517/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated517/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 517 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 517/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...) και τον διακριτικό τίτλο "...), μετά την τροποποίηση της επωνυμίας της από "... ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτού και από τον Διευθυντή του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων του υποκαταστήματος ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία γνωστοποίησε ότι παρίσταται ως πληρεξούσιος δικηγόρος του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", οιονεί καθολικού διαδόχου του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.
Α.Π. 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008). Περαιτέρω, το Σύνταγμα ορίζει: στο άρθρο 2παρ.1,ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, β)στο άρθρο 5παρ.1,ότι καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.
Ενώ, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 αυτού, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, οι κάθε είδους δε περιορισμοί ,που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.
Στην, κατά τα ανωτέρω, προεκτεινόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.
Α.Π. 31/2007, 40/1998). Από τις ως άνω διατάξεις επίσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η συνδρομή της συνταγματικώς αποδοκιμαστέας αδικαιολόγητης ανισότητας, πρέπει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να προκύπτει κατά τρόπο έκδηλο από την ελεγχόμενη νομοθετική πράξη, γιατί η αρχή της ισότητας δεν νοείται ως ισοπέδωση, ούτε αφαιρεί από τη νομοθετική εξουσία την ευρεία ευχέρεια όπως, ενόψει των εκάστοτε κοινωνικών, οικονομικών, τοπικών και άλλων συνθηκών, θέτει ανάλογους κανόνες και θεσπίζει διακρίσεις, οι οποίες εξυπηρετούν γενικότερες κοινωνικές ανάγκες ή ειδικές σκοπιμότητες και μόνο ακραίες περιπτώσεις άνισης μεταχείρισης, που έχουν ολοφάνερο το στοιχείο της αυθαίρετης και αδικαιολόγητης ρύθμισης βρίσκονται έξω από τη νομοθετική ευχέρεια.
Περαιτέρω, με τις ανωτέρω διατάξεις κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Το Σύνταγμα, εξάλλου, προστατεύει την επιχειρηματική ελευθερία και οικονομική δραστηριότητα, μπορεί όμως ο νόμος να επιβάλλει περιορισμούς, οι οποίοι δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση πρέπει να ορίζονται γενικώς και κατά τρόπο αντικειμενικό και να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης οικονομικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας Όπως, όταν σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, προκύπτει ότι το κράτος αδυνατεί να παράσχει επαρκή χρηματοδότηση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και ότι δεν υφίσταται δυνατότητα διασφάλισης της βιωσιμότητας αυτών με άλλα μέσα ,ο νομοθέτης μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεσπίζει μέτρα που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, με την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν στην συνταγματικώς προβλεπόμενη αρχή της αναλογικότητας (ΟΛ.ΣΤΕ2290/2015).
Εξάλλου ,η Ελληνική Κυβέρνηση απεφάσισε το έτος 2010 να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής σε στενή συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δεδομένου ότι ναι μεν η Ελληνική Δημοκρατία, ως κράτος- μέλος της Ευρωζώνης, οφείλει να κινείται εντός των δημοσιονομικών δεικτών που προβλέπονται στο άρθρο 126 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) και στο προσαρτημένο στις Συνθήκες με αριθμ. 12 Πρωτόκολλο, ήτοι το προβλεπόμενο ή υφιστάμενο έλλειμμά της και το δημόσιο χρέος της δεν πρέπει να υπερβαίνουν ίο 3% και το 60% αντίστοιχα του Ακαθάριστου Εγχώριου Προιόντος (ΑΕΠ), πλήν όμως οι αποκλίσεις της ελληνικής οικονομίας από αυτούς τους δημοσιονομικούς δείκτες έγιναν υπερβολικές το έτος 2009 και οδήγησαν σε συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της.
Ακολούθησε η ψήφιση του νόμου 3863/2010"Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις",με το άρθρο 41 παρ.1 του οποίου ,ορίζονται τα εξής:"Στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν.1545/1985(ΦΕΚ91Α) υπάγονται και οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.
Η περίπτωση 6 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 του ν.2972/2001 (ΦΕΚ291Α), καταργείται, αναριθμουμένων των επομένων περιπτώσεων". Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρονται σχετικά με τη συγκεκριμένη διάταξη τα εξής: "Κατά το άρθρον 975 αριθμ.6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν.2972/2001,οι απαιτήσεις των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον προέκυψαν μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης κατατάσσονται προνομιακά στην έκτη τάξη των προνομίων του ανωτέρω άρθρου.
Από την ανωτέρω σειρά κατάταξης δημιουργούνται πολλά οικονομικά προβλήματα στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, των οποίων κύρια πηγή εσόδων αποτελούν οι εισφορές εργαζόμενων και εργοδοτών, με δεδομένο οι απαιτήσεις τους να ικανοποιούνται σπανίως, εφόσον προηγούνται οι απαιτήσεις των υπολοίπων προνομιούχων δανειστών.
Η αποστέρηση των ασφαλιστικών εισφορών από τους οικείους φορείς έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής η πληρωμή των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία τους παροχών (ασθενείας και σύνταξης) στους ασφαλισμένους και συνταξιούχους τους. Ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του μεγαλύτερου ασφαλιστικού φορέα μισθωτών της χώρας, όπου, σύμφωνα με την νομοθεσία που το διέπει, οι ασφαλιστικές εισφορές αποτελούν προέκταση του μισθού, του κοινωνικού καλούμενου μισθού και ως εκ τούτου πρέπει να καταβάλλονται υπέρ του Ιδρύματος μαζί με το μισθό.
Η αρχή αυτή διατυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του α.ν. 1846/1951 και διαπνέει το σύνολο των διατάξεών του, που επιβάλλουν αυστηρές κυρώσεις σε όσους καθυστερούν την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Η κατάταξη των απαιτήσεων του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ (όπως και των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών) στην 6η θέση των προνομίων έχει το αποτέλεσμα να ικανοποιούνται σπανίως οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η εκπλήρωση της αποστολής του Ιδρύματος (πληρωμή συντάξεων και λοιπών παροχών προς τους ασφαλισμένους), με δεδομένο ότι κατά ρητή επιταγή του νόμου,(άρθρο 26παρ.7 του α.ν.1846/1951) η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη, δεν συνεπάγεται για τον ασφαλισμένο στέρηση ή μείωση των δικαιωμάτων του σε παροχές.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η υπαγωγή στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας(δηλαδή μαζί με τις απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και των αποζημιώσεων λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας) και των απαιτήσεων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, ώστε αυτές να ικανοποιούνται συμμέτρως με τις απαιτήσεις των εργαζομένων".
Με βάση τα ανωτέρω συνάγεται, ότι η ρύθμιση του άρθρ. 41 του νόμου 3863/2010, όπως και αυτή του άρθρ. 56 (σε συνδυασμό με 72παρ.5 )του νόμου 3994/2011,σύμφωνα με τις οποίες, στους πλειστηριασμούς που διεξάγονται μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου(3863/2010), στις15-7-2010, οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης ,αντί για την έκτη τάξη, που μέχρι τότε προ βλεπόταν, κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975ΚΠολΔ και ικανοποιούνται στο σύνολο τους πριν από την διαίρεση του πλειστηριάσματος στα προβλεπόμενα από το άρθρο 977 ΚΠολΔ ποσοστά (1/3 και 2/3) δεν έρχεται σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι το επίμαχο μέτρο δεν αποβλέπει απλώς στο ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, αλλά στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος , με αυτό δε επιδιώκεται η αύξηση των εσόδων για να καταστεί δυνατή η εξοικονόμηση των πόρων που είναι απαραίτητοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών.
Ειδικότερα, η διεύρυνση του προνομίου των απαιτήσεων αυτών, ήταν κοινωνικά επιτακτική, ετύγχανε πρόσφορη και αναγκαία, δεν πλήττει τον πυρήνα των περιουσιακών δικαιωμάτων των εμπραγμάτως ασφαλισμένων και επιβλήθηκε από λόγους κοινωνικής ανάγκης, υπό τις συνθήκες που προέκυψαν στα πλαίσια της δημοσιονομικής κρίσης και υπό το πρίσμα του άρθρου 106παρ.2 του Συντάγματος που θέτει ως όριο της συμβατικής ελευθερίας την "εθνική οικονομία",σε βάρος της οποίας απαγορεύεται να αναπτύσσεται η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία, αλλά και του άρθρου 22παρ.5 επίσης του Συντάγματος που κατοχυρώνει τον θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων και ανάγει την μέριμνα για την προαγωγή του σε σκοπό του Κράτους.
Ενόψει τούτων, με τα δεδομένα, που, κατά το νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά το χρόνο θέσπισης του επίμαχου μέτρου, αυτό δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτό σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης υπόκειται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο.
Η εν λόγω δε ρύθμιση είναι και αναλογική, εφόσον η σκοπούμενη με αυτή προεκτεθείσα ωφέλεια δεν είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από την βλάβη που προκαλεί, λόγω του περιορισμού της κατάταξης των εμπραγμάτων ασφαλισμένων δανειστών. Εξάλλου, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 41 του νόμου 3863/2010 δεν πλήττει την συνταγματικώς (άρθο17) κατοχυρωμένη αρχή της προστασίας της ιδιοκτησίας, αφού ως νόμος που ρυθμίζει την σειρά ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών στην διαδικασία της κατάταξης, δεν αφορά την ίδια την απαίτηση, ούτε και τα εμπράγματα δικαιώματα, τα οποία την ασφαλίζουν, αλλά θεσμοθετεί τον τρόπο με τον οποίο θα ικανοποιηθούν αυτές από την ομάδα περιουσίας, η οποία υπάρχει κατά τον χρόνο της κατάταξης.
Για το λόγο αυτό τα προνόμια που καθιερώνονται κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο αυτό της κατάταξης (Ολ.ΑΠ21/1994). Επομένως, η με τον επίμαχο νεώτερο νόμο ρύθμιση των προνομίων, δεν οδηγεί σε ανατροπή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων, όπως είναι και το δικαίωμα της υποθήκης ή της προσημείωσης υποθήκης ούτε των ενοχικών απαιτήσεων που υπήρχαν πριν από την ισχύ αυτού του νόμου (πρβλ.
ΑΠ535/1993, 534/1993, 631/1992). Επομένως, δεν έρχεται σε αντίθεση με την διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος ,ούτε με αυτή του άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (ΑΠ2033/2017).Επίσης το άρθρο 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) όπως και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997 και τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο, προστατευόμενο και από το άρθρο 20 του Συντάγματος, δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, με την διεύρυνση του επίδικου προνομίου των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, εξάλλου, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή με το να εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, είναι, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις των επικυρωμένων από την Ελλάδα Διεθνών Συμβάσεων και των γενικά παραδεδεγμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου (ΟλΑΠ2/2008, ΑΠ2034/2009). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ της έλλειψης νόμιμης βάσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης(αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος τα ακόλουθα:"Με την υπ’ αριθμ. ...-3-2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Δράμας Σ.
Π. κατασχέθηκε αναγκαστικά, με επίσπευση της εταιρίας "... Α.Ε.", ακίνητη περιουσία του οφειλέτη Ε. Μ. και συγκεκριμένα ο υπ’ αριθ.1112 αγρός.....που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος .... Το ακίνητο εκπλειστηριάστηκε στις 27-7-2011 ενώπιον της συμβολαιογράφου Δράμας Ι. Κ.. Το πλείστηρίασμα ανήλθε στο ποσό των 40.320 ευρώ.
Στον πλειστηριασμό, ανήγγειλαν νόμιμα τις απαιτήσεις τους, για να λάβουν μέρος στη διανομή του πλειστηριάσματος α) το καθού η ανακοπή- εφεσίβλητο ΙΚΑΕΤΑΜ (ήδη αναιρεσίβλητο) με την υπ’ αριθ. .../2-9-2011αναγγελία του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Δράμας για ποσό 25.607,19 ευρώ, από ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές των ετών 1.9.2008 - 31.12.2009, για το οποίο ζήτησε την κατά το άρθρο 975 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 3863/2010, προνομιακή του κατάταξη και β) η ανακόπτουσα- εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία(ήδη αναιρεσείουσα) για απαίτηση, ανερχόμενη στις 28-7-2011 στο ποσό των 72.680,98 ευρώ, που απορρέει από την υπ’ αριθ. .../2- 6-2008σύμβαση τοκοχρεολυτικού επαγγελματικού δανείου, κατέστη απαιτητή με το κλείσιμο του σχετικού λογαριασμού και για την οποία ζήτησε την προνομιακή της κατάταξη ως προσημειούχος δανείστρια.
Η εν λόγω απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης πρώτης σειράς ποσού 91.000 ευρώ, που ενεγράφη δυνάμει της υπ’ αριθ. 646/2008 απόφασης (ασφαλιστικών μέτρων) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας στο Υποθηκοφυλακείο Δράμας στον τόμο … με αριθμό … Το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των δανειστών.
Γι’ αυτό η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον υπ’ αριθ. .../18.1 1.2011 ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης. Από το παραπάνω πλειστηρίασμα των 40.302 ευρώ που επιτεύχθηκε, αφαίρεσε συνολικά το ποσό των 3.101,61 ευρώ για τα έξοδα της εκτέλεσης. Στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, ποσού 37.218,39 ευρώ, κατέταξε το καθού η ανακοπή- εφεσίβλητο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προνομιακά οριστικά και τελεσίδικα για εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησής του για το ποσό των 25.607,19 ευρώ, το Ελληνικό Δημόσιο προνομιακά και οριστικά ως γενικό προνομιούχο δανειστή και σε μερική εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησής του για το ποσό των 3.870,40 ευρώ, ενώ η ανακόπτουσα- εκκαλούσα τράπεζα κατατάχθηκε για μέρος της αναγγελθείσας απαίτησής της και συγκεκριμένα για το ποσό των 7.740,80 ευρώ Εξάλλου με βάση τα ανωτέρω συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 3863/2010, για την προνομιακή κατάταξη του καθού η ανακοπή - εφεσιβλήτου και συνακόλουθα ορθά κατετάγη το τελευταίο ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης πριν από τη διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ και προηγήθηκε στην κατάταξη έναντι της έχουσας απαίτηση εξασφαλισμένη με ειδικό προνόμιο (προσημείωση υποθήκης) ανακόπτουσας- εκκαλούσας τράπεζας.
Η διάταξη του άρθρου 41 του ν. 3863/2010 δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 (αρχή της ισότητας), 17 παρ. 1 (δικαίωμα στην ιδιοκτησία) και 20 παρ. 1 (δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας) του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (δικαίωμα για πρόσβαση σε δικαστήριο), ούτε στο άρθρο 1 παρ. 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας), ούτε στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ελευθερία των συμβάσεων, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη".
Εξάλλου, όπως εκθέτει η προσβαλλόμενη απόφαση στην μείζονα σκέψη της, στην , οποία παραπέμπει, για να αιτιολογήσει την ανωτέρω κρίση της ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 41 του νόμου 3863/2010 (ΦΕΚ τ.Α 115/15.7.2010):" 1. Στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν.1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α1), υπάγονται και οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.
Η περίπτωση 6 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 16 του ν. 2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α’ ), καταργείται αναριθμουμένων των επομένων περιπτώσεων. 2. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τις πτωχευτικές διανομές που διενεργούνται κατά τις διατάξεις του ν. 3588/ 2007 (ΦΕΚ 153 Α’ ). 3. Η διάταξη της παραγράφου 6 στοιχείο γ1 του άρθρου 4 του ν. 3808/2009 (ΦΕΚ 237 Α’ ) εφαρμόζεται αναλόγως και στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και καταλαμβάνει τις πτωχεύσεις που κηρύχθηκαν ή κηρύσσονται κατά τις διατάξεις του ν. 3588/2007 (ΦΕΚ 153 Α1). 4.
Η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 58 του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α’ ) εφαρμόζεται αναλόγως σε όλους τους πίνακες που συντάσσουν οι σύνδικοι πτωχεύσεως κατά τις διατάξεις του ν. 3588/2007 (ΦΕΚ 153 Α1) και αφορούν όλους τους οργανισμούς και φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι απαιτήσεις των οποίων εισπράττονται κατά τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α1). 5.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή σε πλειστηριασμούς που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που έχουν ήδη κηρυχθεί μέχρι την ψήφιση του παρόντος νόμου". Σύμφωνα με το πριν από τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου καθεστώς, οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης είχαν 6ης σειράς προνόμιο στην κατάταξη των δανειστών στον πίνακα για τη διανομή του εκπλειστηριάσματος.
Σε περίπτωση ύπαρξης προσημειούχων, οι ως άνω απαιτήσεις ικανοποιούντο μέχρι του 1/3 του εκπλειστηριάσματος, αφού προηγουμένως είχαν ικανοποιηθεί από αυτό οι απαιτήσεις του Δημοσίου (5ης σειράς). Με την παρ. 1 του άρθρου 41 του ν. 3863/2010 οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης ικανοποιούνται στο σύνολο τους κατά προτεραιότητα από το σύνολο του εκπλειστηριάσματος, χωρίς κανένα χρονικό ή ποσοτικό περιορισμό.
Η εν λόγω διάταξη, σύμφωνα με την παρ. 5 του ως άνω άρθρου ισχύει και εφαρμόζεται για κάθε πλειστηριασμό που προσδιορίζεται μετά την ψήφιση του ν. 3863/2010 (δηλ. μετά την 12.7.2010), όπως και σε κάθε πτώχευση που κηρύσσεται μετά την εν λόγω ημερομηνία. Το συγκεκριμένο προνόμιο των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως διαμορφώνεται με το άρθρο 41 του ν. 3863/2010 είναι συμβατό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 (αρχή της ισότητας), 17 παρ. 1 (δικαίωμα στην ιδιοκτησία) και 20 παρ. 1 (δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας) του Συντάγματος και δεν αντίκειται σ’ αυτές, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (δικαίωμα για πρόσβαση σε δικαστήριο), ούτε στο άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας), ούτε στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ελευθερία των συμβάσεων, ούτε θίγει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε θεσπίζεται δι’ αυτού αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση κατά παράβαση της αρχής της αναλογικής ισότητας.
Συγκεκριμένα οι νόμοι (όπως ο ν. 3863/2010 άρθρο 41) που ρυθμίζουν την σειρά ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών, κατά την διαδικασία της κατάταξής τους από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, δεν προσκρούουν στην αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου, που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον τα προνόμια καθιερώνονται απροσώπως και για λόγους γενικότερης κοινωνικής ανάγκης ή σκοπιμότητας.
Οι εν λόγω νόμοι δεν πλήττουν ούτε την συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας, στην οποία περιλαμβάνονται - εκτός από τα εμπράγματα και τα ενοχικά δικαιώματα, έστω και αν οι ασφαλισμένες με γενικό προνόμιο απαιτήσεις συντρέχουν στην διαδικασία της κατάταξης με απαιτήσεις εμπραγμάτως ασφαλισμένες, διότι η εμπράγματη ασφάλεια δεν αποτελεί αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα, παρά παρεπόμενο και εξαρτημένο και συνεπώς δεν εμπίπτει στην εμβέλεια του άρθρου αυτού του Συντάγματος και οι νόμοι που ρυθμίζουν την σειρά ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών στην διαδικασία της κατάταξης, δεν αφορούν τις ίδιες τις απαιτήσεις ούτε και τα εμπράγματα δικαιώματα, τα οποία τις ασφαλίζουν, παρά θεσμοθετούν τον τρόπο με τον οποίο θα ικανοποιηθούν αυτές από την ομάδα περιουσίας, η οποία υπάρχει κατά τον χρόνο της κατάταξης, αφού η λόγω προνομίου προτίμηση στην κατάταξη δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, παρά αφορά αποκλειστικώς την σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, λόγω της ταυτόχρονης συνδρομής πολλών εξ αυτών.
Κατ’ ακολουθίαν, η ρύθμιση των προνομίων με νεότερο νόμο δεν άγει σε ανατροπή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων (όπως είναι και αυτό της υποθήκης ή της προσημείωσης υποθήκης) ούτε και των ενοχικών απαιτήσεων, που υπήρχαν πριν από την ισχύ του νόμου αυτού και επομένως δεν προσκρούει στην μνησθείσα διάταξη του Συντάγματος Εξάλλου, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι με την επίμαχη διάταξη του άρθρου41 του ν. 3863/2010 επέρχονται περιορισμοί σε βάρος δικαιωμάτων των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων δανειστών, τούτοι (οι περιορισμοί) είναι συμβατοί με τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον εισάγονται με αντικειμενικά κριτήρια, τυγχάνουν πρόσφοροι και αναγκαίοι, δεν πλήττουν τον πυρήνα των περιουσιακών δικαιωμάτων τους και πρωτίστως δικαιολογούνται από σοβαρό λόγο δημοσίου και γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και δη αυτόν της επιβίωσης καθεαυτής των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης στο φάσμα της σημαντικής οικονομικής κρίσης που διέρχεται η Χώρα, υπό το πρίσμα και του άρθρου 106 παρ. 2 του Συντάγματος που θέτει ως όριο της συμβατικής ελευθερίας την "εθνική οικονομία", σε βάρος της οποίας απαγορεύει να αναπτύσσεται η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία, δεν ανάγονται δε (οι όποιοι περιορισμοί) στο απλό ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου ή των συγκεκριμένων ν.π.δ.δ. (Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης), αλλά συνέχονται με τη ρύθμιση του θέματος της κοινωνικής ασφάλισης του πληθυσμού, στο πλαίσιο της υποχρέωσης της Πολιτείας να μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων (άρθρο 22 παρ. 4 του Συντάγματος)".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, απέρριψε την από 17-9-2013 έφεση της αναιρεσείουσας και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας) Δικαστηρίου, που κρίνοντας ομοίως ,είχε απορρίψει την από 9-12-2011 ανακοπή της με την οποία ζητούσε να αποβληθεί το αναιρεσίβλητο από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, προκειμένου να καταταγεί σ’ αυτόν το σύνολο της δικής της εξασφαλισμένης με προσημείωση υποθήκης, απαίτησης.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατατάσσοντας στον προσβαλλόμενο .../18-11-2011πίνακα κατάταξης που συντάχθηκε για την ικανοποίηση των αναγγελθεισών απαιτήσεων από τον διενεργηθέντα στις 27-7-2011 πλειστηριασμό, προνομιακά, την αναγγελθείσα απαίτηση του αναιρεσίβλητου ,προερχόμενη από ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές του χρονικού διαστήματος 1.9.2008 έως 31.12.2009,όπως ανελέγκτως δέχθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 παρ.3ΚΠολΔ ,όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 41 του ν.3863/2010 και 56,72παρ.5 του ν.3994/2011.
Με ορθή εξάλλου εφαρμογή και ερμηνεία των προεκτεθεισών διατάξεων του Συντάγματος(2,4,5,17,20,25,106), 6 της ΕΣΔΑ, άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και 14 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη που διεύρυνε το προνόμιο των απαιτήσεων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης σε βάρος των εμπραγμάτως ασφαλισμένων απαιτήσεων, (εφόσον ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε μετά την έναρξη ισχύος της) έστω και αν οι εν λόγω απαιτήσεις προϋπήρχαν, δεν έρχεται σε αντίθεση με αυτές.
Εξάλλου, τις ίδιες ως άνω διατάξεις δεν παρεβίασε το Εφετείο εκ πλαγίου, εφόσον από τις προεκτεθείσες αναλυτικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως συμπληρώθηκαν και από αυτές της μείζονος σκέψης της, το πόρισμά του έχει την απαιτούμενη πλήρη, σαφή και μη αντιφατική αιτιολογία, η οποία καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ, με τους πρώτο υπό στοιχείο II/, με τους αριθμούς 1 έως και 10, δεύτερο υπό στοιχείο
ΙΙ/ και τρίτο ,υπό στοιχείο III, λόγους της κρινόμενης αίτησής της, είναι αβάσιμα.
Από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξης, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη ,προβάλλονται παραδεκτά το πρώτον στον Άρειο Πάγο, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ1401/2008, 1654/07).Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο ,υπό στοιχείο II/,με αριθμό 11 λόγο, μέμφεται το Εφετείο, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ,λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 41του ν.3863/2010 και 56 του ν.3994/2011,υπό το πρίσμα των κανόνων προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων ενωσιακού δικαίου, ήτοι του Κανονισμού 575/2013 και του άρθρου 79 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το νόμο 4261/2014,και οι οποίοι διασφαλίζουν την χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ενισχύουν την προστασία των συμφερόντων των καταθετών, διασφαλίζουν την διεθνή ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα της Ένωσης και περιορίζουν τους συστημικούς κινδύνους του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον ,όπως και η αναιρεσείουσα εκθέτει,το πρώτον προβάλλεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού κατά το άρθρο 562παρ.2ΚΠολΔ,δοθέντος ότι ,ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι προπαρατιθέμενες διατάξεις, αποτελούν κανόνες δημόσιας τάξης, τα πραγματικά περιστατικά, που τις στηρίζουν, δεν προβλήθηκαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε και προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο(αρθρ.495παρ3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ.176,183ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.3693/1957,το οποίο εφαρμόζεται, εφόσον η νομική του, υπηρεσία διεξάγεται προεχόντως από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 217/2017), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Οκτωβρίου 2016 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία"... Ανώνυμη Εταιρία" για αναίρεση της 106/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ