολΔ (ΑΠ 1349/2011).

Ειδικότερα η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και συγκεκριμένα στη διαδικασία της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή. Στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους, κατά το άρθρο 974 ΚΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε.

Συνεπώς, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση.

Για το σκοπό αυτό η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, καθώς και του προνομίου της. Το δικόγραφο δε αυτής είναι άκυρο, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αρ. 3 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σε αυτό απαίτησης και του προνομίου της, όταν η αοριστία, που αποτελεί παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης, προκαλεί σ' αυτόν που την προτείνει βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Αυτό συμβαίνει μόνον όταν η περιγραφή της απαίτησης στο αναγγελτήριο, καθώς και του τυχόν προνομίου της, είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μη μπορούν ο μεν οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους κατά τα άρθρα 974 και 979 ΚΠολΔ, ο δε υπάλληλος του πλειστηριασμού να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης και να προβεί στην κατάταξή της συγκριτικά και με τις λοιπές αναγγελλόμενες απαιτήσεις.

Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για αγωγή η ανακοπή, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ (ΑΠ 119/2003, ΑΠ 387/2001, ΑΠ 1783/2001, ΑΠ 196/1999), αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο (συμβολαιογράφο) του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.

Αντίστοιχα αυτός δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα (άρθρο 974 ΚΠολΔ), χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι' αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα (ΟλΑΠ 1 και 2/2010, ΑΠ 1349/2011).

Κατά συνέπεια, για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης απαίτησης, αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται νομίμως από δημόσια έγγραφα (ή δικαστική απόφαση) που είναι εμπρόθεσμα, μέσα στη νόμιμη ως άνω προθεσμία, κατατεθειμένα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, με τα οποία αναγνωρίζεται η απαίτηση του αναγγελόμενου δανειστή ή το προνόμιό του και το οποίο αναφέρεται στο αναγγελτήριο, και τα οποία είναι προσιτά σε όλους (ΑΠ 1580/2013, ΑΠ 2068/2013, ΑΠ 1087/2013, ΑΠ 545/2006).

Επίσης, η συμπλήρωση του ελλιπούς και εκ τούτου αόριστου αναγγελτηρίου μπορεί να γίνει μόνο με νέο αναγγελτήριο μέσα στη νόμιμη προθεσμία (ΑΠ 1788/2002). Εάν ο αναγγελλόμενος δανειστής δεν ανταποκρίνεται στην επιβαλλομένη από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 εδ. γ` και δ` ΚΠολΔ υποχρέωσή του να καταθέσει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών από την ημέρα του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση και το τυχόν προνόμιο που την ασφαλίζει, αποκλείεται να τα καταθέσει μεταγενέστερα (άρθρο 151 ΚΠολΔ) και μπορεί να καταταγεί τυχαία από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Η πάροδος όμως άπρακτης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 972 παρ.1 εδ. γ' ΚΠολΔ, δεν επιφέρει έκπτωση από το δικαίωμα προσκομιδής των εγγράφων ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, το οποίο είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 949/2011 ΑΠ 31/2010, ΑΠ 1340/2006, ΑΠ 472/2005).

Περαιτέρω, απο τις διατάξεις, α) του άρθρου 61 παρ. 1 του ΝΔ 356/1974 "Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ)" που ορίζει ότι "1. Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας ....

Διά τας μη ληξιπρόθεσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών...." και β) του άρθρου 55 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, "Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, δι αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.

Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι' έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας"., σαφώς προκύπτει, ότι ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου , σε περίπτωση πλειστηριασμού που επισπεύδεται από τρίτο, υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο και ήδη Δ.Ο.Υ.

χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη. Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας ( ΑΠ 1087/2013).

Σύμφωνα επίσης με τις ίδιες διατάξεις, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, με βάση τα αποστελλόμενα στοιχεία και χωρίς άλλη σύμπραξη του αναγγελλόμενου διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου να προβεί στην κατά νόμο κατάταξη του Δημοσίου. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις αναφερόμενες ανωτέρω, προκύπτει ότι για το ορισμένο των απαιτήσεων του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων, μπορεί δε η περιγραφή της απαίτησης που περιέχεται στην αναγγελία του Δημοσίου να συμπληρωθεί νόμιμα από τον πίνακα ή άλλο δημόσιο έγγραφο που είναι κατατεθιμένο από αυτό ή άλλον στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και είναι προσιτό σε όλους (ΑΠ 679/2016, ΑΠ 1353/2015, ΑΠ 575/2005, ΑΠ 1636/2002, ΑΠ 630/2002), ή σύμφωνα με τα προαναφερόμενα με νέο, εντός της νόμιμης προθεσμίας, αναγγελτήριο.

Δεν είναι παραδεκτή η συμπλήρωση της αόριστης αναγγελίας με την προσκόμιση τέτοιων εγγράφων στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της ανακοπής. Τούτο διότι, το δημόσιο, έχει μεν τη δυνατότητα να προσκομίσει στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της ανακοπής και έγγραφα τα οποία δεν προσκόμισε εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών από την ημέρα του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μόνο, όμως, για την απόδειξη της απαίτησής του και του προνομίου της, η οποία, λόγω της μη προσκομιδής τούτων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, κατατάχθηκε τυχαία, όχι για τη θεραπεία της αοριστίας της αναγγελίας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1756/2011, ΑΠ 282/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 96/1985, ΑΠ 862/2011, ΑΠ 1735/2008, ΑΠ 1726/2008).

Εξάλλου η προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 εδ. 2 στοιχ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει το αναγκαίο περιεχόμενο της αναγγελίας ως πράξεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και ειδικότερα της κατάταξης των δανειστών, είναι δικονομική και συνεπώς η παραβίασή της από το δικαστήριο της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς με τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αλλά μόνο με το λόγο αναίρεσης από την με αριθμό 14 διάταξη του ιδίου άρθρου (ΑΠ 1580/2013, ΑΠ 472/2005, ΑΠ 119/2003, ΑΠ 1700/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος της αποφάσεώς του, δέχθηκε τα εξής: "Καθόσον αφορά εις την αναγγελίαν του Δημοσίου εις τον πλειστηριασμόν, πρέπει να λεχθεί ότι η αναγγελία είναι άκυρη λόγω αοριστίας μόνον όταν η περιγραφή της απαιτήσεως και του προνομίου του αναγγελομένου δανειστού είναι τόσο ελλιπής ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελίαν κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπερσπίσεώς τους και να υφίστανται βλάβη.

Ειδικότερα, η αναγγελία του Δημοσίου ρυθμίζεται από το άρθρο 55 του ΚΕΔΕ, κατά τις παραγράφους 1 και 3 του οποίου, ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για τα βεβαιωμένα στο Ταμείο χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία η οποία κοινοποιείται εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδεύεται από πίνακα εις τον οποίον εμφαίνοντα τα χρέη αυτά.

Ο πίνακας περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτη, το είδος το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν και μνεία της χρονολογίας βεβαίωσης τούτων και της τυχόν υπάρχουσας ασφάλειας για καθένα από τα εν λόγω χρέη. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού έχει υποχρέωση, με βάση τα αποστελλόμενα στοιχεία και χωρίς άλλη σύμπραξη του αναγγελομένου διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου, να προβεί εις την κατά Νόμον κατάταξη του Δημοσίου...

Εν προκειμένω, εις τον διενεργηθέντα την 23-7-2008 ενώπιον του άνω συμβολαιογράφου πλειστηριασμόν, αναγγέλθηκε και δια ληξιπρόθεσμη κατ' άρθρον 61 ΚΕΔΕ απαίτησή του συνολικού ποσού 4.418.352,16 ευρώ το Ελληνικό Δημόσιον δια του προϊσταμένου της Ζ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ..., επιδοθείσα εις τον επί του πλειστηριασμού υπάληλον, αναγγελίαν του.

Η προδιαληφθείσα απαίτηση αναγγέλθηκε για προνομιούχο απαίτηση του ήδη εκκαλούντος, εκπροσωπουμένου από τον προϊστάμενον της Ζ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης κατά του καθ' ου η εκτέλεση Κ. Μ. ως διαχειριστού (χωρίς μνεία άλλων στοιχείων) για χρέη από εισόδημα νομικού προσώπου και τέλη χρήσης μηχανημάτων. Εις την επίδικη υπ' αριθμόν ...

αναγγελίαν, δεν περιέχεται η κατ' άρθρον 752 παρ. 1 περιγραφή της απαιτήσεως του εκκαλούντος - καθ' ου η ανακοπή. Ειδικότερα δεν περιγράφεται δια το ορισμένον αυτής η απαίτηση ώστε να παρέχεται εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον η ευχέρεια να προβεί εις την κατάταξη των απαιτήσεων εις τον αντίστοιχον πίνακα και εις την ανακόπτουσα η δυνατότητα αντικρούσεως, καθόσον δεν αναφέρεται το νομικό πρόσωπο, διαχειριστής του οποίου είναι ο καθ' ου η εκτέλεση, ήτοι εάν είναι διαχειριστής ομορρύθμου, ετερορρύθμου εταιρείας, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, συνεταιρισμού, ιδρύματος, δημοσίας ή δημοτικής επιχείρησης ή εκμετάλλευσης κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Πρέπει να λεχθεί ότι η ως άνω αναγγελία πρέπει να επιδοθεί το αργότερον εντός δέκα πέντε ημερών από τον πλειστηριασμόν και εις την ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν από τον δανειστήν τα αποδεικνύοντα την απαίτηση έγγραφα (ΚΠολΔ 972 παρ. 1 εδ. β. 1, 2). Επομένως, δεν είναι δυνατή η ενώπιον του Δικαστηρίου συμπλήρωση των ελλείψεων αυτών.

Το καθ' ου η ανακοπή, δια της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής προτάσεών του, συμπλήρωσε ότι η αναγγελία αφορά εις τα χρέη της κοινοπραξίας "..." και ότι κατά τον χρόνον βεβαιώσεώς τους, ο καθ' ου η εκτέλεση ήτο διαχεριστής της κοινοπραξίας. Απαραδέκτως, όμως το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου συμπληρώνει ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται εις την υπ' αριθμόν ...

ως άνω αναγγελίαν, η οποία είναι αόριστη και εντεύθεν άκυρη, καθόσον δεν εκτίθεται ο λόγος ευθύνης του καθ' ου η εκτέλεση, λαμβανομένου υπόψιν ότι η ιδιότητα του διαχειριστού δεν συνεπάγεται και ατομική ευθύνη και δεν μπορεί η ανακόπτουσα - δανειστής να αντικρούσει την αναγγελίαν αυτή καθόσον δεν γνωρίζουν ποιο είναι το νομικό πρόσωπο, εις το οποίο αφορούν τα βεβαιωμένα χρέη, ώστε να αντικρούσουν την αναγγελίαν κατά την άσκηση του σχετικού δικαιώματός των και να υφίστανται βλάβη".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεχόμενο ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε κρίνει, κατά παραδοχή σχετικού λόγου ανακοπής της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ότι η επίδικη αναγγελία του αναιρεσείοντος ήταν αόριστη και συνεπώς άκυρη και μεταρρύθμισε αντίστοιχα, τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης.

Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, ούτε παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 972 ΚΠολΔ, καθόσον η αναγγελία του αναιρεσίβλητου, με βάση την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη έλλειψή της ως προς την περιγραφή της απαίτησης που αναγγέλλεται και η οποία αφορά το πρόσωπο του οφειλέτη, είναι πράγματι αόριστη κατά τη έννοια της εφαρμοσθείσας, ως άνω, διάταξης του άρθρου 972 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, από την επίμαχη αναγγελία δεν προκύπτει σαφώς ο οφειλέτης του αναιρεσείοντος, του οποίου ο καθ' ου η εκτέλεση ήταν διαχειριστής, ευθυνόμενος προσωπικώς και αλληλεγγύως για τα χρέη εκείνου ως εκ της ιδιότητάς του αυτής, ενόψει μάλιστα και του ότι η προσωπική ευθύνη του διαχειριστή για τα χρέη του νομικού προσώπου, υπάρχει με τη συνδρομή προϋποθέσεων ανάλογα με τη φύση του νομικού προσώπου και το είδος του χρέους προς το Δημόσιο.

Δεν αρκεί δε για τον προσδιορισμό του οφειλέτη αυτού του Δημοσίου, η αναγραφή του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου που είναι διαφορετικός από τον αντίστοιχο του καθ' ου η εκτέλεση, αφού οι τρίτοι δεν μπορούν να γνωρίζουν σε ποιο πρόσωπο ανήκει αυτός ο ΑΦΜ, εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο και ποια η μορφή τούτου.

Εξάλλου, ορθά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, η προσβαλλόμενη έκρινε ότι η αοριστία της αναγγελίας δεν θεραπεύεται με την προσκομιδή των δημόσιων εγγράφων που επικαλέστηκε το αναιρεσείον ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα λόγω αοριστίας της ένδικης αναγγελίας του, διατεινόμενο ότι ήταν ορισμένη, άλλως ότι η αοριστία θεραπεύτηκε με την παραδεκτή συμπλήρωση αυτής με την προσκόμιση των επικαλούμενων δημοσίων εγγράφων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δίκαζε την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, ήτοι κατά το αναιρετήριο εκ του αρ. 1, κατ' εκτίμηση δε εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Τέλος, ο λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια ως προς την παραδοχή της ότι συνεπεία της αοριστίας της αναγγελίας του αναιρεσείοντος, υπήρξε βλάβη στην αναιρεσίβλητη, καθόσον, όπως διατείνεται, δεν υπήρξε τέτοια βλάβη, δεδομένου ότι με τα έγγραφα που προσκόμισε στη δίκη της ανακοπής συμπληρώθηκε η έλλειψη και εξειδικεύτηκε η απαίτησή του και κατά το στοιχείο τούτο και επειδή η αναιρεσίβλητη, ήταν σε γνώση ότι ο διαφορετικός ΑΦΜ που αναφέρονταν στην αναγγελία σε σχέση με τον ΑΦΜ του καθ' ου η εκτέλεση ανήκε στην κοινοπραξία "...", είναι απαράδεκτος.

Τούτο διότι, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το εάν προκλήθηκε ή όχι τέτοια βλάβη από την αοριστία της αναγγελίας στο διάδικο που την προτείνει, ανάγεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2147/2014, ΑΠ 113/2014, ΑΠ 1219/2007).

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 4-4-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1292/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το αναιρεσείον που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ` αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-4-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1292/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Μαΐου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ