517/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2511/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3903/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/12/2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated517/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 12 παρ. 1 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Full text
Απόφαση 517 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 517/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Βρώτσου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ2, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 συζύγου Ψ1, κατοίκων ..., 3) Χ3, συζύγου ..., κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μιχόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσείων Χ2 τ απεβίωσε στις 19/3/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 87/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου... ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Β1, το γένος ..., β) Β2, γ) Β3, δ) Β4, ε) Β5, κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2511/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3903/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/12/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 10/2/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανάσιου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης νομίμως φέρεται προς συζήτηση, μετά τη διακοπή της δίκης, την επελθούσα λόγω θανάτου του αρχικώς αναιρεσείοντος Χ2 και τη νόμιμη επανάληψη αυτής, κατά τα αρθ. 286 εδ. α', 287, 290, 291 ΚΠολΔ, από τους νυν αναιρεσείοντες α) Β1, β) Β2, γ) Β3, δ) Β4 και ε) Β5 οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αρχικώς αναιρεσείοντος, χωρίς να προβάλλεται αντίρρηση από τους αναιρεσίβλητους.
Από τις διατάξεις των αρθ. 10 του ΝΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του οχήματος που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως, από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από τo γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτων από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος, Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 464/2003).
Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσοστό της. Στην περίπτωση αυτή η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση, όμως, για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 221/2006).
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 12 παρ. 1 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, ότι το πιο κάτω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "...
Στις 16-10-2003 και περί ώρα 8.45, στη λεωφόρο ... και συγκεκριμένα στο ρεύμα πορείας προς ... και στο ύψος της συμβολής της λεωφόρου με την (από τα αριστερά κατά την ως άνω πορεία ευρισκόμενη) οδό ..., συγκρούσθηκαν μετωπικά η κινούμενη προς ..., με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα (που οδηγούσε ο ...) με το προερχόμενο από τη παρακείμενη οδό ..., με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ όχημα (που οδηγούσε ο εναγόμενος Χ2) και καλυπτόταν ασφαλιστικώς από την εταιρεία "Γιούρο Σταρ ασφαλιστική ΑΕ". Η σύγκρουση αυτή οφειλόταν σε συντρέχουσα (κατά ποσοστά 20% και 80%, αντίστοιχα) υπαιτιότητα των, ως άνω, οδηγών. Ειδικότερα 1) του εναγομένου οδηγού του επιβατηγού, ο οποίος, προερχόμενος από τη δεξιά, κατά τη πορεία της μοτοσικλέτας παρακείμενη οδό ..., όλως αμελώς περί την οδήγηση και κατά παράβαση των άρθρων 4 και 5 Ν. 2696/1999, παραβίασε την στη πορεία του (επί της άνω οδού) πινακίδα Ρ2 ΣΤΟΠ, μπήκε στη λεωφόρο και διασχίζοντας κάθετα το ρεύμα πορείας προς Βάρη έστριψε αριστερά στη λεωφόρο, παρά την στο σημείο αυτό ύπαρξη διπλής διαχωριστικής διαγραμμίσεως. 2) του οδηγού της μοτοσικλέτας, που (κατ' εκτίμηση από τη σφοδρότητα της επακολουθήσασας συγκρούσεως) εκινείτο καθ' υπέρβασή του, λόγω εκτελουμένων δημόσιων έργων, στο σημείο αυτό ορίου ταχύτητος των 30 χιλ/τρων ανά ώρα (υπάρχουσα πινακίδα Ρ 32, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας) με επακόλουθο να μην αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα που παρεμβλήθηκε στη πορεία του οχήματος, παρά τον ανεπιτυχή αποφευκτικό ελιγμό που επιχείρησε προς τα αριστερά.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο λόγος της πρώτης των αντιθέτων εφέσεων, περί συνυπαιτιότητος του οδηγού της μοτοσικλέτας, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, ενώ ο περί αποκλειστικής υπαιτιότητος αυτού, λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί....". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαιτιότητα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτού και της συγκρούσεως των οχημάτων από την οποία θανατώθηκε ο ..., πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν.
Γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις για τα, ως άνω, κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατά τα λοιπά, ψέγεται το Εφετείο, το οποίο ναι μεν με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε συνυπαιτιότητά του, ως άνω, θανατωθέντος για το ατύχημα, πλην, όμως, δεν διευκρινίζει την ταχύτητα με την οποία εκινείτο και αν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, τα σημεία σύγκρουσης των οχημάτων, την απόσταση από την οποία αυτός αντιλήφθηκε την αντικανονική κίνηση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ούτε αναφέρει την ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο τελευταίος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση των, ως άνω, πλημμελειών πλήττεται η ανέλεγκτη, για το ποσοστό συνυπαιτιότητας, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 8, 335 και 338 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι "πράγματα", κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, η μεν λήψη υπόψη των οποίων, από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ούτε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και το συμπέρασμα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, που αποτελούσε και λόγο εφέσεως, ότι ο θανατωθείς είναι συνυπαίτιος για το ατύχημα όχι μόνο κατά 20%, αλλά κατά ποσοστό 95%, διότι δεν οδηγούσε όπως έπρεπε το όχημά του στο άκρο δεξιό της οδού, το οποίο ήταν ελεύθερο και έτσι θα μπορούσε ακίνδυνα να συνεχίσει την πορεία του. Όμως, η παραδοχή του δικαστηρίου, ότι ο θανατωθείς είναι συνυπαίτιος για το ατύχημα κατά 20% και όχι κατά ποσοστό 95% όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά αποτελεί συμπέρασμα του δικαστηρίου, το οποίο συνήγαγε το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ.ΑΠ 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, συμφώνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα. (Ολ ΑΠ 6/2009).
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 κΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της κατά το αρθ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, κατά τον προσδιορισμό της επιδικασθείσας στους αναιρεσίβλητους χρηματικής ικανοποιήσης, λόγω ψυχικής οδύνης.
Σύμφωνα, όμως, με όσα ήδη αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-2007 αίτηση της "ΕΥΡΩΣΤΑΡ" Ελληνικής Ανώνυμης Εταιρείας Ασφαλίσεων και Ζημιών κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3903/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ