Supreme Court dismisses appeal against labor court decision denying disability pension due to retroactive law change.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision that rejected his claim for a disability pension. The appellant argued that a 2011 law change granting pensions to those with specific conditions should have applied retroactively to his 2008 diagnosis. The court ruled that the new law only became effective after its publication in August 2011, meaning the appellant could not have established a right to the pension during the relevant period prior to that date.
Legislator headnote
AI generatedArticles 197 and 198 of the Civil Code; Article 37 paragraph 4 of Law 3996/2011: The right to a disability pension based on a specific law applies only from the date of the law's publication and cannot be established retroactively for periods preceding its entry into force.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 517 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 517/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Π., κατοίκου ……., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Ξενάκη, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1155/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3623/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/7/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18 Ιουλίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 6723/647/18.7.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3623/18.7.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 29.10.2015 και με αριθ.
κατάθ. 6461/3.11.2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και εξαφανίσθηκε η εκδοθείσα κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 1155/15.5.2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 26.6.2012 και με αριθ. κατάθ. 114010/2886/27.6.2012 αγωγή αυτού κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις περί προσυμβατικής ευθύνης ρυθμίσεις των άρθρων 197 και 198 του Α.Κ., εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευση της τελευταίας (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 του Ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" (ΦΕΚ Α 138), όπως το άρθρο 10 αντικαταστάθηκε, αφότου ίσχυσε, με το άρθρο 9 του Ν. 1976/1991 "Αντικατάσταση και συμπλήρωση διατάξεων της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας κλπ" (ΦΕΚ Α 184) ορίσθηκε ότι στο άρθρο αυτό υπάγονται για κύρια και επικουρική ασφάλιση οι ασφαλισμένοι (μεταξύ των ασφαλισμένων άλλων Ταμείων) στο ..., ενώ με τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι ο υπολογισμός και η απονομή της σύνταξης διέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις του κάθε Ταμείου.
Επακολούθησε ο Ν. 3655/2008 "Διοικητική και οργανωτική μεταρρύθμιση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΦΕΚ Α 58), με τον οποίο και κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 αυτού ο κλάδος σύνταξης, μεταξύ άλλων, και του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ (...) εντάχθηκε στον κλάδο σύνταξης ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ορίσθηκε δε στο άρθρο 2 παρ.1 εδ.
β αυτού ότι οι ασφαλισμένοι των ανωτέρω Ταμείων και κλάδων σύνταξης υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ και εξακολουθούν να διέπονται, ως προς τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης, από τις διατάξεις της νομοθεσίας των εντασσομένων Ταμείων και κλάδων, όπως ισχύουν με τις γενικές διατάξεις νόμων και τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων και κλάδων συνεχίζονται από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, το οποίο έτσι κατέστη οιονεί καθολικός διάδοχος του κλάδου σύνταξης του .... Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 3863/2010 "Νέο ασφαλιστικό Σύστημα κλπ" (ΦΕΚ Α 115), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 10 παρ.1 του Ν. 4331/2015, ορίζεται ότι ο ασφαλισμένος δικαιούται συντάξεως αναπηρίας, έστω και αν η πάθηση ή βλάβη ή εξασθένιση είναι προγενέστερη στην υπαγωγή του στην ασφάλιση, εφόσον καθίσταται ανίκανος για την εργασία του, λόγω ουσιώδους επιδείνωσης και πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις που αφορούν το φορέα στον οποίο ασφαλίζεται.
Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 16 περ. Γ του Καταστατικού του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος (...), που εγκρίθηκε με το άρθρο μόνο της με αριθ. 36360/Σ 1181/1943 απόφασης του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 215) εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του Α.Ν. 694/1937, όπως η ως άνω περίπτωση Γ τροποποιήθηκε με την με αριθ. 26130/Σ 277/1958 όμοια απόφαση, ορίζεται ότι δικαιούται σύνταξης και "Ο (η) ασφαλισμένος, μετά συμπλήρωσιν 10ετούς πραγματικής εν ασφαλίσει υπηρεσίας απολυθεί λόγω νόσου καθιστώσης αυτόν ανίκανον σωματικώς ή διανοητικώς προς εκτέλεσιν πάσης εργασίας ή μετά συμπλήρωσιν 12ετούς κατά τ' ανωτέρω υπηρεσίας, εφόσον κατέστη ανίκανος δια την ην δέον να παρέχη εργασίαν".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για το προσωπικό της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που είχε υπαχθεί στην ασφάλιση του ..., ως εκ του χρόνου πρόσληψης αυτού, όπως ο αναιρεσείων, εξακολουθούν και μετά την ένταξη του προσωπικού στην ασφάλιση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ να ισχύουν, ως ειδικές, οι ρυθμίσεις που αφορούν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης [περιλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν τη λήψη σύνταξης λόγω αναπηρίας] του καταστατικού του εν λόγω Ταμείου, όπως αυτές είχαν τροποποιηθεί κατά καιρούς με διατάξεις ασφαλιστικών νόμων, όπως των νόμων 1976/1991, 2084/1992, 2676/1999, 3863/2010 κλπ.
και, κατ' αρχήν, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν μισθωτούς, ασφαλισμένους στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ειδικότερα εκείνες του ΑΝ 1846/1951, εφόσον το ρυθμιστικό πεδίο των πρώτων καλύπτει τις περιπτώσεις αυτές. Δεν αποκλείεται όμως σε περίπτωση ύπαρξης κενού η ανάλογη εφαρμογή διατάξεων της περί ΙΚΑ ασφαλιστικής νομοθεσίας.
Ειδικότερα η ως άνω διάταξη του άρθρου 16 παρ. Γ του καταστατικού του ..., ως ειδική, υπερισχύει έναντι των διατάξεων του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. α και 5 παρ. α, β και γ του ΑΝ. 1846/1951, [που προβλέπουν αντίστοιχα δικαίωμα λήψης σύνταξης λόγω αναπηρίας ασφαλισμένων στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ μισθωτών (παρ. 4 εδ. α) και ορίζουν διαβαθμίσεις για την έννοια του αναπήρου με κριτήριο το ύψος του εισοδήματος από εργασία που αυτός δύναται να αποκτήσει εξ αιτίας της αναπηρίας του σε σχέση με το εισόδημα που συνήθως κερδίζει ο σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ιδίας μόρφωσης (παρ. 5 εδ.
α, β και γ)] και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση. Με τη διάταξη αυτή του άρθρου 16 παρ. Γ του καταστατικού του ... τίθεται ως προϋπόθεση για την απονομή σύνταξης λόγω αναπηρίας, πέραν της δωδεκαετούς υπηρεσίας στον ΟΤΕ [δηλ. 3.600 ημέρες εργασίας], η ανικανότητα του ασφαλισμένου προς παροχή της εργασίας, την οποία οφείλει να παρέχει στον ως άνω Οργανισμό.
Επομένως, όπως συνάγεται από την ανωτέρω διάταξη, το δικαίωμα προς λήψη σύνταξης λόγω αναπηρίας ασφαλισμένου στο ..., όπως ο αναιρεσείων, συναρτάται όχι προς αντικειμενικά αμιγώς κριτήρια έχοντα σχέση προς τον ιατρικό καθορισμό ορισμένου ποσοστού ανικανότητας προς εργασία λόγω πάθησης ή βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, αλλά προς την εκ της αιτίας αυτής αδυναμία του ασφαλισμένου να παρέχει στον ΟΤΕ τις υπηρεσίες, τις οποίες οφείλει ως εκ του αντικειμένου της εργασίας του.
Η στάθμιση της αδυναμίας αυτής στηρίζεται σε υποκειμενικά κριτήρια, δηλαδή στην ικανότητά του για παροχή της κατά τα άνω εργασίας, σε συσχετισμό προς την διαπιστωθείσα πάθηση, βλάβη ή εξασθένηση, (πρβλ. ΣτΕ 29/2017, ΣτΕ 122/2015, ΣτΕ 2678/2011, ΣτΕ 2040/2009 που αφορούν ασφαλισμένους στο ΙΚΑ, όπου όμως η στάθμιση της ως άνω αδυναμίας κρίνεται από την εξ αιτίας της διαπιστωθείσας πάθησης, βλάβης ή εξασθένησης ικανότητά του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ μισθωτού για εργασία δυνάμενη να αποφέρει τα αναλόγως προς τις διαβαθμίσεις της αναπηρίας κατώτατα ποσοστά προσόδου σε σχέση προς την πρόσοδο υγιούς ανθρώπου, σύμφωνα με τις προβλέψεις της μη έχουσας όμως εν προκειμένω εφαρμογής διάταξης της παρ. 5 περ.
α, β και γ του άρθρου 28 του ΑΝ 1846/1951). Σημειώνεται ότι πριν τουλάχιστον την ένταξη του ως άνω κλάδου σύνταξης του ... στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, η ένεκα νόσου σωματική ή διανοητική ανικανότητα του ασφαλισμένου προς εκτέλεση της εργασίας, την οποία έπρεπε να παρέχει στον ΟΤΕ, κρινόταν και βεβαιωνόταν από ειδική Επιτροπή που προέβλεπε ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ - ΟΤΕ), στην οποία μετείχε υποχρεωτικά ιατρός του Ταμείου και σε δεύτερο βαθμό από την Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ, σύμφωνα με την περί τούτου ρύθμιση του άρθρου 18 του καταστατικού του ....
Εξ άλλου, όπως γίνεται παγίως δεκτό, η κρίση των υγειονομικών επιτροπών επί των ιατρικών θεμάτων που ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητά τους δεσμεύει, όταν είναι ειδικώς αιτιολογημένη, τα ασφαλιστικά όργανα του ΙΚΑ ή του συγκεκριμένου Ταμείου γενικότερα, και τα περαιτέρω επιλαμβανόμενα της διαφοράς τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ύστερα από την άσκηση προσφυγής (ΣτΕ 222/2021, ΣτΕ 236/2017, ΣτΕ 122/2015, ΣτΕ 2678/2011).
Αυτονόητη όμως προϋπόθεση για τη δεσμευτικότητα των ανωτέρω αποφάσεων των υγειονομικών επιτροπών είναι αυτές να επιλαμβάνονται και να αποφαίνονται σαφώς με ειδική αιτιολόγηση περί του κρίσιμου ζητήματος που αφορά η διαφορά και ειδικότερα, στο πλαίσιο απονομής σύνταξης λόγω αναπηρίας ασφαλισμένου στο ..., περί του εάν η διαπιστωθείσα πάθηση, βλάβη ή εξασθένηση του ασφαλισμένου μισθωτού επάγεται και για ποίο λόγο την ανικανότητα αυτού να παρέχει στον ….
την εργασία, την οποία οφείλει να παρέχει ως εκ του αντικειμένου της απασχόλησής του. Ουδόλως δε συνάγεται από τις σχετικές διατάξεις που ρυθμίζουν την αρμοδιότητα και το αντικείμενο των γνωματεύσεων των υγειονομικών επιτροπών [όπως είναι εκείνη του άρθρου 18 του καταστατικού του ... ή εκείνες των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 4, 28 παρ. 1, 2 και 8, 29, 35, 36 και 37 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας και διαδικασίας απονομής των παροχών του ΙΚΑ, που εγκρίθηκε με την με αριθ. 57440/13 Ιαν - 7 Φεβρ. 1938 (ΦΕΚ Β 33) απόφαση του Υπουργού Εργασίας], ότι στις περιπτώσεις που οι ως άνω γνωματεύσεις περιορίζονται στο να προσδιορίσουν ορισμένο ποσοστό αναπηρίας, χωρίς να διακρίνουν περαιτέρω αν το ποσοστό αυτό αφορά συγκεκριμένο είδος εργασίας ή κάθε είδους εργασία, τούτο βεβαιώνει άνευ άλλου τινός, λόγω της ταύτισης ιατρικής και ασφαλιστικής ανικανότητας, ανικανότητα και μάλιστα πλήρη του ασφαλισμένου για παροχή κάθε εργασίας, συμπεριλαμβανομένης και της συγκεκριμένης για την οποία ο ασφαλισμένος είχε προσληφθεί και συνακόλουθα δικαίωμα για λήψη σύνταξης λόγω αναπηρίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, εάν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάγονται εν όλω ή εν μέρει στον κανόνα δικαίου που αυτή εφάρμοσε, πλην όμως η ορθή υπαγωγή αυτών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει το λόγο αναίρεσης, χωρίς να προβεί σε αντικατάσταση των αιτιολογιών (ΟλΑΠ 10/2007, ΟλΑΠ 43/2002, ΑΠ 218/2021, ΑΠ 2077/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] απασχολήθηκε από την εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] ως έκτακτος ημερομίσθιος εργάτης πλήρους απασχόλησης από 2.10.1989 έως 30.4.1991, η σύμβασή του δε παρατάθηκε μέχρι 11.4.1991 και στη συνέχεια μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Ο ενάγων, ενόψει του ότι είχε κριθεί ως άτομο με ειδικές ανάγκες, καθόσον έπασχε από ορθοκυστικές διαταραχές με ποσοστό αναπηρίας 50% και ικανός για διοικητική θέση (βλ. το με αριθμό πρωτ. 1018/9.5.1991 πιστοποιητικό αναπηρίας της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Δωδεκανήσου) κατατάχθηκε σε θέση του κλάδου Διοικητικού Εκμάθησης Προσωπικού και τοποθετήθηκε στο Τηλεπικοινωνιακό κέντρο Ρόδου, όπου ανέλαβε υπηρεσία από 15.7.1991.
Από 1.1.2003 και μέχρι 31.12.2010 ο ενάγων διετέλεσε Δήμαρχος Δήμου Αρχαγγέλου Ρόδου, κατ' αυτό δε το χρονικό διάστημα δεν ανεστάλη η άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας, αλλά αυτός απουσίαζε από την υπηρεσία του λόγω ειδικής άδειας με αποδοχές. Μετά την ολοκλήρωση της θητείας του ως Δημάρχου, ο ενάγων επανήλθε από 1.1.2011 στην εργασία του στην εναγομένη, όπου απασχολήθηκε μέχρι 27.12.2011, οπότε απολύθηκε, μετά από αίτησή του, έχοντας θεμελιώσει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης γήρατος, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 του ν. 612/1977 και 37 παρ. 4 του ν. 3996/2011, καθόσον έπασχε από ορθοκυστικές διαταραχές με ποσοστό αναπηρίας 67% (βλ.
τη με αριθμό 659/14.3.2012 απόφαση απονομής σύνταξης του ΙΚΑ - Τοπικό υποκατάστημα ασφαλισμένων κλάδου σύνταξης του ... και τη με αριθμό 421/30.8.2011 γνωμάτευση της Α'/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ρόδου του ΙΚΑ). Περαιτέρω με την 427/Δ.2119/22.12.2009 απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης αποφασίσθηκε η εφαρμογή, μέχρι το τέλος του 2010, προγράμματος οικειοθελούς αποχώρησης προσωπικού του ΟΤΕ, με καταβολή πρόσθετων χρηματικών ποσών, ως κινήτρων υποβολής αίτησης απόλυσης, σύμφωνα με τους παρακάτω όρους και προϋποθέσεις: "1.
Στο προσωπικό που, μέχρι 29.12.2010, θα έχει θεμελιώσει δικαίωμα απόλυσης, σύμφωνα με τις σχετικές με την απόλυση διατάξεις του κωδικοποιημένου Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού ….. και θα απολυθεί μέχρι και 30.12.2010, με αίτησή του, θα καταβληθεί, ως κίνητρο υποβολής αιτήσεως απόλυσης, πρόσθετο ποσό ύψους 5.000 ευρώ, 15.000 ευρώ, 25.000 ευρώ, 32.000 ευρώ, 40.000 ευρώ, 50.000 ευρώ και 70.000 ευρώ...2....3....4....5....6.
Οι αιτήσεις απόλυσης του προσωπικού αυτού πρέπει να υποβληθούν αποκλειστικά από 4.1.2010 έως και 15.1.2020, άλλως δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν επιφέρουν έννομες συνέπειες...7. Οι, κατά τα ανωτέρω, απολύσεις θα πραγματοποιηθούν στις 22.2.2010 για όσους μέχρι και την 21.2.2010 θα έχουν θεμελιώσει δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης, Όσοι όμως θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης μετά την 21.2.2010, θα απολύονται εντός μηνός από την ημερομηνία θεμελίωσης του δικαιώματος αυτού, σε ημερομηνία που θα καθορίζουν οι ίδιοι με σχετική αίτησή τους και πάντως, όχι μετά την 30.12.2010...8....9.
Στο ως άνω προσωπικό (παρ. 1 και 2) που θα αποχωρήσει ... την 22.2.2010 θα χορηγηθεί επί πλέον του προβλεπομένου στην παράγραφο 1, ποσό ύψους 4.000 ευρώ... 10... 11... 12. Σε περίπτωση απόλυσης βάσει του όρου 36 της από 10.5.1996 Ε.Σ.Σ.Ε., όπως τροποποιήθηκε με την από 31.10.1996 Ε.Σ.Σ.Ε, τα ανωτέρω ποσά, καθώς και κάθε άλλη αποζημίωση λόγω απόλυσης που προβλέπεται από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ και των Ε.Σ.Σ.Ε., καταβάλλονται μετά την προσκόμιση της απόφασης σύνταξης ... 13...".
Η ως άνω απόφαση περιλήφθηκε στην με αριθμό 427/347/23.12.2009 ειδική εγκύκλιο του τμήματος απόλυσης ανθρώπινου δυναμικού της εναγομένης, προκειμένου να λάβουν γνώση όλοι οι εργαζόμενοι αυτής, με υπογραφή και ευθύνη των προϊσταμένων τους. Σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 1 του Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ: "Το προσωπικό δύναται να απολυθεί με αίτησή του, εφόσον σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία θεμελιώνει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης και αφού προηγουμένως εξαντλήσει την κανονική άδεια του.
Για την απόλυση σύμφωνα με την παρούσα διάταξη ισχύουν τα αναγραφόμενα στον όρο 36 της από 10.5.1996 ε.σ.σ.ε., όπως τροποποιήθηκε με την από 31.10.1996 ε.σ.σ.ε. [ενν. που ορίζει] "Το προσωπικό που με βάση τις κείμενες συνταξιοδοτικές διατάξεις θεμελιώνει δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης μπορεί με αίτησή του ν' απολύεται από τον Οργανισμό.
Το προσωπικό που απολύεται με τον όρο αυτό λαμβάνει την υπό της κείμενης νομοθεσίας περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων και των ε.σ.σ.ε. προβλεπομένη αποζημίωση, όπως αυτή εκάστοτε ισχύει. Για να πραγματοποιηθεί η απόλυση σύμφωνα με τον παρόντα όρο, θα πρέπει να προσκομίζεται από τον ενδιαφερόμενο βεβαίωση του ασφαλιστικού του φορέα ότι θεμελιώνει δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης.
Εν τούτοις είναι δυνατόν η απόλυση να πραγματοποιείται με βάση υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου ότι έχει θεμελιώσει δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης και ότι σε αντίθετη περίπτωση ουδεμία απαίτηση θα έχει από τον Οργανισμό, καθώς και με την προσκόμιση επισήμου αντιγράφου αιτήσεώς του προς το ... για χορήγηση βεβαίωσης ότι έχει θεμελιώσει δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης.
Στην περίπτωση αυτή η αποζημίωση λόγω απόλυσης (περιλαμβανομένης και της πρόσθετης αποζημίωσης που χορηγείται σύμφωνα με τον όρο 44 της παρούσας ε.σ.σ.ε.) καταβάλλεται άτοκα μετά την προσκόμιση από τον απολυθέντα της απόφασης συνταξιοδότησης και εφόσον απ' αυτήν προκύπτει ότι η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία απόλυσής του...".
Ισχυρίζεται ο ενάγων, ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης δεν τον ενημέρωσαν για την ύπαρξη της ως άνω 427/Δ. 2119/22.12.2009 απόφασης του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, με αποτέλεσμα να απολέσει την προθεσμία υποβολής αίτησης για την υπαγωγή του στο πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης, στο οποίο θα υπαγόταν, αφού είχε θεμελιώσει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, λόγω αναπηρίας και απόλυσης από την εναγομένη στις 22.12.2010.
Όπως αποδείχθηκε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα η 427/Δ. 2119/22.12.2009 απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, η οποία αποτελούσε απευθυντέα δήλωση βούλησης - πρόταση προς τους εργαζομένους του εναγομένου, προκειμένου με την εκ μέρους τους αποδοχή να συναφθεί μεταξύ τους σύμβαση με περιεχόμενο την απόλυση εργαζομένου με λήψη των πρόσθετων ποσών που αναφέρονται στο πρόγραμμα ως κίνητρα απόλυσης, ουδέποτε περιήλθε στον ενάγοντα, με ευθύνη των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου, οι οποίοι, παρότι είχαν υποχρέωση, από αμέλεια δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια, ώστε να περιέλθει η ως άνω δήλωση βούλησης στον κύκλο επιρροής του ενάγοντος και να έχει αυτός δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της.
Ωστόσο, ο ενάγων δεν θεμελίωνε κατά τον κρίσιμο χρόνο (21.2.2010) δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης αναπηρίας και συνακόλουθα δικαίωμα απόλυσης, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται. Ειδικότερα, ο ενάγων, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, προσλήφθηκε από την εναγομένη ως άτομο με ειδικές ανάγκες, με ποσοστό αναπηρίας 50%, παρουσίασε επιδείνωση και ήδη από 8.10.2008 κρίθηκε από την αρμόδια Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Ρόδου (βλ.
το με αρ. Πρωτ. 2717/39/8.10.2008 πιστοποιητικό αναπηρίας) ότι το ποσοστό αναπηρίας του ανήλθε σε 67%. Το ίδιο ποσοστό αναπηρίας γνωματεύει και η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Ρόδου του ΙΚΑ με τη με αριθ. 421/30.8.2011 γνωμάτευσή της. Επίσης η Ανώτατη Στρατού Υγειονομική Επιτροπή του Γενικού Επιτελείου Στρατού στη με αριθμό 926/18.5.2011 γνωμάτευσή της αποφαίνεται ότι ο ενάγων "ήταν κατά το χρόνο λήξης της θητείας του ως Δημάρχου (31.12.2010), καθώς είναι και σήμερα, σωματικά ανίκανος για εργασία σε ποσοστό 72%, δηλαδή μεγαλύτερο του 67%".
Από τα παραπάνω ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων θεμελίωνε στο παραπάνω κρίσιμο χρόνο δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης αναπηρίας, καθόσον, πέραν του αντικειμενικού κριτηρίου σχετικά με τον ιατρικό καθορισμού ορισμένου ποσοστού αναπηρίας , το οποίο πληρούσε (άρθρα 16 εδ. Γ του Καταστατικού ..., που εγκρίθηκε με την 36360/Σ/1181/1943 απόφαση του Υπουργού Εργασίας - ΦΕΚ Β 215 -, 10 ν. 1902/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 ν. 1976/1991, 9 ν. 3863/2010, 28 παρ. 4α ν. 1846/1951) δεν βεβαιώνεται από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές ότι λόγω της πάθησής του ήταν (κατά τον ίδιο χρόνο) ανίκανος να παρέχει την εργασία για την οποία είχε προσληφθεί [...].
Ούτε βέβαια προκύπτει από την ως άνω 926/18.5.2011 γνωμάτευση και την εκεί γενική αναφορά περί σωματικής ανικανότητας για εργασία στις 31.12.2010, ότι ο ενάγων ήταν ανίκανος για παροχή της ανατεθείσας σ' αυτόν διοικητικής εργασίας στις 21.2.2010 (και στο χρονικό διάστημα από 4.1.2010 έως και 15.1.2020, κατά το οποίο έπρεπε να υποβάλλει τις απαιτούμενες αίτηση και υπεύθυνη δήλωση), ώστε να δικαιούται (τότε) άμεση λήψη σύνταξης.
Μετά τα παραπάνω, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων θεμελίωνε δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, αυτός δεν θεμελίωνε δικαίωμα απόλυσης και, συνεπώς δεν ήταν δυνατή η σύναψη σχετικής συμφωνίας με την εναγομένη. Επομένως δεν αποδείχθηκε ότι αυτός υπέστη ζημία από τη μη περιέλευση σ' αυτόν της επίδικης απόφασης του Προέδρου του Δ.Σ.
και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, συνακόλουθα δε η αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία (άρθ. 578 του ΚΠολΔ), καθ' ο μέρος εφάρμοσε και τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. α του ΑΝ 1846/1951, κατέληξε σε ορθό διατακτικό και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 4 εδ.
α και 5 περ. α, β και γ του θεσμικού νόμου περί ΙΚΑ (ΑΝ 1846/1951), αφού οι διατάξεις αυτές δεν ευρίσκουν εν προκειμένω έδαφος εφαρμογής, ενώ αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 περ. Γ του Καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού του …… (...) που εφαρμόζεται στην ένδικη διαφορά σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 και 3 του Ν. 1902/1990, όπως το άρθρο αυτό εξ υπαρχής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 1976, 1 και 2 παρ. 1 εδ.
β του Ν. 3655/2008 και 9 Ν. 3863/2010, καθότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο (21.2.2010), αλλά και κατά το χρονικό διάστημα από 4.1.2010 έως 15.1.2010 υποβολής της σχετικής αίτησης και υπεύθυνης δήλωσης, ο αναιρεσείων δεν ήταν ανίκανος να παρέχει στην αναιρεσίβλητη την εργασία του σε διοικητική θέση, για την οποία είχε προσληφθεί, και συνακόλουθα δεν θεμελίωνε δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης λόγω αναπηρίας.
Μάλιστα η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επιρρωνύεται και από την παραδοχή αυτού σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης απόφασης ότι ο αναιρεσείων καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2010 ήταν δήμαρχος του Δήμου Αρχαγγέλου Ρόδου, παραδοχή που κατά λογική ακολουθία επάγεται την ικανότητα αυτού προς εκτέλεση εργασίας διοικητικής φύσεως.
Ούτε επίσης παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4, 28 παρ. 1, 2 και 8, 29, 35, 36 και 37 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας και διαδικασίας απονομής των παροχών του ΙΚΑ, που εγκρίθηκε με την με αριθ. 57440/13 Ιαν - 7 Φεβρ. 1938 (ΦΕΚ Β 33) απόφαση του Υπουργού Εργασίας [ενόψει κατάργησης του κλάδου σύναξης του ... από 1.8.2008] σχετικά με τη δεσμευτικότητα των μη δυναμένων πλέον να προσβληθούν αποφάσεων των Υγειονομικών Επιτροπών ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, είτε των διοικητικών που επιλαμβάνονται σχετικής διαφοράς κατόπιν προσφυγής, είτε των πολιτικών που ερευνούν παρεμπιπτόντως τα σχετικά ζητήματα στο πλαίσιο ιδιωτικού χαρακτήρα διαφοράς, καθότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε παραδοχή ότι με βάση τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αποφάσεις των Υγειονομικών Επιτροπών βεβαιωνόταν ρητώς σε αυτές, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και με πλήρως αιτιολογημένη κρίση, ότι ο αναιρεσείων ήταν ανίκανος να προσφέρει την εργασία του σε διοικητική θέση προς την αναιρεσίβλητη.
Μόνος δε ο καθορισμός σε αυτές ορισμένου ποσοστού αναπηρίας με βάση αντικειμενικά αμιγώς κριτήρια δεν επάγεται αφ' εαυτός ανικανότητα του αναιρεσείοντος προς παροχή εργασίας στην αναιρεσίβλητη σε διοικητική θέση και μάλιστα πλήρη, καθόσον η στάθμιση της αδυναμίας αυτής στηρίζεται, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, σε υποκειμενικά κριτήρια.
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε συνοπτικές μεν, πλην όμως πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με το ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν ανίκανος προς παροχή διοικητικής φύσεως εργασίας στην αναιρεσίβλητη και συνεπώς δεν θεμελίωνε δικαίωμα προς άμεση λήψη σύνταξης λόγω αναπηρίας κατά τον επίδικο χρόνο και επομένως δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου ανωτέρω διατάξεις.
Δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα του αιτιολογικού της προσβαλλομένης απόφασης ότι "Ούτε βέβαια προκύπτει ... ότι ο ενάγων ήταν ανίκανος για παροχή της ανατεθείσας από την αναιρεσίβλητη διοικητικής εργασίας στις 21.2.2010 (και στο χρονικό διάστημα από 4.1.2010 έως και 15.1.2010, κατά το οποίο έπρεπε να υποβάλει τις απαιτούμενες αίτηση και υπεύθυνη δήλωση), ώστε να δικαιούται (τότε) άμεση λήψη σύνταξης" να διαλάβει περαιτέρω παραδοχές για τη φύση της εργασίας του, εφόσον γίνεται μνεία ότι επρόκειτο για εργασία διοικητικού χαρακτήρα και το αποδεικτικό αυτό πόρισμα εκτίθεται σαφώς.
Ούτε υπάρχει αντίφαση μεταξύ της εν λόγω παραδοχής και της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων έτυχε πλήρους σύνταξης γήρατος λόγω αναπηρίας στις 27.12.2011, κατόπιν της με αριθ. 421/20.8.2011 γνωμάτευσης της Α'/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ρόδου του ΙΚΑ, καθότι κατά την προσβαλλόμενη απόφαση η απονομή της σύνταξης αυτής έλαβε χώρα κατ' εφαρμογή του σε μεταγενέστερο του επίδικου χρόνου ισχύσαντος άρθρου 37 παρ. 4 του Ν. 3998/2011.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο περαιτέρω αναφορά περί του εάν ο αναιρεσείων θεμελίωνε δικαίωμα για την άμεση λήψη σύνταξης λόγω αναπηρίας σε μεταγενέστερο της 21.2.2010 χρόνο και μέχρι τις 29.12.2010, αφού δεν υπήρχε σχετική βάση αγωγής για θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης σε μεταγενέστερο της 21.2.2010 χρόνο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Σε κάθε δε περίπτωση αλυσιτελώς προβάλλεται η ως άνω αιτίαση από τον αναιρεσείοντα, εφόσον ο τελευταίος δεν διαλαμβάνει ισχυρισμό ότι θα θεμελίωνε δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης λόγω αναπηρίας σε χρόνο μετά την 21.2.2010 [και μέχρι 29.12.2010], το οποίο όμως δεν θεμελίωνε μέχρι τις 21.2.2010. Ούτε επίσης απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά περαιτέρω στοιχείων και ειδικότερα των συνθηκών εργασίας που επικρατούσαν το έτος 2010 στο πεδίο της επαγγελματικής απασχόλησης του αναιρεσείοντος, της ηλικίας και της μόρφωσης αυτού, διότι η στάθμιση της ικανότητας του αναιρεσείοντος προς εργασία εξαιτίας της πάθησης αυτού δεν λαμβάνει χώρα με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 28 παρ. 5 περ.
α, β και γ του Α.Ν. 1846/1951, αλλά με βάση εκείνα που ορίζονται στο άρθρο 16 περ. Γ του καταστατικού του .... Τέλος δε κατά το μέρος όπου με την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση ως προς την ανικανότητα ή μη του αναιρεσείοντος για την παροχή διοικητικής φύσεως εργασίας στην αναιρεσίβλητη, οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες (αρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Επομένως οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος και από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου τέταρτος αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 1648/1986, όπως ίσχυε κατά την πρόσληψή του το έτος 1989, και εκείνες του άρθρου 66 παρ. 1 - 3 του Ν. 1943/1991, από τις οποίες η πρώτη ορίζει ότι προστατεύονται ανάπηρα άτομα ηλικίας 15 - 65 ετών που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση από οποιαδήποτε χρόνια σωματική ή πνευματική ή ψυχική πάθηση ή βλάβη, εφόσον είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Ο.Α.Ε.Δ.
και η δεύτερη προβλέπει για την παράταση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου ατόμων με ειδικές ανάγκες που είχαν ήδη λήξει από 31.5.1990, τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και την κατάταξη των απασχολουμένων αναπήρων σε κενές θέσης αντίστοιχης ειδικότητας ή σε συνιστώμενες προς τούτο προσωποπαγείς θέσεις σε περίπτωση έλλειψης κενών θέσεων, επικαλούμενος ότι η πρόσληψη αυτού από την αναιρεσίβλητη εταιρεία ως ατόμου με ειδικές ανάγκες, κατ' εφαρμογή του Ν. 1648/1986, δεν συνεπάγεται άρση της ασφαλιστικής του αναπηρίας την οποία αυτός διατήρησε καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθότι η συνέχιση της ασφαλιστικής αναπηρίας ατόμου με ειδικές ανάγκες παρά την (αναγκαστική) πρόσληψη αυτού κατ' εφαρμογή του Ν. 1648/1986, έχει ως έννομη συνέπεια το δικαίωμα του ασφαλισμένου για τη συνέχιση της λήψης των προβλεπομένων από την ισχύουσα νομοθεσία παροχών προς αναπήρους και δεν επηρεάζει τις προϋποθέσεις που τάσσονται από τις ειδικές διατάξεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας για τη λήψη σύνταξης λόγω αναπηρίας, όπως είναι εκείνη του άρθρου 16 περ.
Γ του καταστατικού του ..., οι οποίες (προϋποθέσεις) κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν συνέτρεχαν κατά τον επίδικο χρόνο, με συνέπεια ο αναιρεσείων να μην δικαιούται της άμεσης λήψης σύνταξης λόγω αναπηρίας.
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 612/1977 "Περί συνταξιοδοτήσεως των τυφλών των ασφαλισμένων εις ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητας Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 164) ορίζεται ότι "Τυφλοί εξ αμφοτέρων των οφθαλμών ησφαλισμένοι εις ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, δικαιούνται συντάξεως λόγω γήρατος ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, εφ` όσον συνεπλήρωσαν χρόνον ασφαλίσεως δεκαπέντε (15) ετών, ή προκειμένης ασφαλίσεως υπολογιζομένης κατά την νομοθεσίαν του οικείου φορέως εις ημέρας, 4.050 ημέρας ασφαλίσεως".
Με τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 4 του Ν. 3996/2011 "Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης" (ΦΕΚ Α 170) ορίσθηκε ότι "Οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 612/1977 (Α 164) εφαρμόζονται και στους ασφαλισμένους των ασφαλιστικών οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι πάσχουν από κυστική ίνωση ή μόνιμη ορθοκυστική διαταραχή, εφόσον για τις παθήσεις τους αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 91 του τελευταίου αυτού νόμου, η ισχύς αυτού αρχίζει από την ημερομηνία της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (5.8.2011), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις. Κατά συνέπεια η επέκταση του δικαιώματος λήψης σύνταξης γήρατος (λόγω αναπηρίας), το οποίο είχε απονεμηθεί με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 612/1977 στους τυφλούς και από τους δύο οφθαλμούς, που ήταν ασφαλισμένοι σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ..., και στους χρονίως πάσχοντες από μόνιμη ορθοκυστική διαταραχή με ποσοστό αναπηρίας από την πάθηση αυτή τουλάχιστον 67%, κατ' εφαρμογή του άρθρου 37 παρ. 4 του Ν. 3996/2011 έλαβε χώρα μετά τη δημοσίευση του τελευταίου νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 5 Αυγούστου 2011 και κατά συνέπεια δεν ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (21.2.2010), αλλά ούτε και κατά το χρονικό διάστημα μέχρι 29.12.2010, που είχε τεθεί ως απώτατο όριο για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης στους επιθυμούντες να ενταχθούν στο ως άνω πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης προσωπικού του ….., δυνάμει της με αριθ. 427/Δ2119/22.12.2009 απόφασης του Προέδρου του Δ.Σ.
και Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης εταιρείας, κατά τις περί τούτου παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως κατά το διάστημα αυτό ο αναιρεσείων δεν θεμελίωνε δικαίωμα λήψης σύνταξης με βάση τη διάταξη αυτή, το οποίο θεμελίωσε για πρώτη φορά μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου και από την έναρξη της ισχύος του Ν. 3996/2011.
Κατά συνέπεια ορθώς η προσβαλλομένη απόφαση χωρίς ειδικότερη αιτιολογία έκρινε ότι ο αναιρεσείων κατά τον επίδικο χρόνο (21.2.2010), αλλά και κατά το αμέσως προηγούμενο διάστημα για την υποβολή της αίτησης και της υπεύθυνης δήλωσης δεν θεμελίωνε δικαίωμα για την άμεση λήψη σύνταξης λόγω αναπηρίας, παρά την παραδοχή αυτής ότι αυτός έπασχε από (μόνιμες) ορθοκυστικές διαταραχές, με ποσοστό αναπηρίας 67% ήδη από το έτος 2008, σύμφωνα με σχετική γνωμάτευση της αρμόδιας Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ρόδου.
Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 612/1977 και 37 παρ. 4 του Ν. 3996/2011 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 4 εδ.α και 5 περ. α,β, γ του ΑΝ 1846/1951 και των άρθων 14 παρ.4, 28 παρ.1 και 2, 29 εδ.
α, 37, 35 και 36 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας και διαδικασίας απονομής των παροχών του ΙΚΑ (απόφαση Υπουργού Εργασίας 57440/1938 ΦΕΚ Β 33) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.7.2019 και με αριθ. κατάθ. 6723/647/18.7.2019 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 3623/18.7.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2022.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ