Supreme Court dismisses appeal as inadmissible regarding one party due to procedural defect and rejects others' arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision, declaring the proceedings inadmissible for one appellant and rejecting the appeal for the others. The appellants argued that the Court of First Instance violated procedural rules and failed to justify its findings on liability. The court ruled that the specific arguments regarding the sudden breakage of the shears and the maintenance of the pump did not constitute a violation of the law or create a contradiction in the lower court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1), 576(2) of the Code of Civil Procedure; Articles 559(1), 559(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds cited do not constitute a violation of the law or a contradiction in the lower court's reasoning, but merely challenge the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 518 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 518/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Ζαχόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και
2) Σ. Π. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, που δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσίβλητων:
1) Δ. Κ. του Χ., χήρα Α. Ρ.,
2) Ε. Ρ. του Α., (υπό την ιδιότητά της ως θυγατέρα του Α. Ρ. και ως εγγονή των αρχικώς εναγόντων Γ. και Ε. Ρ.), αμφοτέρων κατοίκων Τριπόλεως,
3) Γ. Ρ. του Α. (υπό την ιδιότητά της ως υιός του Α. Ρ. και ως εγγονός των αρχικώς εναγόντων Γ. και Ε. Ρ.),
4) Η. Ρ. του Γ. (υπό την ιδιότητά της ως υιός του Α. Ρ. και ως εγγονός των αρχικώς εναγόντων Γ. και Ε. Ρ.), και
5) Κ. Ρ. του Γ., σύζυγος Κ. Δ. (υπό την ιδιότητά της ως αδελφή του Α. Ρ. και ως θυγατέρα των αρχικώς εναγόντων Γ. και Ε. Ρ.), κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης αυτής σε μεταγενέστερη δικάσιμο για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος της παραστάσασας αναιρεσείουσας δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-01-2005 αγωγή των ήδη αρχικώς εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 999/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5960/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-01-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ.1 και 3, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α'201,) του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Ειδικά για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίδεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξάλλου κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις, έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Τέλος το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992). Στη περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ ολομ. 39/2005, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1603/2017, ΑΠ 526/2016).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1374/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η κρινόμενη από 17-01-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ. 5960/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εισάγεται για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Β1' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), με επίσπευση των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επέδωσαν στους αναιρεσίβλητους αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση για συζήτηση αυτής για την ως άνω δικάσιμο (βλεπ.
υπ'αριθμ. ..., ..., ..., ... και .../29-7-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Τρίπολης Ιωάννας Μπαρδαβίλλια-Κοκκάλα). Όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ο δεύτερος αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος Αθηνών Παναγιώτης Ζαχόπουλος, που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και από τον απολιπόμενο δεύτερο αναιρεσείοντα, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτήν παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή με ιδιωτικό έγγραφο που να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτού από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή και κατά συνέπεια ακύρως αυτός επέσπευσε τη συζήτηση.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων κλήτευση του δεύτερου αναιρεσείοντος, προκειμένου να παραστεί αυτός κατά την εκδίκαση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον ο απολιπόμενος δεύτερος αναιρεσείων δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, ούτε κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με την πρώτη αναιρεσείουσα, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν, ενώ ως προς την παριστάμενη πρώτη αναιρεσείουσα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση.
Με την από 17-01-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 5960/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες:
α) η από 28-09-2017 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων,
β) η από 07-02-2017 έφεση των δεύτερης και πέμπτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και
γ) οι από 18-07-2017, 28-09-2017 και 31-01-2018 εφέσεις των λοιπών εναγομένων (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) κατά της υπ' αριθμ. 999/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 20-01-2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
[Β] Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915 που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών και τα λοιπά δικαιούμενα πρόσωπα για τις αξιώσεις τους που αφορούν εργατικό ατύχημα δικαιούνται να ασκήσουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον προαναφόμενο νόμο και εφαρμόζονται για αυτή μόνον οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης που αφορά εργατικό ατύχημα, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνον η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας, που ορίζεται στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 330/2017, 133/2016).
Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 425/2018, ΑΠ 1000/2018). Ακόμη, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην εν λόγω περίπτωση, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους υγιεινής και ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ (ΑΠ 80/2016).
Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται:
(α) με το άρθρο 32 στοιχ. Α' παρ. 1 του Ν. 1568/1985, κατά το οποίο "ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και ο τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα",
(β) το άρθρο 7 παρ. 1, 5 και 6 του Π.Δ. 17/1996, με το οποίο θεσπίστηκαν μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ, κατά το οποίο "ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων" (παρ. 1), "στα πλαίσια των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων" (παρ. 5) και "ο εργοδότης υποχρεούται να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγουμένης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφισταμένων καταστάσεων, να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους, να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους, να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση, να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, να ενθαρρύνει και διευκολύνει την επιμόρφωση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 1568/85 και τα άρθρα 6 και 12 του παρόντος διατάγματος" (παρ. 6),
(γ) το Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμους υπεύθυνους,
(δ) τις διατάξεις του Π.Δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού", με τον οποίο ορίζονται τα ακόλουθα:
1) με το άρθρο 46 περ. α' και β', ότι "δια την εγκατάστασιν και των χειρισμόν των μηχανημάτων εργοταξίων ισχύουν τα ακόλουθα: α) ο χειρισμός των μηχανημάτων εργοταξίων πρέπει να διενεργείται μόνον υπό ατόμων άνω των 18 ετών και εχόντων προς τούτο εμπειρίαν, καθώς και άδειαν χειριστού [...]. β) τα μηχανήματα εργοταξίου γενικώς πρέπει να είναι εγκατεστημένα εις θέσεις, αι οποίαι επιτρέπουν την ασφαλή και απρόσκοπον λειτουργίαν των",
2) με το άρθρο 74 παρ.1, ότι "προ της ενάρξεως της εργασίας εγχύσεως του σκυροδέματος πρέπει απαραιτήτως τόσον ο χειριστής της αντλίας, όσον και ο μεταφορεύς του σωλήνος αυτής να ευρίσκωνται εις τας θέσεις εργασίας των" [...] και
3) με το άρθρο 111, για τη διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της εφαρμογής του ως άνω Π.Δ. και του Π.Δ. 778/1980, "στις οικοδομικές και εν γένει εργοταξιακές εργασίες, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλη τη διάρκεια της ημερήσιας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδότες ή οι εκπρόσωποι αυτών [...] οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζόμενους περί των, κατά φάση εργασίας απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν, ενώ δεν επιτρέπεται να ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 944/2017, ΑΠ 849/2007).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 4/2014, 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην έκθεση, ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984), δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 255/2020).
[Γ] Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους:
Ότι η τρίτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.", η οποία συνιστά επιχείρηση κοινής ωφελείας του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ύστερα από τη διεξαγωγή δημόσιου ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού, συνήψε με την αρχικώς δεύτερη εναγόμενη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία ανεδείχθη ως ανάδοχος, έγγραφη σύμβαση εκτέλεσης δημόσιου έργου, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την εκτέλεση του δημόσιου έργου "Κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων για τη γραμμή σύνδεσης του λιμένα Ν. Ικονίου με το Σιδηροδρομικό Δίκτυο". [...]
Ότι βάσει των άρθρων 3 περ. ε' και στ', 6 και 7 του Ν. 1418/1984, την επίβλεψη και διοίκηση του έργου είχε η τρίτη εναγομένη, που ήταν εργοδότης, διά της διευθύνουσας υπηρεσίας και της εποπτεύουσας αρχής της, και η οποία όρισε ως επιβλέποντα το έργο μηχανικό τον έκτο εναγόμενο.
Ότι περαιτέρω, η ανάδοχος εταιρεία, αρχικώς δεύτερη εναγομένη, ανέθεσε την επίβλεψη του έργου στον πέμπτο εναγόμενο, πολιτικό μηχανικό.
Ότι δυνάμει της υπ' αριθμό Κ2-4697/31-03-2006 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης εγκρίθηκε η συγχώνευση με απορρόφηση, μεταξύ άλλων εταιριών, και της αρχικώς δεύτερης εναγομένης ("ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ") από την εταιρία με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Κατασκευών και Ναυτιλιακών, Τουριστικών, Γεωργικών και Δασικών Επιχειρήσεων και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΓΕΚ", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68-77 του Κ.Ν.2190/1920 και των άρθρων 1-5 του Ν. 2166/1993 και τη με αριθμό 2652/27-03-2006 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Ρόντου-Μονδέλου, ενώ δυνάμει της με αριθμό ΕΜ-2275/2008 απόφασης του Νομάρχη Αθηνών εγκρίθηκε η απόσχιση του κατασκευαστικού κλάδου της εταιρίας "ΑΕΓΕΚ" και η εισφορά και απορρόφησή του από την εταιρία "ΕΔΑΦΟΣΤΑΤΙΚΗ Α.Ε.", η οποία δυνάμει της ίδιας εγκριτικής απόφασης τροποποίησε την επωνυμία της σε "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".
Ότι επομένως η νυν δεύτερη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" συνιστά απώτερη οιονεί καθολική διάδοχο της αναδόχου αρχικώς δεύτερης εναγομένης ("ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"), έχοντας αυτοδίκαια υποκαταστήσει αυτήν και χωρίς καμία άλλη διατύπωση σε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες σχέσεις.
Ότι εξαιτίας του όγκου των εργασιών που απαιτούνταν για την εκτέλεση του έργου και της ιδιαίτερης εξειδίκευσης που απαιτούταν για κάποιες από αυτές, η ανωτέρω ανάδοχος (εργολάβος) αρχικώς δεύτερη εναγομένη εταιρία, ανέθεσε, δυνάμει υπεργολαβικής σύμβασης, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση (βλ. όρο 11.12.7 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων) και το νόμο (άρθρ. 5 παρ. 8 Ν. 1418/1984), στην τέταρτη εναγομένη (εταιρεία με την επωνυμία "ΛΑΡΣΙΝΟΣ Α.Ε. ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ") την εκτέλεση τμήματος του παραπάνω έργου, ήτοι την κατασκευή κιβωτοειδούς αγωγού όμβριων υδάτων εντός του Στρατοπέδου "ΠΑΛΑΣΚΑ", στην περιοχή του Σκαραμαγκά Ν. Αττικής.
Ότι ρητά συμφωνήθηκε ότι η υπεργολάβος υποχρεούται να εκτελέσει το έργο, συμμορφούμενη με τις οδηγίες της αρχικώς δεύτερης εναγομένης, η οποία επιφύλαξε στον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου.
Ότι επίσης, η αρχικώς δεύτερη εναγομένη ανέθεσε δυνάμει του από 26-03-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεργολαβίας, όπως είχε δικαίωμα από τον νόμο και τη σύμβαση, στον πρώτο εναγόμενο (Γ. Α.), ο οποίος διατηρεί και εκμεταλλεύεται ατομική επιχείρηση εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών, την εκτέλεση τμήματος του παραπάνω έργου, ήτοι την εκτέλεση, εντός του στρατοπέδου "ΠΑΛΑΣΚΑ", στην περιοχή του Σκαραμαγκά, μέρους των εργασιών οπλισμένου και άοπλου σκυροδέματος, και ειδικότερα σκυροδετήσεις μικρών οχετών, τοίχων αντιστήριξης, γεφυρών, στα πλαίσια του ευρύτερου κατασκευαστικού έργου της σύνδεσης του Λιμένος Ν. Ικονίου με το σιδηροδρομικό δίκτυο.
Ότι μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνήθηκε ρητά ότι ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούται να εκτελέσει το έργο, συμμορφούμενος με τις οδηγίες της αρχικώς δεύτερης εναγομένης και της τρίτης εναγομένης, οι οποίες διατήρησαν τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου.
Ότι μεταξύ των εργαζομένων στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου περιλαμβανόταν και ο συγγενής των εναγόντων Α. Ρ., τον οποίο ο πρώτος εναγόμενος είχε προσλάβει περί τις αρχές του έτους 1998 με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εργάτης οικοδομικών εργασιών, αντί ημερομισθίου, που το έτος 2002 ανερχόταν στο ποσό των 60 ευρώ.
Ότι στις 2-4-2002 επρόκειτο να λάβουν χώρα εργασίες σκυροδέτησης στον υπό κατασκευή κιβωτοειδή αγωγό όμβριων υδάτων στον χώρο του εργοταξίου εντός του στρατοπέδου "ΠΑΛΑΣΚΑ", με τη χρήση αντλίας σκυροδέματος, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης, η οποία και είχε πραγματοποιήσει την αποστολή της στον χώρο του εργοταξίου.
Ότι οι εργασίες θα εκτελούνταν παράλληλα από δύο συνεργεία, ήτοι το συνεργείο της τέταρτης εναγομένης, στο οποίο ανατέθηκε η εγκατάσταση και ο χειρισμός της αντλίας, και το συνεργείο του πρώτου εναγομένου, στο οποίο ανατέθηκε η έκχυση στα ειδικότερα σημεία και η διάστρωση του σκυροδέματος.
Ότι στο συνεργείο της τέταρτης εναγομένης περιλαμβάνονταν ο Α. Δ. και ο έβδομος εναγόμενος, ενώ στο συνεργείο του πρώτου εναγομένου ο συγγενής των εναγόντων Α. Ρ., ο αδελφός του, Η. Ρ. (6ος ενάγων), ο Π. Τ. (μάρτυρας ανταπόδειξης) και ακόμη ένας εργαζόμενος.
Ότι το πρωί της ίδιας ημέρας προσήλθαν στο εργοτάξιο για να παράσχουν την εργασία τους, οι Α. Δ. και έβδομος εναγόμενος, αδειούχος χειριστής και βοηθός χειριστή της αντλίας σκυροδέματος, αντίστοιχα, εργαζόμενοι της τέταρτης εναγομένης.
Ότι λόγω ξαφνικής αδιαθεσίας του, ο Α. Δ. απεχώρησε από το χώρο του εργοταξίου περί ώρα 09:00 π.μ., ενώ την πλήρη σταθεροποίηση στο έδαφος του Ι.Χ. φορτηγού επί του οποίου ήταν προσαρτημένη η αντλία σκυροδέματος, με το κατέβασμα και των τεσσάρων υδραυλικών σκελών, που ευρίσκονται στις τέσσερις γωνίες του, καθώς και την εγκατάσταση (στήσιμο και έκταση του προβόλου) και το χειρισμό της αντλίας ανέλαβε, κατ' εντολή της τέταρτης εναγομένης, ο έβδομος εναγόμενος, ενώ παρόν στον χώρο του εργοταξίου ήταν και το συνεργείο του πρώτου εναγομένου.
Ότι περί ώρα 13:30 μ.μ., με την έλευση της μπετονιέρας με το σκυρόδεμα, και αφού προηγουμένως είχε λάβει χώρα η εγκατάσταση της αντλίας σκυροδέματος, άρχισε η τροφοδοσία της αντλίας με έτοιμο σκυρόδεμα (μπετόν) και ξεκίνησαν τελικά οι εργασίες σκυροδέτησης, ενώ περί ώρα 15:00 μ.μ. η διαδικασία σκυροδέτησης και συγκεκριμένα η διαδικασία έκχυσης του έτοιμου σκυροδέματος ήταν σε πλήρη εξέλιξη.
Ότι ο Α. Ρ. συγκρατούσε και καθοδηγούσε στα επιθυμητά σημεία ρίψης σκυροδέματος τον εύκαμπτο ελαστικό τελικό σωλήνα της αντλίας (πρέσας) σκυροδέματος, ο οποίος βρίσκεται στο άκρο του προβόλου (μπούμας, κεραίας) της αντλίας, προκειμένου να γίνει η έκχυση του έτοιμου σκυροδέματος (μπετόν), ευρισκόμενος κάτω από τη νοητή ευθεία του προβόλου της αντλίας, ο δε τέταρτος ενάγων, αδελφός του, εργαζόταν δίπλα του, σε απόσταση περίπου 1,7 μέτρων, δονώντας το σκυρόδεμα για τη σωστή διάστρωση του.
Ότι κατά το χρονικό αυτό σημείο, συντελέστηκε αιφνιδίως η θραύση του πρώτου ψαλιδιού (βραχίονα), που αποτελεί το σύνδεσμο του 1ου και 2ου βελονιού (σκέλους) του προβόλου της αντλίας σκυροδέματος. Το ψαλίδι είναι εξάρτημα της διάταξης που συμμετέχει στη συγκράτηση σταθερού του ανοίγματος (γωνίας) των βελονιών, ακινητοποιώντας τη μεταξύ τους άρθρωση στην επιθυμητή θέση.
Ότι άμεσο αποτέλεσμα της θραύσης του ψαλιδιού ήταν η συγκεκριμένη άρθρωση να ελευθερωθεί και τα 2ο και 3° βελόνια του προβόλου της αντλίας υπό το βάρος τους να καταπέσουν επάνω στον Α. Ρ., προκαλώντας το θανάσιμο τραυματισμό του.
Ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο ατύχημα ήταν εργατικό, υπό την έννοια του Ν. 551/1915, δεδομένου ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του παθόντος ήταν αποκλειστική συνέπεια της πτώσης επ' αυτού των βελονιών της αντλίας σκυροδέματος κατά την εκτέλεση της εξαρτημένης οικοδομικής εργασίας του, χωρίς να αποδειχθεί άλλη οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το δε ατύχημα δεν θα λάμβανε χώρα, χωρίς την παροχή της εξαρτημένης εργασίας αυτού και την υπό τις δεδομένες συνθήκες-εκτέλεσή της.
Ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του παθόντος, που προκλήθηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας του και υπό τις αναφερθείσες παραπάνω συνθήκες, οφείλεται σε παραβάσεις των επιβαλλομένων από τις διατάξεις των άρθρων 46 περ. α' και β', 74 παρ. 1 και 111 παρ. 1 του Π.Δ. 1073/1981 "Εργασίες αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού. Μέτρα Ασφαλείας", 7 παρ. 1, 5, 6 περ. γ' και 7 περ. θ', 12 παρ. 1 και 2 Π.Δ. 17/1996 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91 /383/ΕΟΚ", 4 παρ. 1 Π.Δ. 31/1990 "Επίβλεψη της λειτουργίας, χειρισμός και συντήρηση μηχανημάτων εκτέλεσης Τεχνικών έργων", 2 περ. 2.3 Παραρτήματος I και 7 παρ. 1 Π.Δ. 395/1994 Προδιαγραφές εξοπλισμού Ασφάλεια Εργαζομένων, 32 στοιχ. Α παρ. 1, 3, 5 και 7 Ν. 1568/1985 και 662 ΑΚ, μέτρων ασφαλείας, ικανών να αποτρέψουν το ως άνω ατύχημα και το επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του παθόντος, αλλά και των αντίστοιχων υποχρεώσεων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και συγκεκριμένα στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα, με την μορφή της αμέλειας των:
α) πρώτου εναγομένου ως πραγματικού εργοδότη του Α. Ρ., καθώς και ως υπεργολάβου τμήματος του έργου και προστηθέντος στην εκτέλεση εργασιών σκυροδέτησης από την αρχικώς δεύτερη εναγόμενη ανάδοχο (εργολάβο),
β) τέταρτης εναγομένης ως υπεργολάβου τμήματος του έργου και προστηθείσας στην κατασκευή κιβωτοειδούς αγωγού όμβριων υδάτων εντός του Στρατοπέδου "ΠΑΛΑΣΚΑ" από την αρχικώς δεύτερη εναγόμενη ανάδοχο (εργολάβο),
γ) έβδομου εναγομένου, εργαζομένου της τέταρτης εναγομένης υπεργολάβου, ως προστηθέντος από αυτήν στην εγκατάσταση και στο χειρισμό της αντλίας σκυροδέματος,
δ) δεύτερης εναγομένης, ως αναδόχου (εργολάβου), προστηθείσας στην εκτέλεση ολόκληρου του έργου "Κατασκευή χωματουργικών και τεχνικών έργων για τη γραμμή σύνδεσης του λιμένα Ν. Ικονίου με το Σιδηροδρομικό Δίκτυο" από την κυρία του έργου τρίτη εναγομένη και προστήσασας τους πρώτο και τέταρτη των εναγομένων στην εκτέλεση τμημάτων του έργου, η οποία επιφύλαξε για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη τους, καθώς και τον πέμπτο εναγόμενο για την επίβλεψη του έργου,
ε) τρίτης εναγομένης ως κυρίας του παραπάνω έργου, την εκτέλεση του οποίου ανέθεσε στην ανάδοχο (εργολάβο) αρχικώς δεύτερη εναγομένη, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό της τη διοίκηση και επίβλεψη του, με δεσμευτικές για την τελευταία εντολές και οδηγίες και
στ) πέμπτου και έκτου των εναγομένων, πολιτικών μηχανικών, ως προστηθέντων, από την αρχικώς δεύτερη εναγομένη ανάδοχο (εργολάβο) και την τρίτη εναγόμενη κυρία του έργου, αντίστοιχα, στην επίβλεψη του έργου.
Ότι η αμελής συμπεριφορά των ανωτέρω συνίσταται στο ότι δεν επέδειξαν την απαιτούμενη προσοχή, που όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις να καταβάλουν, καθόσον από αμέλειά τους δεν έλαβαν και δεν τήρησαν τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια, την υγεία και τη σωματική ακεραιότητα του εκλιπόντος εργαζομένου, προκειμένου να αποφευχθεί το ανωτέρω εργατικό ατύχημα. Ότι όλοι οι προαναφερόμενοι εναγόμενοι ευθύνονται, αφού δεν προέβησαν στη λήψη των εν λόγω μέτρων και παρέλειψαν από ειδική αμέλεια των ανωτέρω ειδικών νόμων αυτά (στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αρκετή και η απλή αμέλεια του άρθρου 330 ΑΚ, αφού με την αγωγή διώκεται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης).
Ότι ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, προστηθείς από την αρχικώς δεύτερη εναγόμενη ανάδοχο (εργολάβο), εργοδότης του παθόντος, ο οποίος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν και υπεύθυνος, ως εκ της ανωτέρω ιδιότητάς του, να μεριμνά για την ομαλή και ασφαλή εκτέλεση των εργασιών και για την τήρηση των επιβαλλόμενων από τον νόμο μέτρων ασφαλείας, δεν έλαβε, από αμέλειά του, τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης και προστασίας προς διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων του στο εν λόγω εργοτάξιο, κατά την εκτέλεση της ανατεθειμένης εργασίας και συγκεκριμένα παρέλειψε πριν από την εκτέλεση της εργασίας σκυροδέτησης που είχε αναθέσει στον παθόντα Α. Ρ. να δώσει σε αυτόν εντολές και οδηγίες ασφαλούς εκτέλεσης της εργασίας προς αποφυγή του ενυπάρχοντος στην εκτέλεση αυτής κινδύνου της σωματικής ακεραιότητας και ζωής του, επισημαίνοντας σε αυτόν τους κινδύνους που διέτρεχε από ενδεχόμενη θραύση της πρέσας και εφιστώντας σε αυτόν την προσοχή ότι κατά την εκτέλεση της εργασίας σκυροδέτησης πρέπει να καταλαμβάνει ασφαλή θέση και ειδικότερα να μην ευρίσκεται κάτω από τα βελόνια της αντλίας σκυροδέματος (μπούμα), προκειμένου να αποφύγει τυχόν ατύχημα από την αιφνίδια πτώση τους συνεπεία τυχόν θραύσης του ψαλιδιού, παρόλο που γνώριζε την επικινδυνότητα της εργασίας που του είχε αναθέσει.
Ότι επίσης, ο πρώτος εναγόμενος, τόσο κατά την έναρξη, όσο και κατά την πρόοδο των εργασιών σκυροδέτησης, απουσίαζε από το εργοτάξιο, αν και ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 1 Π.Δ. 1073/1981, να βρίσκεται ανελλιπώς καθ' όλη τη διάρκεια της ημερήσιας εργασίας σε αυτό, ώστε να εποπτεύει ο ίδιος, ανά πάσα στιγμή, τον τόπο εργασίας, να επιβλέπει, εάν τηρούνταν εκ μέρους των εργαζομένων του τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και δη αν έχουν καταλάβει ή όχι επικίνδυνες θέσεις εργασίας, να ζητήσει από τον παθόντα να απομακρυνθεί από την επικίνδυνη ζώνη κάτω από τη μπούμα της αντλίας και να καθοδηγεί αυτόν, κατά την εκτέλεση της εργασίας, ούτε ανέθεσε σε άλλο ειδικευμένο άτομο την επίβλεψη του παθόντος, δίνοντας τις κατάλληλες οδηγίες και εντολές προς αυτόν.
Ότι η παράλειψη εκ μέρους του πρώτου εναγομένου λήψης των μέτρων αυτών, ανεξαρτήτως της ευθύνης των λοιπών, πληροί τις προϋποθέσεις στο πρόσωπό του της συνδρομής της ειδικής μορφής αμέλειας, η οποία ήταν πρόσφορη να προκαλέσει το εργατικό ατύχημα και συνδέεται αιτιωδώς με τον συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος. Άλλωστε, αυτός ευθύνεται και κατά τις γενικές διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 914, 932 ΑΚ), αφού δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που απαιτείται να καταβάλλεται, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, στον κύκλο της αρμοδιότητας του. Τέτοια αμέλεια του εργοδότη (πέραν της από το άρθρο 16 παρ. 1 Κ.Ν. 551/1915 ειδικής τοιαύτης) συντρέχει, όταν το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση όρων προς διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, οι οποίοι απορρέουν από τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτουμένη κατά τις συναλλαγές επιμέλεια, όπως, όταν ο εργοδότης παρέλειψε να επιστήσει την προσοχή του εργαζομένου του ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της ανατεθείσας σε αυτόν εργασίας προς αποφυγή του ενυπάρχοντος στην εκτέλεση αυτής κινδύνου ζωής ή υγείας του.
Ότι η τέταρτη εναγομένη, προστηθείσα από την αρχικώς δεύτερη εναγόμενη ανάδοχο (εργολάβο), επέτρεψε την έναρξη και πρόοδο της διαδικασίας σκυροδέτησης, χωρίς από αμέλειά της να αναθέσει τα σχετικά με την εγκατάσταση και το χειρισμό της αντλίας σκυροδέματος καθήκοντα σε αδειούχο χειριστή, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 46 περ.
σ' και 74 παρ. 1 Π.Δ. 1073/1981 και 4 παρ. 1 Π.Δ. 31/1990. Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι ο αδειούχος χειριστής της Α. Δ. είχε αποχωρήσει αιφνιδίως ήδη από ώρα 09:00 π.μ. της κρίσιμης ημέρας, από δε την αποχώρηση του μέχρι την έναρξη των εργασιών σκυροδέτησης (13:30 μ.μ.) παρήλθε χρονικό διάστημα περίπου 4,5 ωρών, η τελευταία δεν ανέθεσε τα σχετικά καθήκοντα σε έτερο αδειούχο χειριστή, αν και προς τούτο είχε στη διάθεση της ικανό χρονικό διάστημα, παρά αντίθετα στον έβδομο εναγόμενο, ο οποίος όμως ήταν απλώς βοηθός χειριστή, στερούμενος των ικανοτήτων και της εμπειρίας του αδειούχου χειριστή αντλίας.
Η έλλειψη των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων για την άσκηση των καθηκόντων χειριστή είχε ως συνέπεια, ο έβδομος εναγόμενος αφενός μεν να μην επιμεληθεί της σωστής εγκατάστασης (στησίματος και έκτασης) της αντλίας, σύμφωνα με τους παραδεγμένους κανόνες της τέχνης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 46 περ.
β' Π.Δ. 1073/1981, με αποτέλεσμα ο εύκαμπτος τελικός σωλήνας να μην φτάνει στο κατάλληλο σημείο και ο παθών να αναγκαστεί να μπει κάτω από τη μπούμα της αντλίας, ώστε να τον άρει στον ώμο του και να τον μετακινήσει στο κατάλληλο σημείο, αφετέρου δε να μην βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στις επικίνδυνες ζώνες, όπως όφειλε, υποδεικνύοντας συναφώς στον παθόντα την αποφυγή κατάληψης της επικίνδυνης θέσης κάτω από τη μπούμα της αντλίας.
Ότι, σε κάθε περίπτωση, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, συντρέχει εν προκειμένω και γενική αμέλεια των εν λόγω εναγομένων, αφού, αν και ως υπεργολάβοι οικοδομών οι πρώτος και τέταρτη των εναγομένων και ως επιβλέπων μηχανικός ο πέμπτος είχαν εμπειρία των κατά την εκτέλεση της εργασίας σκυροδέτησης κινδύνων, δεν προέβλεψαν, καίτοι μπορούσαν, καταβάλλοντες τη συνήθη στις συναλλαγές επιμέλεια, τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο παθών, στο συγκεκριμένο εργοτάξιο από την αιφνίδια πτώση των βελονιών της μπούμας της αντλίας, συνεπεία τυχόν θραύσης του ψαλιδιού της και έτσι επέτρεψαν σε αυτόν, πριν λάβουν τα ανωτέρω επιβαλλόμενα εκ του νόμου μέτρα προστασίας, να εκτελέσει την προαναφερθείσα εργασία.
Ότι ο πέμπτος των εναγομένων, προστηθείς, από την αρχικώς δεύτερη των εναγομένων κατά την εκτέλεση του έργου ως επιβλέπων μηχανικός, με καθήκοντα τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, υπεύθυνος δε και ως εκ του επαγγέλματος του (άρθρο 315 παρ. 1 ΠΚ), αλλά και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 Π.Δ. 1073/1981 και 3 παρ. 1,2 του Β.Δ.
της 25.8.- 5.9.1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 β' Ν. 2943/1922, απουσίαζε κατά την εκτέλεση της εργασίας έκχυσης του έτοιμου σκυροδέματος, καθώς βρισκόταν στο γραφείο του, σε απόσταση 150 μέτρων περίπου από τον τόπο του ατυχήματος. Παρέλειψε δε από αμέλεια του να υποδείξει στην αρχικώς δεύτερη εναγομένη ανάδοχο (εργολάβο) και στους υπεργολάβους (πρώτο και τέταρτη των εναγομένων) τη λήψη των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας, για την κατάληψη από τους εργαζόμενους ασφαλούς θέσης εργασίας κατά τη διαδικασία της έκχυσης σκυροδέματος, ώστε να αποφύγουν να στέκονται στην επικίνδυνη ζώνη, όπως κάτω από τον νοητό άξονα της μπούμας της αντλίας, προκειμένου να προστατευτούν από τυχόν αιφνίδια πτώση των βελονιών της αντλίας.
Επίσης, τόσο κατά την έναρξη, όσο και κατά την πρόοδο της διαδικασίας σκυροδέτησης, παρέλειψε να είναι παρών στο χώρο εκτέλεσης των εργασιών σκυροδέτησης, να παρακολουθεί τις εργασίες και να δίνει οδηγίες και εντολές για την ασφαλή διεξαγωγή τους, να ασκούν εποπτεία, να επιβλέπει και να ελέγχει την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, υποχρεώσεις που ανάγονται στα καθήκοντά του, ως υπεύθυνου επιβλέποντος μηχανικού, ώστε να διαπιστώσει αφενός μεν ότι η αντλία σκυροδέματος δεν είχε στηθεί και εκταθεί σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της τέχνης (lege artis), αλλά κατά μη προσήκοντα τρόπο, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται ο παθών να άρει τον ελαστικό σωλήνα στην πλάτη του και να μπει κάτω από τη μπούμα της αντλίας για να πραγματοποιήσει την έκχυση του σκυροδέματος στα κατάλληλα σημεία, αφετέρου δε ότι ο παθών εκτελούσε την εργασία του χωρίς να έχει καταλάβει ασφαλή θέση εργασίας, και να επιβάλλουν την πιστή τήρηση των μέτρων αυτών.
Ότι σε κάθε περίπτωση, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, συντρέχει εν προκειμένω και γενική αμέλεια του εν λόγω εναγομένου, αφού, αν και ως επιβλέπων μηχανικός σε εκτελέσεις τεχνικών και οικοδομικών έργων είχε εμπειρία των κατά την εκτέλεση εργασιών σκυροδέτησης κινδύνων, δεν προέβλεψε, καίτοι μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη στις συναλλαγές επιμέλεια, τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο παθών, στο συγκεκριμένο εργοτάξιο από την κατάληψη επικίνδυνης θέσης εργασίας κάτω από τη μπούμα, και έτσι επέτρεψε σε αυτόν, πριν ληφθούν τα ανωτέρω επιβαλλόμενα εκ του νόμου μέτρα προστασίας, να εκτελέσει την προαναφερθείσα εργασία.
Ότι η αρχικώς δεύτερη εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα) συνυπεύθυνη στη λήψη όλων των μέτρων ασφαλείας για ολόκληρο το έργο, παρέλειψε από αμέλεια της να λάβει και να τηρεί όλα τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, ώστε αφενός μεν η εγκατάσταση και ο χειρισμός της πρέσας να ανατεθεί σε αδειούχο χειριστή, η εγκατάστασή της (στήσιμο και έκταση και προβόλου) να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της τέχνης, ο δε παθών να είναι ενημερωμένος ως προς τους κινδύνους από τυχόν θραύση της πρέσας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έκχυσης σκυροδέματος, να έχει λάβει όλες τις εντολές και οδηγίες ως προς την κατάληψη ασφαλούς θέσης εργασίας και να τελεί κατά την ως άνω διαδικασία υπό επίβλεψη.
Ότι παράλληλα, η αρχικώς δεύτερη εναγομένη ευθύνεται για το θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος και αντικειμενικά, καθώς ανέθεσε στους ανωτέρω υπεργολάβους (πρώτο και τέταρτη των εναγομένων) την εκτέλεση τμημάτων του έργου που είχε αναλάβει, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό της το δικαίωμα επίβλεψης και παροχής οδηγιών προς αυτούς, που δίνονταν για λογαριασμό της από τον πέμπτο εναγόμενο και επιβλέποντα το τεχνικό έργο πολιτικό μηχανικό.
Ότι έτσι, η ευθύνη της, ως εργοδότριας, είναι και αντικειμενική και υπέχει αστική ευθύνη, κατ' άρθρο 922 ΑΚ, από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων της και για το λόγο αυτό είναι εις ολόκληρον υπόχρεη με αυτούς, για την ικανοποίηση των αγωγικών αξιώσεων, εφόσον μεταξύ της αρχικώς δεύτερης εναγομένης και των πρώτου, τέταρτης και πέμπτου των εναγομένων υπήρχε εξάρτηση, υπό την έννοια ότι μπορούσε να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων τους και να επιβλέπει αυτούς, κατά την εκτέλεση των εργασιών που τους είχε αναθέσει.
Ότι οι καλούντες-ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι βαρύνονται με πταίσμα, και για τον επιπλέον λόγο ότι η πρέσα που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διαδικασία σκυροδέτησης ήταν πεπαλαιωμένη και πλημμελώς συντηρημένη, τούτο δε προκάλεσε τη θραύση του ψαλιδιού και επέκεινα το εργατικό ατύχημα.
Ότι ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος με βάση τις ακόλουθες σκέψεις: "Η αντλία σκυροδέματος, εργοστασίου κατασκευής SCHWING, εργοστασιακού τύπου BPL 800 KVM20/17-100, έτους κατασκευής 1972, με αριθμό πλαισίου ..., ήταν προσαρτημένη επί Ι.Χ. φορτηγού οχήματος, εργοστασίου κατασκευής Mercedes, τύπου 1722, έτους κατασκευής 1988. Το φορτηγό όχημα μετά της προσαρτημένης αντλίας ταξινομήθηκε με αριθμό κυκλοφορίας ... και ήταν εφοδιασμένο με την απαιτούμενη έγκριση τύπου αυτής με κωδικό αριθμό ... και με την προβλεπόμενη άδεια κυκλοφορίας μηχανήματος έργου και πληρούσε όλες τις προδιαγραφές ασφαλούς χρήσης του.
Ότι, επιπλέον, η αντλία συντηρούταν τακτικά από το ειδικό συνεργείο των μηχανημάτων της τέταρτης εναγομένης και μέχρι την ημέρα και ώρα του ατυχήματος δεν εμφάνισε κανένα ίχνος ρηγμάτωσης του ψαλιδιού της (βραχίονα της).
Ότι, περαιτέρω, η αντλία ήταν εφοδιασμένη με το με αριθμό …/1/27-04-2001 πιστοποιητικό καταλληλότητας του πιστοποιημένου για τη διενέργεια ελέγχων τέτοιων μηχανημάτων και αναγνωρισμένου από το Υπουργείο Ανάπτυξης ως φορέα ελέγχου, ήτοι της πιστοποιημένης εταιρίας ελέγχου με την επωνυμία "Moody Tottrup Hellas S.A.". To πιστοποιητικό αυτό, από το οποίο προκύπτει ότι η αντλία είχε υποβληθεί σε πλήρη τεχνικό έλεγχο και διαπιστώθηκε ότι είναι κατάλληλη για χρήση, είχε ισχύ μέχρι τις 27-04-2002, ήτοι μεταγενέστερα του ατυχήματος.
Ότι περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη με αριθμό …/03-04-2002 έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος που διενεργήθηκε από το Κέντρο Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου (ΚΕΠΕΚ) για τη διαπίστωση των αιτίων που προκάλεσαν το παραπάνω θανατηφόρο εργατικό ατύχημα, δεν υπάρχουν ενδείξεις ενεργειών κατά το χειρισμό του μηχανήματος που να προκάλεσαν τη θραύση του υλικού (ψαλιδιού), ούτε σαφείς ενδείξεις για θραύση οφειλόμενη σε εκ κατασκευής ακατάλληλο ελαττωματικό υλικό. Άλλωστε, σε περίπτωση εκ κατασκευής σφάλματος, προφανώς η αστοχία του υλικού θα παρουσιαζόταν ήδη κατά τα πρώτα στάδια της χρήσης του. Αντίθετα, η θραύση ψαλιδιού ήταν εύθρυπτη, χωρίς προηγουμένως να έχει συντελεστεί ή να εμφαίνεται προοδευτική θραύση του υλικού, που να επηρεάζει αρνητικά τη μηχανική συμπεριφορά του και χωρίς να εμφανίζονται ίχνη ρηγματώσεων. Προήλθε δε από κόπωση του υλικού, δηλαδή της ζωής του.
Ότι στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν τόσο από φόρτιση που υφίσταται το υλικό από τη χρήση του κατά τη διάρκεια της ζωής του. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν τόσο η έκθεση του ΚΕΠΕΚ, όσο και η έκθεση προανακριτικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Π. Μ., η τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου των καλούντων-εναγόντων Π. Δ., αλλά και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ. Α.. Ότι είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε τακτική ή έκτακτη συντήρηση της αντλίας σκυροδέματος, αφού ο οποιοσδήποτε έλεγχος, τακτικός ή έκτακτος, έστω και υπό τη μορφή προληπτικού ελέγχου, στο σπασμένο ψαλίδι, δεν θα μπορούσε να προβλέψει καθ' οιονδήποτε τρόπο την επερχόμενη θραύση του. Ως εκ τούτου, η θραύση του ψαλιδιού ήταν μη προβλέψιμη με οποιαδήποτε επιμέλεια, όπως προκύπτει και από την προανακριτική πραγματογνωμοσύνη του Π. Μ., ο οποίος, σε αντίθεση με τον πραγματογνώμονα Δ. Α. και τον τεχνικό σύμβουλο των καλούντων εναγόντων Π. Δ., διενήργησε τεχνικό έλεγχο της αντλίας και αυτοψία στον τόπο του ατυχήματος.
Ότι σε όμοια κρίση αναφορικά με την αιτία θραύσης του ψαλιδιού κατέληξε και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το με αριθμό 4515/2003 αμετάκλητο βούλευμα του απάλλαξε τους πέμπτο, έκτο και έβδομο των εναγομένων, καθώς και το νόμιμο εκπρόσωπο της τέταρτης εναγομένης Ι. Λ. από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρ. 302 παρ. 1 ΠΚ) σε σχέση με το ένδικο θανατηφόρο ατύχημα.
Ότι ενόψει των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών αποδεικνύεται η συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων, συνιστάμενη στη μη τήρηση των όρων ασφαλείας που επιβάλλει ο νόμος, αλλά και των όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων και του επελθόντος αποτελέσματος.
Ότι η κρίση αυτή του Δικαστηρίου αναφορικά με την ευθύνη των εναγομένων δεν ανατρέπεται από το ότι οι πέμπτος, έκτος και έβδομος των εναγομένων, καθώς και ο νόμιμος εκπρόσωπος της τέταρτης εναγομένης Ι. Λ., με το με αριθμό 4515/2003 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, απαλλάχθηκαν από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρ. 302 παρ. 1 ΠΚ) σε σχέση με το ένδικο θανατηφόρο ατύχημα, καθόσον το εν λόγω βούλευμα δεν παράγει δεδικασμένο, το οποίο, αφορώντας κατά βάση την ποινική δίωξη της πολιτείας, δεν δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο), αλλά αντίθετα απλώς συνεκτιμάται ελεύθερα με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Στη συνέχεια το Εφετείο κατέληξε ότι, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) και του παθόντος, καθώς δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλε κατά την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει, ως μέσος συνετός εργαζόμενος με βασική επαγγελματική εμπειρία και η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος (άρθρ. 330 εδαφ. β' ΑΚ). Οι δε πιο πάνω πράξεις και παραλείψεις αυτού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ικανές και μπορούσαν να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα. Σταθμίζοντας περαιτέρω την αμελή συμπεριφορά του θανόντος, το Δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 30%, ενώ στους εναγομένους κατά ποσοστό 70%.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των εναγόντων και εναγομένων και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την αντίστοιχη κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επί του θέματος αυτού είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 300, 330 εδαφ.
β' και 914, 922 και 662 ΑΚ, κατά την υπαγωγή των προπαρατιθέμενων πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη νομική έννοια της υπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσείουσας εξ' αιτίας των προεκτεθέντων παραλείψεων στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η πρώτη αναιρεσείουσα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρεται, τόσο η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της ίδιας (πρώτης αναιρεσείουσας) και των προστηθέντων από αυτή (μεταξύ των οποίων και του δευτέρου αναιρεσείοντος) με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, όσο και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της επέλευσης του επίδικου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω εργαζόμενου, κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων νόμων και διαταγμάτων που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 ΑΚ.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του ουδόλως στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, δεδομένου ότι διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσείουσας και των προστηθέντων από αυτή στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, καθώς και το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας της παράλειψης (αμέλειας) αυτής και της επέλευσης του επίδικου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω εργαζόμενου, οι οποίες (αιτολογίες) στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων εφαρμοσθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα εξειδικεύει με επαρκείς αιτιολογίες την αμελή συμπεριφορά, τόσο της πρώτης αναιρεσείουσας, όσο και του προστηθέντος από αυτή επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού (δευτέρου αναιρεσιβλήτου) συνισταμένη, (α) της πρώτης, στην παράλειψή της από αμέλεια να λάβει και να τηρεί τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, ώστε αφενός μεν η εγκατάσταση και ο χειρισμός της πρέσας να ανατεθεί σε αδειούχο χειριστή, η εγκατάστασή της (στήσιμο και έκταση και προβόλου) να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της τέχνης, ο δε παθών να είναι ενημερωμένος ως προς τους κινδύνους από τυχόν θραύση της πρέσας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έκχυσης σκυροδέματος, να έχει λάβει όλες τις εντολές και οδηγίες ως προς την κατάληψη ασφαλούς θέσης εργασίας και να τελεί κατά την ως άνω διαδικασία υπό επίβλεψη, ενώ αναφορικά με την αντικειμενική ευθύνη της ίδιας (πρώτης αναιρείουσας), αναφέρει ότι αυτή ευθύνεται παράλληλα για το θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος και αντικειμενικά, καθώς ανέθεσε στους υπεργολάβους (πρώτο και τέταρτη των εναγομένων) την εκτέλεση τμημάτων του έργου που είχε αναλάβει, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό της το δικαίωμα επίβλεψης και παροχής οδηγιών προς αυτούς, που δίνονταν για λογαριασμό της από τον πέμπτο εναγόμενο επιβλέποντα το τεχνικό έργο πολιτικό μηχανικό και προστηθέντα από αυτή (αναιρεσείουσα), η δε ευθύνη της, ως εργοδότριας, είναι και αντικειμενική και υπέχει αστική ευθύνη, κατ' άρθρο 922 ΑΚ, από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων της, όπως αυτή αναλύεται παραπάνω με πληρότητα [και αφορά την παράλειψη λήψης των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας, για την κατάληψη από τους εργαζόμενους ασφαλούς θέσης εργασίας κατά τη διαδικασία της έκχυσης σκυροδέματος, ώστε να αποφύγουν να στέκονται στην επικίνδυνη ζώνη, όπως κάτω από τον νοητό άξονα της μπούμας της αντλίας, προκειμένου να προστατευτούν από τυχόν αιφνίδια πτώση των βελονιών της αντλίας και επιπλέον την παράλειψη ορθής τοποθέτησης και στερέωσης του κυρίως οχήματος που έφερε τη μπετονιέρα σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της τέχνης (lege artis), αλλά κατά μη προσήκοντα τρόπο, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται ο παθών να άρει τον ελαστικό σωλήνα στην πλάτη του και να μπει κάτω από τη μπούμα της] και για το λόγο αυτό είναι εις ολόκληρον υπόχρεη με αυτούς, για την ικανοποίηση των αγωγικών αξιώσεων, εφόσον μεταξύ της αρχικώς δεύτερης εναγομένης και των πρώτου, τέταρτης και πέμπτου των εναγομένων υπήρχε εξάρτηση, υπό την έννοια ότι μπορούσε να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων τους και να επιβλέπει αυτούς, κατά την εκτέλεση των εργασιών που τους είχε αναθέσει.
Και (β) του δεύτερου, επιβλέποντος μηχανικού, ως προστηθέντος από την πρώτη, κατά την εκτέλεση του έργου, με καθήκοντα τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, υπευθύνου δε και ως εκ του επαγγέλματός του (άρθρο 315 παρ. 1 ΠΚ), αλλά και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 Π.Δ. 1073/1981 και 3 παρ. 1,2 του Β.Δ.
της 25.8.-5.9.1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 β' Ν. 2943/1922, στο ότι απουσίαζε κατά την εκτέλεση της εργασίας έκχυσης του έτοιμου σκυροδέματος, καθώς βρισκόταν στο γραφείο του, σε απόσταση 150 μέτρων περίπου από τον τόπο του ατυχήματος, ενώ παρέλειψε να υποδείξει στην αρχικώς δεύτερη εναγομένη ανάδοχο (εργολάβο) και στους υπεργολάβους (πρώτο και τέταρτη των εναγομένων) τη λήψη των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας, για την κατάληψη από τους εργαζόμενους ασφαλούς θέσης εργασίας κατά τη διαδικασία της έκχυσης σκυροδέματος, ώστε να αποφύγουν να στέκονται στην επικίνδυνη ζώνη, όπως κάτω από τον νοητό άξονα της μπούμας της αντλίας, προκειμένου να προστατευτούν από τυχόν αιφνίδια πτώση των βελονιών της αντλίας και επιπλέον, τόσο κατά την έναρξη, όσο και κατά την πρόοδο της διαδικασίας σκυροδέτησης, παρέλειψε να είναι παρών στο χώρο εκτέλεσης των εργασιών σκυροδέτησης, να παρακολουθεί τις εργασίες και να δίδει οδηγίες και εντολές για την ασφαλή διεξαγωγή αυτών (εργασιών), να ασκεί εποπτεία, να επιβλέπει και να ελέγχει την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, υποχρεώσεις που ανάγονται στα καθήκοντά του, ως υπεύθυνου επιβλέποντος μηχανικού, ώστε να διαπιστώσει αφενός μεν ότι η αντλία σκυροδέματος δεν είχε στηθεί και εκταθεί σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της τέχνης (lege artis), αλλά κατά μη προσήκοντα τρόπο, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται ο παθών να άρει τον ελαστικό σωλήνα στην πλάτη του και να μπει κάτω από τη μπούμα της αντλίας για να πραγματοποιήσει την έκχυση του σκυροδέματος στα κατάλληλα σημεία, αφετέρου δε ότι ο παθών εκτελούσε την εργασία του χωρίς να έχει καταλάβει ασφαλή θέση εργασίας, και να επιβάλλει την πιστή τήρηση των μέτρων αυτών.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και άλλες αιτιολογίες σχετικά με τη θεμελίωση της συνυπαιτότητας της πρώτης αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Οι αιτιάσεις της πρώτης αναιρεσείουσας, περί ανεπάρκειας αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως επί του ζητήματος της υπαιτιότητας αυτής στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, λόγω της παραλείψεώς της να διαλάβει, α) αν υπήρχε δυνατότητα ο χειριστής του ελαστικού σωλήνα της αντλίας, ο οποίος λόγω του αντικειμένου της εργασίας του ήταν υποχρεωμένος να μετακινείται συνεχώς, να βρίσκεται εκτός "πεδιάς", ήτοι εκτός του "τόξου βολής" της αντλίας, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα αποφυγής ατυχήματος από ενδεχόμενη πτώση αυτής, ή αν έπρεπε να διέρχεται από τη νοητή ευθεία του προβόλου της αντλίας και β) εάν το κυρίως όχημα, που έφερε τη μπετονιέρα είχε τοποθετηθεί και στερεωθεί ορθά και ο τρόπος τοποθέτησής του είχε οποιαδήποτε (αρνητική) επίδραση στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και σε κάθε περίπτωση ποιος θα ήταν ο προσήκων τρόπος "στησίματος" του κυρίως οχήματος, που θα απέτρεπε ένα ενδεχόμενο ατύχημα, είναι αβάσιμες, δεδομένου ότι, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται ότι δεν υφίστανται τέτοιες ελλείψεις, αφού προκύπτει ότι ο ως άνω εργαζόμενος, κατά τη διαδικασία της έκχυσης σκυροδέματος, είχε τη δυνατότητα κατά τις μετακινήσεις του να καταλαμβάνει ασφαλή θέση εργασίας και να αποφύγει να βρίσκεται κάτω από τον νοητό άξονα της μπούμας της αντλίας, προκειμένου να προστατευτεί από τυχόν αιφνίδια πτώση των βελονιών της αντλίας και ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε και η μη ασφαλής εγκατάσταση (στήσιμο και έκταση) της αντλίας, σύμφωνα με τους παραδεγμένους κανόνες της τέχνης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 46 περ.
β' Π.Δ. 1073/1981, με αποτέλεσμα ο εύκαμπτος τελικός σωλήνας να μην φτάνει στο κατάλληλο σημείο και ο παθών να αναγκαστεί να μπει κάτω από τη μπούμα της αντλίας, ώστε να τον άρει στον ώμο του και να τον μετακινήσει στο κατάλληλο σημείο. Επομένως ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Οι επιπλέον αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης και αναφέρονται σε ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, για το λόγο ότι, δεν διέλαβε ποιος θα ήταν ο προσήκων τρόπος "στησίματος" του κυρίως οχήματος, που θα απέτρεπε ένα ενδεχόμενο ατύχημα, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος, αλλά αναφέρονται σε ελλείψεις επιχειρημάτων του Εφετείου, με τα οποία θα έπρεπε να δικαιολογήσει γιατί κατέληξε στην ως άνω κρίση του. Σχετίζονται, δηλαδή, με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και ως εκ τούτου δε μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά.
Τέλος οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, υπό την επίκληση της παραβίασης από το Εφετείο της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες με το να δεχθεί ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται και σε υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας, ενώ στη συνέχεια ότι η θραύση των ψαλιδιών ήταν γεγονός όλως αιφνίδιο, μη αναμενόμενο και εντελώς απρόβλεπτο, είναι αβάσιμες, καθόσον ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που να έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της κρίσης του Δικαστηρίου και τη δημιουργία ασάφειας ως προς τη συνδρομή ή μη ευθύνης της πρώτης αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.
Ειδικότερα, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι οι παραδοχές αυτής σχετικά με τη θραύση των ψαλιδιών, και ειδικότερα το ότι "η θραύση των ψαλιδιών είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε τακτική ή έκτακτη συντήρηση της αντλίας σκυροδέματος, αφού ο οποιοσδήποτε έλεγχος, τακτικός ή έκτακτος, έστω και υπό τη μορφή προληπτικού ελέγχου στο σπασμένο ψαλίδι, δεν θα μπορούσε να προβλέψει καθ' οιονδήποτε τρόπο την επερχόμενη θραύση του", συνέχονται με το ζήτημα της επιπλέον ευθύνης της τέταρτης εναγομένης και των οργάνων της αναφορικά με την ασφαλή συντήρηση του μηχανήματος της πρέσσας, μετά τον προβληθέντα εκ μέρους των εναγόντων ισχυρισμό ότι βαρύνεται με πταίσμα και για τον επιπλέον λόγο ότι η πρέσα που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διαδικασία σκυροδέτησης ήταν πεπαλαιωμένη και πλημμελώς συντηρημένη και ότι τούτο προκάλεσε τη θραύση του ψαλιδιού και επέκεινα το εργατικό ατύχημα, και δεν έρχονται σε αντίφαση με τις ως άνω παραδοχές της απόφασης σχετικά με την κατά τα ανωτέρω εκτεθείσα αμελή συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας και των προστηθέντων της.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, δεδομένου ότι ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα (ως προς τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως) πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠοΛΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17-01-2020 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 5960/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την αναίρεση. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την πρώτη αναιρεσείουσα να πληρώσει στους αναιρεσίβλητους, για τα δικαστικά τους έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ