Legislator Case Law & Legislation
516/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that defendant's admission of filial support was not a legal admission of gift revocation.

Case Number 516/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision to revoke a gift made by her father. The appellant argued the father's admission of filial support constituted a legal admission of the gift's revocation under Article 352 of the Code of Civil Procedure. The court held that the father's statement was merely a claim for revocation based on ingratitude, not a formal admission of the legal status of the gift, thus lacking the required evidentiary weight.

Legislator headnote

AI generated

Articles 352, 1509 of the Civil Code; The court ruled that a party's statement regarding the motive for a gift does not constitute a legal admission of the gift's revocation under Article 352 of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
revocation of gift admission of fact filial support ingratitude Code of Civil Procedure evidentiary weight legal admission

Cited Legislation

AI generated
Article 352 of the Code of Civil Procedure
Article 1509 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 516 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 516/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. - Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κατσογιάννη που ανακάλεσε την από 13/2/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αμαλία Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας.

Εκδόθηκε η ... απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2021 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/11/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21.11.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 19/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή ως ουσία βάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1509 του ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο, το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίστασης, χωρίς όμως και αυτός να προσδιορίζει τις περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση και την οικογενειακή κατάσταση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, τις ανάγκες αυτών, την οικονομική κατάστασή τους, την ηλικία του κλπ.

Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής, αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 του ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης και έτσι η παροχή υπερβαίνει το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς και είναι ανακλητέα στο σύνολό της ή μερικώς, κατά τη διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1397/2022, ΑΠ 1257/2020, ΑΠ 656/2011).

Αντίθετα, εφόσον η παροχή αυτή δεν υπερβαίνει το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, δεν συνιστά δωρεά και δεν είναι επιτρεπτή η ανάκλησή της κατά τις παραπάνω διατάξεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει τον δωρητή.

Αχαριστία, κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ` αυτόν. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφοράς του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση, αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 58/2022, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 654/2011).

Εντέλει, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1509 και 505 ΑΚ, προκύπτει, ότι ο γονέας που επιθυμεί να ανακαλέσει τη γονική παροχή που έκανε προς το τέκνο του, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει πρώτον, ότι η γονική παροχή που έκανε υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, ώστε να κριθεί ότι πρόκειται περί δωρεάς στο σύνολό της ή μερικώς, διότι διαφορετικά δεν μπορεί να ανακληθεί, κατ` εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ και δεύτερον ότι το τέκνο του επέδειξε με τη συμπεριφορά του αχαριστία και υπέπεσε σε βαρύ παράπτωμα απέναντι στο δωρητή γονέα, ή στο σύζυγό του ή σε στενό συγγενή του, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης.

Μόνον δε σε περίπτωση που αποδειχθούν και οι δύο ως άνω προϋποθέσεις μπορεί να ανακληθεί η γονική παροχή στο σύνολό της ή μερικώς. (ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1397/2022, ΑΠ 1257/2020). Εξάλλου, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς τον δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο (ΑΠ 655/2014), πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτή και ο λόγος της ανάκλησης της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, ενώ επιφέρει τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αλήθειας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (ΑΠ 417/2022, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1509 εδ.

α, 496 και 505 ΑΚ και έκρινε εσφαλμένα νόμιμη την αγωγή, η οποία ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα πραγματικά περιστατικά που ιστορούνται σ' αυτήν δεν συγκροτούν τη νομική έννοια της δωρεάς, η οποία υπόκειται σε ανάκληση σε περίπτωση αχαριστίας του δωρεοδόχου, αλλά τη νομική έννοια της γονικής παροχής.

Από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ' αυτήν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής : Ότι μετά την συνταξιοδότησή του τον μήνα Δεκέμβριο του 2012, δυνάμει του από 18/12/2012 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης ομόρρυθμης εταιρείας, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα θυγατέρα του ποσοστό 24,23% από το εταιρικό του μερίδιο συμμετοχής στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΟΕ", εξαιτίας της συνταξιοδότησής του και επιδιώκοντας να συμβάλλει στην οικονομική της αυτοτέλεια και προς εκπλήρωση του ηθικού καθήκοντος απέναντί της. Ότι, μετά την παραχώρηση αυτή, η εναγομένη ορίστηκε διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας, η οποία μετονομάστηκε σε "... ΟΕ", διατηρώντας το διακριτικό τίτλο "...".

Ότι η εναγομένη, από τα τέλη Οκτωβρίου 2015 και εντεύθεν, επέδειξε την περιγραφόμενη συμπεριφορά αχαριστίας απέναντι στον ίδιο, εκδιώκοντάς τον από το γραφείο όπου στεγαζόταν η ως άνω εταιρεία, αναλώνοντας τις αποταμιεύσεις του για την κάλυψη προσωπικών της αναγκών, υποβάλλοντας σε βάρος του ψευδείς μηνύσεις, επιδεικνύοντας αδικαιολόγητα και απρόκλητα προσβλητική και απαξιωτική συμπεριφορά προς το πρόσωπό του και προσβάλλοντας την προσωπικότητά του.

Ότι για τους λόγους αυτούς, ο ενάγων ανακαλεί με την αγωγή την γεννώμενη δωρεά προς την εναγομένη και ζητεί να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν οι λόγοι ανάκλησης της δωρεάς εν ζωή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αναμεταβιβάσει το δωρηθέν σε αυτήν εταιρικό μερίδιο συμμετοχής 24,23% στην άνω ομόρρυθμη εταιρεία.

Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 496, 505, 509, 510 και 904 επ. ΑΚ, καθόσον ο ενάγων, ως δωρητής, ζητεί την ανάκληση της γεννώμενης στην εναγομένη δωρεοδόχο θυγατέρα του δωρεάς στο σύνολό της, για το λόγο ότι αυτή επέδειξε, με την αναλυτικά περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά της, αχαριστία και υπέπεσε σε βαρύ παράπτωμα απέναντι στον ίδιο ως δωρητή γονέα, που υπάρχει και κατά τον χρόνο της ανάκλησης.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς το παραπάνω σκέλος, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1509 εδ. α, 496 και 505 ΑΚ και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την τελευταία διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1509 εδ. α, 496 και 505 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η μεταβίβαση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του ανωτέρω ποσοστού της εταιρείας προς την ίδια (24,23%) δεν αποτελεί γονική παροχή, για τη δημιουργία της οικονομικής της αυτοτέλειας, αλλά δωρεά ανακλητέα στο σύνολό της.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Το έτος 2002, ο ενάγων αποφάσισε από κοινού με την τότε σύζυγό του, Λ. Κ., τη σύσταση ομόρρυθμου εταιρείας και δυνάμει του από 25/06/2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, νομίμως καταχωρηθέντος στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας με αριθμό ...2002, σύστησαν την εταιρεία με την επωνυμία "...

ΟΕ", και με τον διακριτικό τίτλο "...", με σκοπό την λειτουργία και εκμετάλλευση γραφείου γενικού τουρισμού. Ακολούθως, την 07/09/2004, έλαβε χώρα η πρώτη τροποποίηση του καταστατικού της εν λόγω εταιρείας, σύμφωνα με την οποία επεκτάθηκε ο εταιρικός της σκοπός καθώς παράλληλα με τη λειτουργία του γραφείου γενικού τουρισμού, θα ήταν σε θέση να ανεγείρει κτίρια σε οικόπεδα ιδιόκτητα ή τρίτων, με σκοπό την οικονομική εκμετάλλευση μέσω της εκμίσθωσης καταστημάτων - γραφείων και διαμερισμάτων.

Πράγματι, η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, σε εκτέλεση των προβλεπομένων, στο υπ' αριθμ ... μισθωτήριο συμβόλαιο, της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας, Α. Τ., όρων, προέβη εξ ιδίων δαπανών στην ανέγερση - κατασκευή διώροφης οικοδομής, επί οικοπέδου στην οδό ... και ... στο ... Ηγουμενίτσας. Μάλιστα σε τμήμα του ισογείου ορόφου της ανεγερθείσας οικοδομής, η εταιρεία εγκατέστησε την έδρα της, λειτουργώντας εκεί μέχρι και σήμερα το γραφείο γενικού τουρισμού.

Το έτος 2008, η τότε σύζυγος του ενάγοντος, Λ. Κ., υποκύπτοντας στις ασφυκτικές πιέσεις που δέχθηκε από το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσπρωτίας, λόγω ασυμβίβαστου της δικηγορικής ιδιότητας και της συμμετοχής της ως ομορρύθμου εταίρου στην ως άνω εταιρεία, αναγκάστηκε να εξέλθει από αυτή δωρίζοντας το εταιρικό της μερίδιο, ήτοι το 40,77%, στην εναγομένη κόρη τους, Α.

Τ.. Το έτος 2009, η τότε σύζυγος του ενάγοντος συνδέθηκε συναισθηματικά με κάποιον άλλον άνδρα και τούτο το γεγονός οδήγησε στη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης με τον ενάγοντα. Ο ενάγων, μετά τη διάσπαση της συμβίωσης κάλυπτε και επιμελήθηκε της ανατροφής των τέκνων του, αναλαμβάνοντας και το κόστος φοίτησης της εναγομένης κόρης του, Α.

Τ., επί διετίας στο τμήμα ονυχοπλαστικής - μανικιούρ της σχολής ΟΑΕΔ, στην πόλη των Ιωαννίνων. Με την κόρη του, Α. Τ., συνοικούσε στο ίδιο σπίτι, ήτοι στην ιδιόκτητη οικία του επί της οδού ..., όταν αυτή επέστρεψε από τις σπουδές της, στην πόλη της Ηγουμενίτσας, από τα Ιωάννινα, καλύπτοντας ουσιαστικά τις δαπάνες διαβίωσης της.

Παράλληλα, ο ενάγων, απασχολούσε την κόρη του στο γραφείο γενικού τουρισμού που διατηρούσε, επιχειρώντας με αυτό τον τρόπο να την νουθετήσει και να την καθοδηγήσει στο να μάθει την εργασία και τις εν γένει δραστηριότητες που αφορούσαν την εταιρεία. Ακολούθως, τον Δεκέμβριο του έτους 2012, ο ενάγων συνταξιοδοτήθηκε και εξ αυτού του λόγου, μεταβίβασε στην εναγομένη κόρη του, άνευ οικονομικού ανταλλάγματος, τμήμα του εταιρικού του μεριδίου, ήτοι ποσοστό 24,23%, ενώ το υπόλοιπο 35% το δώρισε τύποις και μόνον στον ανεψιό του Ν.

Τ., καθότι το έτερο τέκνο του, ονόματι Α. Τ., ήταν ανήλικο, με σκοπό να το πάρει όταν ενηλικιωθεί. Ώστε, δυνάμει του από 18/12/2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο εταιρειών του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με αριθμ ...2012, ο ενάγων, εξήλθε της ομορρύθμου εταιρείας, δωρίζοντας το ποσοστό 23,24%, στην κόρη του Α.

Τ. - εναγομένη, η οποία ακολούθως ονομάσθηκε διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος αυτής, ενώ η επωνυμία της εταιρείας άλλαξε και μετονομάστηκε σε "... ΟΕ", διατηρώντας τον διακριτικό τίτλο "...". Ο ενάγων, έως και τον Οκτώβριο του έτους 2015, συνέχισε αδιάλειπτα να παρευρίσκεται καθημερινά στην εταιρεία, παρέχοντας συμβουλευτικές υπηρεσίες, αλλά κύρια λόγω της σχέσης που είχε ήδη αναπτύξει επί σειρά ετών με την πελατειακή βάση που ήταν ο μοχλός ανάπτυξης της εταιρείας που ίδρυσε, καθώς επίσης και των δανείων που είχε πάρει από πιστωτικά ιδρύματα σε προγενέστερο χρόνο, ήτοι προ της μεταβίβασης του ποσοστού του προς την κόρη του, έπρεπε να είναι εκεί κατά την κρίση του, προκειμένου να διαχειρισθεί τις υποθέσεις του γραφείου γενικού τουρισμού, είτε αυτές αφορούσαν σχέσεις με πελάτες της εταιρείας, είτε αφορούσαν σχέσεις με τρίτους (πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικούς φορείς, ΔΕΚΟ κλπ), ενώ έως τότε (Οκτώβριος 2015) δεν είχε προκύψει κάποιο θέμα αναφορικά με την καθημερινή παρουσία του στο γραφείο, όντας ευρισκόμενος μαζί με την κόρη του, όταν η ίδια αίφνης (Οκτώβριος 2015) απέκλεισε την φυσική παρουσία του πατέρα της, στους χώρους όπου στεγαζόταν η εταιρεία.

Ειδικότερα, από την 18/12/2012, ημερομηνία που εκχώρησε ο ενάγων το ποσοστό του στην εναγομένη κόρη του, έως και την 27/10/2015, ήτοι περίπου για χρονικό διάστημα τριών ετών, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κόρη του, δεχόταν και συμβουλευόταν στην εταιρεία τον πατέρα της, αποδεχόταν τις υπηρεσίες του και δεν παρατηρήθηκε κάτι επιλήψιμο στην μεταξύ τους σχέση, καθόσον συνοικούσαν μαζί στο ίδιο σπίτι και η εναγομένη διατρεφόταν από τον ίδιο, ο οποίος και κάλυπτε τις όποιες βιοτικές ανάγκες και της απέδιδε μισθό 600,00 ευρώ.

Την σπούδασε επί διετίας στην πόλη των Ιωαννίνων, την πήρε κοντά του στην επιχείρηση που είχε, ώστε να απασχολείται και να μάθει την δουλειά και δεν αναφέρθηκε ουδέν από μέρους της περί οιασδήποτε παράνομης πράξης ή βίαιης συμπεριφοράς ή άλλου παραπτώματος του ενάγοντος, την περίοδο αυτή απέναντι της, ήτοι μέχρι τις 27/10/2015.

Ενώ, έως την ως άνω ημερομηνία, η εναγομένη δεν είχε ασκήσει εγκλήσεις και αγωγές, εναντίον του πατέρα της, για τα όσα ισχυρίζεται με τις προτάσεις της, τόσο ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που αφορούν κακοδιαχείριση της εταιρείας, υπεξαίρεση χρημάτων από την εταιρεία, με σκοπό την κατασπατάληση τους από τον ενάγοντα για ίδιο όφελος, σε ταξίδια, γυναίκες, έκλυτο βίο, μεθοδευμένη εξαπάτηση της, δικαστικούς αγώνες εναντίον της μητέρας της κλπ.

Πλην, όμως, είχε αποφανθεί υπέρ του πατέρα της, στην από 21/12/2012 ένορκη εξέταση της, ενώπιον της πταισματοδίκου Ηγουμενίτσας, Π. Π., που έδωσε προς υποστήριξη του πατέρα της, τότε μηνυομένου, ερχόμενη σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται σήμερα, καθόσον είχε καταθέσει μεταξύ άλλων τα εξής: <...Ο πατέρας μου είναι εξαιρετικός πατέρας, μας φροντίζει είναι ο μόνος γονέας που ενδιαφέρεται για εμάς ενώ η μητέρα μας εν μας παίρνει ούτε ένα τηλέφωνο να δει τι κάνουμε και αν μας λείπει κάτι>.

Αναφορικά με την κακοδιαχείριση της εταιρείας, με τα όσα ισχυρίζεται με τις προτάσεις της, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας), ότι ο ενάγων πατέρας της είχε σταματήσει την πληρωμή των δανείων αυτών, από το 2010 και διέθετε τα έσοδα του από την εταιρεία για προσωπικούς λόγους, διασκέδαση, ταξίδια, γυναίκες, και σε δικαστήρια κατά της μητέρας της, τούτα όλα, ομοίως είναι αντίθετα σε σχέση με τα όσα είχε καταθέσει, στην υπ' αριθμ 20/2013 ένορκη βεβαίωση της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσπρωτίας, που λήφθηκε μετά από αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕ", όπου η εναγομένη βεβαιώνει μεταξύ άλλων ότι: < ....καταθέτω επίσης πως η μητέρα μου όταν χώρισε από τον πατέρα μου σταμάτησε να έχει επικοινωνία και με μένα και με τον αδελφό μου. Αδιαφόρησε και αδιαφορεί πλήρως για το τι κάνουμε. Οι επαφές μας, έχει επιλέξει, να είναι αραιές (τηλέφωνο στα γενέθλια μου και στην ονομαστική εορτή), τόσο, που πλέον δεν την νιώθω σαν μητέρα μου.

Το μόνο που έκανε για μένα την περίοδο που σπούδαζα στα Ιωάννινα, ήταν να μου πάρει ένα κρεβάτι δώρο από τα ΙΚΕΑ, μετά από αυτό δεν την ξαναείδα. Από το 2009 μας έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου ο πατέρας μου. Θέλω επίσης να καταθέσω πως ισχυρίζεται πως είναι συνιδιοκτήτρια των ανεγειρόμενων από την εταιρεία οικοδομών, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια.

Η αλήθεια είναι πως η μητέρα μου είναι συνιδιοκτήτρια του οικοπέδου στο οποίο είναι χτισμένη η οικοδομή, αλλά δεν συνεισέφερε ποτέ τίποτε, ούτε στο κεφάλαιο αγοράς του οικοπέδου, αφού δεν είχε περιουσία, ούτε στην αποπληρωμή του δανείου - διότι η οικοδομή έγινε με δανεισμό από την τράπεζα, τις δόσεις του οποίου κατέβαλε και καταβάλει αποκλειστικά ο πατέρας μου και τελευταία δύο χρόνια συνεισφέρω και εγώ στο ήμισυ των δόσεων, (παρακράτηση σχετικού ποσού 700,00 ευρώ από τον μισθό μου) - ούτε καταβάλει προς την εταιρεία τα ποσά που, με το από 12/12/2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, το οποίο είναι καταχωρημένο στη Δ.Ο.Υ Ηγουμενίτσας, με αριθμό ...2005, είχε δεσμευτεί και ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει ως συνιδιοκτήτρια του οικοπέδου (ήτοι 5.000,00 ευρώ ετησίως)>.

Η εναγομένη γνώριζε την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, είτε από τον ίδιο τον εναγόμενο, είτε από την μητέρα της, που είχε υπάρξει κατά το παρελθόν εταίρος της ομόρρυθμης εταιρείας και απασχολείτο εκεί, αλλά και από άλλες πηγές πληροφόρησης (αλληλογραφία κλπ), για τις δανειακές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η εταιρεία, που ο πατέρας της είχε ιδρύσει, έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Γνώριζε επίσης τον εν γένει τρόπο που λειτουργούσε ο πατέρας της σε αυτά τα ζητήματα και υιοθετούσε απόλυτα τις ενέργειες του και τον τρόπο με τον οποίο αυτός ενεργούσε και χειριζόταν τις υποθέσεις της εταιρείας σε αυτά τα θέματα. Τούτο βεβαιώνεται τόσο από την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της εναγομένης, Τ.

Δ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας (υπ' αριθμ 07/2017), όπου μεταξύ άλλων καταθέτει και τα εξής: <Πέρα από τις καθημερινές εισπράξεις ο Γ. Τ. είχε πρόσβαση στο λογαριασμό της εταιρείας στη Γερμανία και από την κόρη του - διαχειρίστρια της εταιρείας είχε ένα πληρεξούσιο για τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας στην τράπεζα ...

της Ηγουμενίτσας...>, όσο και από την επιστολή της προς την τράπεζα ..., όπου η τράπεζα, δια των εκπροσώπων της, απαντά προς την εταιρεία "... ΟΕ", την 02/Ιουνίου/2016, ως εξής: <Αναφερόμαστε στην επιστολή σας (χωρίς ημερομηνία) που λάβαμε την 1η Ιουνίου 2016....Ο κύριος Γ. Τ. είχε την εξουσία διαχείρισης από την 15-09-2009 έως την 15-11-2015....>.

Κατά συνέπεια, η αποδοχή του πατέρα της, αλλά και η γνώση της εναγομένης για το πώς αυτός χειρίζεται τις υποθέσεις του γραφείου, καθώς είχε αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, την εξυπηρετούσε στο να αναλάβει ρόλους εντός της εταιρείας, που μπορούσε να τους φέρει εις πέρας, χωρίς τούτη να έχει το άγχος της αποπληρωμής των δανείων (όπως ο πατέρας της) ή της διαχείρισης τους, όποιοι και να ήταν οι χειρισμοί αυτοί από την πλευρά του, χωρίς να αγωνιά περαιτέρω για την τύχη των δανείων, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί και αδιαφορώντας επιλεκτικά για την αποπληρωμή τους, είτε κατά τη χρονική διάρκεια που απασχολείτο στην εταιρεία, έως την 27/10/2015, είτε ακολούθως ως διαχειρίστρια.

Με άτυπη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, κατά την από 18/12/2012 μεταβίβαση του μεριδίου του ενάγοντος, στην άνω εταιρεία, λόγω δωρεάς, προς την εναγομένη, αλλά και με εκχώρηση πληρεξουσίου από την ίδια προς τον πατέρα της, προς τα τέλη 2014, η εναγομένη εν τοις πράγμασι, όρισε τον πατέρα της υπεύθυνο για τη διαχείριση των υποχρεώσεων και απαιτήσεων της εταιρείας, αφού σε άλλη περίπτωση η ίδια αδυνατούσε (όπως προειπώθηκε) να διαχειρισθεί τους πόρους της επιχείρησης, είτε λόγω της απειρίας της στα θέματα αυτά, είτε λόγω άλλου γνωστικού αντικειμένου (αισθητικός), είτε γιατί γνώριζε ότι ο πατέρας της, λόγω συνταξιοδότησης, της δώρισε το ποσοστό του, εφόσον δεν είχε άλλη επιλογή τη δεδομένη χρονική περίοδο που έγινε η μεταβίβαση, καθόσον το γεγονός αυτό ήταν η κύρια και βασική αιτία της εκχώρησης του μεριδίου του.

Ειδικότερα, με το πληρεξούσιο που του είχε εκχωρήσει η εναγομένη κόρη του, ήτοι το υπ' αριθμ ...2014 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφο Ηγουμενίτσας, Α. - Σ. Τ. (το οποίο ανακάλεσε με την υπ' αριθμ ...2015 πράξη ανάκλησης, της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου), επέτρεπε εν τοις πράγμασι στον ενάγοντα, να διαχειρίζεται τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας, να προβαίνει σε εισπράξεις, πληρωμές εταιρειών και τμηματικά να πληρώνει τις τράπεζες και εν γένει να χειρίζεται ό,τι είχε σχέση με μετρητά και καταθέσεις πελατών, υπό τη δική του αρμοδιότητα.

Με την ανάκληση του πληρεξουσίου, στην πραγματικότητα η εναγομένη, σταμάτησε εντελώς την πρόσβαση του ενάγοντος σε οτιδήποτε οικονομικό γεγονός σχετίζετο με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της εταιρείας. Ισχυρίζεται επίσης η εναγομένη, ότι ο πατέρας της έκανε αίτηση να μπει στον νόμο "Κατσέλη" και ότι με βάση την υπ ' αριθμ ...

προσωρινή διαταγή, της Ειρηνοδίκη Ηγουμενίτσας Βαρσάμως Σ. Σαρακατσιάνου, απορρίφθηκε η αίτηση του, στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρονται ότι: "Συγκεκριμένα στο από 10-12-2012 προσαγόμενο έγγραφο της τράπεζας αυτής, σαφώς αναφέρεται ότι οι οφειλές του αιτούντος είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες προ πολλού, ανερχόμενες στο ποσό των 4.006,59 ευρώ (όπως το ποσό αυτό διαμορφώθηκε μετά την επαναρύθμιση των δανείων του που πραγματοποιήθηκε στις 5-8-2010) και εμφάνιζαν σημαντική ληξιπροθεσμία.

Έτσι στην εν λόγω προσωρινή διαταγή, γίνεται μνεία για ληξιπρόθεσμο ποσό ύψους 4.006,59 ευρώ και όχι για το σύνολο των δανείων". Αναφορικά με την κατ' αντικειμενική κρίση του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας ήτοι, αντικοινωνικής συμπεριφοράς, που ενέχει παράβαση των κρατουσών στην κοινωνία αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας προς τους γονείς και στη συγκεκριμένη περίπτωση προς τον πατέρα - ενάγοντα, από την κόρη - εναγομένη, τούτα (βαρύ παράπτωμα και αχαριστία) περιγράφονται στα κατωτέρω γεγονότα ως εξής:

Η εναγομένη, την 27/10/2015, με την έγκληση της ενώπιον του αστυνομικού τμήματος Ηγουμενίτσας, μεταξύ άλλων αναφέρει: <το προηγούμενο βράδυ ο πατέρας μου, Τ. Γ., με είχε απειλήσει ότι εάν απολύσω μία υπάλληλο που είχα, θα αλλάξει τις κλειδαριές και γι ' αυτό είμαι σίγουρη ότι το έκανε αυτός....ενημέρωσα τον πατέρα μου ότι θα αλλάξω κλειδαριές και πλέον δεν επιθυμώ την παρουσία του στην εργασία μου, διότι είναι εδώ και χρόνια συνταξιούχος και δεν έχει κανένα μερίδιο στην εταιρεία....επίσης έχω να πω ότι πριν έρθω πρώτη φορά στο τμήμα για να εκφράσω τα παράπονα για την αλλαγή κλειδαριάς του γραφείου μου, πήρα τηλέφωνο τον πατέρα μου και τον ρώτησα εάν έχει αλλάξει αυτός την κλειδαριά.

Αυτός τότε μου απάντησε <όχι δεν άλλαξα κλειδωνιά> εγώ του απάντησα <τότε δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα, γιατί είμαι έξω από το τμήμα>. Σύμφωνα με την ως άνω έκθεση προφορικής μήνυσης - μαρτυρία της, η ενάγουσα πέφτει σε αντιφάσεις, καθώς αφενός διατείνεται ότι ο πατέρας της άλλαξε τις κλειδαριές, όμως δεν είναι βέβαια ότι το έκανε αυτός και τον παίρνει τηλέφωνο να της βεβαιώσει ότι δεν τις άλλαξε αυτός και παρότι τον διαβεβαιώνει ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτα, γιατί είναι έξω από το τμήμα, προχωρά παρ' όλη τη δική της διαβεβαίωση, προς τον πατέρα της, ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτα, στην από 27/10/2015 μήνυση της για το άνω συμβάν, εμπαίζοντας τον και συκοφαντώντας τον στην ουσία, ενώπιον τρίτων, μεταξύ των οποίων και της μάρτυρος της, Δ.

Ε. (φίλη της εναγομένης), ώστε, η ως άνω συμπεριφορά της, συνιστά κατ' αντικειμενική κρίση, βαρύ παράπτωμα και αχαριστία ήτοι, αντικοινωνική συμπεριφορά της εναγομένης, που ενέχει παράβαση των κρατουσών στην κοινωνία αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας προς τον πατέρα της, Ήδη, με την ως άνω μήνυση της, κάνει σαφές προς τον πατέρα της ότι, αφενός δεν επιθυμεί την παρουσία του στην εταιρεία και τον μηνύει ψευδώς, αφετέρου τον συκοφαντεί ενώπιον τρίτων.

Ότι στη συμπεριφορά αυτή η εναγομένη προέβη υπαιτίως (δόλος), ενώ γνώριζε όλη την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος, αλλά και το συναισθηματικό δέσιμο του με την εταιρεία, όπως επίσης ότι ο πατέρας της είχε λόγους να επισκεφτεί την εταιρεία, καθόσον εκκρεμούσαν μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης θέματα που ήθελαν διευθέτηση.

Ακολούθως και σύμφωνα επίσης με την από 05/12/2015 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, της εναγομένης, Τ. Α. - Κ. του Γ., ενώπιον των αστυνομικών αρχών, η οποία έχει την έννοια της εγκλήσεως, τούτη μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: < Τη Δευτέρα 30/11/2015 και πρωινές ώρες εισήλθε εντός του τουριστικού γραφείου ο πατέρας μου Τ.

Γ. του Α. και της Αρετής, ετών εξήντα εννιά και μου επιτέθηκε λεκτικά όταν του ζήτησα να φύγει από το γραφείο μου λέγοντας μου πως αυτή που θα φύγω θα είμαι εγώ και μάλιστα ξάπλα.... Ο λόγος που ήλθε την Δευτέρα και γενικά που γίνονται όλα αυτά είναι για να μεταφέρω το 35% της επιχείρησης από τον εξάδελφο μου Τ.

Ν..... στον αδερφό μου Τ. Α., ....ο οποίος σπουδάζει στην Γερμανία πράγμα το οποίο εγώ δεν δέχομαι....>. Η ως άνω μαρτυρική κατάθεση, έρχεται σε αντίθεση με τα όσα κατέθεσε η μάρτυρας της, Τ. Δ., στην ένορκη βεβαίωση της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας (υπ' αριθμ 7/2017), όπου μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: < την 30/11/2015 μεσημβρινές ώρες όπως μου είπε και πάλι η Κ.

πριν από λίγο τηλεφώνησε σε αυτήν η δικηγόρος του κ. Τ. και ζήτησε από αυτήν να περάσει από το γραφείο της για να υπογράψει κάποια χαρτιά μεταβίβασης του εταιρικού μεριδίου του άλλου εταίρου της εταιρείας προς τον αδερφό της. Η Κ. τότε της απάντησε αρνητικά και της είπε ότι δεν συναινεί προς αυτήν την ενέργεια...δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι αυτό είναι ένα θέμα που δεν το έχει συζητήσει με την οικογένεια γενικότερα, ότι ο πατέρας της την φέρνει προ τετελεσμένου γεγονότος και την ξαφνιάζει και ότι δεν συναινεί στην μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου αφού ο αδερφός της δεν είναι εδώ αλλά σπουδάζει στο εξωτερικό, επειδή ο πατέρας της στην συνέχεια χρησιμοποιώντας και πάλι τον αδερφό της με πληρεξούσιο αυτού θα επεδίωκε με το τέχνασμα αυτό να κάνει ξανά κουμάντο στην εταιρεία ενώ είναι συνταξιούχος και δεν ήθελε να το παραδεχθεί.

Λίγο μετά από αυτό το τηλεφώνημα προσήλθαν στο γραφείο της μαινόμενοι ο πατέρας της και ο αδερφός της και ενώ εκεί παρευρίσκεται τυχαία ο μνηστήρας της απειλήθηκε από τον κ. Τ. με τη φράση ότι <εάν δεν υπογράψεις και δεν ξαναγυρίσω στην εταιρεία θα σε καταστρέψω>. Η ενάγουσα αφενός αναφέρει ότι ο πατέρας της προσήλθε μόνος του πρωινές ώρες στα γραφεία της εταιρείας, ενώ αφετέρου η μάρτυρας της καταθέτει ότι αυτό έγινε τις μεσημβρινές ώρες παρουσία του ενάγοντος και του αδερφού της, αναφέρει επίσης η ενάγουσα ότι την απείλησε ο πατέρας της με τη φράση < αυτή που θα φύγω θα είμαι εγώ και μάλιστα ξάπλα>, ενώ η μάρτυρας της άκουσε άλλη απειλή < εάν δεν υπογράψεις και δεν ξαναγυρίσω στην εταιρεία θα σε καταστρέψω>.

Όλα δε τα παραπάνω είναι αντιφατικά και αίολα εκ μέρους της εναγομένης, καθόσον άλλα καταθέτει στην ένορκη εξέταση μάρτυρα και άλλα καταθέτει η μάρτυρας της, για το περιστατικό της ως άνω ημερομηνίας της 30/11/2015. Όλα τα ως άνω αντιφατικά γεγονότα, δεν συνάδουν μεταξύ τους και συνιστούν ομοίως ψεύδη και συκοφαντίες της εναγομένης εναντίον του πατέρα της, συκοφαντώντας τον στην ουσία ενώπιον τρίτων, καθώς τον κατηγορεί για λεκτική επίθεση εναντίον της, τις πρωινές ώρες.

Όμως, με βάση την μαρτυρική κατάθεση της μάρτυρος της, κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ, καθόσον ο πατέρας της ήλθε τις μεσημβρινές ώρες στα γραφεία της εταιρείας, διαστρεβλώνοντας παράλληλα τα γεγονότα, όπως, το χρόνο προσέλευσης του πατέρα της στην εταιρεία, το διαφορετικό χαρακτηρισμό των απειλών του πατέρα της προς την εναγομένη, την μη αναφορά σχετικών προσώπων που την επισκεφτήκαν, την ξαφνική αναγγελία του ενάγοντος περί μεταβίβασης του ποσοστού 35%, ότι αυτό είναι τέχνασμα του πατέρα της για να κάνει κουμάντο, ώστε όλα τούτα, συνιστούν κατ' αντικειμενική κρίση, βαρύ παράπτωμα και αχαριστία ήτοι, αντικοινωνική συμπεριφορά της εναγομένης, που ενέχει παράβαση των κρατουσών στην κοινωνία αντιλήψεων, περί ηθικής και ευπρέπειας προς τον πατέρα της.

Στη συμπεριφορά αυτή η εναγομένη προέβη υπαιτίως (δόλος), ενώ γνώριζε όλη την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος, αλλά και το συναισθηματικό του δέσιμο με την εταιρεία, όπως επίσης ότι ο πατέρας της είχε λόγους να επισκεφθεί την εταιρεία, καθόσον εκκρεμούσαν μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης θέματα που ήθελαν διευθέτηση.

Εν συνεχεία, στην ίδια ως άνω από 05/12/2015 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, η ενάγουσα μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: <Σήμερα, Σαββάτο 5-12-2015 και περί ώρα 11:00 περίπου ο πατέρας μου εισήλθε εκ νέου στο γραφείο, μαζί με το ξάδελφό μου Τ. Σ. του Θ. και της Ε., κάθισε στην καρέκλα του γραφείου που βρίσκεται πίσω από το πάσο που εξυπηρετούμε τους πελάτες και μου ανέφερε ότι το μαγαζί είναι δικό του και με προέτρεψε να φύγω...εκεί μου επιτέθηκε χυδαία ο ξάδελφός μου λέγοντας με εκφράσεις <είσαι αχάριστη> και τότε παρενέβη ο πατέρας μου λέγοντας πως αν δεν με μάζευε όταν με παράτησε η μάνα μου θα ήμουν του δρόμου.

Εκείνη τη στιγμή τυχαία μπαίνει η υπάλληλος μου Τ. Δ. και άκουσε τον ξάδελφό μου να λέει πως έχω φάει λεφτά και άλλες εκφράσεις που αυτή τη στιγμή δεν θυμάμαι λόγω της φορτισμένης κατάστασης μου. Έπειτα από τα ανωτέρω φοβούμενη για τα χειρότερα πήρα τηλέφωνο τόσο την αστυνομία όσο και τον σύντροφό μου Μ.

Σ. του Κ. και της Α.. Ο ξάδελφός μου επιτέθηκε στο Σ. λέγοντας τον μαλάκα, σπρώχνοντας τον ενώ παράλληλα ήλθε και ο πατέρας μου....επιθυμώ την ποινική δίωξη του πατέρα μου όσο και του ξαδέλφου μου ενώ πιστεύω ότι ο λόγος που ήλθαν σήμερα Σαββάτο και κάνανε το συγκεκριμένο επεισόδιο ήταν γιατί τα δικαστήρια δεν λειτουργούν....>.

Η ως άνω μαρτυρική κατάθεση έρχεται επίσης σε αντίθεση με την από 08/12/2015 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση και επιφύλαξη δικαιωμάτων, την οποία επέδωσε η εναγομένη στον ενάγοντα, την 09/12/2015 και στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: <επειδή εσείς, χωρίς κανένα δικαίωμα, αυθαιρέτως και παρά την θέληση μου και με βίαιο τρόπο εισήλθατε στους χώρους τους οποίους έχει μισθώσει η εταιρεία μου και συγκεκριμένα στα γραφεία αυτής και δημιουργήσατε τεράστια προβλήματα.

Συγκεκριμένα, με βία και παρά την αντίθεση μου ήλθατε στα γραφεία της εταιρείας στις 27-11-2015 και 30-11-2015, μεσημβρινές ώρες, καθώς και στις 05-12-2015, επίσης μεσημβρινές ώρες, και δημιουργήσατε αναστάτωση στο χώρο εργασίας μου. Με τις ενέργειες σας αυτές θίξατε την προσωπική μου υπόληψη και τιμή, ενώ διαταράξετε και την ηρεμία μου.

Οι πράξεις αυτές είναι εντελώς παράνομες και για το λόγο αυτό αναγκάσθηκα να καλέσω την αρμόδια αστυνομική αρχή, οι εκπρόσωποι της οποίας μου υπέδειξαν να υποβάλλω μηνύσεις εναντίον σας, πράγμα και το οποίο έγινε>. Σύμφωνα με τα ως άνω αναφερόμενα, αφενός η ενάγουσα ανέφερε, στην από 05/12/2015 παραπάνω αναφερθείσα ένορκη εξέταση της, ότι ο πατέρας της ήλθε 11:00 το πρωί, ενώ με το εξώδικό της, αναφέρει ότι προσήλθε τις μεσημβρινές ώρες, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει η μάρτυρας της Τ.

Δ. (ως άνω έχει αναφερθεί), σχετικά με τους χρόνους προσέλευσης του πατέρα της και ενώ η ενάγουσα καταφέρεται εναντίον του πατέρα της, ότι της είπε: <αν δε με μάζευε όταν με παράτησε η μάνα μου θα ήμουν του δρόμου>, τούτο έρχεται σε αντίθεση με την κατάθεση της μάρτυρος της, Τ. Δ., στην υπ' αριθμ 07/2017 ένορκη βεβαίωση της, που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: < την 05-12-2015, ο πατέρας της μαζί με τον ανιψιό του και ξάδελφο της Κ., ονόματι Σ.

Τ., εισέβαλλαν στο γραφείο της και την παρενοχλούσαν κατά τη διάρκεια της εργασίας της, της έλεγαν να φύγει γιατί το γραφείο ανήκει στο Γ..Τ. και δεν ήθελαν να απομακρυνθούν από το χώρο της εργασίας, ενώ τους το ζήτησε πολλές φορές. Αυτό το γνωρίζω από προσωπική αντίληψη γιατί πέρασα και εγώ από το γραφείο της και λίγο μετά και ο μνηστήρας της Σ.

Μ. ο οποίος δέχθηκε και πάλι τα απρόκλητα πυρά και τις απειλές του κ. Τ.>. Ενώ η εναγομένη καταφέρεται εναντίον του πατέρα της, ότι αυτός είπε γι' αυτήν ότι, εάν δεν την μάζευε όταν την παράτησε η μάνα της θα ήταν του δρόμου, αντιθέτως, η μάρτυρας της, αναφέρει, ότι ο πατέρας της, εκτόξευσε πυρά εναντίον του συντρόφου της και όχι στην ίδια (εναγομένη), δεν θυμάται επίσης η εναγομένη τις εκφράσεις που εκστόμισε ο ξάδελφος της και όχι ο πατέρας της.

Όλα τούτα είναι αντιφατικά και αίολα, καθώς είναι αντίθετα μεταξύ τους, είτε γιατί το χρονικό διάστημα που συνέβησαν είναι διαφορετικό, σύμφωνα με το ως άνω εξώδικο, είτε γιατί οι κατηγορίες αφορούν άλλους αποδέκτες, ώστε η εναγομένη στην ουσία συκοφαντεί και μηνύει ψευδώς τον πατέρα της, ότι την κατηγόρησε, ενώ η μάρτυρας της αναφέρει ότι ο πατέρας της καταφερόταν εναντίον του συντρόφου της, ώστε, κατά συνέπεια να μην θεωρούνται αξιόπιστες οι μαρτυρίες, είτε της ενάγουσας, είτε της μάρτυρος της, καθόσον είναι αντίθετες μεταξύ τους.

Ωστόσο αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη προσήψε κατηγορίες που δεν εκστομίσθηκαν εκ στόματος του πατρός της, ενώπιον τρίτων, συκοφαντώντας τον έτσι, για χαρακτηρισμούς που τις απηύθυνε, οι οποίοι δεν έγιναν ποτέ. Τούτο συνιστά, κατ' αντικειμενική κρίση, βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, εκ μέρους της, ήτοι, αντικοινωνική συμπεριφορά, που ενέχει παράβαση των κρατουσών στην κοινωνία αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας προς τους γονείς και συγκεκριμένα προς τον πατέρα της.

Στη συμπεριφορά αυτή η εναγομένη προέβη υπαιτίως (δόλος), ενώ γνώριζε όλη την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος, αλλά και το συναισθηματικό δέσιμο του με την εταιρεία. Επίσης, ό,τι ήταν γνωστό προς την εναγομένη από τον πατέρα της, έγινε γνωστό στο κοινωνικό της περίγυρο και με άλλες ενέργειες, από την ίδια με αρνητικά και συκοφαντικά σχόλια για τον πατέρα της, όπου πέραν των όσων του προσάπτει τον συκοφάντησε και ως καταχραστή των χρημάτων της εταιρείας (υπεξαιρέτη).

Τούτα προκύπτουν και από την κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης, Ελένης Δουκάκη, η οποία περιλαμβάνεται, στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ ... παραπεμπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, πρακτικά, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: < Ήρθανε ενημερώσεις από τις τράπεζες ότι κάθε άλλο πληρωνότανε.

Πάλευε για το καλύτερο της εταιρείας η Τ.. Είχε εμπιστοσύνη στον πατέρα της από ένα σημείο και μετά καταλάβαινε ότι αυτή η εμπιστοσύνη δεν ήτανε καθαρή. Έκανε και άλλη δουλειά ως αισθητικός για να ζήσει η Κ.. Πήρε 37.000,00 ευρώ από τον λογαριασμό βάσει στοιχείων, τα 20.000 έχουν κατατεθεί σε λογαριασμό του γιού και 17.000 στον δικό του.

Θεωρώ βάσει στοιχείων και περισσότερο.... Από αρχές του 2013 έχουμε σχέση, το 2008-2012 δεν ήμασταν φίλες. Με προσωπικές συζητήσεις, εξομολογήσεις από την Κ. γνωρίζω...>, ήτοι, η εν λόγω μάρτυς, αναφέρεται σε πλήθος λεπτομερειών που αφορούν τη σχέση της εναγομένης με τον ενάγοντα, είτε αυτές αφορούν την εταιρεία, είτε τη μεταξύ τους σχέση και αποφαίνεται, κατά τη δική της κρίση και αντίληψη, με τα όσα βεβαίωσε σ' αυτήν η εναγομένη, τί δικαιούτο να πράξει ο πατέρας της εναγομένης και τί δεν δικαιούνταν και με βάση τα όσα της εξιστόρησε η εναγομένη κόρη του, καταθέτει ότι βάσει στοιχείων πήρε λεφτά, συκοφαντώντας κατά συνέπεια η εναγομένη, με τον ως άνω τρόπο τον ενάγοντα, όπως ως άνω περιγράφεται.

Επίσης, με την ίδια υπ' αριθμ 07/2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της εναγομένης, Δ. Τ., η οποία τυγχάνει υπάλληλος της εταιρείας "... ΟΕ", ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ηγουμενίτσας, Π. Π., μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: < Εν τέλει από ότι γνωρίζω όσο καιρό εργάζομαι στο προαναφερόμενο γραφείο, η εταιρεία με διαχειρίστρια την Κ.

προσπαθούσε να ζήσει με ελάχιστα χρήματα που ελάμβανε εργαζόμενη και σε άλλες εργασίες, όπως ως αισθητικός, αφού τα χρήματα τα εισέπραττε ο πατέρας της. Το 2015, όπως μου είπε η Κ., διαπίστωσε από ειδοποίηση της Τράπεζας, πως ο πατέρας της με τα λεφτά που έπαιρνε από την εταιρεία δεν πλήρωνε τα δάνεια της εταιρείας με αποτέλεσμα αυτά ολοένα να διογκώνονται, αλλά ούτε και όλους τους λογαριασμούς και υποχρεώσεις της εταιρείας.

Από αυτή τη διαπίστωση ανακαλύφθηκε η μεθόδευση που είχε στήσει με απατηλό σκοπό ο πατέρας, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη της κόρης του προς αυτόν, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως ευεργέτη και καλό Σαμαρείτη. Ενώ στην πραγματικότητα, ήθελε να έχει το πάνω χέρι της επιχείρησης και να εκμεταλλεύεται την κόρη του προς όφελός του>, ήτοι η μάρτυς καταθέτει (ακολούθως των αφηγήσεων της εναγομένης), ότι ο ενάγων είχε στήσει μεθόδευση με απατηλούς σκοπούς, για να υπονομεύσει το παιδί του.

Ώστε όλα τούτα, συνιστούν ομοίως συκοφαντία, βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, κατ' αντικειμενική κρίση, ήτοι, αντικοινωνική συμπεριφορά, που ενέχει εκ μέρους της εναγομένης παράβαση των κρατουσών στην κοινωνία αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας προς τους γονείς και ειδικότερα προς τον πατέρα της, εφόσον όλα τούτα κατατέθηκαν από την ως άνω μάρτυρα κατόπιν αφηγήσεων της εναγομένης.

Στη συμπεριφορά αυτή η εναγομένη προέβη υπαιτίως (δόλος), ενώ γνώριζε όλη την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του ενάγοντος, αλλά και το συναισθηματικό δέσιμο του με την εταιρεία. Επίσης, στις 03/11/2015, η εναγομένη, έκανε ανάκληση του πληρεξουσίου, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, σταματώντας στην ουσία την πρόσβαση του πατέρα της στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας, αλλά και του απαγόρευσε ουσιαστικά την είσοδό του στα γραφεία της εταιρείας, ώστε ακολούθως των ενεργειών της, τα χρήματα που ισχυρίζεται ότι εισέπραττε ο πατέρας της και τα σπαταλούσε ή έκανε κακοδιαχείριση αυτών, όπως ισχυρίζεται, ήταν πλέον στην δική της αποκλειστική διαχείριση να τα διαθέσει όπου νόμιζε.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, αυτό που επισήμανε και εντόπισε ότι βλάπτει τα συμφέροντα της εταιρείας, ένεκα της ως άνω κακοδιαχείρισης του πατέρα της, θα περίμενε κανείς ότι μέλημα της (εφόσον κινδύνευε όπως ισχυρίστηκε με την κακοδιαχείριση του πατρός της), και διακαώς όπως διετείνετο, ήθελε να μειωθεί το χρέος της εταιρείας προς τις τράπεζες, να ξεκινήσει να πληρώνει την τράπεζα και να μειώσει την οφειλή του δανείου, για να αποφύγει τα χειρότερα και να σώσει την εταιρεία από την καταστροφή που της επέφερε ο πατέρας της, πλην όμως δεν προκύπτει ουδεμία ουσιαστικά πληρωμή από τις 03/11/2015 (ανάκληση πληρεξουσίου) μέχρι σήμερα.

Η ίδια δεν αναφέρει ότι της προέκυψαν άλλα οικονομικά προβλήματα, που δεν της επέτρεψαν στο να μην ξεκινήσει άμεσα τις πληρωμές προς την ..., παρά μόνο επιλεκτικά εξόφλησε το δάνειο της Τραπέζης "...", καθόσον εκεί, εγγυητές ήταν ο πατέρας της και η μητέρα της. Αντιθέτως ό,τι αφορούσε τα δάνεια που πήρε μόνο ο πατέρας της (...), αυτά δεν απομειώθηκαν αλλά αυξήθηκε το χρέος τους, λόγω των τόκων που χρέωνε η τράπεζα από τη μη καταβολή δόσεων για τα δάνεια.

Η ίδια ισχυρίζεται, ότι ο πατέρας της εισέπραττε ποσά για ίδιο όφελος, τα σπαταλούσε με γυναίκες, διασκεδάσεις, ήταν κακοδιαχειριστής κλπ, ώστε οι ισχυρισμοί της αυτοί, δηλώνουν, ότι εάν δεν έκανε ο πατέρας της όσα του προσάπτει, τότε θα περίσσευαν χρήματα για την αποπληρωμή των δανείων στην πορεία του χρόνου και θα επιτρεπόταν, εφόσον δεν υφίστατο πλέον η κατασπατάληση χρημάτων από μέρους του, να αρχίσει η ίδια να πληρώνει μέρος των δανειακών υποχρεώσεων της εταιρείας, πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξε.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο πατέρας την είχε απειλήσει - εξυβρίσει με κάποιον τρόπο, τόσο προτού η ίδια αποφασίσει να τον εκδιώξει από την πρώην εταιρεία του και να εκκινήσει μηνύσεις εναντίον, όσο και μετέπειτα. Στην εταιρεία, όμως, ο ενάγων είχε λόγο και έργο να την επισκέπτεται, με βάση τα όσα αναφέρθησαν και δεν πήγαινε εκεί για να δημιουργήσει προβλήματα, παρά να ζητήσει να εφαρμοσθούν όλα όσα είχαν συμφωνηθεί σε προγενέστερο χρόνο.

Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι, ο ενάγων συκοφαντούσε την εναγομένη κόρη του στον κοινωνικό περίγυρο και τυχόν στους πελάτες της εταιρείας, μέχρι της καταθέσεως και επιδόσεως της κρινόμενης αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για την κατάφαση ή μη, όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την ανάκληση της δωρεάς, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη.

Αντιθέτως, η εναγομένη κόρη του έκανε γνωστό στον κοινωνικό της περίγυρο, όπως ως άνω περιγράφηκε, τα χρέη του πατέρα της και την εν γένει κακοδιαχείριση της εταιρείας από μέρους του, ότι είναι κλέφτης, απατεώνας, βίαιος, εμφανίζοντας τον ως άνθρωπο που δεν ενδιαφέρεται για τα παιδιά του, γυναικά, σπάταλο (διασκεδάσεις, ταξίδια), εκμεταλλευτή, ραδιούργο κλπ.

Τούτα τα έκανε γνωστά, είτε στο υπαλληλικό προσωπικό, είτε στο φιλικό της περιβάλλον, είτε στο προσωπικό της περιβάλλον, γεγονότα όμως που έρχονται σε αντίθεση με τα όσα βεβαίωσε η ίδια στην υπ' αριθμ 20/2013 ένορκη βεβαίωση της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσπρωτίας, που αναφέρθηκε ανωτέρω, ενώ γνώριζε, ότι από την ιδιαίτερη σχέση γονέα προς παιδί, είχε το θάρρος ο πατέρας της, να εκμυστηρεύεται καταστάσεις και γεγονότα αμερόληπτα προς το παιδί του, είτε αυτά αφορούσαν τις λειτουργίες της εταιρείας, είτε τους οικογενειακούς προσωπικούς τους διαλόγους, μέσα στα πλαίσια της εχεμύθειας και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ τους, τόσο για τα πεπραγμένα της εταιρείας τους, όσο και για τα οικογενειακά τους θέματα.

Η εναγομένη με τους ισχυρισμούς της εμφανίζει τον πατέρα της ως άνθρωπο, ο οποίος πέραν των χαρακτηρισμών που του προσάπτει, απειλεί και την ίδια της τη ζωή. Δεν δύναται όμως ένας τέτοιος άνθρωπος να μην έχει πάρει τα μέτρα του, απέναντι στην κόρη του, αν όντως ήταν ραδιούργος, απατεώνας, κλέφτης και να μοιράζεται ταυτόχρονα τις σκέψεις του, να ανακοινώνει τις ενέργειες του στο παιδί του, ενώ ταυτοχρόνως μηχανεύεται την καταστροφή του παιδιού του.

Η εναγομένη με τις προτάσεις της (σελ. 7 εδ γ') ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας που παρέπεμψε την υπό κρίση υπόθεση στο Πολυμελές Δικαστήριο), αναφέρει επίσης, ότι ο πατέρας της, την αποτρέπει να βρει αλλού εργασία. Με βάση όμως τους χαρακτηρισμούς που του προσάπτει, ο πατέρας της εάν ήθελε να ενεργήσει δολίως, προς το παιδί του, θα το προέτρεπε να εργαστεί αλλού και όχι να εργάζεται στην εταιρεία και να είναι κοντά του.

Επίσης, στην από 27-10-2015 έκθεση προφορικής μήνυσης, η εναγομένη μήνυσε και αιτήθηκε την νόμιμη τιμωρία του πατέρα της, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι: < .... Εδώ έχω να πω ότι έλλειπα 15 μέρες στη Γερμανία και ο πατέρας μου Τ. Γ., ερχόταν στο γραφείο για να ελέγχει την ομαλή λειτουργία του γραφείου>. Ενώ, αφενός, γνωρίζει τις επιστολές που έστειλε η τράπεζα ήδη από τον Μάιο του 2015 (βλ.

σχετ επιστολές ... Τράπεζας, που αφορούν την υπ' αριθμ δανειακή σύμβαση ...2005, ποσού 200.000,00 ευρώ και την υπ' αριθμ δανειακή σύμβαση ...2007, ποσού 50.000,00 ευρώ), όπου αντιστοίχως, το κατάλοιπο του λογαριασμού είναι 166.748,77 ευρώ και 47.429,48 ευρώ, αφετέρου, αφήνει τον πατέρα της να προσέχει και να διαχειρίζεται το γραφείο για την ομαλή λειτουργία του, ενόσω λείπει στη Γερμανία, όπως καταθέτει στην άνω προφορική μήνυση, που υπέβαλε εναντίον του, ακολούθως τον εκδιώκει από τα γραφεία της εταιρείας (αίφνης με την άφιξη της στην Ελλάδα όπως ως άνω αναφέρθηκε), γιατί διαφώνησαν εάν θα παραμείνει ή όχι κάποιος υπάλληλος στην εταιρεία και όχι διότι ανακάλυψε αίφνης η εναγομένη, ότι ο πατέρας της, την εκμεταλλεύεται και μεθοδεύει την καταστροφή της, ότι είναι κλέφτης, κακοδιαχειρίζεται την εταιρεία, ώστε, ένεκα της διαφωνίας αυτής, ο πατέρας της από άνθρωπος που εγγυάται την ομαλότητα της εταιρείας, τώρα γίνεται εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία της και εκδιώχνεται κακήν κακώς.

Η μέχρι πριν του συμβάντος αυτού αποδοχή των υπηρεσιών του πατέρα της, εκδηλώνεται ως μήνυση εναντίον του και η μέχρι πρότεινος αμφίπλευρη σχέση συνεργασίας, με την αποδοχή της εναγομένης, χωρίς προβλήματα μεταξύ τους, εκφράζεται με καταφρονητικό τρόπο απέναντι του, καθόσον σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν υπήρχαν τα συμβάντα που αναφέρονται στην επιλογή του προσωπικού και της διαφωνίας, που είχε ο ενάγων με την εναγομένη κόρη του, ήτοι τις διαφωνίες που αφορούσαν την προσωπική της ζωή, την μεταστροφή υπέρ του προσώπου της μητέρας της, καθώς και την μετέπειτα δυσάρεστη εξέλιξη με πρωτοβουλία της εναγομένης, να ξεκινήσει να υποβάλει μηνύσεις, εναντίον του πατέρα της, η εταιρεία θα συνέχιζε τις δραστηριότητες της, και τη λειτουργία της, με τα όποια οικονομικά μεγέθη παρουσίαζε τη δεδομένη χρονική περίοδο.

Συνεπώς, η παραπάνω συμπεριφορά της εναγομένης δωρεοδόχου, ηλικίας 25 ετών, κατά το χρόνο επίδοσης της ένδικης αγωγής, που εκδηλώθηκε με τους ως άνω τρόπους, επιδεικνύει μεγάλη σκληρότητα προς τον ενάγοντα, πατέρα της, δείχνει επίσης πλήρη αδιαφορία και απρεπή συμπεριφορά απέναντι του, καθώς και πλήρη αδιαφορία για την μείωση του χρέους της εταιρείας, που αφορούσε δάνεια από την ....

Επιπλέον, στην ως άνω αχάριστη δια βαρέως παραπτώματος συμπεριφορά της εναγομένης, δεν συνήργησε κανένα πταίσμα του ενάγοντος, απ' αυτά που του καταμαρτυρεί η εναγομένη, περί κακοδιαχείρισης και υπεξαίρεσης ποσών της εταιρείας, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι έγινε κάτι παράτυπο, εν αγνοία της. Επίσης, με τις προτάσεις της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το οποίο παρέπεμψε την κρινόμενη αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι < ...

και έτσι τότε κατέθεσα ότι μου είπε αυτός να καταθέσω, ενώ αργότερα διαπίστωσα πως η αλήθεια είναι διαφορετική όπου μπόρεσα ανακάλεσα υπαναχωρώντας με την θέληση μου από την ψευδή αρχική μου θέση...> (βλ. σελ 5 των άνω προτάσεων). Επίσης, στη τελευταία σελίδα των προτάσεων της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι: <....έπρεπε να διορθώσει την ένορκη κατάθεση του αφού εν αγνοία μου κατέθεσα ψευδώς εναντίον της μητέρας μου ....ότι κακώς έχω καταφερθεί εναντίον της μητέρας μου....>.

Με βάση και τους ως άνω ισχυρισμούς της εναγομένης, δεν δύναται να ληφθούν υπόψη, από το δικαστήριο, όλα όσα ισχυρίζεται με τις προτάσεις της η εναγομένη, εναντίον του ενάγοντος, καθόσον κατά το δοκούν επιλέγει η εναγομένη κάθε φορά τί την εξυπηρετεί και τί όχι, τί είναι ψευδές και τί δεν είναι ψευδές, τί ισχύει και τι δεν ισχύει.

Όσον αφορά επίσης τους ισχυρισμούς της εναγομένης, περί κακοδιαχείρισης και υπεξαίρεσης χρημάτων εκ μέρους του πατρός της, ο χαρακτηρισμός της κακοδιαχείρισης και υπεξαίρεσης από μέρους της, δεν υφίστατο πριν τον Οκτώβριο του έτους 2015, εφόσον η ίδια προτού προβεί σε μηνύσεις εναντίον του πατέρα της, όλες οι χρηματικές συναλλαγές που έκανε ο ίδιος, έχαιραν της συγκατάθεσης της και απόλυτης γνώσης της, διότι όπως προειπώθηκε, η εναγομένη είχε πλήρη γνώση για τα κονδύλια που διαχειρίζετο ο πατέρας της και πού αυτός τα διοχέτευε και τότε δεν τα θεωρούσε ως υπεξαιρεθέντα.

Αναφορικά με την από 20/12/2019 (αρ εκθ καταθ δικογρ ...) αγωγή της εταιρείας, με την επωνυμία "... ΟΕ", κατά του ενάγοντος, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, για καταβολή ποσού 37.000,00 ευρώ, με βάση τις αναφερόμενες στην άνω αγωγή, διατάξεις των άρθρων 914, 919, 297 επ ΑΚ, 375 ΠΚ, 713, 714 επ ΑΚ, καθώς και ποσού 5.000,00 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τούτη κατά την κρίση του δικαστηρίου, ασκήθηκε παρελκυστικά σε σχέση με την παρούσα δίκη στα τέλη του έτους 2019, ενώ επίσης, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας στις 09/10/2020, είτε υπαιτιότητι της ιδίας της εναγομένης, ως διαχειρίστριας της εκεί ως άνω ενάγουσας εταιρείας, είτε του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ενάγουσας εταιρείας, δεν συζητήθηκε η άνω αγωγή, διότι ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος, δεν προσκόμισε εξουσιοδότηση της εταιρείας, για να παρασταθεί στην άνω δίκη και έτσι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, σύμφωνα με το διατακτικό της υπ' αριθμ 03/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.

Αναφορικά, με τη ένδικη δωρεά από τον ενάγοντα, του άνω ποσοστού της εταιρείας προς την εναγομένη (24,23%), τούτη δεν αποτελεί γονική παροχή, προς αυτήν, για τη δημιουργία της οικονομικής της αυτοτέλειας, όπως ισχυρίζεται η ίδια, καθόσον αρχικά, το ίδιο το υπ' αριθμ πρωτ ... ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕ", με το οποίο της μεταβίβασε το άνω ποσοστό του, αναφέρει ρητώς τα εξής: <ήδη δια του παρόντος, ο πρώτος των συμβαλλομένων, Γ. Τ. του Α. με την συναίνεση της άλλης εταίρου, Α. Τ., αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης και για το λόγο αυτό δωρίζει, παραχωρεί και μεταβιβάζει ρητά και ανεπιφύλακτα, την εταιρική του ιδιότητα....

Ως ομόρρυθμου εταίρου της παραπάνω εταιρείας, στα δύο άλλα συμβαλλόμενα μέρη του παρόντος, ήτοι την Α. - Κ.. Τ.. και τον Ν. Τ.. Ειδικότερα, στη δεύτερη των συμβαλλομένων δωρίζει και εκχωρεί από το σύνολο του ποσοστού συμμετοχής του στην εταιρεία, ήτοι από το 59,23%, ποσοστό 24,23%, ενώ στον τρίτο των συμβαλλομένων, Ν.

Τ. ποσοστό 35%....>. Ενόψει αυτών, είναι σαφές κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι η δωρεά του άνω μεριδίου του ενάγοντος, προς την εναγομένη, έγινε ακριβώς λόγω της συνταξιοδότησης του, δεν θα γινόταν δε, με κανένα τρόπο εάν αυτός δεν θα συνταξιοδοτείτο. Το ότι αναφέρεται στην αγωγή του, ότι τη δωρεά αυτή την έκανε ο ίδιος κυρίως για το λόγο ότι συνταξιοδοτήθηκε, αλλά και επιδιώκοντας να συμβάλει στην οικονομική αυτοτέλεια της κόρης του, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η όποια συμβολή του στην οικονομική αυτοτέλεια της εναγομένης, είχε ήδη συντελεσθεί με την παραχώρηση του 40,77% μεριδίου στην ίδια εταιρεία, από την μητέρα της, και το πρόσθετο ποσοστό που της εκχώρησε - δώρησε ο πατέρας της, επιδιώκοντας επικουρικώς να συμβάλει στην οικονομική αυτοτέλεια της, ήταν πέραν του μέτρου που επέβαλαν οι περιστάσεις, διότι η ενάγουσα αφενός δεν είχε οικονομική ανάγκη για τη μεταβίβαση του ποσοστού αυτού, για τους λόγους, ότι (όπως προειπώθηκε) της είχε ήδη μεταβιβασθεί μεγάλο μερίδιο από τη μητέρα της, οι βιοτικές της ανάγκες καλύπτοντο από τον πατέρα της, οι σπουδές της και η εν γένει ζωή ενός ανθρώπου μετεφηβικής ηλικίας, ήταν πλήρως επαρκείς, αναφορικά με τις δαπάνες που απατούνται να γίνουν για έναν άνθρωπο της ηλικίας της, με αρωγό τον πατέρα της.

Επιπλέον, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι, με τους δικαστικούς αγώνες που περιήλθε ο πατέρας της, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις νέες οικονομικές απατήσεις από τις ήδη υπάρχουσες, κάποιες από τις οποίες επιδικάσθηκαν αμετακλήτως στην πρώην σύζυγό του, καθώς και του γεγονότος ότι διέτρεφε και έστελνε χρήματα για τις σπουδές του γιού του στη Γερμανία, προκύπτει ότι η οικονομική κατάσταση του ενάγοντος ήταν μέτρια, εφόσον είχε οικονομικές υποχρεώσεις και στο άλλο τέκνο του.

Ενόψει των ως άνω αναφερθέντων, αφενός μεν, η οικονομική αυτοτέλεια δεν επέχει κυρία θέση αναφορικά με τη μεταβίβαση του μεριδίου, αλλά επικουρική, αφετέρου δε, ο επικουρικός αυτός λόγος, δεν αποτελεί γονική παροχή προς την εναγομένη, αλλά δωρεά που υπερβαίνει το μέτρο το όποιο επιβάλλουν οι περιστάσεις, καθόσον επιπλέον, με το ποσοστό που της εκχώρησε ο ενάγων, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο ποσοστό που κατείχε η εναγομένη από την μητέρα της, κατέστη διαχειρίστρια της εταιρείας, σε ποσοστό 65%, δίνοντας της με αυτό τον τρόπο ο ενάγων τη δυνατότητα να ενισχύσει περαιτέρω, καθ' υπέρβαση, την οικονομική της αυτοτέλεια, ενώ αυτή είχε ήδη συντελεσθεί.

Συνεπώς, η ένσταση της εναγομένης, εκ του άρθρου 1509 ΑΚ, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Περαιτέρω, η δωρεά αυτή, δεν επεβάλλετο από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του ενάγοντος, πατέρα προς την εναγομένη κόρη του, για τις τυχόν φροντίδες της, καθόσον, αφενός μεν, τα τέκνα έχουν νομική και ηθική υποχρέωση να φροντίζουν τους γονείς τους, ως ένα ελάχιστο δείγμα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης τους προς αυτούς και δεν πρέπει να αξιώνουν παροχές οποιουδήποτε είδους από τους γονείς για την επιβεβλημένη αγάπη και φροντίδα προς αυτούς, αφετέρου δε, δεν αποδείχθηκε κάποια ιδιαίτερη φροντίδα της κόρης προς τον πατέρα της.

Αντιθέτως μάλιστα, ο πατέρας φρόντιζε τα παιδιά του και ιδιαίτερα την κόρη του, από τότε μάλιστα που διεκόπη η έγγαμη συμβίωση του με την πρώην σύζυγό του, το έτος 2009. Έτσι πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, ένσταση της εναγομένης ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή ως ουσία βάσιμη, αναγνώρισε ως νόμιμη την δια της ένδικης αγωγής ανάκληση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου - δωρητή της δωρεάς στην δωρεοδόχο - αναιρεσείουσα ποσοστού 24,23% εκ του εταιρικού μεριδίου συμμετοχής του στην άνω ομόρρυθμη εταιρεία και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να επιστρέψει στον αναιρεσίβλητο το άνω δωρηθέν σ' αυτήν μερίδιο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 496 και 505 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1509 εδ. α ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη παροχή από τον αναιρεσίβλητο του άνω ποσοστού της εταιρείας στην αναιρεσίβλητη (24,23%) δεν αποτελεί γονική παροχή προς αυτήν για τη δημιουργία της οικονομικής της αυτοτέλειας, αλλά δωρεά στο σύνολό της, καθόσον στο υπ' αριθ. ...

ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", αναφέρεται ότι ο πρώτος των συμβαλλομένων, Γ. Τ. του Α., με την συναίνεση της άλλης εταίρου, Α. Τ., αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης και για το λόγο αυτό δωρίζει, παραχωρεί και μεταβιβάζει ρητά και ανεπιφύλακτα, την εταιρική του ιδιότητα ως ομορρύθμου εταίρου της παραπάνω εταιρείας, στα δύο άλλα συμβαλλόμενα μέρη, ήτοι την Α. - Κ..

Τ.. και τον Ν. Τ. και ειδικότερα, στη δεύτερη των συμβαλλομένων δωρίζει και εκχωρεί από το σύνολο του ποσοστού συμμετοχής του στην εταιρεία, ήτοι από το 59,23%, ποσοστό 24,23%, ενώ στον τρίτο των συμβαλλομένων, Ν. Τ. ποσοστό 35%, δωρεά η οποία δεν θα γινόταν εάν ο αναιρεσίβλητος δεν συνταξιοδοτείτο, η όποια δε συμβολή στην οικονομική αυτοτέλεια της αναιρεσείουσας είχε ήδη συντελεσθεί με την παραχώρηση ποσοστού 40,77% στην ίδια εταιρεία, από τη μητέρα της, και το πρόσθετο ποσοστό που της δώρισε ο αναιρεσίβλητος, επιδιώκοντας επικουρικώς να συμβάλει στην οικονομική αυτοτέλειά της, ήταν πέραν του μέτρου που επέβαλαν οι περιστάσεις, διότι η αναιρεσείουσα δεν είχε οικονομική ανάγκη για τη μεταβίβαση του ποσοστού αυτού, καθώς της είχε ήδη μεταβιβασθεί μεγάλο μερίδιο από τη μητέρα της, οι δε βιοτικές της ανάγκες, οι σπουδές της και οι δαπάνες για την εν γένει διαβίωσή της καλύπτοντο από τον αναιρεσίβλητο.

Με το ως άνω ποσοστό των 24,23% που δώρισε ο αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα, συνυπολογιζομένου και του ποσοστού των 40,77% που είχε αποκτήσει από τη μητέρα της, η αναιρεσείουσα κατέστη αυτή διαχειρίστρια της εταιρείας σε ποσοστό 65%, δίνοντάς της κατ' αυτό τον τρόπο ο αναιρεσίβλητος τη δυνατότητα να ενισχύσει περαιτέρω, καθ' υπέρβαση, την οικονομική της αυτοτέλεια, ενώ αυτή είχε ήδη συντελεσθεί.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 496 και 505 ΑΚ και περί μη συνδρομής της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 1509 εδ.

α ΑΚ, η οποία δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 41/2024).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και εσφαλμένως, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΑΠ 41/2024, ΑΠ 7/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 1042/2022, ΑΠ 684/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από αυτήν παραδεκτά με τις προτάσεις της ισχυρισμό, ότι η προς αυτήν παροχή από τον πατέρα της έγινε προς "εξακολούθηση και βελτιστοποίηση του επαγγέλματός της".

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η γενόμενη προς την αναιρεσείουσα παροχή από τον αναιρεσίβλητο συνιστά δωρεά, η οποία υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, διότι, με το ποσοστό, το οποίο της μεταβίβασε ο αναιρεσίβλητος, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο ποσοστό που είχε αποκτήσει από τη μητέρα της, κατέστη διαχειρίστρια της προαναφερόμενης εταιρείας, σε ποσοστό 65%, δίνοντάς της με αυτό τον τρόπο ο αναιρεσίβλητος τη δυνατότητα να ενισχύσει περαιτέρω, καθ' υπέρβαση, την οικονομική της αυτοτέλεια, ενώ αυτή είχε ήδη συντελεσθεί.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1108/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (AΠ 432/2022, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017).

Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 188/2017), όχι δε όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1029/2019).

Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει, εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 1416/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 573/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 11γ και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την δια της ένδικης αγωγής δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ότι η επίδικη παροχή έγινε από αυτόν προκειμένου να συμβάλλει στην οικονομική αυτοτέλεια της αναιρεσείουσας και προς εκπλήρωση του ηθικού καθήκοντος απέναντί της και δεν προσέδωσε στην ομολογία αυτή την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που της προσδίδει ο νόμος.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι λόγω της συνταξιοδότησής του, τον μήνα Δεκέμβριο του 2012, δυνάμει του από 18/12/2012 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης ομόρρυθμης εταιρείας, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, προκειμένου να συμβάλλει στην οικονομική αυτοτέλεια της θυγατέρας του - αναιρεσείουσας και προς εκπλήρωση του ηθικού καθήκοντος απέναντί της, δώρισε σ' αυτήν ποσοστό 24,23% από το εταιρικό του μερίδιο συμμετοχής στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΟΕ". Ότι η εναγομένη, από τα τέλη Οκτωβρίου 2015 και εντεύθεν, με την περιγραφόμενη συμπεριφορά επέδειξε αχαριστία και έλλειψη ευγνωμοσύνης προς το πρόσωπό του, ενώ ο ίδιος αφιέρωσε την ζωή του ολόκληρη στην ανατροφή και διαπαιδαγώγησή της, φροντίζοντας να μην της λείψει τίποτα όλα αυτά τα χρόνια και συνέβαλε τα μέγιστα στην επαγγελματική της αποκατάσταση και στη δημιουργία της οικονομικής της αυτοτέλειας και ότι για τους λόγους αυτούς ανακαλεί με την αγωγή την γεννώμενη δωρεά προς την αναιρεσείουσα.

Η ως άνω αναφορά στην αγωγή ότι η επίδικη δωρεά έγινε από τον αναιρεσίβλητο για να συμβάλει στην οικονομική αυτοτέλεια της αναιρεσείουσας και προς εκπλήρωση του ηθικού του καθήκοντος απέναντί της, δεν συνιστά ομολογία κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έγινε με πρόθεση ομολογίας του αναιρεσίβλητου του επιβλαβούς γι' αυτόν περιστατικού, ότι η επίδικη παροχή συνιστά γονική παροχή, αλλά προς αποδοχή της αγωγικής αξίωσής του για ανάκληση της γενομένης δωρεάς λόγω αχαριστίας της αναιρεσείουσς.

Επομένως, οι άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 11γ και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21.11.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 19/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ