Legislator Case Law & Legislation
518/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate dismissal of indeterminate gift claim due to procedural error in declaring inadmissible.

Case Number 518/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the appellant's claim. The appellant argued the lower court erred in rejecting the claim for revocation of parental provision as indeterminate, despite the appellant having raised this objection. The Court found that the Second Instance Court incorrectly failed to declare the claim inadmissible due to its lack of specificity regarding the excess of the parental provision, a procedural error that required the claim to be accepted and the case remitted for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 para. 1 C.Pol.D.; Art. 1835 A.C.; Art. 216 C.Pol.D.; Art. 58 para. 3 C.Pol.D.: When an appellate court rejects a claim for revocation of parental provision on the ground of indeterminacy without formally declaring it inadmissible, this constitutes a procedural error requiring the appellate court to accept the claim and remit the case for further examination.

Keywords

AI generated
parental provision indeterminate claim inadmissibility procedural error remittal to appellate court gift revocation legal indeterminacy

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 para. 1 C.Pol.D.
Art. 1835 A.C.
ac
Art. 216 C.Pol.D.
Art. 58 para. 3 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL.AP 11/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 518 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 518/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, και Βασίλειο Νικόπουλο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Λ. Π., το γένος Χ. Π., κατοίκου…, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μανέα.

Της αναιρεσίβλητης:Α. Π. του Χ., κατοίκου…, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσαντώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2901/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2004 αίτησή της και τους από 21-7-2005 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 8-9-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 2901/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνη τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της εν λόγω ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή (Ολ.ΑΠ 11/1998).

Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.

Επομένως, εάν η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. 'Ετσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης καθώς και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απευθύνονται κατά της 2901/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας (κατ' ουσίαν, κατά τα προεκτιθέμενα), κατά της πρωτόδικης 152/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Από το, με επίκληση, προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, με την πάνω σ' αυτό επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει, ότι η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητη, στις 2-8-2004, στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν άσκησε κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας μέσα στην οριζόμενη από το νόμο (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) δεκαπενθήμερη προθεσμία.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθώς και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 29-9-2004 και 10-8-2005, αντίστοιχα (άρθρα 197 παρ. 2, 564 παρ. 1 και 569 παρ. 2 ΚΠολΔ) και με τα δικόγραφα των οποίων προβάλλονται σφάλματα της πρωτόδικης πιο πάνω απόφασης, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, είναι παραδεκτή και παραδεκτό, αντίστοιχα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1825 και 1831 έως 1834 ΑΚ προκύπτει, ότι ο προσδιορισμός του ποσοστού της νόμιμης μοίρας επιτυγχάνεται είτε με τη διαίρεση του ποσοστού της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας δια του αριθμού 2, είτε με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1831 έως 1834 ΑΚ. Εξάλλου, με τη διάταξη μεν του άρθρου 1835 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί, εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 1509 εδάφ. α' του πιο πάνω κώδικα ορίζεται, ότι η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε μέμψη υπόκεινται μόνο οι δωρεές, οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1831 παρ.2 ΑΚ, προστίθενται στην κληρονομία, όπως αυτό ορίζεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 1835 του ίδιου Κώδικα, η οποία δεν τροποποιήθηκε με το ν.1329/1983. Το γεγονός ότι η παροχή του γονέα προς το τέκνο, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1509 εδάφ.α' ΑΚ, δεν αποτελεί δωρεά όταν είναι μέσα στα όρια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, έχει ως συνέπεια, ότι η τελευταία δεν προσβάλλεται ως άστοργη έστω και αν θίγει τη νόμιμη μοίρα, αφού, κατά τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ, σε μέμψη υπόκεινται μόνο οι δωρεές.

Με τα δεδομένα αυτά, όταν με αγωγή μέμψης προσβάλλεται γονική παροχή που έγινε προς μεριδούχο για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειάς του, κατά την έννοια του άρθρου 1509 ΑΚ, πρέπει, για να είναι ορισμένη η αγωγή αυτή, να εκτίθεται σαφώς τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, ότι η γονική παροχή είναι δωρεά στο σύνολό της ή μερικώς, δηλαδή ότι υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, το οποίο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση την περιουσιακή κατάσταση των γονέων, τον αριθμό των τέκνων, τις ανάγκες των τέκνων, την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων κλπ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, η τελευταία ισχυρίστηκε ότι η θανούσα στην Αθήνα στις 20-7-2000 χωρίς διαθήκη μητέρα της Β. συζ. Χ. Π. κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της και τον τότε ζώντα σύζυγό της Χ.

Π. και τις δυο θυγατέρες της, ήτοι αυτήν την ενάγουσα και την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, και μάλιστα κατά ποσοστό 4/16, 6/16 και 6/16 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, από αυτούς, αντίστοιχα. Με βάση το ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυριδούλας Ράμμου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η θανούσα, ενόσω ζούσε, μεταβίβασε την κυριότητα, κατά την έννοια του άρθρου 1509 ΑΚ, δηλαδή ως γονική παροχή, στην εναγομένη του σ' αυτήν την αγωγή το περιγραφόμενον κατά θέση και έκταση ακινήτου, δηλαδή ενός οικοπέδου με το πάνω σ' αυτό ισόγειο κτίσμα (αποθήκη), πραγματικής αξίας, κατά το χρόνο σύστασης της γονικής παροχής, του μεν οικοπέδου 154,600, 15 ευρώ (52.680.000 δρχ), της δε αποθήκης 8.804,11 ευρώ (1.000.000 δρχ) και συνολικής αξίας 163.404,26 ευρώ (55.680.000 δρχ), υπό τον όρο να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα της και ότι η θανούσα, η οποία δεν προέβη σε καμία στη ζωή παροχή προς αυτήν δεν κατέλιπε κατά το χρόνο του θανάτου της κανένα κληρονομαίο περιουσιακό στοιχείο, καλύπτον τη νόμιμη μοίρα της κατά το ποσό των 30.638,30 ευρώ (10.440.000 δρχ.), που αντιστοιχεί στο ποσοστό της νομίμως μοίρας της των 3/16 αδιαιρέτου.

Ακολούθως, ζήτησε η ενάγουσα να ανατραπεί η γονική παροχή που συστάθηκε με το προμνημονευόμενο συμβόλαιο κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της (3/16 εξ αδιαιρέτου) και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της μεταβιβάσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά το αναφερόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό. Από τα εκτιθέμενα, όμως, στην ένδικη αγωγή, η οποία φέρει το χαρακτήρα αγωγής μέμψης άστοργης δωρεάς προς μεριδούχο, με την οποία προσβάλλεται γονική παροχή για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας, κατά την έννοια του άρθρου 1509 εδαφ.

α' ΑΚ, προκύπτει ότι η αγωγή αυτή είναι κατά νόμο (άρθρ. 216 ΚΠολΔ) αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται κατά νόμο για την εξειδίκευση ότι η επίμαχη γονική παροχή είναι δωρεά στο σύνολό της δηλαδή ότι υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις και, συνακόλουθα, υπόκειται σε ανατροπή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ, που προπαρατέθηκε.

Επομένως ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 14 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη, έχοντας κρίνει ότι η αγωγή είναι ορισμένη κατά νόμο και πρέπει να γίνει δεκτή, τούτο δε παρά την ένσταση αοριστίας της εν λόγω αγωγής, που παραδεκτά προτάθηκε από την αναιρεσείουσα με την έφεσή της σε εκείνο το δικαστήριο, συνιστάμενη βέβαια στο ότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν την αγωγή ποιο είναι το προσήκον στην συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο της γονικής παροχής και ποια η υπέρβαση του μέτρου και συνεπώς το σε ανατροπή υποκείμενο υπερβάλλον υπόλοιπο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως του απαραδέκτου της αγωγής εξαιτίας της προαναφερόμενης αοριστίας της, πρέπει αυτός ο λόγος να γίνει δεκτός ως παραδεκτός και, όπως προκύπτει από την αγωγή, την έφεση και την αναιρεσιβαλλόμενη, ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 3 ΚΠολΔ στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2901/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1640) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ