Legislator Case Law & Legislation
518/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding lawyer substitution and advance fee payment.

Case Number 518/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision, rejecting arguments that the opposing party was improperly represented. The court found that a different lawyer appearing at the hearing did not constitute a legal defect since the original lawyer's authority was not challenged. Furthermore, the court ruled that the failure to pay advance fees by the opposing counsel had no impact on the admissibility of the lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 12 lit. a' of Law 1157/1981; Art. 144 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The substitution of a lawyer at the hearing does not constitute a legal defect if the original lawyer's authority is not contested, and the failure of the opposing counsel to pay advance fees does not affect the admissibility of the lawsuit.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lawyer substitution advance fees procedural defect legal representation costs of appeal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 12 lit. a' of Law 1157/1981
Art. 144 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 106, 176, 183, 189 no. 1, 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 518 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 518/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Δ. του Α., 2) Ε. Μ. του Δ., συζύγου Φ. Δ., κατοίκων ... Μυκόνου Κυκλάδων, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Τριαντάφυλλου Σπάχου και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Γ. (G.) Γ. (J.) του Α. (A.), κατοίκου ... Κυκλάδων, 4) Δ. Α. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τριαντάφυλλο Σπάχο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Δοκιμάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/ΤΜ/2014 μη οριστική και 39/ΤΜ/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 36/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/6/2022 αίτησή τους και τους από 22/12/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επομένη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας." Από τη σαφή διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των ομοίων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας, όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει με εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα (7 μ.μ.) της επόμενης εργάσιμης ημέρας.

Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών, οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των προσθέτων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο ή Κυριακή, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτοντας και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 476/2019, ΑΠ 266/2018, ΑΠ 163/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 22ης-1-2024. Οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν το δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης στις 22-12-2023, αντίγραφο του οποίου την ίδια ημέρα επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, με αποτέλεσμα η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της κατά τα άνω επίδοσής του να συμπίπτει με την 21η-1-2024, ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο αυτού του έτους και συνεπώς η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινομένη αντιστοίχως, να λήγει την 7η μ.μ.

της επομένης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή της 22ης-1-2024, η οποία είναι η ορισθείσα δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας είχε οριστεί για την 9.30' π.μ. ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν είχε συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι.

Περαιτέρω, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 36/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 39/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσίβλητων εναντίον τους και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στους αναιρεσίβλητους χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν εξαιτίας της τελεσθείσας σε βάρος τους αδικοπραξίας.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγματα είναι και ο λόγος έφεσης, όταν προτείνεται με αυτόν ή με το δικόγραφο πρόσθετου λόγου έφεσης νέος αυτοτελής ισχυρισμός κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ ή όταν υποβάλλονται παράπονα για την απόρριψη πρωτοδίκως αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντος ή για την αποδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του όπως είναι ο λόγος έφεσης με τον οποίον προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτή η αγωγή (ΑΠ 1856/2022).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο παραπονούντο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ηθική βλάβη από την επίδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους και ότι το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως δεν είναι εύλογο, αλλά υπερβολικό.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της έφεσης των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι στον τρίτο λόγο αυτής και στο τρίτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες είχαν ισχυριστεί τα εξής: "Εν γένει, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εάν ορθώς είχε εφαρμόσει τον νόμο και εκτιμήσει τις αποδείξεις, θα είχε οδηγηθεί στην ολική απόρριψη της ένδικης αγωγής ως νομικώς και ουσιαστικώς αβάσιμης".

Από την επισκόπηση δε της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, οι εναγόμενοι προέβησαν σε παράνομες πράξεις, εκείνες της ψευδορκίας μάρτυρος, υπαίτια, δεδομένου ότι παρ' ότι γνώριζαν ποια ήταν η αλήθεια, κατέθεσαν ψευδώς, εξαιτίας των οποίων (παρανόμων πράξεων) οι ενάγοντες υπέστησαν ταλαιπωρία, όπως προαναφέρθηκε, και ως εκ τούτου, ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση.

Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες να παραπονούνται για το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε...". Από τις ανωτέρω παραδοχές, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω λόγο έφεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ζητούσαν την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της, τον οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ηθική βλάβη από την επίδικη αδικοπραξία και ότι δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως, ως προς το ύψος της οποίας οι αναιρεσείοντες, όπως προεκτέθηκε, δεν παραπονέθηκαν με λόγο εφέσεως και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν μπορούσε να επιδικάσει μικρότερο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης από όσο είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 237 και 118 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι προτάσεις και η προσθήκη των προτάσεων πρέπει να φέρουν εκτός των άλλων στοιχείων και την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου των διαδίκων, αλλιώς είναι άκυρες και, κατ` ακολουθίαν, δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε και οι περιεχόμενοι σ' αυτές ισχυρισμοί των διαδίκων και ο διάδικος θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην.

Η υπογραφή του τελευταίου δεν έχει πανηγυρική σημασία, επιβάλλεται όμως για την εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφου. Μόνη η υπογραφή των προτάσεων από άλλο δικηγόρο και η εκπροσώπηση του διαδίκου από άλλο δικηγόρο δεν συνεπάγεται μη προσήκουσα εκπροσώπηση του διαδίκου και κατ` ακολουθία δεν έχει γι` αυτόν δυσμενείς συνέπειες, διότι, σύμφωνα με την ΚΠολΔ 104, η έρευνα του δικαστηρίου περιορίζεται στην πληρεξουσιότητα του πληρεξουσίου που παρίσταται στη συζήτηση, ενώ για τις πράξεις που δεν έγιναν στη διάρκεια της συζήτησης, η έρευνά του περιορίζεται στο αν έγιναν από δικηγόρο και γι` αυτές υπήρχε συναίνεση ή έγκριση του διαδίκου (ΑΠ 1255/2019).

Περαιτέρω, το άρθρο 61 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" ορίζει στην παρ. 4, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8 εδ. α` και γ` του Ν. 4205/2013, ότι: "1. Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, καθώς και για την παράστασή του κατά τη συζήτηση των ανωτέρω ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη" (ΑΠ 1807/2022, ΑΠ 1236/2019, ΑΠ 691/2018).

Εξάλλου, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.

Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολόγησης των διαδικαστικών πράξεων και, συνεπώς, την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 343/2023, 181/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 122/2019, ΑΠ 764/2019, ΑΠ 480/ 2020).

Σε περίπτωση, που ο ισχυρισμός του διαδίκου περί απαράδεκτης παράστασης του αντιδίκου του απορριφθεί παρά το νόμο, θεμελιώνεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1349/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την παράσταση την αναιρεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για το λόγο ότι εκπροσωπήθηκαν από άλλο δικηγόρο από εκείνον που είχε υπογράψει τις προτάσεις και ο μη παρασταθείς δικηγόρος δεν κατέθεσε και γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι οι εφεσίβλητοι, ως ενάγοντες, δεν παραστάθηκαν νόμιμα στην πρωτοβάθμια δίκη και έπρεπε να δικαστούν ερήμην, διότι στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν παραστάθηκε ο συνήγορος που υπέγραψε τις προτάσεις, δηλαδή ο δικηγόρος Αθηνών Θάνος Αδαμόπουλος, αλλά ο δικηγόρος Σύρου Κωνσταντίνος Δοκιμάκης και, ακολούθως, ο πρώτος εξ αυτών δεν κατέθεσε και γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών.

Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι, και αληθή υποτιθέμενα όσα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, η ως άνω παράσταση είναι η προσήκουσα, εφ' όσον, αφ' ενός, δεν τίθεται θέμα γνησιότητας του δικογράφου των προτάσεων από τους εκκαλούντες και αφ' ετέρου, δεν αμφισβητείται η πληρεξουσιότητα του πληρεξουσίου που παραστάθηκε στη συζήτηση, ήτοι του δικηγόρου Κωνσταντίνου Δοκιμάκη, ενώ δεν αμφισβητείται, επίσης, και η ιδιότητα του υπογράψαντος τις προτάσεις, ως δικηγόρου.

Επίσης, και κατά το δεύτερο σκέλος του, ο ως άνω λόγος είναι νομικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, εφ' όσον η μη καταβολή των προβλεπομένων εισφορών υπέρ τρίτων από συνήγορο, ουδεμία συνέπεια έχει ως προς το παραδεκτό της αγωγής.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η παράσταση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση άλλου δικηγόρου από εκείνον που έχει υπογράψει τις προτάσεις, δεν συνεπάγεται μη προσήκουσα εκπροσώπηση του διαδίκου.

Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Δοκιμάκης που παραστάθηκε στο ακροατήριο κατέθεσε γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλαν αυτοί (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-6-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και τους από 22-12-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ