Legislator Case Law & Legislation
518/2017 AI generated

518/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 518/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

518/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της 24.7/25.8.1920 (και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθ.38 εδ.β’ ΕισΝΑΚ), 34§2, 60§3 α.ν. 1846/1951, 299, 330, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ συνάγεται, ότι για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων του με την έννοια του άρθ.914 ΑΚ, αρκεί δηλ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 518 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 518/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Tου αναιρεσείοντος: Φ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Τζάνογλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)α)Μ. Δ. του Χ., β)Σ. Δ. του Χ. και γ)Π. χας Χ. Δ., όλων κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων του Χ. Δ. Μ., και 3)Γ. Τ. του Ι., κατοίκου .... Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πετσάλα που κατέθεσε προτάσεις, οι 2α, 2β και 2γ παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αυγουστή, που κατάθεσαν προτάσεις και ο 3ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάρκελλο, που κατάθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2177/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 338/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 1/4/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις διατάξεις των άρθ.34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313§ 1 περ. δ’ ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα που κατ’ άρθ.573§1 αυτού εφαρμόζονται και στην κατ’ αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθ. 558 ΚΠολΔ, ν’ απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, οι οποίοι και μόνο νομιμοποιούνται παθητικά στην αναιρετική δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 338/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στρέφεται, μεταξύ άλλων, και κατά των Μ. Χ. Δ., Σ. Χ. Δ. και Π. χας Χ. Δ. (με στοιχ. 2α, 2β και 2γ αναιρεσιβλήτων), ως (μόνων) εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης αρχικού εναγομένου-εκκαλούντος Χ.

Δ., και δη των δύο πρώτων ως τέκνων του (κατά ποσοστό 3/8 εκατέρου) και της τρίτης ως συζύγου του (κατά ποσοστό 2/8). Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Χ. Δ., 1ος αρχικά εναγόμενος, καθώς και εκκαλών στην δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε την 22-1-2014 η προσβαλλομένη 338/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πέθανε την 9-5-2014 (βλ.

απόσπασμα της με αριθ....2014 ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού που συνέταξε η ληξίαρχος ΔΕ Αγ. Αναργύρων του Δήμου Αγ. Αναργύρων- Καματερού), δηλ. μετά την δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης, και κληρονομήθηκε σύμφωνα με την από 14-7-2013 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το 173/15-7-2014 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Ιλίου, μόνο από τους δύο πρώτους ως άνω αναιρεσίβλητους Μ.

και Σ. Δ. (με στοιχ.2α και 2β οι οποίοι μέχρι την 9-6-2014, πριν πάντως, την έναρξη της προθεσμίας αποποίησης, άρθ.1847 ΑΚ, δεν είχαν προβεί σε αποποίηση της κληρονομίας, με αριθ. ...2014 πιστοποιητικό μη αποποίησης του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ιλίου), ενώ η τρίτη εξ αυτών, Π. Δ. (με στοιχ.2γ αναιρεσίβλητη), αποποιήθηκε την κληρονομία του ως άνω αρχικού διαδίκου (βλ.

την ...14-5-2014 έκθεση αποποίησης του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ιλίου). Επομένως, ως προς αυτήν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ασκηθείσα την 15-10-2015 (με αριθ....2015 έκθεση κατάθεσης που συνέταξε η γραμματέας του Εφετείου Αθηνών), δηλ. μετά την ως άνω αποποίηση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, η συνδρομή της οποίας ως διαδικαστικής προϋπόθεσης (άρθ.68 ΚΠολΔ) ερευνάται και αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης κατ’ άρθ.73 ΚΠολΔ.

II. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Επίσης, κατά το άρθ.559 αριθ.1 εδ. β’ ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 675/2016, 757/2015, 2102/2014, 137/2014, 120/2013, 103/2013, 11/2012). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 757/2015, 2102/2014) Τέλος, κατά τον αριθ.8 του ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" (η λήψη των οποίων, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα) η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 3/1997, ΑΠ 953/2014, 757/2014).

Τα μη ληφθέντα υπόψη "πράγματα" πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, να συγκροτούν δηλ. ισχυρισμό λυσιτελή, ήτοι ισχυρισμό που έχει επίδραση στο διατακτικό, και κατά συνέπεια δεν ιδρύει τον λόγο η παράλειψη απάντησης σε ισχυρισμό μη νόμιμο και συνεπώς μη ουσιώδη, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004) (Β) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.1 και 16 ν.551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ.

της 24.7/25.8.1920 (και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθ.38 εδ.β’ ΕισΝΑΚ), 34§2, 60§3 α.ν. 1846/1951, 299, 330, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ συνάγεται, ότι για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων του με την έννοια του άρθ.914 ΑΚ, αρκεί δηλ.

να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών κατά τις γενικές διατάξεις και όχι μόνον η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθ.16§1 ν.551/1915 (ΑΠ 757/2015, 906/2012, 261/2011). Τέτοιο πταίσμα κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του άρθ.662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "Ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία των εργαζομένων", καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της μ’ αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης προνοίας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου, συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ., αδικοπραξία (ΑΠ 1116/2011).

Πταίσμα του εργοδότη και των προστηθέντων του μπορεί να θεμελιωθεί, όπως προαναφέρθηκε, και στην μη τήρηση απ’ αυτούς διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για την διαφύλαξη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με την γενική διάταξη του άρθ.662 ΑΚ και κατ’ εφαρμογή και εξειδίκευση αυτής (πρβλ.ΑΠ 757/2015, 906/2012), όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται για τις οικοδομικές γενικά εργασίες (ΠΔ 776/1980 και 1037/1981, ν. 1396/1983 κλπ.).

Κατά τα ανωτέρω, προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης και της αντίστοιχης αξίωσης για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία) από τραυματισμό προσώπου σε εργατικό ατύχημα, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ως άνω κ.ν. 551/1915 και η οποία κρίνεται πάντοτε κατά τις γενικές διατάξεις (άρθ.914,922,932 ΑΚ, ΑΠ 675/2016,80/2016,757/2015) είναι (α) η ύπαρξη εργασιακής σχέσης μεταξύ του παθόντος και του υποχρέου εργοδότη (β) ο τραυματισμός του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής (γ) παράνομη και ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) του εργοδότη ή των προστηθέντων του (δ) υπαιτιότητα (πταίσμα) που περιλαμβάνει τον δόλο και την (οποιασδήποτε μορφής) αμέλεια, αμέλεια δε ειδικότερα υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλ.

που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του (ε) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 757/2014, 145/2014, 1361/2013, 114/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 300 ΑΚ (που εφαρμόζεται και ως προς την αξίωση για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, άρθ 932 ΑΚ), αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκταση της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση εφαρμογής της είναι πρωτίστως η καταρχήν ύπαρξη υποχρέωσης του προτείνοντος την σχετική ένσταση προς (αποζημίωση και) χρηματική ικανοποίηση (ΑΠ 188/2015, 1812/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθ.1§1 του ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση ....", με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), κατά δε την διάταξη του άρθ.25 του ίδιου νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη, και, τέλος, κατά την διάταξη του άρθ.26§ 1 του αυτού νόμου, όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμον υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική.

Η διάταξη, όμως, αυτή (περί ευθείας αξίωσης του τρίτου κατά του ασφαλιστή) δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, κατά την ρητή επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.5 του ως άνω άρθρου, αφού δεν έχει εκδοθεί η προβλεπομένη στην παράγραφο αυτήν ΚΥΑ για τον καθορισμό των υπηρεσιών ή ν.π. που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, της διαδικασίας ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης κλπ.

και κατά συνέπεια η ασφάλιση ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος κατά την εκτέλεση ενός (δημόσιου ή) ιδιωτικού έργου είναι προαιρετική, αφού δεν έχει εκδοθεί η προβλεπομένη ως άνω ΚΥΑ (η έκδοση της οποίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της δημιουργίας ευθείας αξίωσης του τρίτου κατά του ασφαλιστή), συμβατική σχέση και, συνακόλουθα, δικαιώματα και υποχρεώσεις δημιουργούνται μόνο μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου του και ο ζημιωθείς τρίτος έχει ευθεία αξίωση μόνο κατά του λήπτη της ασφάλισης, από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του οποίου γεννήθηκε η αξίωσή του, και όχι κατά του ασφαλιστή, εκτός εάν η ασφάλιση έχει συναφθεί για λογαριασμό άλλου, στην περίπτωση δηλ.

της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, διεπομένης από τα άρθ.416 επ. ΑΚ. Διαφορετικά, εάν δηλ. η ασφαλιστική σύμβαση δεν έχει συναφθεί ως γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση, ο τρίτος μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή μόνο πλαγιαστικά με την συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθ.72 ΚΠολΔ (ΑΠ 180,179,106/2014, 441/2010) (Γ) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την ένδικη από 15-11-2008 (και με αριθ.

κατ. .../2008) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Φ. Γ. εξέθεσεν, ότι από 1-10-1997 εργάζεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην επιχείρηση του 1ου εναγομένου Χ. Δ., εργολάβου χωματουργικών εργασιών, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, με το οποίο διενεργούνται οι μεταφορές των προς αποκομιδή χωμάτων και άλλων υλικών, ότι την 22-2-2008 κατά την εκτέλεση, στα πλαίσια της εργασιακής του σχέσης και κατόπιν εντολής του 1ου εναγομένου, δρομολογίου με σκοπό την μεταφορά μπάζων από οικοδομικό έργο στην οδό ...

στην Αθήνα, την επιμέλεια του οποίου είχε ο 4ος εναγόμενος Γ. Τ., ως επιβλέπων μηχανικός και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην 5η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "... ΑΕΓΑ", ο 1ος εναγόμενος τον υποχρέωσε, πέραν από την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας, να ανέλθει στην καρότσα του φορτηγού που οδηγούσε (ενάγων), ώστε να υποβοηθήσει τον 2° εναγόμενο Α.

Ο., χειριστή του αυτοκινούμενου γυροσκοπικού γερανού, ασφαλισμένου στην 3η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "... ΑΕΓΑ", με τον οποίο εξετελείτο η εργασία φόρτωσης μπάζων και χωμάτων στο φορτηγό, ότι λόγω αμέλειας και άστοχης ενέργειας του χειριστή του γερανού, αλλά και λόγω μη τήρησης των κανόνων ασφαλείας από τους 1° και 4° εναγομένους, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, η "δαγκάνα" του γερανού τον κτύπησε στο κεφάλι και τον εκσφενδόνισε στο δάπεδο του εργοταξίου, με αποτέλεσμα να υποστεί τις εκεί περιγραφόμενες σωματικές βλάβες, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σ’ αυτόν, κάθε ένας εις ολόκληρον (και δη ο 1ος ως εργοδότης του και προστήσας αυτόν στην εκτέλεση της παραπάνω εργασίας, ο 2ος ως υπαίτιος χειριστής του ζημιογόνου γερανού, η 3η ως έχουσα ασφαλίσει το γερανοφόρο όχημα, ο 4ος ως έχων την επιμέλεια και την επίβλεψη του εκτελουμένου οικοδομικού έργου και η 5η ως έχουσα ασφαλίσει το οικοδομικό έργο, το οποίο εξετελείτο στο εργοτάξιο, όπου συνέβη το ατύχημα) το ποσό των 250.0006 ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από το ως άνω εργατικό ατύχημα (2) Με την 2177/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η υπόθεση παραπέμφθηκε στο καθύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως προς τους εναγομένους 2° (Α.

Ο.) και 3η, στην θέση της οποίας είχε υπεισέλθει ως ειδικός διάδοχος το παραστάν και κατά την συζήτηση ν.π.ι.δ. "Επικουρικό Ταμείο Ασφάλισης Ευθύνης εξ Ατυχημάτων Αυτοκινήτων", ενώ η αγωγή έγινε ενμέρει δεκτή ως προς τους λοιπούς ως άνω εναγομένους, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν για την παραπάνω αιτία στον ενάγοντα, κάθε ένας εις ολόκληρον, το ποσό των 100.0006.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής του ήδη αναιρεσείοντος, ύστερ’ από εφέσεις που άσκησαν όλοι οι ως άνω εναγόμενοι, ως προς τους οποίους έγινε δεκτή αυτή, με την προσβαλλομένη 338/2014 απόφαση του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο (αρχικά) 1ος εναγόμενος Χ. Δ. (στην θέση του οποίου, θανόντος, όπως προαναφέρθηκε, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, υπεισήλθαν ως κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοί του οι με αριθ.2α και 2β αναιρεσίβλητοι Μ.

και Σ. Δ.), είναι κύριος του με αριθ. κυκλ. ... IX φορτηγού αυτοκινήτου, που πραγματοποιεί αποκλειστικά χωματουργικές εργασίες και δη μεταφορές, ο δε αναιρεσείων ενάγων προσλήφθηκε απ’ αυτόν την 1-10-2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να απασχολείται ως οδηγός του φορτηγού που εκτελούσε μεταφορές χωμάτων και διαφόρων υλικών, ότι την 21-2-2008 ο ως άνω εναγόμενος ανέλαβε την εργασία μεταφοράς χωμάτων και μπάζων από ανεγειρομένη οικοδομή στην οδό ...

στο Ηράκλειο Αττικής μέχρι την χωματερή και την επομένη 22-2- 2008 ανέθεσε στον ενάγοντα να εκτελέσει την εργασία αυτήν με το φορτηγό που οδηγούσε ο ίδιος, ενώ τις υπόλοιπες χωματουργικές εργασίες του ως άνω οικοδομικού έργου, δηλ. την εκσκαφή και φόρτωση χωμάτων στην καρότσα του φορτηγού είχε αναλάβει ο (αρχικά 2ος εναγόμενος και μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) Α.

Ο., χειριστής του γερανού (που δεν είχε προστηθεί απ’ αυτόν και δεν συνδεόταν με αυτόν με κάποια σύμβαση), ο οποίος, αφού γέμιζε με χώματα και μπάζα τον κάδο του γερανού, τον άδειαζε στην συνέχεια στην καρότσα του φορτηγού, κύριος δε του έργου ήταν ο ιδιοκτήτης του Δ. Π., που επέβλεπε το έργο με αυτεπιστασία και είχε ασφαλίσει αυτό (με το .../2007 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και λήπτη τον ίδιο) και αρχιτέκτων-μηχανικός ο 4ος εναγόμενος (3ος αναιρεσίβλητος, Γ.

Τ.), ότι την 22-2-2008, ενώ ο ενάγων βρισκόταν στην ως άνω ανεγειρομένη οικοδομή, όπου εκτελούνταν εργασίες εκσκαφής για την περαιτέρω θεμελίωση και αντιστήριξη των όμορων ιδιοκτησιών, επειδή η διαδικασία φόρτωσης των μπάζων καθυστερούσε λόγω άστοχων ενεργειών του χειριστή του γερανού, ανήλθε στην καρότσα του οχήματος, το οποίο οδηγούσε, προκειμένου να καθοδηγεί τον χειριστή, ώστε με τις υποδείξεις του η φόρτωση των μπάζων να γίνεται γρήγορα μέσα σ’ αυτήν (καρότσα), ότι ο γερανός μετακινούσε έναν κάδο τεραστίων διαστάσεων από το βάθος του σκάμματος στο επίπεδο του δρόμου, όπου και εναπόθετε το χώμα στην καρότσα του φορτηγού με μηχανικό τρόπο, καθόσον είχε ένα βαρούλκο με ένα άγκιστρο, το οποίο άνοιγε μηχανικά από το βάρος του κάδου και απασφάλιζε για να χυθούν τα χώματα στην καρότσα του φορτηγού, ότι ο κάδος εκφόρτωσης των χωμάτων στο φορτηγό δεν εκινείτο από τον χειριστή του, από τον γερανό που βρισκόταν στο επίπεδο με το φορτηγό προς το οποίο είχε πλήρη ορατότητα, περιμετρικά αλλά κάθετα, άδειαζε μηχανικά στην καρότσα του φορτηγού, ανυψωνόταν επίσης κάθετα και επέστρεφε στο σκάμμα, ότι κατά το ανέβασμα η οριζόντια θέση του κάδου δημιουργούσε μικρότερη μετωπική επιφάνεια στα μάτια του χειριστή, οπότε ο τελευταίος είχε μικρότερη παρεμπόδιση ορατότητας απ’ αυτόν, μόνο δε κατά την χρονική στιγμή που αυτός άδειαζε βρισκόταν σε όρθια θέση, με αποτέλεσμα το συνολικό μήκος του κουβά να δημιουργεί κάποια "τυφλά" σημεία, όσον αφορά στην ορατότητα του χειριστή, ότι κατά συνέπεια κατά την διάρκεια της αποκομιδής των μπάζων δεν υπήρχε έλλειψη ορατότητας του χειριστή του γερανού, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται τοποθέτηση έμπειρου βοηθού για να τον κατευθύνει με σήματα για τις κινήσεις χειρισμού του γερανού που θα έκανε κατά την διάρκεια της εναπόθεσης του κουβά με τα χώματα, τοποθετημένου στην καρότσα του φορτηγού, ότι λόγω του ότι υπήρχε αυτόματο σύστημα απασφάλισης δεν υπήρχε λόγος να ανεβαίνει κάποιος προκειμένου ν’ ανοίξει τις αλυσίδες για να πέσει ο κάδος, ότι ενόσω ο ενάγων βρισκόταν πάνω στην καρότσα, λόγω αμέλειας του χειριστού του γερανού, ο κάδος απώθησε αυτόν με δύναμη, με αποτέλεσμα αυτός ν’ απολέσει την ισορροπία του και να πέσει στο ασφάλτινο δάπεδο του εργοταξιακού χώρου και να υποστεί συντριπτικό κάταγμα 3ου βαθμού αριστερής πτέρνης με εξάρθρημα αριστερής υποστραγαλικής άρθρωσης και διατομή οπίσθιας κνημιαίας αριστερής αρτηρίας και κάταγμα αριστερού καρπού, μεταφερθείς στο Νοσοκομείο ΚΑΤ Κηφισίας, όπου για την αντιμετώπιση του κατάγματος στο κάτω άκρο υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με ανάταξη εξαρθρήματος και σύγκλιση τραύματος, ενώ για το κάταγμα του αριστερού καρπού τοποθετήθηκε γύψινος επίδεσμος, εξήλθε δε του νοσοκομείου την 7-3-2008 και έλαβε δίμηνη αναρρωτική άδεια, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω το εργατικό αυτό ατύχημα οφείλεται στην συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του (αρχικά 2ου εναγομένου και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) χειριστή του περισκοπικού γερανοφόρου οχήματος, αλλά και του ενάγοντος, ότι, ειδικότερα, κύριος υπαίτιος κρίνεται ο ως άνω χειριστής, ο οποίος, αν και έμπειρος, ανύψωσε τον γερανό πάνω από τον ενάγοντα, αλλά την στιγμή που άδειαζε τα μπάζα, καίτοι δεν είχε οπτική επαφή με αυτόν, δεν είχε κατά την εκτέλεση της εργασίας του τεταμένη την προσοχή του, όπως όφειλε και επιβάλλεται από το νόμο και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε και η αμελής συμπεριφορά του παθόντος ενάγοντος, ο οποίος, καίτοι εργαζόταν στην επιχείρηση του αρχικά 1ου εναγομένου Χ.

Δ. (στην θέση του οποίου υπεισήλθαν, όπως προαναφέρθηκε, οι με αριθ.2α και 2β αναιρεσίβλητοι) και γνώριζε τους πιθανούς κινδύνους από την εργασία του, ανήλθε αυτοβούλως στην καρότσα του οχήματος, προκειμένου να δίνει εντολές και οδηγίες στον ως άνω χειριστή, ενέργεια που αντίκειται σε κάθε έννοια ασφάλειας κατά την διάρκεια εκτέλεσης της εργασίας του, ήταν δε ικανός ν’ αντιληφθεί την επικινδυνότητά της, ότι ο ενάγων είχε κάθε συμφέρον ν’ ανέβει στην καρότσα του φορτηγού για να βοηθήσει στην διαδικασία της φόρτωσης, λόγω του ότι αυτή δεν είχε ολοκληρωθεί, αλλά βρισκόταν σε εξέλιξη την 14.30’ , όταν συνέβη το επίδικο ατύχημα, ο ίδιος δε είχε κάθε συμφέρον να επιταχύνει την όλη διαδικασία, προκειμένου να ολοκληρώσει την φόρτωση των χωμάτων και να πραγματοποιηθεί το δρομολόγιο μεταφοράς τους στην χωματερή, να ξεφορτωθούν αυτά και να παραδώσει το φορτηγό στην έδρα του κατά την λήξη του ωραρίου την 15.45’ , το ποσοστό δε της συνυπαιτιότητας αυτού ανέρχεται σε 40%, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω αρχικά 1ος εναγόμενος υποχρέωσε τον ενάγοντα σε εργασία υποκρύπτουσα μέγιστο κίνδυνο σωματικής βλάβης, δηλ.

να ανέβει στην καρότσα του φορτηγού του, προκειμένου να συνδράμει τον χειριστή στην προσπάθειά του, επειδή το έργο καθυστερούσε και μάλιστα χωρίς την παρουσία οργάνου, το οποίο να επιβλέπει και να δίνει εντολές και οδηγίες στον παθόντα, αλλά αντίθετα (αποδείχθηκε ότι) ο ως άνω εναγόμενος είχε δώσει σαφείς εντολές και οδηγίες σε όλους τους οδηγούς να μην ασχολούνται καθόλου με την διαδικασία φόρτωσης του αυτοκινήτου που οδηγούσαν, διότι η εργασία αυτή εκτελείται από τον χειριστή της τσάπας ή του γερανού, ως κύριος δε του με αριθ.

κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο παθών και ως εργοδότης είχε λάβει όλα τα μέτρα ασφαλείας που εξασφάλιζαν μία ασφαλή μεταφορά, τα οποία ορίζει το άρθ.3§1 ν.3446/2006, καθώς και όλα τα μέτρα ασφαλείας που είχε υποχρέωση να λάβει ως μεταφορέας που προβλέπονται από το άρθ.8 του Παραρτήματος IV του ΠΔ 305/1996 (καλή κατάσταση λειτουργίας του φορτηγού, ειδική εκπαίδευση του οδηγού, απαιτουμένη από το νόμο άδεια οδήγησης) και είχε εφοδιασθεί με όλα τα έγγραφα κατοχής και καλής λειτουργίας αυτού, μη υπέχων ως μεταφορέας χωματουργικών υποχρέωση λήψης άλλων μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση του έργου, ότι τα χωματουργικά έργα είχαν ανατεθεί στον εργολάβο χωματουργικών εργασιών Ε.

Λ., στον οποίο στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του ο 4ος εναγόμενος (3ος αναιρεσίβλητος) υπέδειξε να συνεργάζεται με τον εργολάβο οπλισμένου σκυροδέματος Θ. Κ. για θέματα ταυτόχρονης εκσκαφής, θεμελίωσης και αντιστηρίξεων των όμορων ιδιοκτησιών και τήρησης των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται κατά την ανέγερση των οικοδομών στο στάδιο αυτό της εκσκαφής, ο εναγόμενος δε αυτός συνέταξε την αρχιτεκτονική μελέτη καθώς και την μελέτη θερμομόνωσης και παθητικής πυροπροστασίας και μαζί με τον μηχανικό Δ.

Μ. συνέταξαν την μελέτη του φέροντος οργανισμού, ενώ τις μελάτες ύδρευσης, αποχέτευσης, θέρμανσης και ανυψωτικών συνέταξε ο μηχανολόγος Λ. Π., ότι ο ως άνω εναγόμενος αναιρεσίβλητος Γ. Τ. ορίσθηκε ως επιβλέπων μηχανικός για την γενική επίβλεψη αρχιτεκτονικών και από κοινού με τον Δ. Π. ορίσθηκαν ως επιβλέποντες φέροντος οργανισμού, ο δε μηχανολόγος Λ.

Π. ορίσθηκε ως επιβλέπων για την επίβλεψη ύδρευσης, αποχέτευσης, θέρμανσης και ανυψωτικών, ότι στον φάκελο της ως άνω οικοδομικής άδειας της Δ/νσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Ν. Ιωνίας Αττικής και δη στο έντυπο της αίτησης, όπου αναγράφονται οι δηλώσεις ανάθεσης και ανάληψης των μελετών της οικοδομής δεν υπάρχει δήλωση ανάθεσης μελέτης από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, ούτε δήλωση ανάληψης από μηχανικό των μέτρων ασφαλείας της οικοδομής, όπως επίσης στο έντυπο αδείας που τηρείται στο αρχείο της ως άνω υπηρεσίας δεν αναγράφεται υπεύθυνος επίβλεψης μέτρων ασφαλείας στην συγκεκριμένη οικοδομή, ενώ, εξάλλου, δεν έχει γίνει ορισμός συντονιστή σε θέματα ασφαλείας και υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996 για το εν λόγω οικοδομικό έργο, και την υποχρέωση αυτήν έχει ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και όταν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου, σε κανένα δε από τα δελτία ελέγχου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας για τους ελέγχους τήρησης των μέτρων ασφαλείας που πραγματοποιήθηκαν στην παραπάνω οικοδομή δεν αναγράφεται το όνομα του ως άνω εναγομένου ως υπευθύνου των μέτρων ασφαλείας, αλλά του ιδιοκτήτη Δ.

Π. και των ανά τμήμα έργου εργολάβων ή υπεργολάβων, ότι ο εναγόμενος αυτός ως επιβλέπων μόνο των αρχιτεκτονικών μελετών και του φέροντος οργανισμού δεν είχε αρμοδιότητα και ως εκ τούτου ούτε και ευθύνη για την λήψη μέτρων ασφαλείας κατά την φόρτωση των υλικών της εκσκαφής στα φορτηγά μεταφοράς τους, έργο που είχε ανατεθεί στον εργολάβο της επιλογής του ιδιοκτήτη του έργου, και επομένως οι εναγόμενοι (αρχικά) 1ος Χ.

Δ. και 4ος Τ. (3ος αναιρεσίβλητος) δεν ήταν υπαίτιοι του τραυματισμού του ενάγοντος, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και, αφού έκρινε περαιτέρω ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) δεν είχε ευθεία αξίωση κατά της 5ης εναγομένης (1ης αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρείας "...

ΑΕΓΑ", η οποία είχε ασφαλίσει το οικοδομικό έργο, καθόσον η ασφάλιση αυτή ήταν προαιρετική και όχι υποχρεωτική και επομένως η ένδικη αγωγή (με το προδιαληφθέν περιεχόμενο) του αναιρεσείοντος ήταν μη νόμιμη ως προς αυτήν (5η εναγομένη-1η αναιρεσίβλητη), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή και ως προς τους εναγομένους αυτούς.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο : (Α) Απορρίπτοντας για τον ως άνω λόγο ως μη νόμιμη την αγωγή, καθόσον μέρος της στρεφόταν κατά της 1ης αναιρεσίβλητης (5ης εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας "... ΑΕΓΑ"), ουδόλως παραβίασεν ευθέως (α) τις διατάξεις των άρθ.1§1, 7§7, 25 ν.2496/1997, 410, 411 και 361 ΑΚ, αφού, σύμφωνα με το προδιαληφθέν περιεχόμενο της, η σύμβαση ασφάλισης του οικοδομικού έργου δεν είχε συναφθεί για λογαριασμό άλλου, δηλ.

ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, παρεκτός του ότι, κατά τα εκεί εκτιθέμενα, το επίδικο ατύχημα συνέβη κατά το διακριτό τμήμα της φόρτωσης μπάζων προς αποκομιδή αυτών (β) τις, έχουσες, άλλωστε, ήδη τότε καταργηθεί με το άρθ.33 του ως άνω ν.2496/1997 και σε κάθε περίπτωση μη εφαρμοστέες, διατάξεις των άρθ.189,192,193 και 221 παρ.1 του Εμπορικού Νόμου (ΒΔ από 19.4/1.5.1835 "περί του Εμπορικού Νόμου", ο οποίος αναδημοσιεύθηκε, όπως είχε εντωμεταξύ τροποποιηθεί, με το ΒΔ της 16/17-6-1910) και επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου με στοιχ.

III λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ (Β) Δεχθέν, με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω και μη υποκείμενα σε αναιρετικό έλεγχο πραγματικά περιστατικά (άρθ.561§1 ΚΠολΔ) σε σχέση, ειδικότερα, με τις ιδιότητες του (αρχικά) 1ου εναγομένου Χ. Δ. (στην θέση του οποίου υπεισήλθαν, όπως προαναφέρθηκε, οι με στοιχ.2α και 2β αναιρεσίβλητοι), καθώς και του 4ου εναγομένου (3ου αναιρεσιβλήτου) Γ.

Τ., ότι ο 1ος εναγόμενος ως εργοδότης του ενάγοντος και ιδιοκτήτης του φορτηγού αυτοκινήτου, με το οποίο αυτός (ενάγων) εκτελούσε την μεταφορά των χωμάτων κλπ. από την ανεγειρομένη οικοδομή, είχε λάβει όλα τα μέτρα ασφαλείας που εξασφάλιζαν μία ασφαλή μεταφορά (άρθ.3§1 ν.3446/2006), όπως και τα προβλεπόμενα από το Παράρτημα IV του ΠΔ 305/1996, και επομένως δεν ήταν υπαίτιος του ατυχήματος, καθώς και ότι ο 4ος εναγόμενος (3ος αναιρεσίβλητος) Γ.

Τ. ως επιβλέπων μόνο των αρχιτεκτονικών μελετών και του φέροντος οργανισμού δεν είχε αρμοδιότητα και ως εκ τούτου ούτε και ευθύνη για την λήψη μέτρων ασφαλείας κατά την φόρτωση των υλικών της εκσκαφής στα φορτηγά μεταφοράς, έργο που είχε ανατεθεί στον εργολάβου της επιλογής του (μη διαδίκου) ιδιοκτήτη του οικοδομικού έργου, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων : (i) Ως προς τον 1° (αρχικά) εναγόμενο : (1) 64§3 ΠΔ 1037/1981, κατά το οποίο "Ο χειριστής κατά την διάρκειαν λειτουργίας του μηχανήματος ευρίσκεται εις θέσιν εκ της οποίας έχει πλήρη ορατότητα και εποπτείαν φορτώσεως και εκφορτώσεως των υλικών και της όλης διαδρομής των, κατά την ανύψωσιν ή και την οριζόντιον μεταφοράν των.

Η εκτέλεσις εργασίας εις σημεία μη ορατά υπό του χειριστού, είναι δυνατή μόνον όταν εις τας επισφαλείς θέσεις υπάρχει έμπειρον πρόσωπον, προφυλαγμένον από την πιθανήν πτώσιν των μεταφερομένων υλικών, διά να κατευθύνει διά σημάτων τους χειρισμούς" (2) 107 του αυτού ΠΔ που ορίζει "Ο εκτελών το έργον πρέπει, να εξασφαλίζει την δυνατότητα χρήσεως των ζωνών ασφαλείας εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας η χρήσις αύτη είναι αναγκαία.

Αι ζώναι ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπουν την ελευθέραν πτώσιν πλέον του ενός (1,00) μέτρου. Απαγορεύεται να εργάζωνται μεμονωμένως οι εργαζόμενοι ο οποίοι χρησιμοποιούν διά την προστασίαν των ζώνας ασφαλείας", η οποία, ειδικότερα, σε κάθε περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, ενόψει των παραδοχών του Εφετείου ως προς την φύση του εκετελουμένου έργου (3) 10.4 του IV Παραρτήματος, που έχει επισυναφθεί στο άρθ.12 ΠΔ 305/1996 και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού του ΠΔ, το οποίο (Παράρτημα) αναφέρεται στο άρθ.8§2 εδ.

α’ , που αφορά τις γενικές υποχρεώσεις των εργοδοτών, κατά την εκτέλεση έργου, για την λήψη των αναγκαίων μέτρων προς προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων στα εργοτάξια και ειδικότερα την επιλογή της τοποθέτησης των θέσεων εργασίας ενόψει των συνθηκών πρόσβασης στις θέσεις αυτές καθώς και τον καθορισμό των οδών ή των ζωνών μετακίνησης ή κυκλοφορίας, και στο άρθ.9§2 εδ.

γ’ που αφορά τις υποχρεώσεις των αυτοαπασχολουμένων, εργολάβων και υπεργολάβων για την ασφάλεια και την διαφύλαξη της υγείας σε εργοτάξιο, ορίζει δε (άρθ.10.4) ότι "Εφόσον στο εργοτάξιο υπάρχουν ζώνες περιορισμένης πρόσβασης, οι ζώνες αυτές θα πρέπει να είναι εφοδιασμένες με συστήματα που εμποδίζουν την είσοδο μη εξουσιοδοτημένων εργαζομένων" (4) 10.5 του αυτού Παραρτήματος που ορίζει "Πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των εργαζομένων στους οποίους επιτρέπεται η είσοδος στις επικίνδυνες ζώνες.

Οι επικίνδυνες ζώνες πρέπει να επισημαίνονται ευκρινώς" (5) 2§4 του ως άνω ΠΔ που ορίζει ότι για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος ΠΔ, το οποίο εκδόθηκε για τη προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 92/57/ΕΟΚ και καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια, νοείται ως "εργοδότης" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και εν προκειμένω οι παράγοντες του έργου που αναφέρονται στα εδ.

α’ και β’ της προηγουμένης παραγράφου, δηλ. ο εργολάβος (το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολοκλήρου του έργου ή τμήματος του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα, με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό) και ο υπεργολάβος (το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολοκλήρου του έργου ή τμήματος του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα, με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό, καθώς και το πρόσωπο που συμβάλλεται με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει σύμφωνα με τα παραπάνω την εκτέλεση ολοκλήρου του έργου ή τμήματος του), μη αποκλειομένου και του κυρίου του έργου, όταν αυτός συνδέεται απευθείας με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο (6) 8§1γ και ζ του ίδιου ΠΔ, κατά τις οποίες "Κατά την εκτέλεση του έργου, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 7 του Π.Δ. 17/96 γενικές αρχές πρόληψης, βάσει των οποίων οι εργοδότες στα πλαίσια των ευθυνών τους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων, εφαρμόζονται κυρίως όσον αφορά:

α)...β)...γ) Τις συνθήκες μεταφοράς των διαφόρων υλικών ...ζ) την αποθήκευση και τη διάθεση ή την αποκομιδή των απορριμμάτων και των άχρηστων υλικών" (7) άρθ.55 ΠΔ 1073/1981 που ορίζει ότι "Ο χώρος λειτουργίας των ανυψωτικών μηχανημάτων σταθεράς τροχιάς ανυψώσεως γενικώς απομονούται διά καταλλήλων περιφραγμάτων, ούτως ώστε να καθίσταται αδύνατος η διέλευσις προσώπων ασχέτων προς την εκτελουμένην εργασίαν.

Κατά την ανύψωσιν και εν γένει μεταφοράν φορτίων από γερανούς και συναφή μηχανήματα, πρέπει να εξασφαλίζεται, διά περιφράξεων κλπ., ώστε οι εργαζόμενοι ή οι διερχόμενοι να μη κυκλοφορούν ή να μην ευρίσκωνται κάτωθεν των διακινουμένων φορτίων", οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες, καθόσον η υποχρέωση για την λήψη των ως άνω, και άλλων, μέτρων ασφαλείας αφορά τους υπευθύνους εργοταξίων, δηλ.

τους εργολάβους ή υπεργολάβους ολοκλήρου του έργου ή τμήματος αυτού ή, υπό προϋποθέσεις, τον κύριο του έργου, όπως τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι κατ’ άρθ.8§2β ΠΔ 305/1996 για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο και υπό τις προϋποθέσεις των άρθ. 6 και 7 του ίδιου ΠΔ οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν υπόψη τις υποδείξεις του συντονιστή για θέματα ασφάλειας κλπ., δηλ.

του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο ο εργολάβος ολοκλήρου του έργου και, αν δε υπάρχει, ο κύριος του έργου αναθέτει την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στο άρθ.5§2 (άρθ.2§8). Ο ως άνω, όμως, εναγόμενος δεν είχε καμία από τις παραπάνω ιδιότητες σε σχέση με το έργο της φόρτωσης χωμάτων κλπ. στο φορτηγό που οδηγούσε ο παθών ενάγων (κατά την διάρκεια του οποίου συνέβη το επίδικο ατύχημα και), το οποίο είχε αναλάβει και εκτελούσε, ως υπεργολάβος, ο (μη διάδικος) Α.

Ο., υπέχοντας και όλες τις συναφείς υποχρεώσεις για την λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσή του, ενώ, εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, κατά τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν είχε δώσει (αρχικά εναγόμενος Χ. Δ.) εντολή στον ενάγοντα ν’ ανέλθει στην "καρότσα" του φορτηγού προς υποβοήθηση του ως άνω χειριστή του γερανού (ενέργεια στην οποία προέβη αυτοβούλως ο ενάγων), αλλ’ αντίθετα είχε δώσε στους οδηγούς των φορτηγών αυτοκινήτων του, ως ο ενάγων, σαφείς οδηγίες και εντολές να μην ασχολούνται καθόλου με την διαδικασία φόρτωσης.

Επομένως, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο με στοιχ. II λόγος αναίρεσης κατά το συναφές σκέλος του από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ., καθώς και ο με στοιχ.Ι λόγος, καθόσον μέρος του και κατ’ εκτίμηση αυτού πλήττει την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας του (αρχικά) 1ου εναγομένου Χ.

Δ. στην επέλευση του επιδίκου ατυχήματος, από το ίδιο άρθ.559 ΚΠολΔ και τους αριθ.1 και 19 (για αντιφατικές αιτιολογίες, στην τελευταία περίπτωση, ως προς την έλλειψη ή μη ορατότητας του ως άνω χειριστή του γερανού κατά την φόρτωση του φορτηγού και την συνακόλουθη ανάγκη τοποθέτησης βοηθού για την καθοδήγησή του).

Ο αυτός Π λόγος κατά τα σκέλη του από τον αριθ.8 του ίδιου άρθρου, για μη λήψη υπόψη "πραγμάτων", δηλ. των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ότι (α) ο ως άνω εργοδότης του κατά παράβαση του άρθ.107 ΠΔ 1073/1981 δεν του εξασφάλισε την δυνατότητα χρήσης ζώνης ασφαλείας και (β) ούτε ο εργοδότης του ούτε ο επιβλέπων το έργο μηχανικός, 3ος αναιρεσίβλητος, είχαν μεριμνήσει για την περίφραξη και εξασφάλιση του χώρου λειτουργίας του ανυψωτικού μηχανήματος, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού λόγω μη εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση των ως άνω διατάξεων οι ισχυρισμοί αυτοί ήσαν μη νόμιμοι, μη δημιουργούντες υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει σ’ αυτούς, ειδικά δε ως προς τον 3° αναιρεσίβλητο ο με στοιχ. (β) ισχυρισμός ερειδόταν σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο ρητά δέχθηκε ότι αυτός δεν ήταν επιβλέπων μηχανικός του έργου (ii) Ως προς τον 4° εναγόμενο, ήδη 3° αναιρεσίβλητο, Γ.

Τ., (δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων) (α) του ισχύοντος κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο "Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας" (ΠΔ από 14-7-1999) (αα) 331 παρ.2 που ορίζει ότι "για την χορήγηση οικοδομικής αδείας απαιτείται... (α) αίτηση του ενδιαφερομένου στην οποία είναι ενσωματωμένα σε ενιαίο τεύχος έντυπα με τις δηλώσεις ανάθεσης, ανάληψης (μελέτης, επίβλεψης), φύλλο ελέγχου, ειδικό έντυπο προϋπολογισμού.." (ββ) 334§2 κατά το οποίο "Κατά την διάρκεια ισχύος της αδείας και για το υπόλοιπο του χρόνου ισχύος της, απαιτείται και επιβάλλεται αναθεώρηση και στις πιο κάτω περιπτώσεις (α) αλλαγή ή παραίτηση του επιβλέποντος το έργο μηχανικού" (γ) 2 περ. 7 ν. 1396/1983 που ορίζει "Επιβλέπων :

Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος του σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης" (δ) 7 περ. 1 και 3 ν.1396/1983, σύμφωνα με τις οποίες "...Ο επιβλέπων, εκτός από ης υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει και τις ακόλουθες :1.

Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2...3.

Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρονται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες" (ε) 2 του ΠΔ 305/1996 οριζούσης ότι "Προσωρινό ή κινητό εργοτάξιο νοείται κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο" κλπ., και επομένως, ο περί του αντιθέτου με στοιχ.

IV λόγος αναίρεσης κατά το με αριθ.2 σκέλος του από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ. πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος και ερειδόμενος σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, διότι, πέραν του ότι ειδικότερα οι ως άνω διατάξεις του Κώδικα Βασικής Πολεοδομίας αφορούν απλά την διαδικασία χορήγησης και τις περιπτώσεις αναθεώρησης οικοδομικής αδείας, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο ρητά και με σαφήνεια δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν ήταν επιβλέπων μηχανικός του συγκεκριμένου έργου, ούτε συντονιστής μέτρων ασφαλείας κατά το ΠΔ 305/1996.

Συναφώς με τα παραπάνω, δηλ. την ιδιότητα του 3ου αναιρεσιβλήτου ως επιβλέποντος μηχανικού, με τον αυτόν ως άνω IV λόγο αναίρεσης και με το 1° σκέλος του από τον αριθ.11γ’ του ίδιου άρθρου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία του 3ου αναιρεσιβλήτου (άρθ.352§1 ΚΠολΔ), περιεχομένη στις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου προτάσεις του και στην έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, ότι είχε αναλάβει την γενική επίβλεψη του έργου, όπου συνέβη το επίδικο ατύχημα.

Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος πρέπει ν’ απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτόν ότι ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί ενώπιον του Εφετείου την φερομένη ομολογία (ΑΠ 33/2Θ14, 1014/2010).

Εξάλλου, εφόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ορθώς έγινε δεκτό ότι (α) οι εναγόμενοι 1ος (Χ. Δ. (στην θέση του οποίου υπεισήλθαν οι 2α και 2β αναιρεσίβλητοι) και 4ος (Γ. Τ., 3ος αναιρεσίβλητος) δεν υπείχαν ευθύνη για το ατύχημα και (β) ο αναιρεσείων ενάγων δεν μπορούσε να στραφεί ευθέως κατά της 5ης εναγομένης και 1ης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "Ευρωπαϊκή Πίστη ΑΕΓΑ", ενώ κρίθηκε ότι κυρίως υπαίτιος ήταν ο αρχικά 2ος εναγομένος Α.

Ο., ως προς τον οποίο, όμως, και την αρχικά 3η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕΓΑ", στην θέση της οποίας υπεισήλθε το "Επικουρικό Κεφάλαιο", η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το Εφετείο ως εκ περισσού ασχολήθηκε με το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος ενάγοντος, καθορίζοντας μάλιστα και το ποσοστό αυτής (40%), και επομένως ο με στοιχ.

I λόγος αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται συναφείς αναιρετικές πλημμέλειες σε σχέση με το άρθ.300 ΑΚ και την αναγνώριση της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος (με την επισήμανση ότι, σε κάθε περίπτωση, ειδικότερα η αποδιδομένη παραβίαση ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθ.300ΑΚ των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ο ενάγων χωρίς την ρητή, σαφή και κατηγορηματική εντολή του εργοδότη του δεν θα ανερχόταν στην καρότσα του φορτηγού, προκειμένου να εκτελέσει τα καθήκοντα του βοηθού φόρτωσης, που ήταν παντελώς ξένα και άσχετα με την ιδιότητα του οδηγού του φορτηγού και εξαιρετικά επικίνδυνα για την σωματική ακεραιότητα και την ζωή του, αποβλέποντα αποκλειστικά στο συμφέρον του εργοδότη του, είναι απαράδεκτη, διότι αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι την αληθινή έννοια του ως άνω κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών), είναι απορριπτέος ως άνευ αντικειμένου και άνευ εννόμου συμφέροντος προβαλλόμενος.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ.176, 183,191 §2 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν χωριστές προτάσεις και εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς δικηγόρους, τα οποία (έξοδα) πρέπει να επιμερισθούν σ’ αυτούς κατ’ ίσο μέρος (ανά δικηγόρο), διότι χωρίς να υπάρχει ανάγκη και από υπερβολική πρόνοια (άρθ.189§2 ΚΠολΔ) εκπροσωπήθηκαν χωριστά, ενώ μπορούσαν και όφειλαν να παρασταθούν με έναν δικηγόρο, αφού είχαν κοινό συμφέρον, συνιστάμενο στην απόρριψη της αναίρεσης (άρθ.180§2 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενο αναλογικά στην προκειμένη περίπτωση που δεν προβλέπεται από το νόμο, βλ. και άρθ.480 ΑΚ, ΑΠ 1101/1993), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2015 αίτηση του Φ. Γ. για αναίρεση της 338/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ συνολικά, καταμεριζόμενο κατ’ ίσα μέρη (ειδικότερα δε από κοινού και σε ένα μέρος ως προς τους με αριθ.2α,2β και 2γ αναιρεσιβλήτους).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ