Legislator Case Law & Legislation
516/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against administrative property decision due to failure to examine historical grazing land status.

Case Number 516/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Court of Appeal's decision, ordering a retrial in a newly composed panel. The Court found the lower court erred by failing to verify whether the disputed land was legally classified as grazing land ('chorotlibadiki') before the 1833 decree, a prerequisite for the state's ownership claim. Consequently, the appeal was accepted, the case remitted for re-examination, and the state ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The lower court's decision is void if it fails to examine the specific legal status of the property (e.g., grazing land) at the critical historical time required to establish the opposing party's ownership rights.

Keywords

AI generated
administrative property dispute grazing land status historical ownership rights failure to examine facts retrial remand

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the Decree of 12 December 1833
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/57

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 516 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 516/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ρ. του Φ., κατοίκου ... Σύρου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Τζώρτζη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50ΤΠ/2009 μη οριστική, 32ΤΠ/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-01-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../4-3-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Νίκου Παπαχρήστου ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 16/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Γ' τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16- 12-2020) καθώς και κλήση του αναιρεσείοντος προς το αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών. Το αναιρεσίβλητο, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2).

[Β] Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής:

Με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου από 30-11-2007 αγωγή του, κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ο αναιρεσείων ζητούσε: 1) να αναγνωριστεί κύριος της περιγραφομένης αγροτικής έκτασης, επικαλούμενος πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας του, την οποία αμφισβητούσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και

2) να διαταχθεί ο Προϊστάμενος του κτηματολογικού γραφείου Σύρου - Ερμουπόλεως να διαγράψει την εγγεγραμμένη σε αυτό παρατήρηση ότι «Το σύνολο ή τμήμα του ακινήτου διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο - Διεύθυνση Δασών Ν. Κυκλάδων».

Επί της αγωγής αυτής το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ'αριθ. 50ΤΠ/2009 απόφαση με την οποία έκρινε νομικά βάσιμη την αγωγή και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και την περαιτέρω συζήτηση της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 32ΤΠ/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 28-03-2016 έφεση, επί της οποίας το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, την υπ' αριθ. 16/2018 απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κράτησε την αγωγή, δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή.

[Γ] Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες:

(α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης,

(β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ),

(γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής,

(δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και

(ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 03-02-1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 09-07-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03-02-1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο Όριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμενοι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".

Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.

Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 07-07-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11/1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.

Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β.Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.

ΚΘ της 31.1/18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3/1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 987/2017, ΑΠ 1411/2014).

Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 987/2017).

Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ'ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).

Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-09-1915, εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π 34/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

[Δ] Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Το επίδικο γεωτεμάχιο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... της νήσου Σύρου, έχει καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου - Ερμούπολης με τον ΚΑΕΚ ...

και με έκταση 13.582,71 τ.μ., απεικονίζεται στο, συνημμένο στην αγωγή, από 3.7.2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Β. με τα περιμετρικά αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΑ και συνορεύει βόρεια με τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ... (ιδιοκτησία Π. Ν.), ... (ιδιοκτησία Κ. και Α. Ζ.) και ... (ιδιοκτησία Κ. και Α. Ζ.), ανατολικά με δημόσιο δρόμο (ΚΑΕΚ ...), νοτιοανατολικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (ιδιοκτησία Ν.

Ρ.), νότια με τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ... (ιδιοκτησία Μ. Ρ.) και ... (ιδιοκτησία Α. και Η. Δ.), νοτιοδυτικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (ιδιοκτησία Γ. Π.) και δυτικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (ιδιοκτησία Φ. Ρ.). Κατόπιν της από 06-06-2001 αίτησης που υπέβαλε ο ενάγων στην Διεύθυνση Δασών της Ν. Α. Κυκλάδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 998/1979, η τελευταία με την με αριθ. 4339/1.10.2001 πράξη χαρακτηρισμού έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο είναι χορτολιβαδική έκταση, εμπίπτουσα στην παρ. 6β' του άρθρου 3 του ν.998/1979, και θωρείται δημόσια.

Για την κρίση της αυτή στηρίχθηκε στην με αριθ. πρωτ. Δ Υ/1.10.2001 έκθεση αυτοψίας του δασοπόνου της ως άνω Υπηρεσίας Θ. Α., σύμφωνα με την οποία η επίδικη έκταση εμφανίζεται χορτολιβαδική με διάσπαρτους βραχισμούς (αποτελεί κορυφή λόφου), κλίση μεγάλη και βλάστηση χορτολιβαδική, το βάθος εδάφους κυμαίνεται από αβαθές έως μέτρια βαθύ, ενώ η ευρύτερη περιοχή είναι μικτής μορφής (αγροτική - χορτολιβαδική), με την αγροτική να υπερτερεί σαφώς και, μετά από έλεγχο αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960, 1983 και 1988, στην εν λόγω έκταση δεν αναγνωρίζονται στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας και διατηρούσε την χορτολιβαδική της μορφή διαχρονικά (με την επισήμανση ότι και στο συμβόλαιο αναγράφεται ως σκληρή).

Στη συνέχεια η ως άνω πράξη χαρακτηρισμού κατέστη τελεσίδικη, ενόψει του ότι παρήλθε η προθεσμία και δεν ασκήθηκαν αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Κυκλάδων (βλ. την με αριθ. πρωτ. …/31.1.2002 βεβαίωση του Γραμματέα της ΕΕΔΑ Ν. Κυκλάδων). Κατά τις αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου - Ερμούπολης, ως κύριος του επιδίκου στο κτηματολογικά φύλλο αυτού καταχωρίστηκε ο ενάγων, με βάση τον αμέσως παρακάτω τίτλο ιδιοκτησίας του (συμβόλαιο διανομής), με την παρατήρηση ωστόσο ότι το σύνολο ή τμήμα του ακινήτου διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο (Δ/νση Δασών Ν.

Κυκλάδων). Οι τίτλοι ιδιοκτησίας αυτού, με βάση τους οποίους, αλλά και πέραν τούτων, επικαλείται ότι νέμεται το επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με τις αναφερόμενες πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαλείπτως έως την άσκηση της αγωγής, αλλά και ότι πριν από αυτόν ασκούσαν όμοιες πράξεις νομής οι δικαιοπάροχοι του, άμεσος και απώτεροι, συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα, τουλάχιστον 150 ετών έως την άσκηση της αγωγής, έχουν ως εξής:

Με το με αριθ. .../17.9.1965 συμβόλαιο διανομής επικοίνων κληρονομιαίων κτημάτων του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου Μάρκου Στεφ. Προβελέγγιου, νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης (τόμ. …, αριθ. …), ο ενάγων και οι συγκληρονόμοι αδελφοί του Δ., Σ., Ε., Α., Ε., Α., Θ., Ι. και Π.

Ρ. διένειμαν την κληρονομιά των γονέων τους και δη του πατέρα τους Φ. Ρ. του Σ., που απεβίωσε στις 06-04-1954 στη ... χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και της μητέρας τους Μ. χήρας Φ. Ρ., το γένος Δ. Κ., που απεβίωσε στις 06-01-1959 στην …, ομοίως χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και η οποία συνίστατο, α) του πατέρα του σε ποσοστό 3/40 εξ αδιαιρέτου για καθένα από τα δέκα τέκνα του και σε 10/40 εξ αδιαιρέτου για την σύζυγο του Μ.

στα κληρονομιαία και β) της μητέρας του σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ως προς το ποσοστό των 10/40 που είχε περιέλθει σ' αυτήν εξ αδιαθέτου από την κληρονομιά του συζύγου της Φ. για καθένα από τα οκτώ τέκνα, καθώς οι αδελφοί του ενάγοντος Δ. και Π. Ρ. αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά της μητέρας τους, συνταχθείσας προς τούτο της με αριθ. 60/20.1.1959 έκθεσης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι σε ποσοστό 1/32 εξ αδιαιρέτου για καθένα των οκτώ συγκληρονόμων τέκνων επί της κληρονομιάς του πατέρα τους.

Πριν την ως άνω διανομή, με την με αριθ. .../3.9.1962 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένη στα αυτά βιβλία μεταγραφών (τόμ. …, αριθ. ...), ο ενάγων και οι συγκληρονόμοι αδελφοί του αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους και στη συνέχεια με την με αριθ. .../19.2,1963 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένη στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τόμ.

…, αριθ. ...), ο ενάγων και οι λοιποί συγκληρονόμοι αδελφοί του (πλην του Δ. και της Π. που είχαν αποποιηθεί) αποδέχθηκαν και την κληρονομιά της μητέρας τους, ανερχόμενη, όπως προαναφέρθηκε, σε ποσοστό 1/32 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς του πατέρα τους. Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων, που αποδέχθηκαν και διένειμαν εκουσίως οι ανωτέρω συγκληρονόμοι, ήταν το επιδίκο, το οποίο έλαβε ο ενάγων και το οποίο στις ως άνω τρεις συμβολαιογραφικές πράξεις περιγράφεται ως μία περίφρακτος σκληρή κείμενη εις θέση ...

της ..., έκτασης τεσσάρων (4) στρεμμάτων και συνορευόμενη με κτήματα Α. Γ. Κ., Ι. Φ. Ρ., κληρονόμων Ι. Σ. Ρ. και με δρόμο. Το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στον πατέρα του ενάγοντος με το με αριθ. .../17.8.1916 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Νικολάου Π. Κουντούρη, νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ.

…, αριθ. …), με το οποίο συνέστησαν προίκα υπέρ αυτού οι γονείς του Σ. Α. Ρ. και Φ. σύζ. Σ. Ρ., το γένος Γ. Φ., και στο οποίο περιγράφεται ως μία περίφρακτος σκληρή κείμενη εις θέσιν "..." του χωρίου ..., εκτάσεως δύο ημερών ζευγαρίσματος και πλησιάζουσα γύρωθεν κτήματα Γ. Φ. Ρ. και Ι. Σ. Ρ., μνημονεύεται δε ότι τα ακίνητα που δόθηκαν ως προίκα περιήλθαν στους προικοδότες από αγορές παρά διαφόρων και από προίκα των γονέων του Σ.

Α. Ρ.. Σύμφωνα με την από 19-08-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ., το επίδικο εμπίπτει στο σύνολο του στους ως άνω τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος, παρά τις αποκλίσεις ως προς το εμβαδόν μεταξύ των τίτλων. Τούτο προκύπτει και κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη και σε συνδυασμό τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από τον ενάγοντα τίτλους ιδιοκτησίας των ομόρων ιδιοκτησιών, στους οποίους αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο ενάγων, καθώς και το γεγονός ότι οι μονάδες μέτρησης των επιφανειών στο παρελθόν στερούνταν ακρίβειας και ιδίως στον υπολογισμό του εμβαδού με ημέρες ζευγαρίσματος, αυτός ήταν δυσκολότερος ως προς τα ανεπίδεκτα καλλιέργειας τμήματα.

Περαιτέρω, ο ως άνω πραγματογνώμονας προέβη με δική του πρωτοβουλία - πέραν του αντικειμένου της πραγματογνωμοσύνης με βάση την με αρίθ. 50ΤΠ/2009 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου - στην φωτοερμηνεία τριών ζευγών αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1945, 1960 και 1984 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο από το 1945 είχε υλοποιημένο όριο από παλαιές ξηρολιθιές σε όλες τις πλευρές του, ότι δεν βρίσκεται σε κορυφή λόφου, ότι το έδαφος είναι επικλινές, ανώμαλο και δύσκολο στην καλλιέργεια, που λόγω ανώμαλης επιφάνειας χρησιμοποιείται και για βοσκή, ότι λόγω πολύ μεγάλης κλίμακας των αεροφωτογραφιών του 1945 δεν είναι ορατοί οι αναβαθμοί του επιδίκου, ούτε η στάνη - στάβλος που βρίσκεται εντός του, ενώ ίχνη των αναβαθμών εντοπίζονται στο ζεύγος αεροφωτογραφιών του 1960 και του 1984 προς τα νότια, στα δε βόρεια και βόρεια - δυτικά τούτου (επιδίκου) εντοπίζονται διάσπαρτοι βραχισμοί.

Κατά το με αριθ. πρωτ. .../837/12.3.2012 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Ν. Κυκλάδων (της Δ/ντριας Δασών Α. Α., δασολόγου) επί της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, "κατόπιν νέας εξέτασης αεροφωτογραφιών της περιοχής, διαφόρων ετών λήψης, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι αντίθετα με ό,τι αναφέρεται στην έκθεση στο επίδικο δεν διακρίνονται ξηρολιθιές περιμέτρου στο ανατολικό και δυτικό όριο κατά το έτος 1945 (α/φ 40 - 41).

Επίσης, δεν αναγνωρίζονται ίχνη αγροτικής δραστηριότητας και αυτό δεν οφείλεται στην κλίμακα των αεροφωτογραφιών διότι γειτονικές καλλιέργειες έχουν εμφανείς τις βαθμίδες στήριξης εδάφους ως βασικό στοιχείο καλλιέργειας. Κατά την περιγραφή του επιδίκου αναφέρεται ότι ο προσανατολισμός των μεγαλύτερων πλευρών είναι δύση - ανατολή ενώ στην πραγματικότητα είναι βορράς - νότος.

Κατά το 1960 (α/φ … - …) επίσης δεν διακρίνεται η δυτική ξηρολιθιά και το έδαφος είναι ακαλλιέργητο χωρίς βαθμίδες στήριξης σε κανένα τμήμα της έκτασης. Τέλος δεν διακρίνεται στάβλος εντός αλλά ούτε και ο δρόμος που αναφέρεται στα συμβόλαια του 1962 και 1963. Στον χάρτη της ΓΥΣ δεν αποτυπώνονται δρόμος, ούτε ξηρολιθιές ή βαθμίδες στήριξης αλλά αναγνωρίζονται οι μεγάλες κλίσεις του εδάφους.

Στη δορυφορική εικόνα υπάρχει σαφής εικόνα του έντονα πετρώδους έως βραχώδους εδάφους". Από τη συνεκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και σε συνδυασμό με την επισκόπηση της δορυφορικής εικόνας του επιδίκου και του αποσπάσματος χάρτη ΓΥΣ, που επισυνάπτονται στο ανωτέρω έγγραφο, των όπως παραπάνω φωτογραφιών τούτου (επιδίκου), αλλά και την από Μάρτιο 2010 λεπτομερή "τοπογραφική αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης επιδίκου γεωτεμαχίου" του πραγματογνώμονα Ι.

Θ. Μ., που επισυνάπτεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, το Δικαστήριο οδηγείται στην δικανική πεποίθηση ότι το επίδικο είναι ως επί το πλείστον άγονο και πετρώδες, με μεγάλες κλίσεις και αβαθές έως μέτρια βαθύ, τα χαρακτηριστικά του δε αυτά και οι διάσπαρτοι εντός αυτού βραχισμοί δεν αφήνουν περιθώρια καλλιέργειάς του, γι' αυτό και δεν υπάρχουν ίχνη καλλιέργειας και δη αναβαθμών στις αεροφωτογραφίες και ιδίως εκείνες του 1945 (ενώ υπάρχουν ίχνη αναβαθμών σε όμορα ακίνητα αγροτικής μορφής), παρά τα αντίθετα περί καλλιέργειας τμημάτων προς τα νότια του επιδίκου αναφερόμενα στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Ν.

Ρ. του Ι. και στην με αριθ. .../2008 ένορκη βεβαίωση του Α. Ρ. του Ι., που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων. Ενόψει των ανωτέρω, το επίδικο αποτελεί στο σύνολο του χορτολιβαδική έκταση, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνον για βόσκηση ζώων και ως τέτοια έχει χρησιμοποιηθεί, γι' αυτό και έχει διαμορφωθεί στο κέντρο περίπου τούτου, κάτω από τη φυσική απόληξη μεγάλου βράχου ως στέγης, απλή κατασκευή με μερικές ξερολιθιές που περικλείουν το βράχο για το στάβλισμα των ζώων.

Ενδεικτική, άλλωστε, της μορφολογίας του εδάφους του επιδίκου, είναι η περιγραφή του στους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος και δη στον απώτερο τίτλο ιδιοκτησίας του, το προικοσύμφωνο του 1916, ως σκληρής, ενώ, στους παλαιούς τίτλους ιδιοκτησίας της νήσου Σύρου ακίνητα, στα οποία ήταν εν μέρει δυνατή η καλλιέργεια, αναφέρονταν ως σκληροχώραφα ή σκληρωπές εκτάσεις.

Το γεγονός ότι το επίδικο αναφέρεται στον ως άνω απώτερο τίτλο ιδιοκτησίας ως περίφρακτο δεν ασκεί επιρροή ως προς τη φύση του, λαμβανομένου υπόψη ότι τα γεωτεμάχια με τα οποία συνορεύει ολόγυρα είναι μικτής μορφής και κυρίως αγροτικής και ότι η περίφραξη εμποδίζει τα ζώα να εξέλθουν και να φύγουν από τον χώρο της βοσκής.

Ενόψει των ανωτέρω και του ότι δεν είχε εκδοθεί για το ακίνητο αυτό έγγραφο "ταπί" επί Τουρκοκρατίας (αφού δεν προέκυψε τούτο από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ούτε άλλωστε έχει γίνει σχετική επίκληση από τον ενάγοντα), το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε επ' αυτού κυριότητα δικαιώματι πολέμου, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Ωστόσο, ήταν δυνατή η επ' αυτού κτήση κυριότητας ιδιωτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, έως τις 11-09-1915. Επομένως, το κρίσιμο ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι αν επί του επιδίκου ασκούνταν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, επί συνεχή τριακονταετία, έως τις 11-09-1915 από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος.

Τούτο δεν προέκυψε από τα όπως παραπάνω αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων.

Ειδικότερα, αυτός (ενάγων) ισχυρίζεται με τις πρωτόδικες προτάσεις του ότι ο πατέρας του παππού του Σ. ( Β.) Ρ., δηλαδή ο δικός του προπάππους, Α. Ρ. ή Β. του Μ., γεωργοκτηματίας, ήταν αρχικός κύριος μιας ευρύτερης έκτασης στην περιοχή "..." και στην ειδικότερη θέση αυτής "..." του χωριού ... της Σύρου, το νότιο τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, και την οποία νεμόταν συνεχώς, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, τουλάχιστον από το 1950 και ότι προικοδότησε αυτήν στον παππού του Σ. (Β.) Ρ.

περί το έτος 1865, πράγμα που προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, από σειρά συμβολαίων, από τα οποία επικαλείται και προσκομίζει ("ενδεικτικά") το, νόμιμα μεταγραμμένο (τόμ. …, αριθ. ... στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σύρου), με αριθ. .../1865 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Αντωνίου Ρενουάρδου, με το οποίο πώλησε στον γιο του και παππού του ενάγοντος Σ.

ή Μπ. (ή Β.) Ρ. ένα οικόπεδο στη θέση "..." του χωριού ... και το, νόμιμα μεταγραμμένο (τόμ. …, αριθ. ... στα ως άνω βιβλία μεταγραφών), με αριθ. .../1866 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, με το οποίο ο προπάππους του δώρισε σε τέκνα του, μεταξύ των οποίων ο παππούς του, διάφορα ακίνητα στο χωριό ... της Σύρου. Ακολούθως ισχυρίζεται ότι ο παππούς του Σ. (Β.

ή Μπ.) Ρ. του Α. νεμόταν την ως άνω ευρύτερη έκταση με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς, τουλάχιστον από το 1865 έως το 1908, οπότε προικοδότησε το βόρειο μέρος αυτής στο γιο του Ι. Ρ., με το νόμιμα μεταγεγραμμένο (τομ. …, αριθ. … στα αυτά βιβλία μεταγραφών) με αριθ..../1908 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σωκράτη Ανδρούτσου, ενώ το υπόλοιπο νότιο τμήμα της το προικοδότησε το 1916 με το προαναφερθέν προικοσύμφωνο στον παππού τους Σ. .

Προς επίρρωση δε του ισχυρισμού του αυτού επικαλείται και προσκομίζει το, νόμιμα μεταγραμμένο (τόμ. …, αριθ. … στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σύρου), με αριθ. …/1895 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μπεκιαρέλλη, ως τίτλο κτήσης του Γ. Φ. Ρ. ή Φ., απώτερου ιδιοκτήτη των ομόρων ακινήτων με ΚΑΕΚ ...

και ..., στο οποίο ο παππούς του Μπ. Ρ. αναφέρεται ως γείτονας του ανωτέρω Γ. Ρ.. Ωστόσο, από τα δύο πρώτα συμβόλαια δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί ευρύτερης έκτασης στη θέση "...", όπου βρίσκεται το επίδικο, την οποία μεταβίβασε ο προπάππους του στον παππού του περί το 1865 και ότι μέρος αυτής (προς το νότο) αποτελεί το επίδικο.

Και τούτο διότι το πρώτο αφορά ακίνητο και συγκεκριμένα "ένα χωράφιον, εκτάσεως τριών στρεμμάτων" σε εντελώς διαφορετική θέση, την θέση "..." ... (όπως και το .../1865 συμβόλαιο που μνημονεύεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης), ενώ με το δεύτερο ο ανωτέρω δώρισε σε τέκνα του, μεταξύ των οποίων ο παππούς του ενάγοντος, διάφορα ακίνητα στο χωριό ...

της Σύρου, όχι όμως και το επίδικο, και, βέβαια, δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτός νεμόταν περισσότερα ακίνητα στην ευρύτερη περιοχή της ... Σύρου για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι νεμόταν και το επίδικο. Περαιτέρω, το ότι στο με αριθ. .../1895 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μπεκιαρέλλη περιγράφεται το ακίνητο του Γ.

Ρ. ως "αγρός κείμενος κατά την εξοχικήν θέσιν ... της περιφέρειας του δήμου Σύρου, εκτάσεως μίας και ημίσειας ζευγαριάς περίπου, απεριτοίχιστος, οριζόμενος με κτήματα των Φ., Β. και Ι. Ρ.", σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει αφ' εαυτού (ελλείψει άλλου πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου) σε ασφαλές συμπέρασμα για το ότι όμορη του ακινήτου τούτου ήταν ευρύτερη έκταση, μέρος της οποίας η σκληρή που προικοδοτήθηκε στον πατέρα του ενάγοντος το 1916, την οποία νεμόταν ο παππούς του Σ.

και μάλιστα από το 1865, όπως ισχυρίζεται, σε κάθε δε περίπτωση από το 1885, προκειμένου να είχε συμπληρωθεί, με την άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, συνεχής τριακονταετία έως τις 11-09-1915.

Με τα δεδομένα αυτά, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που, κρίνοντας ότι το επίδικο εμπίπτει στους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος και χωρίς να αποφανθεί σαφώς για τη φύση του ως χορτολιβαδικής ή μη έκτασης, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή. Γι' αυτό πρέπει κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους της έφεσης, να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί από ουσιαστική άποψη, να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν |».

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος και, στην συνέχεια αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή την απέρριψε κατ'ουσία.

Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί χορτολιβαδική έκταση, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για βόσκηση ζώων, επί της οποίας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, απέκτησε κυριότητα δικαιώματι πολέμου και ότι δεν προέκυψε ότι επί του ακινήτου αυτού ασκούσαν πράξεις νομής οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος με καλή πίστη, επί τριάντα έτη έως τις 11-09-1915, ώστε να αποκτήσουν κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Κρίνοντας όμως το Εφετείο, ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τον προαναφερόμενο τρόπο, χωρίς ν'αναφέρει, εάν αυτό είχε το χαρακτήρα χορτολιβαδικής έκτασης, κατά τον κρίσιμο χρόνο προ της 15ης Δεκεμβρίου 1833, ήτοι προ της ενάρξεως της ισχύος του ανωτέρω Β.

Δ/τος 3/15.12.1833, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του ως άνω Δ/τος, τις οποίες πλημμελώς εφάρμοσε με το να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος. Επίσης, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση αφού δεν διέλαβε οποιαδήποτε αιτιολογία για το αν η μορφή του επιδίκου ήταν χορτολιβαδική κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο.

Ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού με τον οποίο ο αναιρεσείων, αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθ. 1α και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 1 του Β.Δ/τος της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", είναι βάσιμος.

Κατόπιν τούτων, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω κριθέντος βάσιμου λόγου της αναίρεσης, παρέλκει η εξέταση της βασιμότητας των λοιπών αναιρετικών λόγων και πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του, (άρθρα 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 ν.3693/57, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 16/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ