516/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated516/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 § 1 του Ν. 2778/1999, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 3 §23 του Ν. 2992/2002, ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι εκδιδόμενες από εταιρεία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία μετοχές, καθώς και η μεταβίβαση ακινήτων προς αυτή απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους, τέλους χαρτοσήμου, εισφοράς, δικαιώματος ή οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και γενικά τρίτων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 516 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 516/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Χατζάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "I.I. (Ι.Ι.) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "I.I. (Ι.Ι.) Α.Ε.ΕΕ.Α.Π.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/9/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νέας Ιωνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2876/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Α.. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/2/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 262/2022, ΑΠ 303/2021, ΑΠ 600/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ.
Β-4650/18.5.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ……. με έδρα το Πρωτοδικείο ……… Ι.Τ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη κλητεύτηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση από την επισπεύδουσα αυτήν αναιρεσείουσα.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν παρέστη η αναιρεσίβλητη, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και γι' αυτό πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της.
Με την κρινόμενη από 28.2.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2876/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Α., που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς το μέρος που είχε απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής, τη στηριζομένη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 4.415,43 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 10.3.2021, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου την 1.3.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 § 1 του Ν. 2778/1999, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 3 §23 του Ν. 2992/2002, ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι εκδιδόμενες από εταιρεία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία μετοχές, καθώς και η μεταβίβαση ακινήτων προς αυτή απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους, τέλους χαρτοσήμου, εισφοράς, δικαιώματος ή οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και γενικά τρίτων.
Η απαλλαγή δεν καταλαμβάνει το φόρο εισοδήματος για την υπεραξία που προκύπτει κατά την εισφορά ακινήτων. Οι μεταβιβάσεις ακινήτων από την εταιρεία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία υπόκεινται σε φόρο μεταβίβασης ακινήτων με τον ισχύοντα συντελεστή". Κατά την αληθινή έννοια της ως άνω διάταξης στη θεσπισθείσα μ' αυτή απαλλαγή των αναφερομένων σ' αυτή μεταγραφών κλπ από παντός δικαιώματος υπέρ οιουδήποτε τρίτου, περιλαμβάνονται τα δικαιώματα μόνο τρίτων προσώπων, τα οποία δεν έχουν σχέση με την καταρτισθείσα σύμβαση ή την προσφερθείσα κατ' αυτήν ή μετ' αυτήν υπηρεσία, δηλαδή τρίτων προσώπων που δεν έχουν σχέση με τη σύνταξη του συμβολαίου και τη μεταγραφή.
Δηλαδή, ως δικαιώματα υπέρ τρίτων εννοούνται εκείνα που εισπράττονται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων χωρίς προσφορά εκ μέρους τους ορισμένης υπηρεσίας στη συγκεκριμένη πράξη, όπως και τα επιβληθέντα με διάταξη νόμου ως πρόσθετες επιβαρύνσεις προς εκπλήρωση γενικότερων σκοπών από τα πρόσωπα ή τους οργανισμούς υπέρ των οποίων επιβλήθηκαν, όπως είναι ενδεικτικά οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, τα ασφαλιστικά ταμεία και το Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτηρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ).
Επομένως, δεν περιλαμβάνονται στην απαλλαγή αυτή τα δικαιώματα των άμισθων υποθηκοφυλάκων που παρέχουν κατά νόμο τις υπηρεσίες τους κατά τη μεταγραφή τέτοιας πράξης, καθόσον ο άμισθος υποθηκοφύλακας δεν δύναται να θεωρηθεί τρίτος όσον αφορά την ενεργούμενη από αυτόν πράξη της μεταγραφής, τα δε δικαιώματα, τα οποία αυτός δικαιούται κατά τις οικείες διατάξεις για την ενεργούμενη από αυτόν μεταγραφή, δεν είναι δικαιώματα υπέρ τρίτου, αλλά ίδια αυτού δικαιώματα, τα οποία αποτελούν τις αποδοχές του εν λόγω δημοσίου υπαλλήλου, όπως ακριβώς και τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων αποτελούν τις αποδοχές αυτών.
Εξάλλου, όπου ο νομοθέτης χάριν κοινωνικών σκοπών θέλησε να περιορίσει τα δικαιώματα των άμισθων υποθηκοφυλάκων, το όρισε ρητά αντιδιαστέλλοντάς τα από τα δικαιώματα υπέρ τρίτων. Κατά συνέπεια, στις μεταγραφές των πράξεων που περιλαμβάνονται στο πεδίο ρύθμισης του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν. 2778/1999 οφείλονται αναλογικά και όχι πάγια δικαιώματα υπέρ του άμισθου υποθηκοφύλακα. (ΑΠ 893/2009, ΑΠ 1358/1998).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ α του ν. 3156/2003, ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από εδρεύουσα στην Ελλάδα ανώνυμη εταιρεία (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου. Ο νόμος αυτός προβλέπει στα άρθρα 6, 7, 8 και 9 περισσότερες κατηγορίες ομολογιακών δανείων που είναι το κοινό ομολογιακό δάνειο, το ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες, το ομολογιακό δάνειο με μετατρέψιμες ομολογίες και το ομολογιακό δάνειο με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, ενώ τα άρθρα 10 και 11 του ίδιου νόμου αναφέρονται στις ειδικές συμβάσεις τιτλοποίησης επιχειρηματικών απαιτήσεων και απαιτήσεων από ακίνητα.
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου επίσης νόμου, η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών σε δημόσια βιβλία, όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το νόμο αυτό και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, καθώς και η μεταβίβαση ομολογιών εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς ή χρηματιστηρίου, απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του ν. 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 14 του ν. 3156/2003, για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 του νόμου αυτού καταβάλλονται μόνον πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων 100 ευρώ, αποκλειομένης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους.
Ο περιορισμός αυτός δεν αφορά μόνον τα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων, αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, που αντιδιαστέλλεται από τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (ΑΠ 1358/1998) που αναφέρονται στην παρ. 1 του ιδίου ως άνω άρθρου, εμπίπτει δε στην παραπάνω ατέλεια και συνεπώς δεν υπόκειται στα οριζόμενα στο ν. 325/1976 αναλογικά δικαιώματα, αλλά σε πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ και η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης όταν μ` αυτές ασφαλίζονται απαιτήσεις από ομολογιακό δάνειο οποιασδήποτε κατηγορίας από τις παραπάνω αναφερόμενες (ΑΠ 404/2016, ΑΠ 2252/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 325/1976, οι άμισθοι υποθηκοφύλακες, ανεξαρτήτως των νομίμων τελών, εισπράττουν από τους αιτούντες εγγραφή στα τηρούμενα από αυτούς βιβλία, δικαιώματα πάγια και αναλογικά, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στα επόμενα άρθρα διακρίσεις. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ.
α` του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 19/2023, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Α., που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 1 Ν. 2778/1999 με τη μη εφαρμογή τους, ενώ ήταν εφαρμοστέες, καθώς και του άρθρου 14 παρ. 2 Ν. 3156/2003, με την εφαρμογή τους, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η αναιρεσείουσα, άμισθη υποθηκοφύλακας, κατά τη μεταγραφή του υπ' αριθ. 26.165/28.3.2012 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, με το οποίο η αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, προέβη στην αγορά του αναφερομένου σ' αυτό ακινήτου, απαίτησε και εισέπραξε παρανόμως για τέλη, δικαιώματα κλπ.
σχετικά με τη μεταγραφή του συμβολαίου το ποσό των 4.515,43 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ενώ όφειλε να εισπράξει το ποσό των παγίων δικαιωμάτων της 100 ευρώ και κατέστη έτσι αδικαιολογήτως πλουσιότερη. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Α., που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα) είναι ανώνυμη εταιρεία, η οποία συστάθηκε με την υπ' αριθ. 26159/22.3.2012 πράξη της συμβολαιογράφου …… Μ.
Α.- Ζ., κατόπιν έκδοσης της υπ' αριθ. 5/604/6.12.2011 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και υπάγεται στις διατάξεις των άρθρων 21-31 του Ν. 2738/1999 ("Εταιρείες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία"). Δυνάμει του υπ' αριθ. 26165/2012 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, προέβη στην αγορά μιας σειράς ακινήτων από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", μεταξύ των οποίων και ένα ακίνητο στο Δήμο ..., αντί συνολικού τιμήματος 1.500.000 ευρώ. Με την από 3.5.2012 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας, αποφασίστηκε η έκδοση έγχαρτου ομολογιακού δανείου, ποσού 31.500.000 ευρώ με πρώτους ομολογιούχους την ως άνω πωλήτρια τράπεζα για ποσό 31.185.000 ευρώ και την εταιρεία με την επωνυμία "...
BANK - ... LTD" για ποσό 315.000 ευρώ, προς εξασφάλιση των οποίων (ομολογιούχων), η ενάγουσα συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου, ποσού 1.050.000 ευρώ. Στη συνέχεια υποβλήθηκε προς το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο η από 28.3.2012 αίτηση της συμβολαιογράφου ..…. Μ. Α.-Ζ. περί μεταγραφής του υπ' αριθ. 26165/28.3.2012 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ωστόσο η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη υποθηκοφύλακας απαίτησε για τέλη, δικαιώματα κλπ σχετικά με τη μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου αγοράς, το ποσό των 4.515,43 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% ποσού 1.038,55 ευρώ, το οποίο και της κατεβλήθη όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1639/23.6.2012 Απόδειξη Παροχής Υπηρεσιών της εναγομένης.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν. 2738/1999, ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη υποθηκοφύλακας έπρεπε να εισπράξει για τη μεταγραφή το ποσό των παγίων δικαιωμάτων (100) ευρώ και όχι το ποσό που εισέπραξε υπολογιζόμενο κατά τρόπο αναλογικό... Η εναγομένη απαίτησε και εισέπραξε το παραπάνω ποσό για την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης παρανόμως, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 4 και 14 παρ. 2 Ν. 3156/2003, η προαναφερόμενη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης προς εξασφάλιση ομολογιακού δανείου εκδοθέντος από ανώνυμη εταιρία υπόκειται μόνο σε πάγια δικαιώματα άμισθων ή έμμισθων υποθηκοφυλάκων ύψους 100 ευρώ, κατ' αποκλεισμό οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης και οποιουδήποτε τέλους...
Περαιτέρω, για την εγγραφή της ανωτέρω προσημειώσεως απαιτούνταν η καταβολή πάγιων δικαιωμάτων αμίσθου υποθηκοφύλακα ανερχόμενων σε 100 ευρώ αποκλεισμένης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους και όχι το ποσό των 4.515,43 ευρώ πλέον 23% ΦΠΑ ποσού 1.038,55 ευρώ που απαίτησε και έλαβε η εναγομένη. Εκ του ποσού αυτού δεν σώζεται το ποσό του ΦΠΑ, το οποίο έχει αποδοθεί στο Δημόσιο ως έσοδο αυτού, και επομένως δεν αναζητείται με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού πρόκειται για μη σωζόμενο πλουτισμό, κατ' αποδοχή της ένστασης του άρθρου 909 ΑΚ που προέβαλε η εναγομένη ως κατ' ουσίαν βάσιμης, με την οποία επικαλέσθηκε ότι ως προς το ποσό του ΦΠΑ δεν είναι πλέον πλουσιότερη αφού το απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο....
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης και συνακόλουθα να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που απέρριψε την νομική αυτή βάση, να κρατηθεί η αγωγή προς εκδίκαση ως προς την επικουρική αυτή βάση και να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ώστε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (4.515,43 - 100 =) 4.415,43 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 31 Ν. 2778/1999, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες, καθώς και του άρθρου 14 Ν. 3156/2003, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, η μεταβίβαση των ακινήτων προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, που έγινε με το 26.165/2012 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, απαλλάσσεται παντός φόρου, τέλους, εισφοράς, δικαιώματος ή επιβαρύνσεως υπέρ του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και γενικά τρίτων, στην απαλλαγή όμως αυτή δεν περιλαμβάνονται τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας, άμισθης υποθηκοφύλακα, η οποία παρέσχε κατά νόμον τις υπηρεσίες της κατά τη μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου, καθόσον αυτή δεν θεωρείται τρίτη ως προς την ενεργηθείσα απ' αυτήν πράξη της μεταγραφής, τα δε δικαιώματα, τα οποία δικαιούται για τη μεταγραφή, είναι ίδια αυτής δικαιώματα, δηλ.
αποτελούν τις αποδοχές της. Τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας άμισθης υποθηκοφύλακα για τη μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου είναι αναλογικά, σύμφωνα με το άρθρο 3 Ν. 325/1976 και όχι πάγια, καθόσον δεν πρόκειται εν προκειμένω για εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε δημόσιο βιβλίο του άρθρου 14 παρ. 2 Ν. 3156/2003 που καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα έμμισθων ή άμισθων υποθηκοφυλάκων 100 ευρώ.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα υποθηκοφύλακας δικαιούται μόνο πάγια δικαιώματα 100 ευρώ, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει το σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1, 5, 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η απόφαση.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, όταν μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο. (ΑΠ 343/2023, ΑΠ 193/2023, ΑΠ 107/2023, ΑΠ 71/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο, διότι, όπως προεκτέθηκε, η αγωγή της αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, τόσο κατά την κύρια βάση της από την αδικοπραξία, όσο και κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Επομένως, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η έφεση της αναιρεσίβλητης. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμπίπτουν μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των νομικών κανόνων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 2876/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Α., που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 4.6.2018 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 53/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας.
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και απορρίπτει αυτή κατ' ουσίαν.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε απ' αυτή.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα αναιρετική δίκη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ