Legislator Case Law & Legislation
518/2018 AI generated

518/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 518/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

518/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 518 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 518/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος- καλούντος: Κ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκουλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Μ. Λ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Παρασκευοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3392/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2399/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-4-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 29-5-2017 κλήση του αναιρεσείοντος, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 8-4-2016 αίτησή του για αναίρεση της 2399/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών,μετά την ματαίωση της συζήτησής της, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 29-5-2017.

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004).

Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο,έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή και όταν παραθέτει συναφώς ασαφείς και

αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 1225/2015, 1588/2013, 527/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ), έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: " Με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με τον αριθμό .../11-9-2007 της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π., το οποίο έχει μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) το ιδανικό μερίδιο των 7/12 εξ αδιαιρέτου ή ποσοστό 58,33% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας ενός οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..., μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης του Δήμου αυτού και στη συμβολή των οδών .... Με το ίδιο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, η αδελφή της ενάγουσας, Γ. Λ. πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο το ιδανικό μερίδιο των υπόλοιπων 5/12 εξ αδιαιρέτου ή ποσοστό 41,67%

της ψιλής κυριότητας του οικοπέδου αυτού και η μητέρα της ενάγουσας, Β. Λ. πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο την επικαρπία του οικοπέδου, το οποίο έχει επιφάνεια 875,80 τετραγωνικά μέτρα. Κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητήριου συμβολαίου, η ενάγουσα ήταν ψιλή συγκυρία όμορου οικοπέδου, επιφάνειας 646,80 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου που, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στον εναγόμενο και συνορεύει με αυτό σε πλευρά μήκους 28,90 μέτρων, έχει δε πρόσοψη στην οδό ..., στην οποία φέρει τον οικοδομικό ....

Στο όμορο αυτό οικόπεδο έχει ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή, η οποία με συμβολαιογραφικό έγγραφο που έχει υποβληθεί σε μεταγραφή, έχει υπαχθεί στο θεσμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και του νόμου 3741/1929. Ειδικότερα, η ενάγουσα κατά το χρόνο εκείνο ήταν αποκλειστική κυρία της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, αποκλειστική ψιλή κυρία των οριζόντιων ιδιοκτησιών του υπόγειου ορόφου, του δεύτερου και του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφων της πολυώροφης αυτής οικοδομής και ψιλή συγκυρία της οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισόγειου ορόφου αυτής, μαζί με την αδελφή της Γ.

Λ., η οποία στη συνέχεια μεταβίβασε στην ενάγουσα το ιδανικό της μερίδιο στην οριζόντια αυτή ιδιοκτησία με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβλήθηκε σε μεταγραφή, με αποτέλεσμα έκτοτε η ενάγουσα να αποτελεί την αποκλειστική ψιλή κυρία του όμορου αυτού οικοπέδου και των οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυώροφης οικοδομής που έχει ανεγερθεί μέσα σε αυτό (εκτός από την οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, η οποία ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της ενάγουσας).

Κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητήριου συμβολαίου, η ενάγουσα και ο εναγόμενος συμφώνησαν τους ακόλουθους όρους που συνιστούν περιορισμούς των δικαιωμάτων του κατά την ανέγερση οικοδομής στο οικόπεδο που πωλήθηκε και κατά τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, προκειμένου να μην προσβάλλεται η όμορη ιδιοκτησία της ενάγουσας.

Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος υποσχέθηκε και εγγυήθηκε 1) την τήρηση των προβλεπόμενων από τον ισχύοντα Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό (ΓΟΚ) ελάχιστων ορίων απόστασης μεταξύ των οικοδομών και ιδίως της τήρησης της απόστασης Δ στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου, μήκους 28,90 μέτρων που αποτελεί το κοινό όριο με το οικόπεδο, στο οποίο έχει ανεγερθεί η πολυώροφη οικοδομή της ενάγουσας και η οποία -απόσταση- κατά το χρόνο εκείνο ανερχόταν σε Δ = 4,30 μέτρα, 2) την τοποθέτηση της εισόδου του χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων (parking) της οικοδομής στη δυτική πλευρά του οικοπέδου που έχει πρόσοψη στην οδό ...

και όχι στη νότια πλευρά αυτού που έχει πρόσοψη στην οδό ..., 3) την άφεση αντισεισμικού αρμού ασφάλειας πέντε εκατοστών, σε ολόκληρο το μήκος του ορίου και την τοποθέτηση μονωτικού υλικού (φελιζόλ) πέντε εκατοστών, σε περίπτωση επέκτασης του υπογείου της οικοδομής πέρα από το περίγραμμα του κτηρίου και μέχρι το ανατολικό όριο με την όμορη ιδιοκτησία της οδού ... ...) την, κατά τη διάρκεια της εκσκαφής του υπογείου, κατασκευή πυκνών τοιχίων αντιστήριξης για την ασφάλεια της οικοδομής της οδού ... ...

και την εν γένει λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων για την ασφάλεια της οικοδομής αυτής, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και 5) τη φύτευση σε απόσταση τουλάχιστον ενός μέτρου κατά μήκος του ορίου των φυτών που ενδεχομένως θα φυτευτούν από την πλευρά του εναγομένου στο επίπεδο του ισογείου-pilotis της οικοδομής που θα ανήγειρε στο οικόπεδο αυτό, προς αποφυγή υγρασιών, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.

Επίσης, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι σε περίπτωση παραβίασης των υποσχέσεων και εγγυήσεών του αυτών, ο εναγόμενος θα υποχρεούται σε καταβολή αποζημίωσης, το ποσό της οποίας ορίστηκε σε 70.000 ευρώ και το συμβολαιογραφικό έγγραφο κηρύχθηκε τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος. Ο όρος αυτός, κατά την ερμηνεία του οποίου από το Δικαστήριο τούτο αναζητείται η αληθινή βούληση των διαδίκων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ο οποίος ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ), συνιστά συνομολόγηση αποζημιωτικής σύμβασης (άρθρο 361 του ΑΚ), στο πλαίσιο της οποίας προβλέφθηκε από τους διαδίκους, για την περίπτωση της παραβίασης οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους όρους από την πλευρά του εναγομένου, δηλαδή σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας (πλημμελούς) εκπλήρωσης της παροχής του, η καταβολή αποζημίωσης στην ενάγουσα, το ύψος της οποίας -αποζημίωσης - συμφωνήθηκε κατ’ αποκοπήν στο ποσό των 70.000 ευρώ, αυτοτελώς για καθεμία ενδεχόμενη παραβίαση οποιουδήποτε από τους όρους αυτούς, χωρίς εν τούτοις να έχει εξαρτηθεί η καταβολή της αποζημίωσης αυτής από την επέλευση ζημίας στην ενάγουσα που να συνδέεται αιτιωδώς με την παραβίαση οποιουδήποτε από τους όρους αυτούς.

Ειδικότερα ως προς τον πέμπτο όρο, η μνεία της "αποφυγής υγρασιών" δεν οδηγεί στη διαμόρφωση διαφορετικής δικανικής πεποίθησης, αλλά κρίνεται από το Δικαστήριο τούτο ότι συνιστά το δικαιολογητικό λόγο, για τον οποίο θεσπίστηκε η υποχρέωση της τήρησης της ελάχιστης απόστασης του ενός μέτρου από το κοινό όριο των οικοπέδων κατά τη φύτευση των δένδρων, θάμνων ή φυτών.

Δηλαδή, οι διάδικοι θέσπισαν την υποχρέωση αυτή, για την αποτροπή του κινδύνου εμφάνισης υγρασιών και όχι γιατί θέλησαν να εξαρτήσουν την καταβολή της αποζημίωσης από την εμφάνιση υγρασιών στην όμορη ιδιοκτησία της ενάγουσας από την επιβάρυνση του εδάφους εξαιτίας του ποτίσματος των φυτών. Το Δικαστήριο αποκρούει την ερμηνευτική αυτή εκδοχή, αφού στην περίπτωση αυτή -εάν δηλαδή οι διάδικοι ήθελαν κάτι τέτοιο- θα οριζόταν ρητά στο συμβολαιογραφικό έγγραφο που καταρτίστηκε με βάση σχέδιο που συνέταξαν οι δικηγόροι των συμβαλλόμενων μερών (τρεις από την πλευρά των πωλητριών και ένας από την πλευρά του αγοραστή), ότι η καταβολή της αποζημίωσης εξαρτάται από την επέλευση ζημίας στην ενάγουσα και μάλιστα ζημίας συγκεκριμένου ύψους και δεν θα προβλεπόταν στην προκείμενη περίπτωση ένα υψηλό, σύμφωνα με τις αντιλήψεις των συναλλαγών, χρηματικό ποσό κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης, χωρίς να εξαρτάται η καταβολή του από την επέλευση ζημίας, η αποκατάσταση της οποίας να προσεγγίζει το ποσό αυτό και χωρίς, ακόμη, να παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να ανταποδείξει ότι καμία ζημία τελικά δεν προκλήθηκε στην όμορη ιδιοκτησία της ενάγουσας, ούτε ότι για την αποκατάσταση της ζημίας (πρόκλησης υγρασιών) που τελικά προκλήθηκε (εάν τέτοια έχει πραγματικά προκληθεί), απαιτείται η καταβολή ποσού σημαντικά μικρότερου από εκείνο που κατ’ αποκοπήν προβλέπεται στη σύμβαση ότι πρέπει να καταβληθεί.

Με τις σκέψεις αυτές, το Δικαστήριο καταλήγει στην εκτίμηση ότι η αποζημιωτική αυτή σύμβαση δεν συνιστά στην προκείμενη περίπτωση τίποτε περισσότερο από σύμβαση ποινικής ρήτρας.......ως προς την οποία εφαρμόζονται -ευθέως και όχι αναλογικά- οι διατάξεις των άρθρων 404 επ. του ΑΚ. Περαιτέρω, από την προσήκουσα αξιολόγηση και την ορθή εκτίμηση όλων, χωρίς εξαίρεση, των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, προκύπτει ότι ο εναγόμενος πλημμελώς εκπλήρωσε την παροχή του προς την ενάγουσα, ειδικότερα ως προς τον πέμπτο από τους προαναφερόμενους όρους, η τήρηση ή η παραβίαση του οποίου αποτελεί και το μοναδικό αντικείμενο της δίκης αυτής, ενόψει των επικαλούμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών που καθόλου δεν σχετίζονται με την τήρηση ή με την παραβίαση από την πλευρά του εναγομένου των υπόλοιπων τεσσάρων από τους προαναφερόμενους όρους.

Συγκεκριμένα, αποδεικνύεται ότι στην κοινή πλευρά των οικοπέδου του εναγομένου και της ενάγουσας (στο ανατολικό όριο του οικοπέδου που πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στον εναγόμενο) και σε μήκος 25 περίπου μέτρων, κατά το τέλος Φεβρουάριου του 2011 φυτεύθηκαν καλλωπιστικοί θάμνοι που έχουν διαμορφωθεί σε δενδρύλλια και συγκεκριμένα φωτίνιες, πυξάρια και ευγενίες σε απόσταση μικρότερη του ενός μέτρου και ειδικότερα σε απόσταση ογδόντα εκατοστών του μέτρου από τον μανδρότοιχο που αποτελεί το όριο των προαναφερόμενων οικοπέδων των διαδίκων.

Επομένως, αποδεικνύεται ότι έχει πληρωθεί η ιδιόρρυθμη αναβλητική αίρεση... υπό την οποία τελούσε η κατάπτωση της ποινής και συγκεκριμένα η πλημμελής εκπλήρωση της παροχής από την πλευρά του εναγομένου, ως προς την τήρηση της ελάχιστης συμφωνημένης απόστασης του ενός μέτρου από το κοινό όριο των προαναφερόμενων οικοπέδων κατά τη φύτευση θάμνων προς την πλευρά του ορίου αυτού, η οποία είναι υπαίτια, δεδομένου ότι ο εναγόμενος γνώριζε τόσο ότι είχε αναλάβει την προαναφερόμενη υποχρέωση έναντι της ενάγουσας, όσο και τη μη τήρηση της υποχρέωσής του αυτής, αφού η φύτευση των θάμνων από το κοινό όριο των όμορων οικοπέδων δεν ικανοποιούσε τη συμφωνημένη ελάχιστη απόσταση του ενός μέτρου, αλλά υπολειπόταν κατά είκοσι εκατοστά από αυτήν.

Η κατάπτωση δε της ποινής αυτής έχει επέλθει ανεξάρτητα από το ζήτημα εάν η ενάγουσα έχει υποστεί ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής από την πλευρά του εναγομένου.... σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 405 παρ. 2 του ΑΚ που αποτελεί μεν διάταξη ενδοτικού δικαίου, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αντίθετη βούληση των διαδίκων, για την εξάρτηση δηλαδή της κατάπτωσης της ποινής από την επέλευση ζημίας στην ενάγουσα εξαιτίας της πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής από την πλευρά του εναγομένου, ανάγεται δε χρονικά η κατάπτωση της ποινής στο χρόνο της πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής, δηλαδή στο τέλος Φεβρουάριου του 2011.

Περαιτέρω, ενόψει των προαναφερόμενων ουσιαστικών παραδοχών του Δικαστηρίου τούτου, είναι πρόδηλο ότι ο κίνδυνος εμφάνισης υγρασιών στην όμορη ιδιοκτησία της ενάγουσας εξαιτίας της φύτευσης των θάμνων κοντά στο κοινό όριο των οικοπέδων, είναι ενεργός και επικείμενος. Τούτο, δε, διότι το συνεχές πότισμα των θάμνων με σκοπό την ανάπτυξή τους καθ’ ύψος και πλάτος, έχει ως αποτέλεσμα την εισροή πλεονάζοντος ύδατος στο έδαφος το οποίο δεν απορροφάται μόνον από το ριζικό σύστημα των θάμνων, αλλά είναι δυνατό να έλθει σε επαφή και να διαβρώσει το διαχωριστικό μανδρότοιχο των όμορων οικοπέδων, αλλά και να εισχωρήσει στο υπέδαφος του οικοπέδου της ενάγουσας.

Επομένως, η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον εναγόμενο την ποινή που κατέπεσε...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την από 28-8-2014 έφεση του αναιρεσείοντος και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) Δικαστηρίου, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 14-4-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης, και τον είχε υποχρεώσει να της καταβάλει, (μετά από μείωση στο προσήκον μέτρο), το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

‘ Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε όμως το δικαστήριο της ουσίας, στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο επίμαχος όρος τον οποίο, παρεβίασε ο αναιρεσείων, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τον καθιστά υπόχρεο στην καταβολή του συναφώς συμφωνηθέντος ποσού στην αναιρεσίβλητη, ανεξαρτήτως της πρόκλησης, συνεπεία της σχετικής παράβασης, ζημίας σ’ αυτήν, περιέλαβε ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ειδικότερα: 1) Ενώ αρχικά δέχεται το Εφετείο, ότι ο όρος αυτός "συνιστά συνομολόγηση αποζημιωτικής σύμβασης", κάτι που προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, για την ενεργοποίησή του την ύπαρξη ζημίας, στη συνέχεια, αντιφάσκοντας με την παραδοχή αυτή, καταλήγει στην ασαφή και πάλι παραδοχή, ότι "η αποζημιωτική αυτή σύμβαση δεν συνιστά, τίποτα περισσότερο από σύμβαση ποινικής ρήτρας", δεχόμενο ακολούθως, ερμηνεύοντας τον σχετικό όρο, ότι η πραγματική βούληση των διαδίκων ήταν, η ενεργοποίηση αυτού, να είναι αποσυνδεδεμένη με την ύπαρξη ζημίας της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα εμφάνισης υγρασίας, καίτοι, πρέπει να επισημανθεί, η τελευταία, στην προεκτεθείσα αγωγή της, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, διεκδικώντας το, για την παράβαση του όρου, ποσό, ιστορούσε ευθέως και την εξ αιτίας αυτής "δημιουργία υγρασίας επί του τοιχίου και των θεμελίων της οικοδομής της" και όχι μόνο τον κίνδυνο εμφάνισης αυτής, 2) Με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρατίθενται με επάρκεια και σαφήνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να πληρούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια και τα οποία να οδηγούν, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών στην δοθείσα από το Εφετείο ερμηνεία της πραγματικής βούλησης των διαδίκων.

Η παραδοχή δεν της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι αν οι διάδικοι ήθελαν την αντίθετη εκδοχή απ’ αυτή που αυτό δέχθηκε θα το όριζαν ρητώς στο συμβολαιογραφικό έγγραφο, δεν συνιστά επαρκή και σαφή αιτιολογία στην κατάστρωση αποδεικτικού πορίσματος στο πλαίσιο της διερεύνησης της αληθινής βούλησης των διαδίκων, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη ασάφειας.

Εξάλλου η παραδοχή του Εφετείου, στο πλαίσιο της δοθείσας απ’ αυτό ερμηνείας του συμβατικού όρου και προς απόκρουση της αντίθετης, περί αποζημιωτικής σύμβασης, ότι "...δεν θα προβλεπόταν στην προκειμένη περίπτωση ένα υψηλό, σύμφωνα με τις αντιλήψεις των συναλλαγών, χρηματικό ποσό κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης, χωρίς να εξαρτάται η καταβολή του από την επέλευση ζημίας, η αποκατάσταση της οποίας να προσεγγίζει το ποσό αυτό και χωρίς, ακόμη, να παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να ανταποδείξει ότι καμία ζημία τελικά δεν προκλήθηκε στην όμορη ιδιοκτησία της ενάγουσας, ούτε ότι για την αποκατάσταση της ζημίας (πρόκλησης υγρασιών) που τελικά προκλήθηκε(εάν τέτοια έχει πραγματικά προκληθεί),απαιτείται η καταβολή ποσού σημαντικά μικρότερου από εκείνο που κατ’ αποκοπή προβλέπεται στη σύμβαση ότι πρέπει να καταβληθεί",είναι ασαφής και στερείται νομικής ακολουθίας.

Επομένως, ο μόνος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ.19(και όχι και 1) ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 173 και 200ΑΚ είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο

δικαστή, εκτός

εκείνου, που την εξέδωσε (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα

του παραβόλου που κατέθεσε (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά του έξοδα (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2399/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων(3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ