Legislator Case Law & Legislation
518/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank debt judgment, ruling merchant status excludes consumer protection law.

Case Number 518/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a first-instance judgment regarding a debt owed by a merchant. The appellant argued the lower court failed to apply consumer protection laws, but the court found the appellant's status as a merchant excluded such protections. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant's costs were returned to the public treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560, 569 of the Code of Civil Procedure; Article 3, 8 of Law 3869/2010: An appeal is inadmissible if the appellant's status as a merchant excludes the application of consumer protection legislation, and costs are not awarded in such proceedings.

Keywords

AI generated
merchant status consumer protection law bank debt civil appeal Code of Civil Procedure Law 3869/2010 dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraphs 11 and 20 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 569, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4, section e of the Code of Civil Procedure
Article 1, Article 3, paragraph 2 of Law 4335/2015
Article 1, Article 9, paragraph 2 of Law 4335/2015
Article 3, section b of Law 3869/2010
Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 518 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 518/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλεία Παπαδοπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τελούσας σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και ως διαδόχου της υπό εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" (πρώην "EFG EUROBANK"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "HELLENIC POSTCREDIT", που εδρεύει στο ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενη από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 2η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ανδρουτσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κικιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 5η και 7η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ν. Μουδανιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-5-2018 αίτησή του και τους από 4-11-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22.5.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2018 αίτηση αναιρέσεως και τους, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. προθεσμίας ασκηθέντες και προς τις αναιρεσίβλητες επιδοθέντες, από 4.11.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 113/2019 προσθέτους σ' αυτήν λόγους, που πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.

του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), υπ' αριθμ. 36/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ερήμην των (και σήμερα απολειπομένων) πέμπτης και εβδόμης των εφεσιβλήτων - ήδη δε πέμπτης και εβδόμης των αναιρεσιβλήτων.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 153/2017).

Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα: α) υπ' αριθμ. ... και .../31.7.2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Κ. και υπ' αριθμ. .../12.8.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι. Β. και β) υπ' αριθμ. ... και .../5.11.2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Ά.

Α. και υπ' αριθμ. .../5.11.2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Γ. Ι., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης από 22.5.2018 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 4.11.2019 προσθέτων σ' αυτήν λόγων, αντίστοιχα, για αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση, στις πρώτη, πέμπτη και εβδόμη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.

Οι εν λόγω όμως αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε έλαβαν μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας στον οφειλέτη αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την δυνατότητα υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα, τα οποία έχουν εμπορική ιδιότητα, την οποία αποκτούν κατά το υποκειμενικό (ουσιαστικό) σύστημα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Εμπ.Ν., εφόσον ενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις.

Οι έμποροι, συνεπώς, για τους οποίους, μάλιστα, βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του β.δ/τος 2/14-5-1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων", ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.

Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (Α.Π. 803/2017). Έτσι, υπάγονται στην ρύθμιση του ανωτέρω νόμου τα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου, όπως, επίσης, και πρόσωπα τα οποία ήταν έμποροι, έπαυσαν, όμως, την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους, ενώ, αντίθετα, δεν υπάγονται στην ρύθμιση του νόμου τα πρόσωπα, τα οποία, κατά τον χρόνο παύσεως των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα.

Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου (Α.Π. 805/2019). Περαιτέρω, η ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ.

Α.Κ. σύμβαση εγγυήσεως είναι καθ` αυτή σύμβαση αστικού δικαίου, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου. Αν όμως, αυτή δίνεται από τον εγγυητή κατ' εκμετάλλευση της πίστεως που παρέχει το όνομά του και η οικονομική του επιφάνεια, με την είσπραξη απ' αυτόν αμοιβής ή άλλης χρηματικής ωφέλειας ή με οποιοδήποτε άλλο, άμεσο ή έμμεσο, οικονομικό όφελος, που αντλείται από το λόγο για τον οποίο δόθηκε η εγγύηση και με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου, τότε αυτή είναι εμπορική πράξη για τον εγγυητή και, μάλιστα, ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή, δηλαδή, αντικειμενικά εμπορική πράξη, κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 του προαναφερομένου β.δ/τος "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων", διότι συντρέχουν τα προσδιοριστικά στοιχεία της εξ αντικειμένου εμπορικότητας, δηλαδή η διαμεσολάβηση στην παροχή πίστεως με την ανάληψη του κινδύνου, προς το σκοπό απολαύσεως οικονομικού οφέλους.

Επομένως, τέτοιες εγγυήσεις, εφόσον παρέχονται κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό βιοπορισμού, αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις που προσδίδουν στον παρέχοντα αυτές την ιδιότητα του εμπόρου κατά το άρθρο 1 του Εμπ.Ν. (Ολ.ΑΠ 1513/1980, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 1692/1998, ΑΠ 108/1997, ΑΠ 48/1996). Δηλαδή, η παροχή τέτοιων εγγυήσεων προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου κατά την ανωτέρω έννοια στον παρέχοντα αυτές όταν ασκείται κατά σύνηθες και όχι απαραίτητα κύριο επάγγελμα.

Η κτήση, δηλαδή, της εμπορικής ιδιότητας δεν αποκλείεται από την παράλληλη με αυτή άσκηση άλλου μη εμπορικού επαγγέλματος ή άλλης ιδιότητας (Ολ.ΑΠ 1513/1980, ΑΠ 805/2019). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (23.5.2018), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1361/2013, Α.Π. 1266/2011).

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 198/2015, Α.Π. 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 36/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών-εκκαλών σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της προαναφερόμενης αίτησης, είχε συνάψει με τις καθ' ων η αίτηση ήδη εφεσίβλητες πιστώτριες τις κάτωθι αναφερόμενες συμβάσεις, ήτοι: 1) με την πρώτη των καθ' ων η αίτηση:

α) την με αριθμό ... και αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση δανείου, για την οποία στις 27.09.2012 όφειλε 4.555,30 ευρώ ως κεφάλαιο και 1.194,45 ευρώ ως τόκους, β) την με αριθμό ... και αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση δανείου, για την οποία στις 27.09.2012 όφειλε 6,99 ευρώ ως τόκους και 99,63 ευρώ ως έξοδα, γ) την με αριθμό ... και αριθμό λογαριασμού ...

σύμβαση δανείου, για την οποία στις 27.09.2012 όφειλε 54.648,65 ευρώ ως κεφάλαιο και 6.802,26 ευρώ ως τόκους και δ) την με αριθμό ... και αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση δανείου, για την οποία στις 27.09.2012 όφειλε 27.324,33 ευρώ ως κεφάλαιο και 6.315,05 ευρώ ως τόκους,2) με τη δεύτερη και την έκτη των καθ' ων η αίτηση α) την με αριθμό λογαριασμού ...

σύμβαση, για την οποία, ως εγγυητής, στις 19-08-2013 όφειλε 50.215,93 ευρώ ως κεφάλαιο, 20.727,76 ευρώ ως τόκους και 7.316,55 ευρώ ως έξοδα, β) την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση, για την οποία, ως εγγυητής, στις 19.08.2013 όφειλε 20.000,00 ευρώ ως κεφάλαιο και 11.291,50 ευρώ ως τόκους, γ) την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση, για την οποία, ως εγγυητής, στις 19.08.2013 όφειλε 150.000,00 ευρώ ως κεφάλαιο και 84.380,22 ευρώ ως τόκους, δ) την με αριθμό λογαριασμού ...

σύμβαση, για την οποία, ως εγγυητής, στις 19.08.2013 όφειλε 33.322,23 ευρώ ως κεφάλαιο, 27.390,98 ευρώ ως τόκους και 402,41 ευρώ ως έξοδα και ε) την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση, για την οποία στις 19.08,2013 όφειλε 19.840,51 ευρώ ως κεφάλαιο και 3.665,13 ευρώ ως τόκους, 3) με την τρίτη των καθ' ων η αίτηση: α) την με αριθμό .../18.04.2001 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις τροποποιητικές αυτής υπ' αριθμ. .../1/05.07.2001, .../2/20.05.2002, .../3/11.04.2003, 247/4/21. 11.2003, .../5/13.06.2006, .../6/13.06.2006 και .../7/10.04. 2008, για τις οποίες, ως εγγυητής, με πρωτοφειλέτιδα τη μητέρα του Α.

Κ. του Ν., στις 06.08.2013 όφειλε 995.762,42 ευρώ ως κεφάλαιο, 361.017,35 ευρώ ως τόκους και 14.010,37 ευρώ ως έξοδα, β) την με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία, στις 06.08.2013 όφειλε 1.870,83 ευρώ ως κεφάλαιο, 607,01 ευρώ ως τόκους και 27,00 ευρώ ως έξοδα και γ) την με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία, στις 06.08.2013 όφειλε 1.646,50 ευρώ ως κεφάλαιο, 542,45 ευρώ ως τόκους και 27,00 ευρώ ως έξοδα, 4) με την τέταρτη των καθ' ων η αίτηση:

α) την με αριθμό ... σύμβαση επαγγελματικού δανείου, για την οποία, ως εγγυητής, στις 03.10.2013 όφειλε 517.732,04 ευρώ ως κεφάλαιο, 89.111,31 ευρώ ως τόκους και 10.372,14 ευρώ ως έξοδα και β) την με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, για την οποία, ως εγγυητής, στις 03.10.2013 όφειλε 140.272,16 ευρώ ως κεφάλαιο, 25.583,30 ευρώ ως τόκους και 4.152,18 ευρώ ως έξοδα, 5) με την πέμπτη των καθ' ων η αίτηση, την με αριθμό ...

σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία, στις 10.03.2011 όφειλε 997,15 ευρώ ως κεφάλαιο και 114,45 ευρώ ως τόκους και 6) με την έβδομη των καθ' ων η αίτηση, την με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας, για την οποία, στις 13.08.2013 όφειλε 5.993,41 ευρώ ως κεφάλαιο, 5.562,94 ευρώ ως τόκους και 49,20 ευρώ ως έξοδα. Περαιτέρω προέκυψε ότι κατόπιν σχετικής αίτησης της τρίτης εφεσίβλητης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 204/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δυνάμει της οποίας ο εκκαλών, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με τους λοιπούς καθ' ων η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, Α.

σύζυγο Ν. Κ., το γένος Ν. και Α. Μ., Α. Κ. του Ν. και Α. και Ν. Κ. του Π. και Σ., διατάχθηκε να καταβάλει στην τρίτη εφεσίβλητη το ποσό των 995.762,42 ευρώ πλέον νόμιμων τόκων και εξόδων, για απαίτηση προερχόμενη από κατάλοιπο της υπ' αριθμ. .../18.04.2001 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής ασκήθηκαν η υπ' αριθμ.

έκθ. κατάθ. 1648/208Π/14.07. 2011 ανακοπή και οι υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. 2261/165Π/19.12.2012 πρόσθετοι λόγοι ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (Τακτική Διαδικασία). Επί της ανωτέρω ανακοπής και πρόσθετων λόγων αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 83/2013 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτό ότι στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../18.04.2001 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό οι τότε ανακόπτοντες, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, "συμβλήθηκαν ως εγγυητές όχι στα πλαίσια άσκησης κάποιας εμπορικής δραστηριότητας, αλλά υπό την ατομική τους ιδιότητα, χωρίς να εξυπηρετούν καθ' οιονδήποτε τρόπο δικά τους οικονομικά συμφέροντα", συνεκδικάσθηκαν η προαναφερόμενη ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, απορρίφθηκε η σωρευθείσα ανακοπή κατά της από 16.06.2011 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της υπ' αριθμ. 204/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, έγινε δεκτή η σωρευθείσα ανακοπή κατά της υπ' αριθμ. 204/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και ακυρώθηκε η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής.

Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε η υπ' αριθμ. εκθ. κατάθ. 28/28.02.2014 και υπ' αριθμ. βιβλ. εισ. 961/23.10.2014 έφεση της νυν τρίτης εφεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 780/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η προαναφερόμενη έφεση.

Συνεπώς, η συνολική οφειλή του αιτούντος προς τις προαναφερόμενες πιστώτριες εφεσίβλητες, χωρίς συνυπολογισμό της απορρέουσας από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../18.04.2001 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ανέρχεται στο ποσό των 1.334.160,95 ευρώ, εκ του οποίου, ποσό, ύψους 1.022.263,00 ευρώ, αφορά τέσσερις συμβάσεις εγγύησης με τη δεύτερη εφεσίβλητη πιστώτρια "ALPHA BANK" και μία σύμβαση εγγύησης με την τέταρτη εφεσίβλητη πιστώτρια "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", οι οποίες (εγγυήσεις) δόθηκαν από τον αιτούντα υπέρ της μητέρας του, Α.

Κ., η οποία διατηρεί επιχείρηση επίπλων και ειδών εξοχής και η οποία για τις ανάγκες της εμπορικής της δραστηριότητας προέβη σε δανεισμό, με την εγγύηση του αιτούντος. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, οι ανωτέρω εγγυήσεις που παρασχέθηκαν από τον αιτούντα, συστηματικά, με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου υπέρ της προαναφερόμενης εμπόρου μητέρας του, αποτελούν πράξεις εμπορικές, διότι δόθηκαν με την επιδίωξη έμμεσου οικονομικού οφέλους, καθόσον οι εν λόγω συμβάσεις εγγύησης καταρτίσθηκαν ως παρακολουθηματικές των επιχειρηματικών συμβάσεων αυτής (μητέρας του), μέσω δε της οικονομικής ενίσχυσης της παραπάνω επιχείρησής της εξυπηρετούνταν τα οικονομικά συμφέροντα της μητέρας του και η συνέχιση της επικερδούς επιχειρηματικής της δραστηριότητας.

Άλλωστε αποδείχθηκε ότι στην ανωτέρω επιχείρηση επίπλων και ειδών εξοχής απασχολείται επαγγελματικά και ο ίδιος ο αιτών, συνέβαλε δε κι εξακολουθεί να συμβάλει στην ανάπτυξή της, τόσο με την προσωπική του εργασία όσο και με την παροχή των προαναφερόμενων εγγυήσεων, έχων οικονομικά συμφέροντα από την εν λόγω επιχείρηση.

Σαφής και κατηγορηματική ήταν η κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετασθέντος μάρτυρα ανταπόδειξης, Α. Ζ., ο οποίος κατέθεσε ότι είδε πολλές φορές τον αιτούντα, που τυπικά εμφανίζεται ως άνεργος, αλλά στην πραγματικότητα είναι έμπορος και βιοτέχνης, στην προαναφερόμενη επιχείρηση επίπλων και ειδών εξοχής, της οποίας τη διαχείριση έχει αναλάβει.

Συνεπώς, με την παροχή των παραπάνω εγγυήσεων υπέρ της προαναφερόμενης μητέρας του, ο αιτών αποσκοπούσε στην αύξηση των εισοδημάτων αυτής (μητέρας του) καθώς και του ιδίου, ο οποίος, εξάλλου, συντηρείται οικονομικά από τα έσοδα της προαναφερόμενης επιχείρησης, όπως κατέθεσε και η ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετασθείσα μάρτυρας απόδειξης αδελφή του αιτούντος Α.

Κ.. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι οι εν λόγω εγγυήσεις, που δόθηκαν προς διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα, έγιναν "χάριν ελευθεριότητας". Αντίθετα, όπως προκύπτει και από τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, ο αιτών διαθέτει αξιόλογη περιουσία, ήτοι είναι κύριος: (α) κατά ποσοστό 100% πλήρους κυριότητας, ενός αυτοτελούς τμήματος οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, εμβαδού 1.262 τ.μ., του μεγαλύτερου σε έκταση οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 6.400 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στον Συνοικισμό ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ...

και περιφέρειας Υποθηκοφυλακείου Νέων Μουδανιών Νομού Χαλκιδικής, μετά της εντός αυτού υπάρχουσας ισόγειας κατοικίας, (β) κατά ποσοστό 100% ενός διαμερίσματος στον ισόγειο όροφο της οικοδομής με στοιχείο Ια, εμβαδού 45,13 τ.μ. καθαρών και 52,17 τ.μ. μικτών, στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, εγκαταστάσεις και χώρους της οικοδομής 10,74%, που βρίσκεται μέσα στον Συνοικισμό ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ...

της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών, επί της οδού ..., (γ) κατά ποσοστό 100% ενός διαμερίσματος στον πρώτο (Α) όροφο της οικοδομής με ένδειξη 2α, εμβαδού 60,15 τ.μ. καθαρών και 69,54 τ.μ. μικτών, στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, εγκαταστάσεις και χώρους της οικοδομής 10,74%, που βρίσκεται μέσα στον Συνοικισμό ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ...

της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών, επί της οδού ..., (δ) κατά ποσοστό 100% ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.946 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στο αγρόκτημα ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών, στη θέση "...", (ε) κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.002 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν.

Μουδανιών, στη θέση "...", εντός του οποίου υπάρχει ένα κτίσμα το οποίο αποτελείται από υπόγειο εμβαδού 500 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 500 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 50 τ.μ., (στ) κατά ποσοστό 100% ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 16.088 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ..., Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Γρεβενών, στη θέση "...", (ζ) κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου χωρίς κτίσματα, εκτάσεως 278 τ.μ., που βρίσκεται στον ..., (η) κατά ποσοστό 100% ενός ισόγειου χώρου στάθμευσης (γκαράζ), εμβαδού μικτού και καθαρού 37,75 τ.μ., που βρίσκεται στην επί της οδού ...

οικοδομή του Συνοικισμού ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ... της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών, μετά του αναλογούντος και αντιστοιχούντος σ' αυτό ποσοστού εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στο οικόπεδο 7,77%, (θ) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ελαιόδεντρων σε αγροτεμάχιο εκτάσεως 4.450 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν.

Μουδανιών, στη θέση "...", (ι) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου δεντροκαλλιεργειών σε αγροτεμάχιο εκτάσεως 6.000 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών, στη θέση "...", (ια) κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας ενός αγρού, εκτάσεως 5.856 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν.

Μουδανιών, στη θέση "...", (ιβ) κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας δεντροκαλλιεργειών σε αγροτεμάχιο εκτάσεως 6.000 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών, στη θέση "...", (ιγ) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου δεντροκαλλιεργειών σε αγροτεμάχιο εκτάσεως 6.000 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν.

Μουδανιών, στη θέση "...", (ιδ) κατά ποσοστό 100% ψιλής κυριότητας δεντροκαλλιεργειών σε αγροτεμάχιο εκτάσεως 4.828 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών, στη θέση "...", (ιε) κατά ποσοστό 100% ελαιόδεντρων σε αγροτεμάχιο εκτάσεως 12.000 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν.

Μουδανιών, στη θέση "...", (ιστ) κατά ποσοστό 100% δεντροκαλλιεργειών σε αγροτεμάχιο 1.600 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών, στη θέση "...", (ιζ) κατά ποσοστό 100% καλλιέργειας σε αγροτεμάχιο 1.755 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν.

Μουδανιών, στη θέση "...", (ιη) κατά ποσοστό 100% καλλιέργειας σε αγροτεμάχιο εκτάσεως 2.850 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών, στη θέση "...", (θ) κατά ποσοστό 100% καλλιέργειας σε αγροτεμάχιο εκτάσεως 1.359 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν.

Μουδανιών, στη θέση "...", (κ) κατά ποσοστό 100% ενός βοσκότοπου, εκτάσεως 800 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου ..., της περιφέρειας του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών, στη θέση "...", και (κα) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 3.550 τ.μ., που αποτελεί αυτοτελές και διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμό … αγροτεμαχίου, καθώς και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 5.000 τ.μ., που αποτελεί αυτοτελές και διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμό … αγροτεμαχίου, επί του οποίου υφίσταται κτίριο εμβαδού 1.998,01 τ.μ., με συνολική έκταση και των δύο ως άνω αγροτεμαχίων 8.550 τ.μ., που βρίσκονται στο αγρόκτημα … της περιφέρειας ..., για το λόγο δε αυτό, η προσωπική εγγύηση αυτού (αιτούντος) αποτελούσε προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση της εμπορικής δραστηριότητας της μητέρας του από τις προαναφερόμενες πιστώτριες Τράπεζες, σε περίπτωση δε άρνησής του να παράσχει εγγύηση δε θα χορηγούνταν οι απαιτούμενες για την επικερδή συνέχιση των εργασιών της ανωτέρω επιχείρησης επίπλων και ειδών εξοχής πιστώσεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, η συνομολόγηση των προαναφερόμενων συμβάσεων πίστωσης εκ μέρους του αιτούντος ως εγγυητή υπέρ της ανωτέρω μητέρας του Α. Κ., έγινε κατά συνήθεια και με σκοπό το κέρδος και προσέδωσε σ' αυτόν (αιτούντα) την εμπορική ιδιότητα, λόγω της οποίας όλες του οι συναλλαγές τεκμαίρεται ότι έγιναν χάριν αυτής, βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του διατάγματος περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων και, συνεπώς, ο τελευταίος (αιτών) κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης είχε πτωχευτική ικανότητα.

Σημειωτέον ότι δεν αποκλειόταν η κτήση της εμπορικής ιδιότητας από την παράλληλη άσκηση έτερου επαγγέλματος από τον αιτούντα, ο οποίος, κατά την κατάθεση της εξετασθείσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας και αδελφής του, εργαζόταν στο παρελθόν και ως αγρότης. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η με οποιοδήποτε τρόπο απώλεια της εμπορικής ιδιότητας του εκκαλούντος και, συνεπώς, δεν συντρέχει στο πρόσωπο αυτού η απαραίτητη για την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 ουσιαστική προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητάς του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 14.9.2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 1/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νέων Μουδανιών

Χαλκιδικής, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 13/22.6.2011, αίτησή του ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω μη συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως της ελλείψεως πτωχευτικής ικανότητας στο πρόσωπο του αιτούντος. Με τις ανωτέρω παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως του αναιρεσείοντος για την υποβολή του στην προστασία του ν. 3869/2010, αυτός είχε την εμπορική ιδιότητα και, συνεπώς, την πτωχευτική ικανότητα και εκ του λόγου αυτού εμπίπτει στον Πτωχευτικό Κώδικα (ν. 3588/2007) και όχι στο ν. 3869/2010, ορθώς ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 Β.Δ./14-5-1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", 1 Εμπ.Ν.

και 847 του Α.Κ., τις οποίες εφήρμοσε, διότι τα περιστατικά που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες, επομένως, δεν παραβίασε ευθέως, ενώ επίσης ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1α' του ν. 3869/2010, την οποία ορθώς δεν εφήρμοσε, διότι, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Εξ άλλου, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα (κτήση εμπορικής ιδιότητας και συνακολούθως ύπαρξη πτωχευτικής ικανότητας του αιτούντος), που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος του αναιρεσείοντος πτωχευτικής ικανότητας κατά τον προεκτεθέντα χρόνο.

Ειδικότερα, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι: α) ο αιτών και ήδη αναιρεσείων εγγυήθηκε υπέρ της μητέρας του Α. Κ., που διατηρεί επιχείρηση εμπορίας επίπλων και ειδών εξοχής και η οποία για τις ανάγκες της εμπορικής της δραστηριότητας προέβη σε δανεισμό, πέντε (5) συμβάσεις, εκ των οποίων οι τέσσερις (4) με την δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ALPHA BANK" και η έτερη με την τέταρτη εφεσίβλητη και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "EFG EUROBANK", συνολικού ύψους 1.022.263,00 ευρώ, β) οι ανωτέρω εγγυήσεις που παρασχέθηκαν από τον αιτούντα και ήδη αναιρεσείοντα, συστηματικά, με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου υπέρ της προαναφερόμενης εμπόρου μητέρας του, αποτελούν εμπορικές πράξεις, διότι δόθηκαν, το μεν με την επιδίωξη εμμέσου οικονομικού οφέλους, καθ' όσον οι σχετικές συμβάσεις εγγυήσεως καταρτίστηκαν ως παρακολουθηματικές των επιχειρηματικών συμβάσεων αυτής (μητέρας του), μέσω δε της οικονομικής ενισχύσεως της παραπάνω επιχειρήσεως της τελευταίας, στην οποία απασχολείτο επαγγελματικά και ο ίδιος ο αιτών, εξυπηρετούντο τα οικονομικά συμφέροντα και του ιδίου του αιτούντος, ο οποίος συνέβαλε και εξακολουθεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της επιχειρήσεως αυτής, τόσο με την προσωπική εργασία του, όσο και με την παροχή των προαναφερομένων εγγυήσεων, έχων οικονομικά συμφέροντα από την εν λόγω επιχείρηση, αμειβόμενος και συντηρούμενος οικονομικά από αυτήν, το δε κατ' εκμετάλλευση της φερεγγυότητας και της πίστεως που παρέχει το όνομά του και η οικονομική του επιφάνεια, ως ιδιοκτήτης αξιόλογης ακίνητης περιουσίας (των αναφερομένων σ' αυτήν 21 ακινήτων), γ) η προσωπική εγγύηση του αιτούντος αποτελούσε προϋπόθεση για την χρηματοδότηση της εμπορικής δραστηριότητας της μητέρας του από τις προαναφερόμενες πιστώτριες τράπεζες, οι οποίες χορήγησαν τις, απαιτούμενες για την επικερδή συνέχιση των εργασιών της ανωτέρω επιχειρήσεώς της, πιστώσεις, εξ αιτίας της προεκτεθείσας φερεγγυότητας του αιτούντος και τις οποίες (πιστώσεις) δεν θα χορηγούσαν σε περίπτωση αρνήσεως του αιτούντος να παράσχει τις ανάλογες εγγυήσεις, δ) η συνομολόγηση των προαναφερομένων συμβάσεων εγγυήσεως εκ μέρους του αιτούντος, υπέρ της ως άνω μητέρας του, έγινε κατά συνήθεια με σκοπό το κέρδος και προσέδωσε σ' αυτόν την εμπορική ιδιότητα, λόγω της οποίας όλες του οι συναλλαγές τεκμαίρεται ότι έγιναν χάριν αυτής, ε) εξ αιτίας των προεκτεθέντων, κατά τον χρόνο υποβολής της ένδικης αιτήσεως, ο αιτών είχε πτωχευτική ικανότητα και ζ) η κτήση της εμπορικής ιδιότητας δεν αποκλειόταν από την παράλληλη άσκηση ετέρου επαγγέλματος από τον αιτούντα (αγρότη).

Τα περιστατικά αυτά, που, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 Β.Δ./14-5-1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", 1 Εμπ.Ν. και 847 του Α.Κ., τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και αρκούσαν για να κριθεί ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η απαραίτητη για την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 3869/2010 ουσιαστική προϋπόθεση της ελλείψεως πτωχευτικής ικανότητάς του.

Δεν υπάρχει δε αντίφαση από την αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "κατά τον χρόνο υπογραφής της .../18.4.2001 συμβάσεως, οι τότε ανακόπτοντες, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, συμβλήθηκαν ως εγγυητές όχι στα πλαίσια άσκησης κάποιας εμπορικής ιδιότητας, αλλά υπό την ατομική τους ιδιότητα, χωρίς να εξυπηρετούν καθ' οιονδήποτε τρόπο δικά τους οικονομικά συμφέροντα", καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, δια των ανωτέρω, αναφέρεται στην αιτιολογία της 83/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία εκδόθηκε επί της ανακοπής και των προσθέτων λόγων ανακοπής που ασκήθηκαν κατά της υπ' αριθμ. 204/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, λόγω δε της επικυρώσεως της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως από την 780/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δικάσαν δικαστήριο δεν συνυπολόγισε την απορρέουσα από την προαναφερόμενη .../18.4.2001 σύμβαση οφειλή του αιτούντος στην συνολική οφειλή αυτού προς τις εφεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες, δεν αφορά, επομένως, σε δική του (του δικάσαντος δικαστηρίου) αιτιολογία, όπως αβασίμως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.

Οι περαιτέρω επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά σύνοψη των εκεί αναφερομένων, ότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς στην προσβαλλομένη απόφαση ο τρόπος και ο χρόνος κτήσεως της εμπορικής ιδιότητας του αναιρεσείοντος κρίνονται, πέραν της κατά τα προεκτεθέντα ουσιαστικής αβασιμότητάς τους, προεχόντως απορριπτέες, ως απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατ' ακολουθίαν, οι πρώτος και τρίτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το τελευταίο μέρος του Β' σκέλους του και το Γ' σκέλος του και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ., κατά το οποίο "Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν τον δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του" προκύπτει ότι δεν επιβάλλεται υποχρέωση του δικαστηρίου να αναφέρει στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του κάθε ένα από τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, από τα οποία κατέληξε στο πόρισμα του.

Εντεύθεν και η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσεώς του δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικό λόγο (Α.Π. 894/2008). Επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.), ισχυριζόμενος ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της εκ μέρους του κτήσεως της εμπορικής ιδιότητας, χωρίς αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) "από ποια αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει, πως στοιχειοθετείται η πραγματική του απασχόληση στην επιχείρηση και πως προκύπτει ο βιοπορισμός του από αυτήν".

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν νομίμως μετ' επικλήσεως.

Από την διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., όπως, κατά τα προεκτεθέντα, ισχύει ήδη, αλλά και όπως ίσχυε πριν από την προαναφερόμενη αντικατάστασή του, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμ. 12 και 16 του Κ.Πολ.Δικ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν δέχθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 83/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως με την 780/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής και προσθέτων λόγων ανακοπής που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμ. 204/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δυνάμει της οποίας ο ήδη αναιρεσείων, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με τους λοιπούς καθ' ων αυτή (διαταγή πληρωμής) διατάχθηκε να καταβάλει στην τρίτη αναιρεσίβλητη "Τράπεζα Πειραιώς" το ποσό των 995.762,42 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων, για απαίτηση προερχόμενη από κατάλοιπο της υπ' αριθμ. .../18.4.2001 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με την οποία απερρίφθη ο ισχυρισμός της καθ' ης η ανακοπή ως άνω πιστώτριας περί κτήσεως της εμπορικής ιδιότητας στο πρόσωπό του, αφού κρίθηκε ότι η ως άνω σύμβαση εμπεριείχε καταχρηστικούς όρους συναλλαγών στο σύνολό της, ο τότε δε ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων, χρήζει της προστασίας του ν. 2251/1994 (περί προστασίας του καταναλωτή) για τον λόγο ότι συνεβλήθη ως εγγυητής όχι στο πλαίσιο κάποιας εμπορικής δραστηριότητας, αλλά υπό την ατομική του ιδιότητα, χωρίς να εξυπηρετεί καθ' οιονδήποτε τρόπο δικά του συμφέροντα.

Επίσης, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και Ε1 των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012, που είχαν συνταχθεί από τους υπαλλήλους της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

και που είχε προσκομίσει προς απόδειξη της ιδιότητάς του ως αγρότη. Αμφότεροι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες με αυτούς αιτιάσεις, κατά αποφάσεως πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου, δεν ιδρύουν, κατά τα προεκτεθέντα, λόγους αναιρέσεως από τους προβλεπομένους στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δικ.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. και κατ' ανάλογη εφαρμογή από το άρθρο 560 αριθμ. 5 του ίδιου Κώδικα, που είναι ταυτόσημος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1072/2005), με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και η παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την, κατά την διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 1154/2015, ΑΠ 797/2013).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά τα υπό στοιχ. Α' και Β' σκέλη του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττομένη απόφαση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δικ.), με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τον τέταρτο λόγο εφέσεως, ο οποίος κατά πιστήν αντιγραφήν έχει ως ακολούθως: "ΔΙΟΤΙ ουχί ορθώς και δη νομίμως και κατά κακή εκτίμηση του παντοειδούς αποδεικτικού υλικού εγγράφου και εμμαρτύρου εδέχθη ότι προς την Τράπεζα Πειραιώς όφειλα πλέον του ποσού των 2.000.000 ευρώ, ενώ κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ήδη είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 83/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής η οποία ακύρωσε τη σχετική διαταγή πληρωμής για ουσιαστικούς λόγους, γεγονός το οποίο γνώριζε η ως άνω εφεσίβλητη, παρά ταύτα όμως δεν ανέφερε στην πρωτόδικη δίκη".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ως άνω λόγο εφέσεως, τον οποίο και ερεύνησε και αξιολόγησε, δεχόμενο σχετικά τα ακόλουθα: "Περαιτέρω προέκυψε ότι κατόπιν σχετικής αίτησης της τρίτης εφεσίβλητης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 204/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δυνάμει της οποίας ο εκκαλών, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με τους λοιπούς καθ' ων η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, Α.

σύζυγο Ν. Κ., το γένος Ν. και Α. Μ., Α. Κ. του Ν. και Α. και Ν. Κ. του Π. και Σ., διατάχθηκε να καταβάλει στην τρίτη εφεσίβλητη το ποσό των 995.762,42 ευρώ πλέον νόμιμων τόκων και εξόδων, για απαίτηση προερχόμενη από κατάλοιπο της υπ' αριθμ. .../18.04.2001 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής ασκήθηκαν η υπ' αριθμ.

έκθ. κατάθ. 1648/208Π/14.07. 2011 ανακοπή και οι υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. 2261/165Π/19.12.2012 πρόσθετοι λόγοι ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (Τακτική Διαδικασία). Επί της ανωτέρω ανακοπής και πρόσθετων λόγων αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 83/2013 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτό ότι στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../18.04.2001 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό οι τότε ανακόπτοντες, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, "συμβλήθηκαν ως εγγυητές όχι στα πλαίσια άσκησης κάποιας εμπορικής δραστηριότητας, αλλά υπό την ατομική τους ιδιότητα, χωρίς να εξυπηρετούν καθ' οιονδήποτε τρόπο δικά τους οικονομικά συμφέροντα" και με την οποία απορρίφθηκε η σωρευθείσα ανακοπή κατά της από 16.06.2011 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της υπ' αριθμ. 204/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, έγινε δεκτή η σωρευθείσα ανακοπή κατά της υπ' αριθμ. 204/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και ακυρώθηκε η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής.

Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε η υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. 28/28.02.2014 και υπ' αριθμ. βιβλ. εισ. 961/23.10.2014 έφεση της νυν τρίτης εφεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 780/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η προαναφερόμενη έφεση.

Συνεπώς, η συνολική οφειλή του αιτούντος προς τις προαναφερόμενες πιστώτριες εφεσίβλητες, χωρίς συνυπολογισμό της απορρέουσας από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../18.04.2001 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ανέρχεται στο ποσό των 1.334.160,95 ευρώ ...". H περαιτέρω αιτίαση (κατ' ορθήν εκτίμηση των προς θεμελίωσή της εκτιθεμένων) ότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει με σαφήνεια αν πράγματι έλαβε υπόψη τον προαναφερθέντα λόγο εφέσεως, καθ' όσον, αν και αναφέρεται σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση), η εξαίρεση της οφειλής (στην οποία αφορά ο λόγος εφέσεως), εν τούτοις, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δεν προέβη, ως όφειλε, στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε να κρατήσει κατά το αντίστοιχο μέρος την υπόθεση προς εκδίκαση κατ' ουσίαν και να δεχθεί εν μέρει την ένδικη αίτησή του (κατά το ποσό που απορρέει από την υπ' αριθμ..../18.04.2001 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό) για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα, για τον λόγο ότι, εφόσον το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ήταν έμπορος, αποκλείονται, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, από την προστασία του ν. 3869/2010 και τα ιδιωτικά αστικά χρέη αυτού.

Περαιτέρω, στο κύριο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως γίνεται επίκληση και των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 11 και 20 του Κ.Πολ.Δικ., χωρίς όμως να προβάλλονται συγκεκριμένες αιτιάσεις και πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν σχετικές αναιρετικές πλημμέλειες, τις οποίες πρέπει να ερευνήσει το Δικαστήριο, πέραν του ότι οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 11 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων στην διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος σ' αυτήν λόγος πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.5.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2018 αίτηση για αναίρεση της 36/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και τους από 4.11.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 113/2019 προσθέτους σ' αυτήν λόγους. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ