518/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated518/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η τρίτη εναγομένη ... είχε αναλάβει την ανέγερση πολλών οικοδομών στην περιοχή του.... Ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος διατηρεί .. επιχείρηση εμπορίας και επεξεργασίας μαρμάρων, είχε αναπτύξει (με την τρίτη εναγομένη) μακρά εμπορική συνεργασία, ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 518 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 518/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Ματάκια.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Χ. του Χ., κατοίκου ... και 3) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-8-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2792/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5600/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-3-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 12-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις ... και .../9-12-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Δ. Α. και την .../9-12-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ά. Π. Χ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης μαζί με κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι στην ορισθείσα μετ' αναβολή και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23-11-2015) δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήσαν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα δε ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, ή όταν προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και να εκτίθεται σε τί συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.
Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, πλην ενός άνευ ουσιαστικού περιεχομένου ιστορικού της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης διενέξεως, κάποια νομική πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως ή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, δεν εξειδικεύεται δε περαιτέρω ούτε το σφάλμα του Εφετείου, ούτε αναφέρονται επιπλέον οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν εμπίπτουν στον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως οι όλως αορίστως προβαλλόμενες αιτιάσεις, ανεξάρτητα του ότι, υπό την κατ' επίφαση επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 1, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα ότι "την υπό στοιχ. γ' υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 12.000 ευρώ δεν την παρέδωσε στον ενάγοντα ο δεύτερος εναγόμενος". Ο λόγος είναι αβάσιμος, προεχόντως γιατί το ως άνω περιστατικό δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, εφόσον δεν αποτελούσε πραγματικό ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε κάθε δε περίπτωση γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, και συγκεκριμένα στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση τα διάδικα μέρη.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η τρίτη εναγομένη ... είχε αναλάβει την ανέγερση πολλών οικοδομών στην περιοχή του.... Ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος διατηρεί .. επιχείρηση εμπορίας και επεξεργασίας μαρμάρων, είχε αναπτύξει (με την τρίτη εναγομένη) μακρά εμπορική συνεργασία, ...
με επακόλουθο να υπάρχει συχνά οφειλή της ... προς τον δεύτερο εναγόμενο. Περί τον Ιούνιο του 2001 η τρίτη εναγομένη από αγορά και τοποθέτηση μαρμάρων όφειλε στον δεύτερο εναγόμενο το χρηματικό ποσό των 39.000 ευρώ περίπου, έναντι δε της οφειλής της αυτής προέβη σε οπισθογράφηση και παράδοση στον δεύτερο εναγόμενο ...
πέντε μεταχρονολογημένων τραπεζικών επιταγών ... Όλες τις επιταγές (πλην της ... ποσού 12.000 ευρώ) ο δεύτερος εναγόμενος στη συνέχεια (τον Αύγουστο 2001) παρέδωσε στον ενάγοντα. Ο τελευταίος πριν από την ημερομηνία λήξης των επίμαχων επιταγών αποδείχθηκε ότι δεν γνώριζε την τρίτη εναγομένη, επιπρόσθετα δε δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε συναλλαγή με αυτήν ...
Οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν προς πληρωμή την 30-3-2002 και δεν πληρώθηκαν, όπως συνομολογούν τα διάδικα μέρη. Ακολούθως, τον επόμενο μήνα (Απρίλιος 2002) ο δεύτερος εναγόμενος πληροφόρησε την τρίτη εναγομένη ότι τις είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στον ενάγοντα. Ο τελευταίος ενδιαφερόμενος για να εισπράξει το ποσόν των επιταγών αυτών ...
επικοινώνησε με την τρίτη εναγομένη και ζήτησε να την συναντήσει για πρώτη φορά ... Κατά την ... συνάντηση η τρίτη εναγομένη ανέφερε στον ενάγοντα ότι το χρέος της προς τον δεύτερο εναγόμενο από την εμπορική τους συνεργασία ανερχόταν στο ποσόν των 30.000 ευρώ και θα του κατέβαλε την ίδια ημέρα το ποσόν των 5.000 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 25.000 ευρώ θα του το κατέβαλε σε περιοδικές παροχές ...
ποσού 2.500 ευρώ η καθεμία (μέχρι δε το Νοέμβριο του 2005 η τρίτη εναγομένη κατέβαλε τακτικώς την εν λόγω περιοδική παροχή). Το υπόλοιπο ποσό των 40.000 ευρώ είχε δεσμευθεί στην τρίτη εναγομένη ότι θα το διευθετούσε προσωπικά ο δεύτερος εναγόμενος. Στα ανωτέρω λεχθέντα συμφώνησε ο ενάγων, ωστόσο δεν παρέδωσε στην τρίτη εναγομένη σχετική απόδειξη για ό,τι είχε καταβληθεί, ούτε τα σώματα των επιταγών (που αντιστοιχούσαν στο καταβληθέν ποσό) υποστηρίζοντας ότι δεν είχε εξοφληθεί πλήρως.
Τα αντίθετα πραγματικά περιστατικά που ιστορούνται στην αγωγή δεν αποδείχθηκαν από το αποδεικτικό υλικό της προκείμενης υπόθεσης. ... Ο δεύτερος εναγόμενος διατηρούσε μακρόχρονη γνωριμία και συναλλασσόταν με τον ενάγοντα στις περιπτώσεις που αντιμετώπιζε ... πρόβλημα ρευστότητας και είχε άμεση ανάγκη μετρητών, οπότε απευθυνόταν στον τελευταίο και αυτός του προεξοφλούσε διάφορες τραπεζικές επιταγές ή γραμμάτια.
Η ίδια συναλλαγή ακολουθήθηκε και στην προκείμενη περίπτωση, όταν ο δεύτερος εναγόμενος μεταβίβασε με οπισθογράφηση προς τον ενάγοντα τις παραπάνω επίμαχες μεταχρονολογημένες επιταγές, που είχε εκδώσει ο πρώτος εναγόμενος σε διαταγή της τρίτης εναγομένης, ο δε ενάγων πάραυτα τις προεξόφλησε στον δεύτερο εναγόμενο.
Δεν υπήρξε αληθής βούληση και πραγματική πρόθεση του ενάγοντος που εξωτερικεύθηκε με συγκεκριμένες ενέργειες και πράξεις για την αγορά διαμερίσματος στην περιοχή του …για να χρησιμεύσει ως ιατρείο στον υιό του... Οι ανωτέρω παραδοχές επιβεβαιώνονται και από την ποινική πορεία της υπόθεσης, ειδικότερα ...
το υπ' αριθμ. 669/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο, ... αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του δευτέρου και τρίτης των εναγομένων για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, που φερόταν ότι είχε τελεσθεί από αυτούς στην …περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2001 εις βάρος του ενάγοντος.
Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι τρεις εναγόμενοι, ενεργώντας από κοινού, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον ενάγοντα ότι η τρίτη εναγομένη ως εργολάβος οικοδομών, είχε τη δυνατότητα να του μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα ένα διαμέρισμα στην περιοχή του…, πείθοντας αυτόν να τους καταβάλει το επίδικο χρηματικό ποσό των 70.000 ευρώ, και παραδίδοντάς του, προς δήθεν εξασφάλισή του, τις οπισθογραφημένες από αυτούς ...
επιταγές της Τράπεζας Κύπρου, ... είχαν σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος του ενάγοντος κατά το χρηματικό ποσό των 70.000 ευρώ, βλάπτοντας την περιουσία του με το αντίστοιχο ποσό. Γι' αυτό η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την έλλειψη ευθύνης των αναιρεσίβλητων με βάση την επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά τούτων έναντι του αναιρεσείοντος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 926 και 297 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η οπισθογράφηση στον αναιρεσείοντα των επίμαχων επιταγών από το δεύτερο αναιρεσίβλητο ήταν αποτέλεσμα αφενός μεν των συναλλαγών που είχε αυτός με την τρίτη αναιρεσίβλητη, αφετέρου δε των συναλλαγών που είχε ο ίδιος με τον αναιρεσείοντα, στα πλαίσια των οποίων υπήρξε εκ μέρους του τελευταίου προεξόφληση των επιταγών αυτών προς κάλυψη των αναγκών του πρώτου σε μετρητά, και δεν υπήρξε αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων από κοινού σε βάρος του, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται περαιτέρω, αν ο αναιρεσείων κατέβαλε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο ολόκληρο το ποσό που αναγράφεται στις επιταγές αυτές.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, προβάλλοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκτίθενται περιστατικά που να διευκρινίζουν, αν κατέβαλε ή όχι αυτός στο δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσόν των 70.000 ευρώ.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το δεύτερο τμήμα του, και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, γιατί δεν ερεύνησε το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του και τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, από την επισκόπηση του οικείου δικογράφου προκύπτει ότι με το σχετικό λόγο εφέσεως ο αναιρεσείων επικαλείτο εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της αγωγής του για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, καθώς και για την κρίση του ότι το αίτημα καταβολής τόκων ήταν νόμιμο από την επίδοση της αγωγής και όχι από την εμφάνιση και μη πληρωμή των επίδικων επιταγών, και περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσίβλητων για την πράξη της απάτης, υφίσταται απάτη κατά τον Αστικό Κώδικα, που συνίσταται στην απόκρυψη των αληθών γεγονότων, και συγκεκριμένα ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είναι υιός της τρίτης και δεν πρόκειται για αγοραστή πελάτη της άλλου διαμερίσματος, ότι οι επίμαχες επιταγές είχαν εκδοθεί σε ξένη χώρα και δεν ήταν δυνατόν να πληρωθούν στην Ελλάδα, ούτε να εκδοθεί γι' αυτές διαταγή πληρωμής, και ότι η οικονομική καταστροφή της τρίτης αναιρεσίβλητης είχα αρχίσει από το έτος 2001 και έκτοτε δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα, γεγονότα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αν γνώριζε όλα αυτά τα περιστατικά δεν θα κατέβαλε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσόν των 70.000 ευρώ και δεν θα διαπραγματευόταν την αγορά διαμερίσματος από την τρίτη αναιρεσίβλητη.
Από τις παραδοχές του Εφετείου, όπως αυτές εκτέθηκαν κατά την έρευνα του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, και ειδικότερα ότι δεν αποδείχθηκε αφενός μεν το θεμελιωτικό της αγωγής περιστατικό, ότι το ποσόν των 70.000 ευρώ θα συμψηφιζόταν στο τίμημα αγοράς ενός διαμερίσματος που θα πωλούσε σ' αυτόν η τρίτη αναιρεσίβλητη και ότι ως εγγύηση για την αγορά του ακινήτου δέχθηκε και έλαβε αυτός ίσου ποσού τραπεζικές επιταγές, αφετέρου δε η οποιαδήποτε ανάμειξη ή συμμετοχή του πρώτου αναιρεσίβλητου στην επαγγελματική δραστηριότητα της μητέρας του, ενώ περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες επιταγές είχαν εκδοθεί και ήσαν πληρωτέες στη …της…, καταδεικνύει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος, πλην όμως εμμέσως τους απέρριψε ως αβάσιμους.
Τέλος, η επιχειρηθείσα με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου θεμελίωση επικουρικής βάσεως της αγωγής και σε ενοχή από επιταγή, συνιστούσε απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως και η παράλειψη του Εφετείου να αποφανθεί επ' αυτής δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1530/2001).
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2014 αίτηση του Κ. Ν. για αναίρεση της 5600/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ