519/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2005 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5265/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7666/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/8/2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated519/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με την από 27-5-2005 αίτησή τους, ζήτησαν την αναγνώριση της συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ".
Full text
Απόφαση 519 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 519/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)..., 2) ..., 3) ..., 4)..., 5) ..., 6)..., 7) ..., με την ιδιότητα των μελών της προσωρινής διοικητικής επιτροπής της συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2005 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5265/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7666/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/8/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε τις από 9/12/2008 και 20/11/2009 (συμπληρωματική) εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. γ και δ του ν. 1756/1995 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων, Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1995, προκύπτει, ότι στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται? α)αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας.
Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με την από 27-5-2005 αίτησή τους, ζήτησαν την αναγνώριση της συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ".
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 5265/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε αυτήν. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών η από 28-11-2005 έφεση, με την οποία ζήτησε "την εξαφάνισή της και την απόρριψη της ως άνω αίτησης, διότι έγινε δεκτή κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Συντάγματος και των νόμων.
Ειδικότερα: Κατά τη διάταξη του άρθρ.12§1 του Συντάγματος, οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγουμένη άδεια. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 23§1 του Συντάγματος, το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους μέσα στα όρια του νόμου.
Κατά τη διάταξη δε της παραγρ. 2 του ιδίου άρθρου, η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις, για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων. Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ' αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι το ισχύον Σύνταγμα, κατά την ψήφισή του το έτος 1975, αλλά και όπως αναθεωρήθηκε κατά τα έτη 1986 και 2001, επιτρέπει μεν περιορισμένη συνδικαλιστική δράση στους δικαστικούς λειτουργούς και στους υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας, δεν επιτρέπει, όμως, οποιαδήποτε συνδικαλιστική δράση στους υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις, διότι τούτο θα οδηγούσε σε κατάλυση της στρατιωτικής πειθαρχίας, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της στρατιωτικής οργάνωσης.
Είναι χαρακτηριστικό, ότι η υποβολή, ομαδικά ή χωριστά ύστερα από συνεννόηση, αιτημάτων ή παραπόνων εκ μέρους των στρατιωτικών, υπό τους όρους του άρθρ. 47 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (Ν. 2287/1995), τιμωρείται ποινικά ως ομαδική απείθεια. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι, για τους στρατιωτικούς δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικά το άρθρ. 30Α του Ν. 1264/1982, όπως προστέθηκε με το Ν. 2265/1994, για το συνδικαλισμό στην Ελληνική Αστυνομία, διότι η φύση, η οργάνωση και η αποστολή των ενόπλων αυτών σωμάτων, (Στρατού-Αστυνομίας), διαφέρουν ριζικά".
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη 7666/2006 απόφασή του, δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αίτηση, που προαναφέρθηκε, αφού δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι, "οι εφεσίβλητοι στρατιωτικοί, με την αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ζήτησαν την εγγραφή του σωματείου των ενεργών αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, όλων των Κλάδων και των Κοινών Σωμάτων, που φέρουν το βαθμό του Ανθυπολοχαγού ή αντίστοιχων και ανώτερο, με την επωνυμία "'Ενωση Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων", και έδρα την Αθήνα, μεταξύ των σκοπών του οποίου (άρθρο 2) είναι και οι εξής: "...2) Η ανάπτυξη και εξύψωση του επαγγελματικού, κοινωνικού και πολιτιστικού επιπέδου των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων. 3) Η βελτίωση, προστασία και προαγωγή της θέσης των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων ως μελών του κοινωνικού συνόλου...4) Η επικοινωνία και συνεργασία με ομοειδείς ενώσεις άλλων χωρών ή διεθνείς...5) Η μελέτη και υποβολή εισηγήσεων και προτάσεων αναφορικά με τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την επιμόρφωση και εν γένει τα ζητήματα επαγγελματικής κατάρτισης των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, προς ενίσχυση της αμυντικής αποτελεσματικότητας της χώρας...6) Η προάσπιση της προσωπικής ελευθερίας, της αξιοκρατίας, της ελευθερίας της σκέψης, του λόγου, της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών και των δημοκρατικών ελευθεριών...7) Η ανάδειξη του ιστορικού και σύγχρονου ρόλου των Ελλήνων Αξιωματικών ως παράγοντα εγγύησης της εθνικής ανεξαρτησίας και εμπέδωσης του δημοκρατικού πολιτεύματος".
Μέσα για την επίτευξη των ανωτέρω σκοπών είναι μεταξύ άλλων (άρθρο 3) και τα εξής: "1) Η μέριμνα γενικά για τη βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου, που διέπει την οργάνωση και λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων. 2) Η οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, διαλέξεων και συγκεντρώσεων... 5) Η συμμετοχή σε Συμβούλια ή Επιτροπές, στα οποία συζητούνται θέματα που έχουν σχέση με τους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων και η συγκρότηση επιτροπών για τη μελέτη...θεμάτων που ενδιαφέρουν την Ένωση. 6) Η δια του τύπου, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας, καθώς και κάθε άλλου πρόσφορου μέσου προβολή των κάθε είδους προβλημάτων των μελών της Ένωσης. 7) Η επαφή με τις διοικητικές αρχές, τους πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς, με στόχο την προώθηση και επίλυση των επαγγελματικών και συνδικαλιστικών προβλημάτων των Ελλήνων Αξιωματικών. 8) Κάθε πρόσφορο και νόμιμο μέσο που κατατείνει στην ικανοποίηση των επαγγελματικών και συνδικαλιστικών αιτημάτων των Ελλήνων Αξιωματικών".
Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση αναγνωρίσεως του ανωτέρω σωματείου δεν είναι νόμιμη, γιατί από τους ανωτέρω σκοπούς του Σωματείου αυτού είναι πρόδηλη η πρόθεση των ιδρυτών του προς δημιουργία συλλόγου, για να αναμειγνύεται στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων, και τον τρόπο προστασίας της έννομης τάξεως, ο οποίος έχει συνταγματικώς ανατεθεί στην αποκλειστική πρωτοβουλία και εγγύηση της κρατικής εξουσίας, που την υλοποιεί με πλέγμα νομοθετημάτων (άρθρ. 25 του Συντάγματος).
Συνεπώς, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη, οι σκοποί αυτοί αντιβαίνουν στις συνταγματικές επιταγές, το νόμο και τη δημόσια τάξη, γι' αυτό είναι άκυροι και συνεπιφέρουν την ακυρότητα ολόκληρου του καταστατικού, εφόσον αποτελούν το κύριο και ουσιώδες μέρος του... Κατόπιν αυτών, η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε την ένδικη αίτηση και διέταξε την εγγραφή του παραπάνω Σωματείου, γι' αυτό πρέπει να εξαφανισθεί, κατά παραδοχή της κρινόμενης εφέσεως, και να κρατηθεί και δικαστεί από το δικαστήριο αυτό η αίτηση..., η οποία πρέπει να απορριφθεί".
Της τελευταίας αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες ζητούν την αναίρεση για τους πιο κάτω λόγους. Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, αποδίδονται πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1α του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, δεν εφάρμοσε, στην προκείμενη περίπτωση, αναλογικά, τη διάταξη του άρθρου 30Α του Ν. 1264/1982, για το συνδικαλισμό στο χώρο της Ελληνικής Αστυνομίας, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να αντλήσει επιχείρημα υπέρ της μη νομιμότητας της ένδικης αιτήσεως και για την ύπαρξη διαφοράς μεταξύ της Ελληνικής Αστυνομίας και των Ενόπλων Δυνάμεων, επικαλέστηκε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 54 παρ. 1γ του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και του άρθρου 77 του Στρατιωτικού Κανονισμού, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην παρούσα υπόθεση.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα των άρθρων 12, σε συνδυασμό με το 25 παρ. 1δ του Συντάγματος, 7 και 11 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι, ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης για την άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος των μελών των ενόπλων δυνάμεων, το σχετικό συνταγματικό και υπερνομοθετικής ισχύος δικαίωμά τους παραμένει ανενεργό και δεν μπορεί να ασκηθεί και ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ενεργοποίησή του είναι η έκδοση ειδικού σχετικού νόμου.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του καταστατικού, με το να δεχθεί τα αντίθετα από το άρθρο 3 παρ. 9 εδ. δ' του αυτού, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως δημιουργούν ζητήματα εξαιρετικής σημασίας.
Για τους λόγους αυτούς πρέπει, με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος Τμήματος, να παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει τους λόγους αναιρέσεως στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ