517/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated517/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της άνω τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ζητεί η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την κρινόμενη, από 16.6.2018, αίτησή της, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή.
Full text
Απόφαση 517 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 517/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Π. του Α., 2) Κ. Ρ. του Ν., συζ. Φ. Π., 3) Α. Π. του Φ., 4) Π. Π. του Φ., κατοίκων ..., 5) Δ. Π. του Α., 6) Χ. - Χ. Π. του Δ., κατοίκων ... 7) Ζ. Π. του Α. και 8) Κ. Π. του Ζ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Φράγκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (η 2η, ως ακούσας από κοινού με τον 1ο τη γονική μέριμνα των ανήλικων τότε τέκνων τους Α. Π. του Φ. - 3ου ως άνω και Π. Π. του Φ. - 4ης ως άνω) και της Π. Κ. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη (ως ασκούσας τότε από κοινού με τον 7ο τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους Κ. Π. του Ζ. - 8ης ως άνω), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1248/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5000/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 23.4.2013 αγωγή, με την οποία ζήτησαν αποζημίωση για τη θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης την οποία υπέστησαν από το θάνατο συγγενούς τους, που επήλθε κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα από αμέλεια οδηγού οχήματος (ο οποίος δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη), ασφαλισμένου για τις ζημιές τρίτων, στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1248/2014 απόφασή του (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), αφού κρίθηκε ότι η θανούσα είναι αποκλειστική υπαίτια του θανατηφόρου αποτελέσματος. Στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5000/2017 απόφασή του με την οποία κρίθηκε ότι η παθούσα (θανούσα) πεζή είναι υπαίτια του ατυχήματος, κατά ποσοστό 60% και ο οδηγός του ασφαλισμένου, στην αναιρεσείουσα, απορριμματοφόρου φορτηγού αυτοκινήτου κατά ποσοστό 40% και αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδικείου, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Την αναίρεση της άνω τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ζητεί η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την κρινόμενη, από 16.6.2018, αίτησή της, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) 1) Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, 2) ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν... Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 "οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν σε σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 εδ.
α' και ε' του ίδιου νόμου "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίσουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του...".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας της θανούσας πεζής, συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και του οδηγού του εμπλακέντος στο ατύχημα αυτοκινήτου: "Στις 12.5.2012 και περί ώρα 06.20 πρωϊνή, η Χ.
Π. του Δ. ηλικίας κατά το χρόνο εκείνο 78 ετών..., εκινείτο πεζή επί του δεξιού πεζοδρομίου της οδού ... με κατεύθυνση από τη Φιλοθέη προς τη ... Αττικής, στο ύψος των οικοδομικών αριθμών ... της εν λόγω οδού. Η οδός ... είναι μονόδρομος, με πλάτος οδοστρώματος από άσφαλτο 7,30 μ., με μία λωρίδα κυκλοφορίας, καμπύλη - οριζόντια, φέρει δε διαχωριστική νησίδα με μπάρες ασφαλείας και κάγκελα ύψους 1.40 μ., η οποία διαχωρίζει αυτή με την παράλληλη και προς αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από Ν.
Ιωνία προς Φιλοθέη, υφιστάμενη οδό Εθνικής Αντιστάσεως, ενώ σε απόσταση 59 μέτρων από τους ως άνω οικοδομικούς αριθμούς (...) υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες ρυθμίζοντες την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων, οι οποίοι κατά τον προαναφερόμενο χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, και εμφανής, στο ίδιο σημείο, διάβαση πεζών.
Η κατάσταση της οδού κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ξηρά, επικρατούσε ημέρα και καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ενώ των πεζών αραιή, η ορατότητα δε περιοριζόταν και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος 50 χλμ/ώρα ως κατοικημένης περιοχής. Η ως άνω πεζή προτιθέμενη να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού ...
για να διέλθει στην έναντι νησίδα ασφαλείας μεταξύ των προαναφερομένων οδών ... και Εθνικής Αντιστάσεως με μη προκύψασα από την αποδεικτική διαδικασία περαιτέρω κατεύθυνση-προορισμό. παρότι στο σημείο αυτό δεν υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες και διάβαση πεζών, κατήλθε στο οδόστρωμα και χωρίς να ελέγξει την από αριστερά κίνηση των επ' αυτού κινουμένων οχημάτων άρχισε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του κινουμένου κατά τον αυτόν ως άνω τόπο και χρόνο και στο ύψος των ως άνω αριθμών ...
στο μέσον και προς αριστερά της οδού ... πρώτου εναγομένου. οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου μεταφοράς απορριμμάτων (απορριμματοφόρου) του Δήμου Φιλοθέης Αττικής, με κατεύθυνση από Φιλοθέη προς ... Αττικής, το οποίο (Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο) κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για την από την κυκλοφορία του έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.
Και ενώ η πεζή Χ. Δ. Π. είχε διανύσει 4 μ. εντός του οδοστρώματος, ήτοι αυτή είχε διασχίσει το ήμισυ και πλέον του οδοστρώματος, όντας ορατή εν όψει της απόστασης που είχε διανύσει από τα δεξιά του οδοστρώματος και λαμβανομένου υπόψη του πλάτους αυτού, επέπεσε επ' αυτής με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά το Ι.Χ.Φ.
αυτοκίνητο και την παρέσυρε προκαλώντας τον θανάσιμο τραυματισμό αυτής χωρίς ο οδηγός αυτού, ο οποίος είχε αντιληφθεί την κάθετη διέλευση αυτής επί του οδοστρώματος, να ενεργήσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό. Οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως προεκτέθηκαν, προκύπτουν από την ορθή συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν, ιδιαίτερα δε από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας όπου απεικονίζονται η πορεία του Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου και της πεζής, η διαμόρφωση της οδού και τα ευρήματα της πρόσκρουσης. Με βάση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το ένδικο ατύχημα αυτό οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσον της πεζής, όσον και του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του Ι.Χ.Φ. απορριμματοφόρου αυτοκινήτου και δη κατά ποσοστό 60% της πεζής και 40% του πρώτου εναγομένου, αντίστοιχα, καθόσον αμφότεροι δεν κατέβαλαν την προσήκουσα (απαιτούμενη) επιμέλεια και προσοχή, την οποία μπορούσαν αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλαν κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλουν ως πεζή η πρώτη και ως μέσος και ευσυνείδητος οδηγός ο δεύτερος (άρθρ. 330 ΑΚ) και η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Ειδικότερα η πεζή Χ. Δ. Π. αν και ήταν υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει τη διάβαση πεζών και τους φωτεινούς σηματοδότες που υπήρχαν σε απόσταση μόλις 59 μέτρων από τον τόπο του ενδίκου ατυχήματος, εν τούτοις δεν συμμορφώθηκε με την άνω υποχρέωσή της, και προτιθέμενη να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ως άνω οδού ..., κατήλθε στο οδόστρωμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επ' αυτής και να βεβαιωθεί εάν μπορούσε να πραγματοποιήσει ακινδύνως την κάθοδό της στο οδόστρωμα και ότι δεν θα παρεμποδίσει την κίνηση του απορριμματοφόρου, λαμβάνοντας υπόψη της την απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους και την ταχύτητά του, εάν, δηλαδή, ήταν δυνατόν να πραγματοποιήσει ακινδύνως την κάθετη διέλευσή της στο οδόστρωμα και κυρίως διότι δεν ανέμενε να διέλθει πρώτα το απορριμματοφόρο προκειμένου η ίδια να διασχίσει στη συνέχεια το οδόστρωμα με ασφάλεια, ενώ αν είχε ελέγξει την κίνηση των οχημάτων θα αντιλαμβανόταν την κίνηση του κατερχόμενου απορριμματοφόρου και θα του παρείχε προτεραιότητα, δεδομένου ότι αυτό είναι εμφανέστατο λόγω του όγκου και του θορύβου που εκπέμπει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η κίνησή του και επί πλέον δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο στην ορατότητα και επικρατούσε ημέρα καθώς, επίσης, ήταν αναμμένα και τα φώτα του, ήτοι αυτή (πεζή) ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 2, 3, 4 του Κ.Ο.Κ.
Αλλά και ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του Ι.Χ.Φ. απορριμματοφόρου, επέδειξε αμελή συμπεριφορά και ειδικότερα αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του. όπως όφειλε και μπορούσε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις ως μέσος συνετός οδηγός να επιδείξει ενεργώντας κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, αλλά και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να ενεργεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και, έτσι, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την ανωτέρω πεζή η οποία εκινείτο επί του οδοστρώματος της ως άνω οδού ..., επί του οποίου και ο ίδιος εκινείτο, με δεδομένο ότι αυτή είχε διανύσει, ήδη, 4 μέτρα εντός του οδοστρώματος, και δεν ρύθμισε εγκαίρως την ταχύτητά του, η οποία ναι μεν ήταν μικρή (αυτή των 42 χλμ/ώρα), θα μπορούσε, όμως.
να μειώσει αυτή στο ελάχιστο ή έστω και να ακινητοποιήσει το όχημά του, ούτε προέβη σε οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό και δη ούτε τροχοπέδησε το όχημά του, ώστε να την αποφύγει, ούτε προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, όσο τουλάχιστον του επέτρεπε η απόστασή του από την εκεί ευρισκόμενη νησίδα με μπάρα ασφαλείας, χειρισμούς, όμως, τους οποίους, όπως αποδείχθηκε, δεν εκτέλεσε ο ως άνω οδηγός, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 του Κ.ΟΚ (Ν. 2696/1999).
Εκ των προεκτεθεισών εσφαλμένων πράξεων και παραλείψεών τους, οι οποίες τελούν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα και συνιστούν σαφή παράβαση των παραπάνω διατάξεων, αμφότεροι, κατά στοιχειοθέτηση της αμέλειάς τους, δεν προείδαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα και δεν απέτρεψαν την ένδικη σύγκρουση και τα αποτελέσματα αυτής.
Να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι βρέθηκε στο αίμα της θανούσας πεζής περιεκτικότητα σε οινόπνευμα 0,2‰ (20 mgr/l), το ποσοστό βέβαια το οποίο δεν υπερβαίνει το επιτρεπόμενο όριο, ώστε να θεωρηθεί άτι αυτή βρισκόταν σε κατάσταση μέθης (και τούτο ανεξάρτητα του ότι δεν προβλέπεται στον ισχύοντα ΚΟΚ ως παράβαση για τους πεζούς) και...
δεν κρίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση επηρέασε την κίνηση και τα αντανακλαστικά της ως άνω πεζής... Κατ' ουσίαν αβάσιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός του ότι η πεζή πετάχθηκε ξαφνικά μπροστά του... Το ότι ο πρώτος εναγόμενος αθωώθηκε ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, η κρίση αυτή δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και τούτο διότι η κρίση του πολιτικού Δικαστηρίου είναι ανεξάρτητη του ποινικού...".
Ακολούθως, το Εφετείο, δέχθηκε την ένσταση συνυπαιτιότητας της θανούσας πεζής που πρότειναν παραδεκτά οι εναγόμενοι κρίνοντας την παθούσα πεζή υπαίτια του ατυχήματος κατά ποσοστό 60% και τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα απορριμματοφόρου αυτοκινήτου κατά ποσοστό 40%, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδικείου και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση, ούτε την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί δεν καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια αλλά με λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ, 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η συνυπαιτιότητα της θανούσας πεζής και του οδηγού του απορριμματοφόρου αυτοκινήτου στο ένδικο ατύχημα.
Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αιτιολογείται επαρκώς η αναγκαία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της διαπιστούμενης συμπεριφοράς αμέσως πριν το ατύχημα του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου και της πεζής - θανούσας, για τους ακολούθους λόγους: α) δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η απόσταση από την οποία ο οδηγός του απορριμματοφόρου αντελήφθη την παθούσα - πεζή προ του ατυχήματος, ούτε η απόσταση από την οποία μπορούσε να την αντιληφθεί.
Επίσης δεν προσδιορίζεται ποιά ήταν η απόσταση της παθούσης - πεζής από το απορριμματοφόρο φορτηγό όταν η πεζή κατήλθε στο οδόστρωμα, το οποίο στη συνέχεια διέσχισε κάθετα και είχε διανύσει τέσσερα μέτρα μέχρι τη στιγμή του ατυχήματος, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν ο οδηγός του απορριμματοφόρου οχήματος μπορούσε να αντιληφθεί εγκαίρως την παθούσα και να ενεργήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό προς αποτροπή του ατυχήματος,λαμβανομένου υπόψη και του ότι κατά της παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το ατύχημα συνέβη στις 12.5.2012 και 06.20 πρωϊνή, επικρατούσε ημέρα και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.
Περαιτέρω, το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι η παθούσα πεζή παρεβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ άρθρ. 38 παρ. 2, 3 και 4, ως επιχειρήσασα να διασχίσει κεντρική οδό με κανονική κίνηση οχημάτων εκτός διαβάσεων (αν και υπήρχαν σηματοδοτούμενες διαβάσεις πεζών σε απόσταση μόλις 59 μ.), χωρίς να παραχωρήσει ως όφειλε, προτεραιότητα στο απορριμματοφόρο φορτηγό αυτοκίνητο που μπορούσε να το αντιληφθεί, το οποίο είχε αναμμένα τα φώτα του, ενώ ήταν ογκώδες και θορυβώδες κατά την κίνησή του, εν τούτοις δεν δέχτηκε ότι η παθούσα πεζή παραβίασε το άρθρο 12 παρ. 1 εδ.
α' του ΚΟΚ, διότι χρησιμοποιήσασα (η παθούσα) την οδό ... επέδειξε συμπεριφορά που εξέθεσε σε κίνδυνο την κυκλοφορία και τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή της ίδιας. Έτσι, όμως, η πληττόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης του ΚΟΚ, όσον αφορά την συμπεριφορά της παθούσης πεζής, αρνήθηκε να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή.
Συνεπώς, οι συναφείς με τα ανωτέρω πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.
Ενόψει του ότι η παραδοχή των παραπάνω λόγων της αναίρεσης συνεπάγεται την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης στο σύνολό της, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η από 16.6.2018 αίτηση αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης, στον καταθέσαντα και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5000/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση στον καταταθέσαντα, του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία: "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ", τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο
ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2020
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ