Legislator Case Law & Legislation
518/2011 AI generated

518/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 518/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1841/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/9/2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

518/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τον ίδιο ισχυρισμό με την έννοια του πρόσθετου λόγου κατ' άρθρ. 654 § 1 του Κ.Πολ.Δ. επανέλαβε ο αναιρεσίβλητος και με τις έγγραφες προτάσεις του που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της έφεσής του στις 14-10-2008, ενώ με τις ίδιες προτάσεις επικαλέσθηκε για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του ίδιου ισχυρισμού τα από 18-1-2007 και 23-4-2007 δύο μισθωτήρια, τα οποία δήλωσε και ότι προσκομίζει.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 518 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 518/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδων Παπαμιχάλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Λυμπερόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1841/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/9/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 23/11/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8-9-2009 αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαραδέκτως προβληθέντες ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Στην έννοια του απαραδέκτως προβληθέντος ισχυρισμού περιλαμβάνεται και εκείνος που προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων των άρθρων 527 § 1, 2 και 3 και 269 § 2 εδ. α, β, γ και δ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 11 του ν. 2915/2001 που ισχύει από 1-1-2002 με βάση το άρθρο 15 του ν. 2943/2001.

Ο διάδικος που προβάλλει καθυστερημένα αυτοτελή ισχυρισμό για πρώτη φορά στο εφετείο πρέπει να επικαλείται τη συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων, η δε απόφαση του δικαστηρίου που αποδέχεται ως βάσιμο τον ίδιο ισχυρισμό πρέπει να βεβαιώνει το παραδεκτό της βραδείας αυτής προβολής και να διαλαμβάνει στις παραδοχές της τη συνδρομή μίας τουλάχιστον από τις πιο πάνω προϋποθέσεις που δικαιολογούν τη βραδεία προβολή του ισχυρισμού.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 574, 584 και 585 του Α.Κ. προκύπτει ότι λόγω της σχετικότητας του ενοχικού δικαιώματος του μισθωτή (άρθρ. 287 Α.Κ.), εάν ο εκμισθωτής συμφωνήσει με περισσότερους μισθωτές την εκμίσθωση του ίδιου ακινήτου, μισθωτής καθίσταται εκείνος στον οποίον παραδόθηκε τελικά το πράγμα και ικανοποιήθηκε η αξίωσή του για την παράδοση του πράγματος με βάση την αρχή της προλήψεως, ενώ οι τυχόν άλλοι μισθωτές που δεν ικανοποιήθηκαν έχουν δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις πιο πάνω διατάξεις (άρθρ. 335 επ.

Α.Κ.) (ΑΠ 32/2001). Στην περίπτωση ασκήσεως αγωγής εκ μέρους μισθωτή κατά εκμισθωτή για την εκπλήρωση της υποχρέωσής του από σύμβαση μισθώσεως και για παράδοση του εκμισθωθέντος ακινήτου, η εκ μέρους του εκμισθωτή προβολή αδυναμίας παροχής με την έννοια που προαναφέρθηκε από το γεγονός ότι το ίδιο ακίνητο εκμισθώθηκε ήδη και παραδόθηκε σε άλλο τρίτο μισθωτή, συνιστά καταλυτική της αγωγής ένσταση με την έννοια του "Πράγματος" που προαναφέρθηκε και για την προβολή της πρέπει να τηρούνται οι προαναφερθείσες διαδικαστικές προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 του Κ.Πολ.Δ.

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1841/2009 απόφαση του εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα επί της έφεσης του αναιρεσίβλητου - εναγομένου - εκμισθωτή κατά πρωτόδικης απόφασης που εκδόθηκε επί αγωγής του αναιρεσείοντος μισθωτή με την οποία ο τελευταίος ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι ισχυρή η επίδικη σύμβαση μίσθωσης κατοικίας προς αυτόν από τον αναιρεσίβλητο - εναγόμενο - εκμισθωτή, ο οποίος αρνείται να παραδώσει τη χρήση του μισθίου: "Ο εναγόμενος κύριος μίας μονοκατοικίας αποτελούμενης από ισόγειο διαμέρισμα και ανώγειας μαιζονέττας, περιβαλλόμενης από περιφραγμένο κήπο, που βρίσκεται στην Παιανία Αττικής, την 9-10-2006 συμφώνησε προφορικά με τον ενάγοντα να την εκμισθώσει για να την χρησιμοποιήσει ως κατοικία της οικογένειας του, αντί μηνιαίου προκαταβαλλόμενου μισθώματος 1.200 ευρώ.

Τα ανωτέρω περιελήφθησαν στο από 1-12-06 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο η έναρξη της μισθώσεως ορίστηκε η 1-12-06 και ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο για συμφωνηθείσα εγγύηση 1.200 ευρώ και για τα μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου 2006 και Ιανουαρίου 2007, 2.400 ευρώ. Η μετάθεση του χρόνου ενάρξεως της μισθώσεως συμφωνήθηκε για να διενεργηθούν επισκευές - συμπληρωματικές κατασκευαστικές εργασίες στο ισόγειο διαμέρισμα.

Πράγματι ο εναγόμενος προέβη στις απαραίτητες κατασκευαστικές εργασίες και την 28-11-06 προσκάλεσε τον ενάγοντα να ελέγξει το μίσθιο. Την 2-12-06 ο εναγόμενος αντελήφθη ότι ο ενάγων δεν είχε εγκατασταθεί στο μίσθιο. Έτσι με την από 6-12-06 εξώδικη δήλωσή του, την οποία επέδωσε στον ενάγοντα την 8-12-06, τον κάλεσε να παραλάβει τη χρήση του μισθίου, εμμένοντας στην εγκυρότητα της μεταξύ τους συμβάσεως.

Ο ενάγων την 11-1-07 επέδωσε στον εναγόμενο την από 4-1-07 εξώδικη δήλωσή του, ζητώντας από τον τελευταίο να του παραδώσει εντός 3 ημερών τα κλειδιά του μισθίου και την ελεύθερη χρήση αυτού. Ο εναγόμενος κάλεσε τον ενάγοντα τηλεφωνικώς να του παραδώσει τα κλειδιά του μισθίου την 15-1-07, ενόψει δε της μη προσέλευσής του, με την από 18-1-07 επιστολή του, θεώρησε την μίσθωση λυθείσα, ισχυριζόμενος ότι αυτός με την ανωτέρω συμπεριφορά του κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως.

Αντί άλλης απαντήσεως ο ενάγων ήγειρε την υπό κρίση αγωγή, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε η 26-2-2007 και μετ' αναβολής η 18-10-2007. Στη συνέχεια ο εναγόμενος με τα από 18-1-2007 και 23-4-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά, εκμίσθωσε σε άλλους μισθωτές διαδοχικά την μαιζονέττα και το ισόγειο διαμέρισμα, αντίστοιχα, με τους αναφερόμενους σ' αυτά όρους.

Στους μισθωτές αυτούς ο εναγόμενος παραχώρησε ταυτόχρονα και τη χρήση των μισθίων, αυτοί δε έκτοτε εξακολουθούν να κατέχουν και να χρησιμοποιούν το ανωτέρω ακίνητο για τη συμφωνηθείσα χρήση τόσο κατά τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού συζήτηση της υπό κρίση εφέσεως.

Με βάση τα ανωτέρω, μισθωτικά δικαιώματα στο επίδικο απέκτησαν μόνο οι ανωτέρω μισθωτές και όχι ο ενάγων, στον οποίο ο εναγόμενος αδυνατεί να παραδώσει τη χρήση του μισθίου, δηλαδή να εκτελέσει την μεταξύ τους καταρτισθείσα μισθωτική σύμβαση αλλά ούτε και ο ενάγων μπορεί να ζητήσει απ' αυτόν την εκτέλεσή της πολύ δε περισσότερο την παράδοση της χρήσεως του μισθίου από τον ενάγοντα, ανεξαρτήτως αν διατηρεί κατ' αυτού αξίωση αποζημιώσεως, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Συνεπώς, είναι βάσιμη κατ' ουσία η σχετική ένσταση του εναγομένου περί αδυναμίας για την παροχή, την οποία προέβαλε πρωτοδίκως και ήδη επαναφέρει με την υπό κρίση έφεσή του. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία". Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο προαναφερθείς καταλυτικός ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου εκμισθωτή ως εκκαλούντος και ηττηθέντος πρωτόδικα εναγομένου προβλήθηκε για πρώτη φορά παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε και στο Εφετείο με την έφεσή του, με την αιτιολογία δε αυτή δέχθηκε τον ίδιο ισχυρισμό ως βάσιμο και κατ' ουσίαν και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση.

ΙΙΙ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτουν τα ακόλουθα, ως προς τη βασιμότητα του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.: α) από το δικόγραφο των από 14-1-2008 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσίβλητου που υπέβαλε ως εναγόμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά τη δικάσιμο της 14-1-2008 δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος υπέβαλλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έγκαιρα τον προαναφερθέντα καταλυτικό ισχυρισμό του, παρά τα όσα αντίθετα δέχτηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση.

β) Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος με το δικόγραφο της από 21-4-2008 έφεσής του, ως ηττηθείς εναγόμενος, προέτεινε για πρώτη φορά τον προαναφερθέντα καταλυτικό ισχυρισμό του για αδυναμία παροχής από το γεγονός ότι την 1-2-2007 και την 23-4-2007, δηλαδή σε χρόνο πριν ακόμα από τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκμίσθωσε με ταυτόχρονα μισθωτήρια συμφωνητικά τα ένδικα μίσθια ακίνητα σε τρίτους μισθωτές, δηλαδή το ισόγειο διαμέρισμα και τη μαιζονέττα που είχε συμφωνήσει να εκμισθώσει ενιαία στον αναιρεσείοντα.

Τον ίδιο ισχυρισμό με την έννοια του πρόσθετου λόγου κατ' άρθρ. 654 § 1 του Κ.Πολ.Δ. επανέλαβε ο αναιρεσίβλητος και με τις έγγραφες προτάσεις του που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της έφεσής του στις 14-10-2008, ενώ με τις ίδιες προτάσεις επικαλέσθηκε για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του ίδιου ισχυρισμού τα από 18-1-2007 και 23-4-2007 δύο μισθωτήρια, τα οποία δήλωσε και ότι προσκομίζει.

Με τα περιστατικά αυτά ο κρίσιμος καταλυτικός ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου, εφ' όσον δεν είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έγκαιρα, καίτοι τα μισθωτήρια συμφωνητικά που επικαλέστηκε για την απόδειξή του ο αναιρεσίβλητος είχαν καταρτιστεί σε χρόνο προγενέστερο από την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για το παραδεκτό της προβολής του για πρώτη φορά στο Εφετείο θα έπρεπε ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος να επικαλείται μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 εδ. 1-3 και 269 § 2 εδ.

α-δ, το δε Εφετείο για να δεχθεί ως παραδεκτό τον ίδιο ισχυρισμό με την έννοια του "πράγματος" να δέχεται στις παραδοχές του τη συνδρομή μίας τουλάχιστον από τις πιο πάνω προϋποθέσεις που δικαιολογούσαν την βραδεία προβολή. Προκειμένου δε περί του ίδιου ισχυρισμού από τα ίδια διαδικαστικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, δεν προκύπτει η συνδρομή καμμίας από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, αφού ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος είχε την ιδιότητα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο, του εκκαλούντος ως ηττηθέντος εναγομένου, δεν επρόκειτο για ισχυρισμό που γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν συνέτρεχε καμμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 269 § 2 εδ.

α-δ του Κ.Πολ.Δ., εφ' όσον τα προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο έγγραφα συμφωνητικά είχαν καταρτισθεί με τη συμμετοχή και του αναιρεσίβλητου πριν από τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ώστε δεν συνέτρεχε περίπτωση άγνοιάς του ως προς το περιεχόμενό τους και την ύπαρξή τους.

Επομένως, το εφετείο που δέχθηκε ως βάσιμο κατ' ουσίαν τον ίδιο ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, καίτοι μη παραδεκτά προβληθέντος, ώστε δεν αποτελούσε "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., παρά το νόμο έλαβε υπόψιν "πράγματα" που δεν προτάθηκαν παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως βάσιμα προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με την επίκληση πλημμέλειας από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 του Κ.Πολ.Δ. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ.1841/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 6 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ