Supreme Court dismisses appeal filed late due to court strike, rejecting force majeure claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a second-instance judgment regarding a tenancy dispute. The appellant argued the appeal was filed late because of a 48-hour court strike and subsequent holidays, but failed to prove the strike prevented access to the filing office. The court ruled that the appellant did not demonstrate the strike was beyond their control or that they were unable to file on the last day, thus the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 647(2), 652(1) and (2) of the Code of Civil Procedure; The appeal period in tenancy disputes is fifteen days if the party resides in Greece, and a request for restoration of the situation due to force majeure must be filed within eight days of the force majeure ceasing, which was not met here.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 518 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 518/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χρυσάφη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σωτηρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 205/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 316/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/6/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 19/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10-6-2008 αίτησης, για αναίρεση της 316/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 647 παρ. 2, 652 παρ. 1, 564 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και των διαφορών ιδιοκτητών και διαχειριστών ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (αρθρ. 17 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης είναι δέκα πέντε (15) ημέρες, εάν εκείνος που δικαιούται να την ασκήσει διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επόμενη της επίδοσης της απόφασης, ενώ, κατά τη διάταξη του αρθρ. 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο ερευνά πρώτα το παραδεκτό της αναίρεσης και, εάν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή εάν ελλείπει κάποια προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, ο 'Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 564§1, 152§1, 153, 155§1, 156 και 158 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη αναίρεση, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της οφείλεται σε ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την έννοια της πρόσδοσης, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.
Η αίτηση υποβάλλεται με το ίδιο δικόγραφο της αναίρεσης ή με χωριστό δικόγραφο ή με τις προτάσεις, που, όμως, πρέπει να κατατεθούν μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία του αρθ. 153 Κ.Πολ.Δ., ειδικώς δε στις διαφορές του αρθ. 647 Κ.Πολ.Δ. (μισθωτικές και διαφορές ιδιοκτητών οροφοκτησίας) μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών (αρθ. 652§2 Κ.Πολ.Δ.) από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου πρέπει δε να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η αμέσως πιο πάνω προθεσμία, το χρόνο της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου και τα προς απόδειξη αυτών αποδεικτικά μέσα.
Κατά τη ρύθμιση του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ανώτερη βία, ως λόγος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, διαχωρίζεται από το πταίσμα του δικαστικού πληρεξούσιου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του αιτούντος διαδίκου, που θεωρείται κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ότι δεν συνιστά λόγο επαναφοράς.
Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ,θεωρείται κάθε παρακωλυτικό της τήρησης δικονομικής προθεσμίας γεγονός, που ήταν απρόβλεπτο (ή ανεπίτρεπτο) και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με τη λήψη μέτρων άκρας επιμελείας και σύνεσης,συνεπαγόμενο αντικειμενικά, χωρίς, δηλαδή, οποιοδήποτε πταίσμα του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου του ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, μη εξαιρουμένης ούτε της ελαφρός αμέλειας των τελευταίων, την παρακώλυση του αιτούντος διαδίκου στην τήρηση της δικονομικής προθεσμίας.
Ειδικότερα, η έννοια της ανώτερης βίας στο χώρο του δικονομικού δικαίου αποτελεί έννοια που ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια εκείνης του ουσιαστικού δικαίου, διάφορο ποιείται, όμως, έναντι της τελευταίας μόνο κατά τιςσυνέπειες, ως συνεπαγόμενη την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.
Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η "δικονομική" ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας από μέρους του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, αδυναμίας ανταπόκρισηςσε δικονομικό βάρος του, εξαιτίας της οποίας η διαδικαστική πράξη του πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο.
Η εξειδίκευση, ειδικότερα, της έννοιας της ανώτερης βίας στο χώρο του δικονομικού δικαίου, το οποίο δεν επιδιώκει ναεξισορροπήσει τα ιδιωτικά συμφέροντα των διαδίκων, αλλά τα δημόσια συμφέροντα της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης, αφενός και της ασφάλειας και βεβαιότητας της διαδικασίας, αφετέρου, εναρμονίζεται και με τη θεμελιακή αρχήτης δίκαιης δίκης (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), η οποία δεν επιτρέπει την έκπτωση του διαδίκου από την άσκηση δικονομικής ευχέρειας, αν δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα. 'Ετσι, ανώτερη βία, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης δεν αποτελεί κατ' αρχήν η ύπαρξη και μόνο απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του αρθ. 10§8 του Ν1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" "σε περίπτωση απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων, η διοίκηση της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης, που έχει κηρύξει την απεργία, οφείλει να διαθέτει σε κάθε γραμματεία δικαστηρίου και εισαγγελίας τους απολύτως αναγκαίους υπαλλήλους, για την αντιμετώπιση εξαιρετικώς επειγουσών υποθέσεων.
Επομένως, πρέπει επί πλέον ο διάδικος να επικαλεσθεί (και να αποδείξει), ότι κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία της απεργίας, δεν υπήρχε το, σε εκτέλεση της, ως άνω, διάταξης, οριζόμενο "προσωπικό ασφαλείας" και ότι έτσι, παρά την από μέρους του καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας, για την τήρηση της δικονομικής προθεσμίας, αυτό δεν κατέστη δυνατό, για λόγους που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσαγόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθ. 316/2008 του Εφετείου Αθηνών), η εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, επιδόθηκε, με επιμέλεια των εναγόντων - εφεσίβλητων, προς τον εναγόμενο - εκκαλούντα, την 29-5-2008, ενώ η υπό του τελευταίου ασκηθείσα, κατά της, ως άνω, απόφασης αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής, κατατέθηκε την 17-6-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της, κατά τα, ως άνω, οριζόμενης δεκαπενθήμερης προθεσμίας, η οποία, αρχόμενη την επόμενη της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (30-5-2008), έληγε την 13-6-2008.
Στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης δεν σωρεύεται αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων, προκειμένου να κριθεί αυτή παραδεκτή, ως ασκηθείσα εκπροθέσμως, εξ αιτίας ανωτέρας βίας, αλλά απλώς και μόνο με το υπόμνημά του, το κατατεθέν εντός του τριημέρου, μετά τη συζήτηση της αναίρεσης, ήτοι την 9-12-2009, ο αναιρεσείων αναφέρει, ότι η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την πάροδο της, κατά το αρθ. 652§1, δεκαπενθήμερης προθεσμίας, διότι την τελευταία ημέρα της συμπλήρωσης του δεκαπενθήμερου, όπως και την προηγουμένη αυτής, ήτοι την 12η και 13η Ιουνίου 2008, υπήρχε 48ωρη απεργία των δικαστικών υπαλλήλων στο Εφετείο Αθηνών και ότι οι επόμενες τρεις ημέρες ήταν Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα, 16-6-2008 ήταν αργία (εορτή του Αγίου Πνεύματος) και ότι η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα, ήτοι 17-6-2008.
Και υπό την εκδοχή ότι υπό τα, ως άνω, εκτιθέμενα, κατ' εκτίμηση, περιέχεται αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων, προκειμένου να κριθεί ότι συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας, για την εκπρόθεσμη άσκηση της αίτησης αναίρεσης, το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο, ως απαράδεκτο, διότι δεν υποβάλλεται εντός της ως άνω οκταήμερης προθεσμίας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του αρθ. 652§2 Κ.Πολ.Δ., μετά την άρση του γεγονότος, που συνιστούσε την ανώτερη βία.
Ενώ, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει, ότι δεν υπήρχε την ως άνω συγκεκριμένη ημερομηνία της απεργίας προσωπικό ασφαλείας, στο γραφείο κατάθεσης των ενδίκων μέσων και ότι έτσι, παρά την εκεί μετάβασή του, δεν κατέστη δυνατόν, για λόγους μη οφειλόμενους σε υπαιτιότητά του, να τηρήσει την ως άνω δικονομική προθεσμία.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (αρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 316/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ