Supreme Court dismisses appeal on lawyer malpractice, ruling prior dismissal bars new suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting a lawyer malpractice claim. The appellant had previously filed a suit for the same cause, which was dismissed as inadmissible under Article 73(6) of the Code of Civil Procedure. The court held that this prior dismissal legally precludes a new action for the same matter, rendering the appeal's sole ground inadmissible and unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 73(4), 73(6) of the Code of Civil Procedure; A prior dismissal of a lawyer malpractice suit bars a new action for the same cause, and such a bar does not violate the right of access to court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 517 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 517/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 16/2/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 3/5/2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6538/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1906/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1906/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 6538/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 6 του άρθρου 73 του ΕισΝ.ΚΠολΔ, που καθιερώνουν το θεσμό της προσωπικής αστικής ευθύνης των αναφερομένων στην πρώτη από αυτές προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι δικηγόροι, ορίζουν αντιστοίχως ότι: "1. Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή, υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, Πολυμελές Πρωτοδικείο... 4.
Αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τις τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις. 6. Αν η αγωγή κακοδικίας απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί νέα αγωγή για την ίδια υπόθεση, για τους ίδιους ή άλλους λόγους, και ο ενάγων καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, και μπορεί να καταδικαστεί και σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 205 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του Ν. 693/1977 "περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας": Εάν απορριφθή η αγωγή κακοδικίας διά τυπικόν ή ουσιαστικόν λόγον, νέα αγωγή κακοδικίας διά την αυτήν υπόθεσιν παρά του αυτού διαδίκου δεν επιτρέπεται διά τους αυτούς ή άλλους λόγους. Περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ορίζεται ότι: "Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο...".
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο εθνικός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία. Τέτοιος περιορισμός είναι και η απαγόρευση άσκησης νέας αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου όταν η αγωγή κακοδικίας για την ίδια υπόθεση έχει προγενέστερα απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο.
Και τούτο διότι ο ως άνω περιορισμός δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών (άρθρο 1 και 38 του ν.δ. 3026/1954), προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (ΟλΑΠ 18/1999, ΑΠ 675/2021, ΑΠ 1921/2017, ΑΠ 1444/2017).
Έτσι, οι περιορισμοί στην άσκηση της αγωγής και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους πρέπει να αποβλέπουν στο να καταστήσουν προσεκτικό τον ενάγοντα και να περιφρουρήσουν το γενικότερο συμφέρον, που επιβάλλει ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών, αλλά να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο, που να καταλύουν το δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας, το οποίο καθιερώνει η πιο πάνω διάταξη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η θέσπιση με την παράγραφο 6 του άρθρ. 73 ΕισΝΚΠολΔ της απαγόρευσης άσκησης νέας αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και δεν αναιρεί το καθιερούμενο δι' αυτού δικαίωμα του ατόμου για ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο δεδομένων των κατά τα άνω ιδιαίτερων λόγων κοινωνικού ενδιαφέροντος, από τους οποίους επιβλήθηκε.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (και όχι από τον αριθμό 14, κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 73 παρ. 6 ΕισΝΚΠολΔ, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή κακοδικίας ως απαράδεκτη για το λόγο ότι ο αναιρεσείων είχε ασκήσει προγενέστερη αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης δικηγόρου, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος τα ακόλουθα: <... ...
Εν προκειμένω, η ένδικη αγωγή με το ως άνω προεκτεθέν περιεχόμενο, τυγχάνει απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 73 παρ. 6 του ΕισΝΚΠολΔ, που ορίζει ότι αν η αγωγή κακοδικίας απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί νέα αγωγή για την ίδια υπόθεση για τους ίδιους ή άλλους λόγους.
Σύμφωνα δε με την προαναφερόμενη αντίστοιχη νομική σκέψη, η απαγόρευση άσκησης νέας αγωγής κακοδικίας για την ίδια υπόθεση σε περίπτωση απόρριψης προηγούμενης, αφορά και την περίπτωση κατά την οποία η προηγούμενη αγωγή απορρίφθηκε και για τυπικό λόγο όπως η αοριστία, που άλλωστε ρητά αναφέρεται στο άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 693/1977 "Περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας".
Με βάση δε τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων, όπως ομολογεί, έχει ήδη ασκήσει σε βάρος της εναγόμενης και του Δ. Κ. για την ίδια υπόθεση την προγενέστερη με αριθμ. κατ. 6686/11-03-2013 αγωγή του με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, η οποία απορρίφθηκε καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά της εναγόμενης ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την υπ' αριθμ. 12153/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Μετά δε την απόρριψη της ως άνω προγενέστερης αγωγής κακοδικίας ως αόριστης, αφαιρείται τελεσίδικα από τον ενάγοντα η δυνατότητα επανασκήσεως της ίδιας βελτιωμένης και συμπληρωμένης, λόγω της καθιέρωσης της άπαξ ασκήσεως της αγωγής κακοδικίας. Περαιτέρω, η δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της προγενέστερης αυτής αγωγής, στην οποία προβαίνει ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, στερείται έννομης σημασίας, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη, δεν υφίσταται εκκρεμοδικία της προηγούμενης αγωγής, ώστε να επέλθει κατάργησή της.
Και τούτο διότι, με βάση με τα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους αλλά προκύπτουν και από την παραδεκτή προεπισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η εκκρεμοδικία επί της προγενέστερης αυτής αγωγής έληξε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 12153/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η άνω αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της εναγόμενης ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Κατά της προαναφερόμενης απόφασης δεν ασκήθηκε έφεση, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ώστε να αναβιώσει η εκκρεμοδικία, με αποτέλεσμα η εν λόγω παραίτηση από το δικόγραφο της προγενέστερης αγωγής με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, σύμφωνα και με την αντίστοιχη προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, να είναι ανίσχυρη και να μην παράγει έννομες συνέπειες, αφού δεν υπάρχει εκκρεμοδικία της προηγούμενης αγωγής, ώστε να επέλθει κατάργησή της, δοθέντος ότι η παραίτηση από αγωγικό δικόγραφο ή δικαίωμα προϋποθέτει εκκρεμή δίκη, που δεν έχει περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη με επάλληλη αιτιολογία και εξ αυτού του λόγου, ήτοι για παραβίαση του άρθρου 73 παρ. 6 ΕισΝΚΠολΔ, κρίνοντας επιπρόσθετα ως ανίσχυρη την επικαλούμενη από τον ενάγοντα παραίτηση από το δικόγραφο της προγενεστέρως ασκηθείσας αγωγής κακοδικίας για την ίδια υπόθεση, δεν έσφαλε αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης (τέταρτος και πέμπτος), με τους οποίους ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ... ...>.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 6 ΕισΝΚΠολΔ που εφήρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο αναιρεσείων έχει ασκήσει κατά της αναιρεσίβλητης δικηγόρου προγενέστερη αγωγή κακοδικίας για την ίδια υπόθεση, στηριζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την υπ' αριθμ. 12153/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται η άσκηση απ' αυτόν νέας αγωγής κακοδικίας κατά της αναιρεσίβλητης, η παραίτηση δε από το δικόγραφο της προγενέστερης αυτής αγωγής, στην οποία προέβη ο αναιρεσείων με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, δεν επέφερε την κατάργηση εκείνης της δίκης, διότι δεν υφίσταται εκκρεμοδικία, αφού κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως δεν ασκήθηκε έφεση.
Η θεσπισθείσα δε με την ως άνω διάταξη του άρθρου 73 παρ. 6 ΕισΝΚΠολΔ απαγόρευση ασκήσεως νέας αγωγής, αν η αγωγή κακοδικίας απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που καθιερώνει το δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεως στο δικαστήριο, δεδομένων των προεκτεθέντων στη μείζονα σκέψη ιδιαίτερων λόγων κοινωνικού ενδιαφέροντος, από τους οποίους επιβλήθηκε.
Eπομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-6-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' 1906/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ