Supreme Court dismisses appeal on specific grounds regarding negligence in construction machinery operation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment regarding a fatal workplace accident involving construction machinery. The appellants argued that the lower court erred by considering facts not raised in the original complaint, specifically alleging improper installation of a press machine by the defendant. The court ruled that these alleged facts were permissible specificizations of negligence derived from the evidence rather than independent grounds for appeal, thus rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticle 321 of the Code of Civil Procedure; Article 559, Section 8 of the Code of Civil Procedure: Specificization of vague legal concepts based on evidentiary facts constitutes a permissible exercise of judicial discretion and does not constitute an appealable error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 517 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 517/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)της εταιρίας με την επωνυμία "Λ. ΑΕ-ΛΑΤΟΜΕΙΑ-ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κόρινθο και 2) Π. Μ. του Σ., κατοίκου …, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Κολλινιάτη και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Μάζη που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1) Δ. Κ. του Χ., χήρα Α. Ρ., 2) Ε. Ρ., θυγατέρας Α. Ρ., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου των αποβιωσάντων μετά την δίκη Ε. Ρ. του Η. και Γ. Ρ. του Α., καθολικής διαδόχου τους και συνεχίσασας την δίκη, κατοίκων …, 3) Γ. Ρ. του Α., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου των παραπάνω αποβιωσάντων μετά τη δίκη, καθολικού διαδόχου τους και συνεχίσαντος τη δίκη, 4) Η. Ρ. του Γ. ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου των παραπάνω αποβιωσάντων μετά τη δίκη, καθολικού διαδόχου τους και συνεχίσαντος τη δίκη, και 5) Κ. Ρ. του Γ., συζύγου Κ. Δ., και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου των παραπάνω αποβιωσάντων μετά τη δίκη, καθολικού διαδόχου τους και συνεχίσαντος τη δίκη, κατοίκων ... παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης αυτής σε μεταγενέστερη δικάσιμο για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο παραστάς πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 999/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5960/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 Κ.Πολ.Δ., δεδικασμένο στην πολιτική δίκη αποτελούν μόνο οι οριστικές και τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων. Δεν έχουν τέτοια δύναμη οι καταδικαστικές ή αθωωτικές για εγκληματικές πράξεις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων. (ολΑΠ 4/2020, ΑΠ 325/2009). Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 16 περ.
β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι για τον Ι. Λ. του Η., νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης αναιρεσείουσας και τον Π. Μ., δεύτερο αναιρεσείοντα εκδόθηκε το ήδη αμετάκλητο 4515/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος των ανωτέρω (Ι.
Λ. και Π. Μ.) για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Α. Ρ. του Γ. ,που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά με το αστικό-εργατικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη η ευθύνη τους για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσίβλητους, από τους οποίους η πρώτη ήταν σύζυγος και οι λοιποί συγγενείς του θανόντος.
Ότι από το ανωτέρω απαλλακτικό βούλευμα παρήχθη δεδικασμένο για το πολιτικό δικαστήριο και ότι η αναιρεσιβαλλομένη που απέρριψε τον συναφή περί δεδικασμένου ισχυρισμό τους υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. . Σύμφωνα, όμως ,με τα προαναφερόμενα το ανωτέρω αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Α.Ρ., συζύγου και συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, δεν παράγει δέσμευση για το πολιτικό δικαστήριο που έκρινε για το αστικό αδίκημα με ταυτόσημα πραγματικά περιστατικά και συνεπώς η επικαλούμενη παραβίαση δεν ιδρύει τον από τον αρ.16περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια .Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017)
3.Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι για τον Ι. Λ. του Η., νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης αναιρεσείουσας και τον Π. Μ., δεύτερο αναιρεσείοντα εκδόθηκε το ήδη αμετάκλητο 4515/2003 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του Α.
Ρ. του Γ., που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά με το αστικό-εργατικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η ευθύνη τους για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσίβλητους. Ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με το ανωτέρω βούλευμα ώστε να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με αυτό και να απορρίψει την αγωγή ,αλλά αντίθετα δέχθηκε αυτήν, επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 6 αρ. 2 της ΕΣΔΑ και το καθιερούμενο μ' αυτές τεκμήριο αθωότητας υπέρ των ανωτέρω..
Όμως, ο με το ανωτέρω περιεχόμενο λόγος της αιτήσεως για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων χωρίς σε αυτόν να διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ευθύνη των αναιρεσειόντων, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και χωρίς να εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, είναι αόριστος.
Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες περιορίζονται να διαλάβουν στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αποσπασματικές μόνο παραδοχές της προσβαλλομένης κατ' επιλογή τους , χωρίς να αναφερθούν στο σύνολο των κρίσιμων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό πόρισμα μη συμβατό με αυτό του αμετακλήτου βουλεύματος και χωρίς να αναφέρουν τον τρόπο διατύπωσης των αιτιολογιών με τυχόν κρίσεις και αναφορές στο απαλλακτικό βούλευμα που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό του (ανωτέρω βουλεύματος), και υπό τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση ελέγχεται η επικαλούμενη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, ενόψει και του ότι η αθωωτική απόφαση δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική απόφαση και κατ'ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης των απαλλαγέντων και συνακόλουθα σε απόρριψη των αστικών απαιτήσεων, αλλά κρίνεται πάντα in concreto με βάση τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης(ολΑΠ4/2020).
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.
4.Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τους λόγους της αιτήσεως, τρίτο από τον αρ.1 και τέταρτο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφονται την προσβαλλομένη για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 330, 914 και 925 ΑΚ και εκ πλαγίου λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Όμως, σύμφωνα ,με τα ανωτέρω στον αρ.2 της παρούσας εκτιθέμενα οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι διότι οι αναιρεσείοντες διαλαμβάνουν σ' αυτούς αποσπασματικές μόνο παραδοχές της προσβαλλομένης κατ' επιλογή τους , το κατά την άποψή τους πραγματικό μέρος της υπόθεσης, χωρίς να αναφερθούν στο σύνολο των κρίσιμων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο αποδεικτικό πόρισμα, ούτε εκθέτουν σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά τους αναιρεσείοντες υπάρχουσες αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Εξάλλου, η επικαλούμενη μόνη αντίφαση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, ότι η πρόκληση του ατυχήματος οφείλεται σε "τυχηρό" γεγονός ,μη προβλέψιμο από την πρώτη αναιρεσείουσα, που αντικρούει την παραδοχή ότι συντρέχει ευθύνη αυτής και του δεύτερου αναιρεσείοντος, αφορά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ότι το ατύχημα οφείλεται σε τυχηρό γεγονός και όχι παραδοχή της προσβαλλομένης όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής.
Επομένως οι λόγοι αυτοί, ενιαίως κρινόμενοι είναι απαράδεκτοι.
5.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ως και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή. (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1467/2009).
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται από τους αναιρεσείοντες το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και δη τα περιστατικά που δέχθηκε ότι συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του δεύτερου από αυτούς, χειριστή του αντλητικού συγκροτήματος ετοίμου σκυροδέματος (πρέσσας), και ειδικότερα ισχυρισμό για κακή εγκατάσταση της πρέσσας από αυτόν, χωρίς οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι να τον έχουν προτείνει με την αγωγή τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες είχαν επικαλεστεί, μεταξύ άλλων, ότι το ένδικο εργατικό ατύχημα και ο κατ' αυτό θανάσιμος τραυματισμός του Α.Ρ. οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του έβδομου εναγομένου ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος συνιστάμενη στο ότι αυτός χειρίστηκε το ανωτέρω μηχάνημα (πρέσσα) κατά τρόπο άτεχνο και επιπόλαιο, παραβιάζοντας και τις σχετικές νομικές διατάξεις και στο ότι δεν κατείχε την νόμιμη άδεια χειριστή του ανωτέρω μηχανήματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα επίμαχα περιστατικά, για κακή εγκατάσταση του μηχανήματος από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, που φέρεται ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη, συνιστούν επιτρεπτή συγκεκριμενοποίηση των ειδικότερων περιστατικών της αμέλειας του εναγομένου αυτού που μπορούσαν να προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή και εξειδίκευση αυτών από το δικαστήριο, όπως και συνέβη κατά την παραδοχή του ως άνω δικαστηρίου, στερούνται αυτοτέλειας και δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της αναιρετικής πλημμέλειας, που προαναφέρθηκε.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚπολΔ είναι απαράδεκτος.
6.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Κατόπιν απόρριψης της αιτήσεως, το παραδεκτώς ασκούμενο με τις κατατεθείσες, στις 6-10-2020, προτάσεις αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, (ΚΠολΔ 579) με την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων ν` αποδώσουν σ' αυτούς τα εκεί αναφερόμενα εισπραχθέντα χρηματικά ποσά καθίσταται άνευ αντικειμένου. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 5960/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει το με τις προτάσεις υποβληθέν αίτημα των αναιρειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων..
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ