Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination compensation ruling due to lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Attica Region against a First Instance Court decision regarding labor contract termination. The plaintiff argued that successive contracts violated constitutional provisions prohibiting indefinite-term contracts for permanent needs, yet the lower court correctly applied the specific statutory provision governing severance pay. The court ruled that the appeal was baseless because the judgment on compensation was sufficiently grounded in the relevant law, rendering the alleged procedural errors inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(3) of Law 2112/1920; Article 103(7) and (8) of the Constitution; Article 7 of Presidential Decree 164/2004; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the alleged violation of constitutional prohibitions against indefinite-term contracts is inadmissible if the lower court's decision on severance pay is properly grounded in the specific statutory provision governing such compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 518 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 518/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Περιφέρεια Αττικής" (Π.Ε. Πειραιώς και Νήσων), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών- Πειραιώς, Νομαρχία Πειραιώς", που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αργυρώς Φρατζέσκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Ποτήρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς με αριθμό 85/27-6-2011. Εκδόθηκαν η 103/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 484/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 614/5-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι με την ένδικη, από 20-6-2011 και με αριθμό κατάθεσης 85/27-6-2011, αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι, την 13-3-2003, είχε προσληφθεί από το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Πολιτιστικός και Επιμορφωτικός Οργανισμός Νομαρχίας Πειραιώς" (ως προς το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή και το οποίο δεν μετέχει στην αναιρετική δίκη), με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών διάρκειας ενός έτους, ως μαέστρος και έκτοτε παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι την 31-12-2010, συνάπτοντας αλλεπάλληλες διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις, με τους ίδιους όρους και την ίδια ειδικότητα.
Ότι στην πραγματικότητα προσέφερε εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του πρώτου εναγομένου και ότι η σχέση που τον συνέδεε με το τελευταίο ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία λύθηκε την 31-12-2010, κατόπιν καταγγελίας, χωρίς να του καταβληθεί η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση απόλυσης, για την καταβολή της οποίας ευθύνεται και ο δεύτερος εναγόμενος ΟΤΑ β' βαθμού με την επωνυμία "Περιφέρεια Αττικής", ως καθολικός διάδοχος της Νομαρχίας Πειραιώς.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 2.578,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 103/2012 απόφασή του, έκρινε ότι οι επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις, κατ' επιταγή των διατάξεων των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994, απαγορεύεται να μετατραπούν σε μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, έστω και αν εξυπηρετούσε, πράγματι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του πρώτου εναγομένου, επίσης δεν τύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, ούτε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 για την μετατροπή τους σε μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Μετά από έφεση του ενάγοντος, εκδόθηκε η 484/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή και, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε αυτή ως προς το πρώτο εναγόμενο για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, ενώ ως προς το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 1.657,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
2.Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 (όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937) συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Επακολούθησε, όμως, ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "1. Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. 2.
Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Στη συνέχεια, στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δευτέρου βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους.
3.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, που υποκρύπτουν την παροχή εξαρτημένης εργασίας), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου.
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Με το π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 19-7-2004, και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της οδηγίας 1999/70/ΕΚ της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου, που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία), οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήσαν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών (η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής).
Σύμφωνα, λοιπόν, με την εξαίρεση (ήτοι τη δυνατότητα κατάταξης σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε για την εφαρμογή της, οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν σε αυτήν κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 1805/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, "1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται.
Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, παρά την ύπαρξη και εκτέλεση αλλεπάλληλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου που υπήρξαν άκυρες, ο εργαζόμενος, κατά τη λήξη της σχέσης εργασίας, έχει δικαίωμα να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση, όπως εάν παρείχε εργασία με σύμβαση αορίστου χρόνου (ΑΠ 107/2019).
4.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι της αναίρεσης είναι αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 1145/2012).
5.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως εφετείο, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη:
Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Πολιτιστικός και Επιμορφωτικός Οργανισμός Νομαρχίας Πειραιώς", αμιγή νομαρχιακή επιχείρηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πειραιώς, δυνάμει της από 13-3-2003 σύμβασης μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, ως σαξοφωνίστας, για χρονικό διάστημα ενός έτους, ήτοι από 13-3-2003 έως 13-3-2004, έναντι ετήσιας αμοιβής 17.620 ευρώ.
Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ενάγων παρείχε αδιαλείπτως τις υπηρεσίες του στο πρώτο εναγόμενο, όχι μόνο ως σαξοφωνίστας αλλά γενικότερα ως μουσικός και μαέστρος της ορχήστρας του τελευταίου, με ωράριο που αυτό του υποδείκνυε ημερησίως (από 09:00 έως 17:00), με πενθήμερη απασχόληση, κατά την οποία εκτελούσε πρόβες με την ορχήστρα σε χώρο που του διέθετε, παρουσίαζε μαζί με την ορχήστρα παραστάσεις ή άλλα μουσικά δρώμενα σε διάφορες εκδηλώσεις που διοργάνωνε το πρώτο εναγόμενο, ακόμη και τα σαββατοκύριακα ή τις αργίες, το οποίο είχε τον απόλυτο έλεγχο και εποπτεία.
Ότι η εν λόγω σύμβαση, κατά τη λήξη της, ανανεώθηκε με την από 13-3-2004 όμοια σύμβαση, διάρκειας από 13-3-2004 έως 13-3-2005 και με ετήσια αμοιβή 14.520 ευρώ, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενάγων εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του όπως και πριν, πάντα υπό την επίβλεψη, τον έλεγχο και τις ρητές οδηγίες του πρώτου εναγομένου ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής αυτών.
Ότι υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η σύμβαση που συνήψε, ήταν στην πραγματικότητα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με την οποία το πρώτο εναγόμενο απέβλεψε με επιτυχία στην κάλυψη πάγιας και διαρκούς ανάγκης που είχε από την πρόσληψη ενός μουσικού, μαέστρου για την ορχήστρα του. Ότι η ως άνω σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, παρότι φαινομενικά είχε ορισμένη διάρκεια, ουσιαστικά όμως και πραγματικά είχε αόριστη διάρκεια, αφού οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν σε αυτή για αόριστο χρόνο.
Ότι από τη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας του ενάγοντος δεν προέκυπτε περιορισμένης διάρκειας χρήση αυτής, αφού το πρώτο εναγόμενο ήταν πολιτιστικός και επιμορφωτικός οργανισμός, διέθετε ορχήστρα, διοργάνωνε και συμμετείχε, ως εκ του σκοπού του, σε πολιτιστικά δρώμενα και μουσικές εκδηλώσεις. Ότι η εξαρχής αόριστη διάρκεια της σύμβασης εργασίας επιβεβαιώθηκε και με τις μεταγενέστερες διαδοχικές όμοιες συμβάσεις, που κατήρτισε ο ενάγων με το πρώτο εναγόμενο την 13-3-2005, 13-3-2006, 16-3-2007, 13-3-2008, 19-3-2009 και 12-3-2010, με λήξη της τελευταίας την 31-12-2010.
Ότι καθ' όλο αυτό το διάστημα ο ενάγων παρείχε αδιαλείπτως τις υπηρεσίες του στο πρώτο εναγόμενο, χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα. Ότι το γεγονός ότι στην τελευταία σύμβαση ορίσθηκε ως χρόνος λήξης η 31-12-2010, δεν σημαίνει ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να λήξει τότε η σχέση τους, γι' αυτό και το πρώτο εναγόμενο, δια των προστηθέντων υπαλλήλων του, την 31-12-2010, του δήλωσε προφορικά ότι καταγγέλλει τη μεταξύ τους σύμβαση και τον απέλυσε, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.
Ότι, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, συμφωνήθηκε πραγματικά να παρέχει ο ενάγων και πράγματι παρείχε εξαρτημένη εργασία αόριστης διάρκειας από 13-3-2003 και εφεξής, χωρίς να περιορίζεται από το π.δ. 164/2004 (και όχι π.δ. 134/2004, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται), αλλά ούτε και από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος διότι, αφενός η σύμβασή του και η πρώτη ανανέωση αυτής έγιναν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, αφετέρου δε κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου και επιτρεπόταν η κατάρτιση σύμβασης αορίστου χρόνου.
Ότι περαιτέρω και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συμβάσεις που επακολούθησαν, οι οποίες πλέον, υπό την ισχύ των άρθρων 5 και 6 του π.δ. 164/2004, ήσαν άκυρες, συνέχισε να παρέχει τη συμφωνημένη εργασία του στο πρώτο εναγόμενο ανελλιπώς. Ότι, συνεπώς, δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 2112/1920 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το ν. 4093/2012) και το άρθρο 74 παρ.2 και 3 του ν. 3863/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3899/2010, δηλαδή κατά τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο της απόλυσης, ισούται με τους μισθούς τριών (3) μηνών, βάσει των αποδοχών που λάμβανε κατά το χρόνο της απόλυσης, που ανερχόταν σε 552,63 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή η αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των (552,63 € Χ 3 μήνες =) 1.657,89 ευρώ, το οποίο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Αττικής", το οποίο απορρόφησε τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πειραιώς και ενέχεται αποκλειστικά εκ του νόμου στην καταβολή του (άρθρο 10 παρ.1 του ν. 4071/2012).
Ότι ο ενάγων, ακόμη και αν δεν είχε εκτιμηθεί εξαρχής ότι η σύμβασή του ήταν εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δικαιούται το ίδιο ποσό αποζημίωσης ακόμη και υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, αφού και μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω διατάγματος είχαν συναφθεί μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου έξι διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην πραγματικότητα όμως εξαρτημένης εργασίας μουσικού, υπό τον έλεγχο, τις οδηγίες και τις διαταγές του πρώτου εναγομένου, χωρίς να πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις του ως άνω διατάγματος, γι' αυτό και ήσαν άκυρες και, ως εκ τούτου, ο ενάγων δικαιούταν να διατηρήσει τις απολαβές από την παρασχεθείσα εργασία του, αλλά και επιπλέον αποζημίωση ίση με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, με χρόνο υπολογισμού της αποζημίωσης τη συνολική διάρκεια των διαδοχικών άκυρων συμβάσεων, η δε αποζημίωση εν προκειμένω με νομική βάση το εν λόγω διάταγμα είναι, επίσης, ίση με τις αποδοχές τριών (3) μηνών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο και επιδίκασε στον ενάγοντα ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 1.657,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη.
6.Με την κρίση αυτή, ήτοι ότι οι ως άνω συμβάσεις συνιστούσαν από την κατάρτιση (13-3-2003) της πρώτης εξ αυτών μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές, οι συμβάσεις καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και απαγορεύουν τη μετατροπή αυτών σε μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, όμως, ενόψει του ότι το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης βρίσκει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης θεμελιώνεται επαρκώς στην προαναφερθείσα επάλληλη παραδοχή ότι οι καταρτισθείσες συμβάσεις ήταν άκυρες ως συναφθείσες κατά παράβαση της προαναφερθείσας απαγορευτικής νομοθεσίας, αλλά ο ενάγων, κατά τη λήξη της σχέσης εργασίας, έχει δικαίωμα να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση, όπως εάν παρείχε εργασία με σύμβαση αορίστου χρόνου, η δε προσβολή της αιτιολογίας αυτής (επάλληλης) δεν τελεσφορεί.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ελέγχεται κατ' αποτέλεσμα αβάσιμος, ως αλυσιτελής, διότι η ως προς την αποζημίωση απόλυσης κρίση του δικαστηρίου της ουσίας θεμελιώνεται επαρκώς στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ.
β' και γ' του π.δ. 164/2004, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και, συνεπώς, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή του π.δ. 164/2004, είναι αβάσιμος.
7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα, όμως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 και της κοινής απόφασης 134423/8-12-1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11 Β'/20-1-1993), σε συνδυασμό με τα άρθρα 38 παρ.2 του ν. 2218/1994 και 283 παρ.2 εδ. β' του ν. 3852/2010.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 614/5-10-2017 αίτηση για αναίρεση της 484/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Μαρτίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ