Supreme Court dismisses appeal arguments but refers a general interest issue to the Full Bench.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's secondary appeal arguments regarding the admissibility of the lower court's decision and the lack of legal basis. The court found that since the first instance court rejected the lawsuit without substantive examination, the specific admissibility argument failed. However, recognizing a broader legal issue concerning the scope of the employer's termination obligation, the court referred this specific ground to the Full Bench for a unified ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 563(2)(b) of the Code of Civil Procedure; Article 27(2)(d) of Law 4938/2022: When an appeal ground creates a general interest issue or is necessary for the unity of case law, the relevant appeal ground must be referred to the Full Bench for decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 516 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 516/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1533/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1490/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι : "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων, δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι : "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών, ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα ( 10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A' 54) ορίζεται ότι : "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της, υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021, κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας, για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00' έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6.00' (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021" (Α.Π. 987/2022, Α.Π. 1129/2022 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 12-03-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 3086/418/12-05-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1431/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.
του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν) με αριθμό 1490/19-03-2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν, η από 03-01-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3617/276/15-01-2018 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 1533/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 27-12-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 119447/4463/29-12-2015 αγωγή της.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εξαφάνισε στο σύνολό της την ως άνω εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 12-05-2021, εντός δηλαδή της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87), δεδομένου ότι από τις 20-03-2019, επομένη ημέρα της δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις 19-03-2019, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 20-03-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.
α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος νομικής σκέψης που προηγήθηκε, κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στις 12-05-2021. Επομένως, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (Α.Κ. 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (Α.Κ. 174, 180). Ειδικότερα η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η Α.Κ. 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει, ως αληθινό κίνητρο, την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (Α.Π. 630/2020, Α.Π. 166/2018, Α.Π. 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης.
Αλλά και όταν ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι, άνευ ετέρου, καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (Α.Π. 642/2019 Α.Π. 769/2016, Α.Π. 904/2012).
Περαιτέρω, εάν στο πλαίσιο λειτουργίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος των εργαζομένων, το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία δεν καταλύεται, διότι εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητο από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και αν στο πλαίσιο αυτής μπορεί να επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης, που εκτελείται με καταγγελία της σύμβασης (Ολ.
Α.Π. 43/2002, Α.Π. 1237/2019). Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας, ελέγχεται από τα δικαστήρια, ως προς την υπέρβαση των ορίων της Α.Κ. 281. Ως εκ τούτου, ερευνάται εάν υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσης εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης, πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος).
Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφόσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη (Α.Π. 1107/2021, Α.Π. 744/2020, Α.Π. 1368/2019, Α.Π. 769/2016, Α.Π. 458/2013, Α.Π. 904/2012, Α.Π. 255/2006).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 574 του Α.Κ., μίσθωση πράγματος είναι η σύμβαση με την οποία αναλαμβάνουν την υποχρέωση, για όσο χρόνο διαρκεί αυτή, ο μεν εκμισθωτής να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος, ο δε μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Τέτοια σύμβαση (μίσθωση πράγματος), επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 574 επ.
του Α.Κ., είναι και εκείνη, δυνάμει της οποίας τραπεζική ανώνυμη εταιρία παραχωρεί σε φυσικό πρόσωπο, έναντι ανταλλάγματος, τη χρήση θυρίδας θησαυροφυλακίου, για την εναπόθεση σ' αυτήν πολύτιμων κινητών πραγμάτων, όπως τιμαλφή, χρεώγραφα, κ.λ.π. Με τη σύμβαση αυτή, ειδικότερα, η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση, απέναντι στο μισθωτή, να παράσχει σ' αυτόν τη χρήση ενός χώρου (θυρίδας) που, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, αυτός καθαυτός, είναι κατάλληλος για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων από τους συνήθεις, κατά βάση καθημερινούς, κινδύνους, στην υποχρέωση δε αυτή και μόνο εξαντλείται η ευθύνη, που η εκμισθώτρια τράπεζα αναλαμβάνει από την εν λόγω σύμβαση.
Τα ως άνω πράγματα, δεν παραδίδονται στην εκμισθώτρια Τράπεζα από τον εκμισθωτή, αλλ' εναποτίθενται στη θυρίδα μόνον από αυτόν, ενώ η εκμισθώτρια δεν γνωρίζει, ούτε μπορεί να ελέγξει το περιεχόμενο της θυρίδας. Την παραπάνω υποχρέωσή της η εκμισθώτρια τράπεζα εκπληρώνει, εφόσον η τεχνική διασκευή των θυρίδων και του όλου χώρου του θησαυροφυλακίου της, οι διατυπώσεις εισόδου και εξόδου από αυτό και η φρούρηση του χώρου (με συναγερμό, φύλακες, ανιχνευτές, κ.α.), αφενός μεν έχουν σχεδιαστεί από τα αρμόδια όργανά της, κατά τρόπο ώστε να πληρούν τους όρους ασφάλειας, που έχουν διαμορφωθεί στη σχετική τραπεζική πρακτική, αφετέρου δε λειτουργούν πράγματι σύμφωνα με το σχεδιασμό αυτόν.
Η καταλληλότητα αυτή της θυρίδας και του όλου θησαυροφυλακίου, για την ασφαλή φύλαξη πολύτιμων πραγμάτων, στην οποία ο μισθωτής αποβλέπει, ενώ η εκμισθώτρια την εγγυάται έχοντας καταστήσει σιωπηρά και αυτή αντικείμενο της σχετικής σύμβασης, αποτελεί συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, η έλλειψη της οποίας παρέχει στο μισθωτή τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 577 του Α.Κ.
δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της αποζημίωσης για μη εκτέλεση της σύμβασης (Α.Π. 1123/2006).
Περαιτέρω, η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας προβλέφθηκε στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 28 Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 65), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4350/2015 (ΦΕΚ Α' 161). Ειδικότερα, στο άρθρο πρώτο, υπό την αρχική του διατύπωση, προβλέπεται ότι: "1. Η χρονική περίοδος από 28 Ιουνίου έως και 6 Ιουλίου κηρύσσεται τραπεζική αργία...
Κατά την τραπεζική αργία τα ιδρύματα θα παραμείνουν κλειστά για το κοινό και θα έχει πρόσβαση σε αυτά μόνον το προσωπικό, που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας πράξης και την προετοιμασία για την επανέναρξη των συναλλαγών με το κοινό μετά τη λήξη της τραπεζικής αργίας. Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς τραπεζικών συναλλαγών της παρούσας.
Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματα τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό... 2. Κατά την τραπεζική αργία δύνανται να πραγματοποιούνται : α) αναλήψεις μετρητών από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, υποκείμενες σε ημερήσιο όριο ανά κάρτα, το οποίο ορίζεται σε 60 ευρώ, δυνάμενο να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Οι αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, θα λειτουργήσουν εντός το πολύ δώδεκα (12) ωρών, κατά την πρώτη μέρα ισχύος της παρούσας, β) συναλλαγές άνευ περιορισμών, πέραν αυτών που ίσχυαν πριν την έκδοση της παρούσας, με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού, που τηρείται στην Ελλάδα, γ) πληρωμές με τη χρήση προπληρωμένων καρτών αποκλειστικά έως του ποσού που εμφανιζόταν ως υπόλοιπο πριν από την έναρξη της τραπεζικής αργίας.
Νέες προπληρωμένες κάρτες δεν μπορούν να εκδοθούν, δ) συναλλαγές από απόσταση (ηλεκτρονικής τραπεζικής -Web Banking - ή συναλλαγές διά της τηλεφωνίας), για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού, που τηρείται στην Ελλάδα, ε) αναλήψεις μετρητών μέσω καρτών, που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές.
Περιορισμοί στα όρια ανάληψης αυτών των καρτών δύναται να καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ... Κατά την τραπεζική αργία δεν μπορεί να διενεργηθεί καμία άλλη τραπεζική εργασία... 6. Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε παράβαση της παρούσας πρόστιμο ύψους έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής.
Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση". Με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 30 Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 66), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ίδιου ως άνω νόμου, προβλέφθηκαν τροποποιήσεις στα ανωτέρω και, ειδικότερα, αντικαταστάθηκαν τα τελευταία δύο εδάφια της παρ. 1 του άρθρου πρώτου της από 28.06.2015 ΠΝΠ ως εξής : "...
Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς της παρούσας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματά τους τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται το ύψος του εκάστοτε ημερησίως επιτρεπόμενου ποσού σύνταξης προς ανάληψη.
Ομοίως, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρούσας ειδικές κατηγορίες κοινωνικώς ευπαθών ομάδων για τις οποίες μπορούν να ορισθούν διαφορετικά όρια αναλήψεων". Επίσης, προβλέφθηκε η προσθήκη των στοιχείων στ), ζ) και η) στην παρ. 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω Π.Ν.Π., ως εξής : "... 2.
Στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας" ( Α' 65) προστίθενται στοιχεία στ), ζ) και η), ως εξής : στ) αποδοχή καταθέσεων σε αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, καθώς και εν γένει αποδοχή καταθέσεων σε Υπηρεσία/σίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, ζ) έκδοση νέων πιστωτικών και χρεωστικών καρτών σε Υπηρεσία/ίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, η) εκτέλεση πληρωμών σε λογαριασμούς καταθέσεων στο εσωτερικό της χώρας με κεντρική εντολή ( μη ηλεκτρονική), όπως όλως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά μισθοδοσία προσωπικού, σε αρμόδια Υπηρεσία των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών".
Εξάλλου, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών της 30.06.2015 (ΦΕΚ Β' 1302) "Ρύθμιση θεμάτων συναλλαγών κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρου πρώτου της ως άνω από 28 Ιουνίου 2015 Π.Ν.Π., προβλέφθηκαν στο άρθρο 1 τα εξής : "1. Το συνολικό εφάπαξ καταβλητέο ποσό συντάξεως σε καθέναν από τους δικαιούχους, κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, μέσω των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 Π.Ν.Π. ( Α' 65), ορίζεται σε 120 ευρώ. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προβούν άμεσα στην έκδοση χρεωστικών καρτών στους δικαιούχους καταβολής συντάξεως, με τις οποίες αυτοί θα μπορούν να προβαίνουν σε αναλήψεις μετρητών, σύμφωνα με την περίπτωση α) της παραγράφου 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω Π.Ν.Π. 3. Κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, πέραν των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω Π.Ν.Π., δύναται να πραγματοποιείται από τα πιστωτικά ιδρύματα και η εξής πράξη:
καταβολή ημερήσιας αποζημίωσης, καθώς και των οδοιπορικών εξόδων στους δικαιούχους, σύμφωνα με την αρ. 21775/29.06.2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών, καθορισμός του ύψους της ειδικής αποζημίωσης και των οδοιπορικών εξόδων των διοριζομένων, εφόρων, αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, γραμματέων, κ.λ.π., για τη διενέργεια του Δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015, καθώς και του τρόπου καταβολής τους (Β' 1290)".
Περαιτέρω, με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 18 Ιουλίου 2015 (ΦΕΚ Α' 84) που κυρώθηκε με το άρθρο 4 του ιδίου ως άνω νόμου (ν. 4350/2015), προβλέφθηκαν, υπό την αρχική της διατύπωση, τα εξής : "Άρθρο πρώτο. Περιορισμός των αναλήψεων μετρητών και των μεταφορών κεφαλαίων : 1. Από την Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015 λήγει η τραπεζική αργία η οποία κηρύχθηκε με την από 28 Ιουνίου 2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 65) όπως ισχύει και παρατάθηκε για τελευταία φορά με την αριθ.
ΓΔΟΠ 0000989ΕΞ2015/ΧΠ2314/16.7.2015 (Β'1482) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έως 19 Ιουλίου 2015 και επιβάλλεται περιορισμός στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων, κατά τα προβλεπόμενα στην παρούσα... 13. Η Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους για τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου για τα θέματα της αρμοδιότητάς της και επιβάλλει σε αυτά για κάθε παράβαση πρόστιμο ύψους έως του ενός δέκατου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής 14.
Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση... 18.
Οι μη ρυθμιζόμενες από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δραστηριότητες των ιδρυμάτων διενεργούνται, υπό τους όρους και προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας...". Σημειώνεται ότι, ως προς τις τραπεζικές θυρίδες, στις ως άνω Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της πρόσβασης σε αυτές, κατά το χρονικό διάστημα της τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας.
Ωστόσο, από το περιεχόμενο της 28 Ιουνίου 2015 Π.Ν.Π., που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της βραχείας διάρκειας τραπεζικής αργίας, απαγορεύτηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από αυτές που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σε αυτήν, στις δε επιτρεπόμενες τραπεζικές εργασίες - δραστηριότητες, εξ αντιδιαστολής, δεν περιλαμβάνεται με σαφήνεια η πρόσβαση και το άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων, ανεξαρτήτως αν η πρόσβαση στις θυρίδες αποτελεί τραπεζική εργασία εν στενή ή εν ευρεία εννοία.
Σημαντική ιδιαιτερότητα του νομικού καθεστώτος των τραπεζικών θυρίδων, που τις διαφοροποιεί από άλλες τραπεζικές δραστηριότητες, αποτελεί το γεγονός, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ότι στο πλαίσιο της σύμβασης μίσθωσης τραπεζικής θυρίδας, η τράπεζα παραχωρεί στο πελάτη της, για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση, το δικαίωμα χρήσης της θυρίδας, με μόνο περιορισμό της φυσικής του εξουσίας ότι αυτή η χρήση μπορεί να γίνει κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες συναλλαγών της τράπεζας.
Αυτό συνεπάγεται ότι την κατοχή της θυρίδας και του χώρου της έχει μόνο ο πελάτης, ενώ η τράπεζα έχει υποχρέωση να παράσχει στον πελάτη τη χρήση της θυρίδας, η οποία (χρήση της θυρίδας) δεν είναι δυνατή, χωρίς τη σύμπραξη του τραπεζικού υπαλλήλου. Πρόκειται, συνεπώς, για ιδιότυπη σύμβαση μεταξύ της τράπεζας και του συναλλασσόμενου, η οποία αφορά μίσθωση πράγματος.
Επίσης, ο Κώδικας Τραπεζικής Δεοντολογίας προβλέπει ρητά ότι: "Οι τράπεζες δεν μπορούν να δεσμεύουν το περιεχόμενο των θυρίδων ή να απαγορεύουν το άνοιγμά τους από το μισθωτή, παρά μόνο σε περιπτώσεις εκτέλεσης αποφάσεων της δικαιοσύνης ή άλλων αρχών, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις" (παράγραφος 55).
Κατ' ακολουθία αυτών, η εκμίσθωση τραπεζικών θυρίδων και η πρόσβαση σε αυτές, αποτελεί τραπεζική δραστηριότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, λόγω της φύσης της έννομης σχέσης, που αναπτύσσεται μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη. Εξάλλου, υπό την εκδοχή ότι η πρόσβαση στις τραπεζικές θυρίδες δεν συναρτάται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τους σκοπούς της τραπεζικής αργίας και με τους ελέγχους κεφαλαίων, προσβάλλεται και η αρχή της ισότητας, η οποία εφαρμόζεται έναντι όλων των πελατών της Τράπεζας, δεδομένου ότι οι πελάτες, οι οποίοι διέθεταν θυρίδες σε υποκαταστήματα που δεν λειτούργησαν, δεν θα είχαν, σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα πρόσβασης στο περιεχόμενο των θυρίδων τους (Α.Π. 744/2020).
Στις ως άνω Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως προαναφέρθηκε, δεν περιλαμβάνεται οιανδήποτε μνεία στο καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων, κατά το χρονικό διάστημα της τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας. Ωστόσο, εκ περισσού, οι αρμόδιες διοικήσεις των τραπεζών προέβησαν στην έκδοση και κοινοποίηση υπηρεσιακών σημειωμάτων προς τους εργαζόμενους των λειτουργούντων καταστημάτων, με οδηγίες σχετικά με το ως άνω ζήτημα.
Περαιτέρω, η διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της ως άνω πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 28-06-2015 (άρθρο πρώτο, παρ. 6) προβλέπει την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση. Προϋπόθεση για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης είναι να τελούν οι υπάλληλοι σε πλήρη γνώση των επιτρεπομένων και των μη επιτρεπομένων πράξεων και ενεργειών.
Από τη διατύπωση της ως άνω διάταξης συνάγεται, ότι : α) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του μισθωτού, που θεωρείται ότι παραβίασε την ως άνω Π.Ν.Π., δεν αφέθηκε στη διακριτική ευχέρεια των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά πραγματοποιείται σε εκπλήρωση νόμιμης και τεθείσας με την ως άνω διάταξη υποχρέωσης των τελευταίων, χωρίς να επιβάλλεται στα πιστωτικά ιδρύματα ο προηγούμενος πειθαρχικός έλεγχος, με κατάληξη την επιβολή πειθαρχικής ποινής, που προβλέπεται από τους οικείους κανονισμούς αυτών, ηπιότερης από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή έργου του προσώπου, που ευθύνεται για την παράβαση και β) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση της ως άνω Π.Ν.Π.
από το πιστωτικό ίδρυμα, δεν εξαρτάται από την προηγούμενη επιβολή προστίμου από την τράπεζα της Ελλάδος στο πιστωτικό ίδρυμα (Α.Π. 1283/2021, Α.Π. 1107/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα, πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά, στις λοιπές ( Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 25/1994, Α.Π. 805/2021 Α.Π. 10/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, στην από 27-12-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 119447/4463/29-12-2015 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθετε ότι προσλήφθηκε στις 17-02-2000 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως τραπεζικός υπάλληλος και ότι έκτοτε παρείχε τις υπηρεσίες της σε διάφορα καταστήματα αυτής, από δε το έτος 2011 με την ιδιότητα της Προϊσταμένης Υποστήριξης του Τμήματος Χορηγήσεων αρχικά στο …και, στη συνέχεια, στο….
Ότι την 01-10-2015, η εναγομένη κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση εργασίας της, κατά παράβαση του νόμου και της αρχής της αναλογικότητας, κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού του δικαιώματος της, κατ' άρθρο 281 του Α.Κ., διότι, όπως η εργοδότριά της υποστήριξε, παρέβη την από 28-06-2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας (από 28-06-2015 έως 06-07-2015).
Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, κυρίως μεν, διότι : α) η εναγομένη δεν είχε καμία υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις κυρωτικές διατάξεις της ανωτέρω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου για το λόγο ότι δεν υποβλήθηκε για κύρωση στη Βουλή εντός σαράντα ( 40) ημερών, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 44 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, έπαυσε να ισχύει από 09-08-2015, β) με την ανωτέρω Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου γίνεται ανεπίτρεπτη νομοθετική επέμβαση στις προσωπικές ιδιωτικές σχέσεις, δικαιώματα και ελευθερίες, κατά παράβαση του άρθρου 288 Α.Κ., γ) προϋπόθεση για τη συμμόρφωση στην εν λόγω Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, αποτελεί ο προηγούμενος εποπτικός έλεγχος της εναγομένης από την Τράπεζα της Ελλάδος και δ) οι κυρώσεις που προβλέπονται στην ως άνω Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, αναφέρονται σε απαγορευμένες χρηματικές συναλλαγές και όχι σε εκμίσθωση θυρίδων θησαυροφυλακίου, κατά μείζονα δε λόγο σε απλή χρήση τους, η οποία δεν θέτει σε κίνδυνο την ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας.
Επικουρικά, δε, εξέθετε η ενάγουσα ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας είναι καταχρηστική, διότι έγινε κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, καθόσον η εναγομένη θα μπορούσε να εφαρμόσει ηπιότερα μέτρα από την απόλυσή της, με βάση το άρθρο 25 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της και να κρίνει ότι αυτή (ενάγουσα) προέβη στην χρήση της προσωπικής της θυρίδας, χωρίς να έχει δόλο προς τούτο, όπως αναλυτικά εξέθετε στην αγωγή της.
Ότι η καταγγελία αυτή, οδήγησε στη μείωση της εργασιακής υπολήψεως αυτής και της επαγγελματικής δραστηριότητάς της, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή, με αποτέλεσμα να της προκληθεί και ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής εν μέρει σε καταψηφιστικό και εν μέρει σε αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε:
α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 01-10-2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, με την απειλή χρηματικής ποινής εις βάρος της, ύψους εκατό (100,00) ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης συμμόρφωσης στην απόφαση που θα εκδοθεί, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα μίας χιλιάδων επτακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (31.738,84), ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 02-10-2015 έως 02-10-2016, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, εξαιτίας της άκυρης απόλυσής της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ , όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016 κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1533/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 03-01-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3617/276/15-01-2018 έφεσης από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή της, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1490/2019 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή τυγχάνει μη νόμιμη και απορριπτέα, με κύρια και επάλληλη αιτιολογία. Ειδικότερα, με την κύρια αιτιολογία της, δέχθηκε τα ακόλουθα : "...με το ανωτέρω ( υπό στοιχ.
ΙΙ) περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή κρίνεται μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα. Και τούτο διότι : 1) Οι αναφερόμενες στην αγωγή αιτιάσεις κατά της πιο πάνω καταγγελίας περί του ότι η εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] δεν είχε καμία υποχρέωση συμμόρφωσης προς την ανωτέρω Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, επειδή η τελευταία έπαυσε να ισχύει από 9-8-2015, επειδή με την ανωτέρω Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου γίνεται ανεπίτρεπτη νομοθετική επέμβαση στις προσωπικές ιδιωτικές σχέσεις, δικαιώματα και ελευθερίες, επειδή προϋπόθεση για τη συμμόρφωση σε αυτή αποτελεί ο προηγούμενος εποπτικός έλεγχος της εναγομένης από την Τράπεζα της Ελλάδος και επειδή οι κυρώσεις που προβλέπονται σε αυτή την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου αναφέρονται σε απαγορευμένες χρηματικές συναλλαγές και όχι σε εκμισθώσεις και χρήσεις θυρίδων θησαυροφυλακίου, αφορούν την αιτία της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας [ ήδη αναιρεσείουσας ] και όχι το κύρος της ίδιας της ανωτέρω καταγγελίας.
Επομένως, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας και ενόψει του ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται".
Στη συνέχεια, δε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την ακόλουθη επάλληλη αιτιολογία, δέχθηκε τα εξής : "Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε και στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, η πιο πάνω Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου έχει κυρωθεί με τον τρόπο που υπαγορεύει το ισχύον Σύνταγμα και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 28-6-2015, εκδόθηκε δε σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα (άρθρο 44 παρ. 1 αυτού) για να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία, εν γένει, από την έλλειψη ρευστότητας, που προκάλεσε η απόφαση του Eurogroup (της ανεπίσημης σύσκεψης των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης) της 27-6-2015, να αρνηθεί την επέκταση της δανειακής συμφωνίας της Ελλάδας, ενώ από το ίδιο το κείμενο της ανωτέρω Π.Ν.Π.
προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση αυτής - και το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είναι η ενάγουσα - από το πιστωτικό ίδρυμα - εν προκειμένω την εναγομένη - δεν εξαρτάται από την προηγούμενη επιβολή προστίμου, εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος, στο πιστωτικό ίδρυμα και δη στην εναγομένη και από το ίδιο το κείμενο της ανωτέρω Π.Ν.Π.
προκύπτει επίσης ότι η εκμίσθωση και η χρήση θυρίδων, καθώς και η πρόσβαση σε αυτές αποτελούσαν κατά το άρθρο 1 παρ. 1, 2 αυτής απαγορευμένες τραπεζικές εργασίες, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ.
α' του ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι απορρίπτοντας την αγωγή της, ως μη νόμιμη, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 6 εδ. β' της ως άνω Π.Ν.Π., με αιτιάσεις που αφορούν την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ειδικότερα υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, κατ' ακριβή αντιγραφή του οικείου λόγου αναίρεσης, ότι : "α) η απλή χρήση μισθωμένης θυρίδας θησαυροφυλακίου δεν προκύπτει με ευχέρεια ότι είναι τραπεζική εργασία, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 11 του Ν. 4261/2014, όπου ως τραπεζική εργασία αναφέρεται μόνο η εκμίσθωση θυρίδας θησαυροφυλακίου, β) τόσο στις επίμαχες Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (από 28-06-2015 και από 08-07-2015), όσο και στις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις, δεν υπήρχε σαφής απαγόρευση πρόσβασης στις τραπεζικές θυρίδες, ώστε ευχερώς να μπορεί να συναχθεί ότι αυτή υπάγεται στις απαγορευμένες συναλλαγές της από 28-06-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, γ) η πρόσβαση και χρήση των ήδη μισθωμένων τραπεζικών θυρίδων, δεν συνδέεται με τους σκοπούς της τραπεζικής αργίας, που ήταν η επιβολή περιορισμών (capital controls) στις συναλλαγές των πιστωτικών ιδρυμάτων, που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα προκειμένου να αντιμετωπισθεί η εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία από την έλλειψη ρευστότητας, δεδομένου ότι τα αποθηκευμένα μετρητά στις θυρίδες δεν συνυπολογίζονται στην ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων, δ) οι τράπεζες δεν μπορούν να δεσμεύουν το περιεχόμενο των θυρίδων ή να απαγορεύουν το άνοιγμά τους από τον μισθωτή, παρά μόνο σε περιπτώσεις εκτέλεσης αποφάσεων της δικαιοσύνης ή άλλων αρχών η δε τράπεζα έχει υποχρέωση να παράσχει στον πελάτη την χρήση της θυρίδας, ε) η διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της από 28-06-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου προβλέπει, για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης, να τελούν οι υπάλληλοι εν πλήρη γνώση των επιτρεπόμενων και μη πράξεων και ενεργειών, στ) υπήρξε ανάγκη παροχής σαφών οδηγιών από τις Τράπεζες, ως προς το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων, οι οποίες δόθηκαν από την διοίκηση της αντιδίκου και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, με την μορφή ειδικού υπηρεσιακού σημειώματος προς τους εργαζομένους των λειτουργούντων καταστημάτων της την 02-07-2015, ζ) η ως άνω Π.Ν.Π.
συνιστά ανεπίτρεπτη νομοθετική επέμβαση στις προσωπικές ιδιωτικές σχέσεις και τα προσωπικά δικαιώματα και ελευθερίες, αφού η απόλυση της αναιρεσείουσας εκ μέρους της Τράπεζας έλαβε χώρα "σε συμμόρφωση", δηλαδή εξαναγκαστικά, υποχρεωτικά, καθ' υπαγόρευση τρίτου (νομοθέτη) και δεν έλαβε χώρα με ελεύθερη βούληση και στο πλαίσιο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τη σχέση εργασίας και την καλή πίστη, όπως θα όφειλε να ασκείται κάθε ιδιωτικό δικαίωμα.
Ότι υπήρξε, με άλλα λόγια, συνταγματικά ανεπίτρεπτη επέμβαση του νομοθέτη στην ιδιωτική σφαίρα συμφερόντων της αντιδίκου τράπεζας και των υπαλλήλων της. Έτσι, αντί η αντίδικος και ήδη αναιρεσίβλητη να αμυνθεί κατά των πρόδηλα αντισυνταγματικών αυτών επιταγών του νομοθέτη, μη λαμβάνοντας αυτές υπόψη, αντί να καταβάλει προσπάθεια να δικαιολογήσει παντοιοτρόπως την συμπεριφορά των υπαλλήλων της, τασσόμενη στο πλευρό τους, όπως από τη σχέση της μαζί τους, όφειλε κατά το νόμο να πράξει, αντί να δεχθεί τις πλέον συμφέρουσες για τους υπαλλήλους της ερμηνευτικές εκδοχές των διατάξεων της Π.Ν.Π., αντί να συνδέσει τον καταλογισμό ευθύνης με την βούληση των υπαλλήλων της (έλεγχος βαθμού πταίσματος εκάστου), αντί να σκεφθεί να εφαρμόσει ενδεχομένως μικρότερες κυρώσεις, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, εάν υφίστατο πράγματι ανάγκη επιβολής κυρώσεων, αντί να αναμείνει έστω, τον καταλογισμό ευθυνών πρώτα στην ίδια από την εποπτική αρχή (Τράπεζα της Ελλάδος) για τυχόν παραβάσεις της από 28-06-2016 Π.Ν.Π., κατ' εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης, προέβη στην βεβιασμένη, αδικαιολόγητη καταγγελία της εργασιακής μου σχέσης, η οποία για τον λόγο αυτόν ήταν άκυρη ως καταχρηστική, η) δεν επεβλήθη από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτική αρχή, σχετικό πρόστιμο, όπερ αποτελούσε, κατά τη ρητή γραμματική ερμηνεία της από 28-06-2015 Π.Ν.Π., προϋπόθεση για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας μου και θ) κατά τη ρητή γραμματική ερμηνεία της από 28-06-2015 Π.Ν.Π., η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας μου θα μπορούσε να λάβει χώρα μόνο στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία η τυχόν συναλλαγή που θα πραγματοποιούσα ήταν χρηματική, ενώ, όπως αποδείχθηκε, εγώ ουδεμία χρηματική συναλλαγή πραγματοποίησα, παρά επισκέφτηκα τη θυρίδα μου ...".
Ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι με αυτόν πλήττεται μόνο η επάλληλη αιτιολογία, που διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι η κύρια αιτιολογία της ότι δηλαδή οι αναφερόμενες στην αγωγή αιτιάσεις αφορούν την αιτία της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και όχι το κύρος αυτής, το οποίο δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται, για το λόγο ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία, αιτιολογία η οποία στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, την απόρριψη δηλαδή της αγωγής ως μη νόμιμης.
Κατ' ακολουθίαν εφόσον οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αφορούν στην επάλληλη αιτιολογία της προαναφερόμενης κύριας αιτιολογίας, αλυσιτελώς προβάλλονται και, ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της ευθείας παραβιάσεως των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων κρίνεται απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας, την οποία (ελάσσονα πρόταση) και πλήττει. Κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη ( Ολ. Α.Π. 3/1997 Α.Π. 313/2021, Α.Π. 308/2020, Α.Π. 1410/2017 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ωστόσο, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή δεν ήταν νόμιμη, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, καθόσον η στοιχειοθέτηση αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωσε συναφές αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απορρίπτει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, την αγωγή ως μη νόμιμη. Επομένως, ο σχετικός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης , για έλλειψη νόμιμης βάσης και δη λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Ακολούθως, το Εφετείο, εξετάζοντας τις επικουρικές αιτιάσεις της ένδικης αγωγής, με τις οποίες η ενάγουσα, επικαλείτο ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας υπερέβαινε προφανώς τα όρια της καλής πίστης και συνιστούσε κατάχρηση δικαιώματος, διότι έγινε κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον η εναγομένη θα μπορούσε να εφαρμόσει ηπιότερα μέτρα από την απόλυσή της, με βάση το άρθρο 25 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της και να κρίνει ότι αυτή ( ενάγουσα) προέβη στην χρήση της προσωπικής της θυρίδας, χωρίς να έχει δόλο προς τούτο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή, τα εξής: "... 2) Οι αναφερόμενες στην αγωγή, επικουρικά, αιτιάσεις κατά της πιο πάνω καταγγελίας περί του ότι η εναγομένη θα μπορούσε να εφαρμόσει ηπιότερα μέτρα από την απόλυση της ενάγουσας με βάση τον Κανονισμό Εργασίας Προσωπικού της και να κρίνει ότι η ενάγουσα ενήργησε τη συγκεκριμένη χρήση της προσωπικής της θυρίδας, χωρίς να έχει δόλο προς τούτο και, επομένως, η απόλυσή της είναι καταχρηστική, θεωρώντας (η εναγομένη) την ενάγουσα ανεπιθύμητη είναι, ομοίως, μη νόμιμες.
Και τούτο διότι : α) Από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 6 της ανωτέρω Π.Ν.Π. συνάγεται ότι η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, δεν αφέθηκε στη διακριτική ευχέρεια της εναγομένης, αλλά πραγματοποιήθηκε σε εκπλήρωση νόμιμης και τεθείσης με την ανωτέρω διάταξη υποχρέωσης της τελευταίας, χωρίς να επιβάλλεται στην εναγομένη ο προηγούμενος πειθαρχικός έλεγχος της ενάγουσας, με κατάληξη την επιβολή πειθαρχικής ποινής, προβλεπόμενης από τον ανωτέρω Κανονισμό, ηπιότερης από την πιο πάνω απόλυση, ο δε επικαλούμενος από την ενάγουσα ισχυρισμός ότι ενήργησε τη συγκεκριμένη χρήση της προσωπικής της θυρίδας, χωρίς να έχει δόλο προς τούτο, δεν αρκεί για να καταστήσει την πιο πάνω καταγγελία καταχρηστική, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται, αφού από τη διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 1 παρ. 6 της πιο πάνω Π.Ν.Π.
συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της παραπάνω καταγγελίας απαιτείται και αρκεί υπαίτια - από δόλο ή από αμέλεια, έστω και ελαφρά - παράβαση από την ενάγουσα των προεκτεθεισών διατάξεων της ως άνω Π.Ν.Π. και όχι μόνο παράβαση γενόμενη με δόλο, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Στην περίπτωση αυτή και επειδή η παρούσα απόφαση είναι επωφελέστερη για την εκκαλούσα, ενώ απλή αντικατάσταση της αιτιολογίας της εκκαλουμένης δεν αρκεί - διότι η απόρριψη της αγωγής, για τυπικό λόγο, άγει σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό [...] πρέπει, αφού γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη. Στη συνέχεια και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ) πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη ...".
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, επικαλούμενη, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την ένδικη αγωγή της ως μη νόμιμη, αναφορικά με τον ισχυρισμό της για λήψη ηπιότερων μέτρων, αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. 4 του Συντάγματος, καθώς, όπως υποστηρίζει, οι προαναφερόμενες διατάξεις της παρ. 6 του πρώτου άρθρου της Π.Ν.Π. 65/28.6.2015 και παρ. 14 του πρώτου άρθρου της Π.Ν.Π. 84/18.7.2015, δεν αφήνουν περιθώρια για αξιολόγηση υποκειμενικών περιστάσεων, όπως την ενδεχόμενη πλάνη, το συγγνωστό της και, κυρίως, το βαθμό υπαιτιότητας του μισθωτού, που θεωρείται ότι παραβίασε τις διατάξεις αυτές.
Ο Άρειος Πάγος με τη με αριθμό 1283/2021 απόφαση του Β2 Τμήματος αυτού, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι, η επίμαχη ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα της προσωπικής και οικονομικής (επαγγελματικής) ελευθερίας, ούτε στο άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος περί του κοινωνικού δικαιώματος στην εργασία, αλλά ούτε και στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. 4 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η ρύθμιση αυτή επιβλήθηκε για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, λόγω της έκτακτης περίπτωσης, εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, να προστατευθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα και η Ελληνική οικονομία, εν γένει, από την έλλειψη ρευστότητας και την ομαλή λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων, με ορατό τότε τον κίνδυνο της κατάρρευσης του Τραπεζικού συστήματος και τον κίνδυνο πρόκλησης κοινωνικής αναταραχής, η δε πρόσβαση στις τραπεζικές θυρίδες αποτελούσε τραπεζική δραστηριότητα, που είχε διασύνδεση με τους σκοπούς που εξυπηρέτησε η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας και συναρτάτο με τους λόγους απαγόρευσης τραπεζικών εργασιών, κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας και του ελέγχου κεφαλαίων.
Αντιθέτως, ο Άρειος Πάγος με τις με αριθμό 744/2020, 1368/2019, 1107/2021 αποφάσεις των Β1, Β2 και Β1 Τμημάτων αυτού, αντίστοιχα, δέχθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις (παρ. 6 του πρώτου άρθρου της Π.Ν.Π. 65/28.6.2015 και παρ. 14 του πρώτου άρθρου της Π.Ν.Π. 84/18.7.2015) παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν αφήνουν περιθώρια για αξιολόγηση υποκειμενικών περιστάσεων, όπως την ενδεχόμενη πλάνη, το συγγνωστό της και κυρίως το βαθμό υπαιτιότητας του μισθωτού, που θεωρείται ότι παραβίασε τη διάταξη και ότι λόγω της γενικότητάς της και της, χωρίς διακρίσεις, επιταγής στον εργοδότη να προχωρήσει στο μέτρο της καταγγελίας, η ως άνω διάταξη υπερβαίνει εκείνα τα ακραία όρια, που επιβάλλει το κοινωνικό δικαίωμα εργασίας και η αρχή του κράτους δικαίου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 27 παρ. 2 στοιχ. δ' του Ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α' 109/6.6.2022) "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις", προκύπτει ότι δύναται το δικάζον την αίτηση αναίρεσης Τμήμα, να παραπέμψει όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας, στην περίπτωση που το τμήμα πρόκειται να εκδώσει απόφαση, αντίθετη με προηγούμενη θέση της Ολομέλειας ή τμήματος του Αρείου Πάγου για το ίδιο θέμα Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι είναι αναγκαίο τούτο χάριν της ενότητας της νομολογίας.
Επομένως, ενόψει της κατά τα ανωτέρω αντίθετης νομολογίας επί του κρινομένου ζητήματος, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, δημιουργεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, κρίνεται δε ως εκ τούτου αναγκαίο, χάριν της ενότητος της νομολογίας, να αποφανθεί σχετικώς η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Όσον αφορά δε τον δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατά το επικουρικό σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης και δη λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή δεν ήταν νόμιμη και δεν εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν παραπάνω, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο δεύτερος, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, πρέπει να παραπεμφθεί ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 563 παρ. 2 περ. β' του ΚΠολΔ και του άρθρου 27 παρ. 2 στοιχ.
δ' του Ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α' 109/6.6.2022) "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", ισχύοντος από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 158), κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον πρώτο λόγο και τον δεύτερο λόγο, κατά το επικουρικό σκέλος αυτού, της από 12-03-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 3086/418/12-05-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1431/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1490/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, της ως άνω αίτησης αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ