Legislator Case Law & Legislation
516/2017 AI generated

516/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 516/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

516/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Keywords

AI generated
marine and aviation insurance suspension of insurance cover exploitation of distress casco insurance flight risk film production insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 516 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 516/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Εταιρεία (Ν.Ε.)" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3721/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 18/5/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και κατά την αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 575 εδ. β του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε (εδ.

γ) και ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (εδ.δ). Στη προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθμό ...22 Οκτωβρίου 2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Μ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ναυτική εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 18.5.2015 και με αριθ.

κατάθ. 48/20.5.2015 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα της 15ης Ιανουαρίου 2016, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προσωπικά προς τον αναιρεσίβλητο (άρθ. 126 παρ. 1 περ.

α του ΚΠολΔ). Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε αντιμωλία των διαδίκων για τη δικάσιμο της 22ας Μαρτίου 2016 και κατ’ αυτήν αναβλήθηκε εκ νέου αντιμωλία των διαδίκων για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας. Εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 576 παρ.2 εδ.

α και γ του ΚΠολΔ.

Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των πληρωμάτων των ακτοπλοϊκών φορτηγών πλοίων ... μέχρι 500 κ.ο.χ. του έτους 2010, που καταρτίσθηκε στο πλαίσιο των άρθρων 1 παρ.1 και 5 του Α.Ν. 3276/1944 "Περί Συλλογικών Συμβάσεων εν τη ναυτική εργασία" (ΦΕΚ Α 24) και κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3525.1.7/01/2011 (ΦΕΚ Β 1187/9.6.2011) απόφαση του Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας, ορίσθηκαν οι ώρες εργασίας των μελών του πληρώματος, περιλαμβανομένου του Πλοιάρχου και του Α’ Μηχανικού, των ακτοπλοϊκών φορτηγών πλοίων μέχρι 500 κ.ο.χ.

σε σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, δηλαδή σε οκτώ (8) ώρες την ημέρα από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, του Σαββάτου και της Κυριακής θεωρουμένων ως ημερών αργίας. Με τις παρ. 2 και 3 του ιδίου άρθρου της ως άνω ΣΣΝΕ ορίσθηκε ότι η απασχόληση του πληρώματος, πέραν των ως άνω ρητώς καθοριζομένων ημερών και ωρών θα αμείβεται υπερωριακά, εκάστης ώρας υπολογιζομένης ίσης προς το 1/173 του μισθού ενεργείας κάθε ναυτικού, προσηυξημένου κατά 25% (παρ.2) και ότι κατά τις ημέρες των Σαββάτων και των αργιών, όταν το πλήρωμα εργάζεται, αμείβεται υπερωριακά, εκάστης ώρας υπολογιζομένης ίσης προς το 1/173 του μισθού ενεργείας κάθε ναυτικού, προσηυξημένου κατά 50% (παρ.3).

Επίσης στη παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου καταχωρήθηκαν πίνακες υπερωριακής αμοιβής των μελών του πληρώματος των πιο πάνω πλοίων, αναλόγως της ειδικότητας εκάστου, περιλαμβανομένης και εκείνης του Α’ Μηχανικού, για τις ημέρες αυτές. Εξ άλλου η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό που στη ναυτική πρακτική ονομάζεται "κλειστός" και στον οποίο περιλαμβάνεται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από τη σχετική συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας είναι έγκυρη (άρθ. 361 του ΑΚ), υπό την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αμοιβές που προβλέπονται στη συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας δεν είναι μεγαλύτερες από το κλειστό μισθό που συμφωνήθηκε.

Διαφορετικά, αν ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελαχίστων νομίμων αποδοχών, η συμφωνία δεν είναι έγκυρη κατά το μέρος αυτό και ο ναυτικός δικαιούται της διαφοράς (ΑΠ 1013/2003, ΑΠ 225/2002). Το ίδιο ισχύει και για τις αξιώσεις από τη παροχή πρόσθετης (υπερωριακής) απασχόλησης του ναυτικού, διότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν.Δ/τος 4020/1959, με την οποία προβλέπεται στη χερσαία εργασία η ακυρότητα των συμβάσεων με τις οποίες συμφωνείται η κάλυψη των αξιώσεων καταβολής υπερωριακής αμοιβής με τις πέραν των ελαχίστων ορίων καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές, δεν εφαρμόζεται για τη πάγια κατ’ αποκοπή αμοιβή υπερωριών στη ναυτική εργασία (ΑΠ 943/1988).

Περαιτέρω ο Κανονισμός εργασίας επί των Ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω, ο οποίος εγκρίθηκε και τέθηκε σε ισχύ με το άρθρο μόνο του υπ’ αριθ. 806/1970 Β. Δ/τος (ΦΕΚ Α 275), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 67 του κωδικοποιηθέντος με το από 11.3.1952 Β.Δ/μα Νόμου 6392/1934 "περί Ποινικού και Πειθαρχικού Κώδικος του Εμπορικού Ναυτικού" (ΦΕΚ Α 83), ο οποίος, μεταξύ άλλων, προβλέπει στο άρθρο 72 παρ.2 αυτού την υποχρέωση του Α’ Μηχανικού, μετά την έναρξη των εργασιών επισκευής των μηχανών του πλοίου, να παρακολουθεί αυστηρώς τους εργαζομένους και να βεβαιώνεται ότι η εργασία εκτελείται ταχέως και σύμφωνα προς τους κανόνες της τέχνης και στο άρθρο 129 αυτού ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του πλοίου σε λιμένα ή όρμο παραμένει στο μηχανολεβητοστάσιο του πλοίου εκ περιτροπής ένα μέλος του πληρώματος μηχανής για τη φύλαξη και ασφάλεια του μηχανολεβητοστασίου, δεν εφαρμόζεται ευθέως επί φορτηγών πλοίων μικρότερης ολικής χωρητικότητας, όπου μάλιστα η προβλεπομένη σύνθεση του πληρώματος είναι διαφορετική (μικρότερη).

Ειδικότερα δε για τα φορτηγά πλοία ολικής χωρητικότητας μέχρι 500 κόρους η οργανική σύνθεση του πληρώματος καθορίζεται με το υπ’ αριθ. 382/1978 Π. Δ/μα (ΦΕΚ Α 80), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 87 παρ. 2 του Ν.Δ/τος 187/1973 περί Κώδικος Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ΚΔΝΔ). Δεν αποκλείεται όμως για τη ταυτότητα του λόγου η ανάλογη εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του εν λόγω Β.

Δ/τος και σε πλοία που δεν υπάγονται σε αυτόν, όπως είναι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 72 παρ.2 αυτού. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Τέλος στη περίπτωση που η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, εκάστη των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες οι αιτιολογίες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, ο λόγος αναίρεσης που προσβάλλει τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτεται ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττομένη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία, και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 437/2011, ΑΠ 1336/2010, ΑΠ 426/2008).

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει σύμβασης εξηρτημένης εργασίας που καταρτίσθηκε στον Πειραιά στις 6.3.2011, μεταξύ του ενάγοντος [ήδη αναιρεσίβλητου] και της εναγομένης [ήδη αναιρεσείουσας], νομίμως εκπροσωπουμένης, πλοιοκτήτριας του υπό Ελληνική σημαία δεξαμενοπλοίου, με το όνομα ..., νηολογίου Πειραιά αρ. 10872, κ.ο.χ. 398, ο ενάγων προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε αυθημερόν σε αυτό, με την ειδικότητα του Α’ Μηχανικού, σύμφωνα με τους όρους και τις αποδοχές που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ ναυτικής εργασίας των Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Φορτηγών και Δεξαμενοπλοίων μέχρι 500 κόρων ολικής χωρητικότητας.

Ειδικότερα στην ανωτέρω σύμβαση ναυτικής εργασίας ορίσθηκε (άρθρο 3) ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος συμφωνούνται από την έναρξη ισχύος της παρούσης ως εξής: βασικός μισθός 1.297,16 ευρώ, επίδομα Κυριακών 285,38 ευρώ, δώρο πλοιοκτητών 210 ευρώ, επίδομα δεξαμενοπλοίων 518,86 ευρώ, επίδομα μηχανικού 81,80 ευρώ, επίδομα ανθυγιεινό 16,26 ευρώ, υπερωρίες Σαββάτου και αργιών 405,08 ευρώ, υπερωρίες απλές [υπερωρίες] 395,91 ευρώ, άδεια 764,15 ευρώ, τροφοδοσία αδείας 101,36 ευρώ και γενικό σύνολο 4.075,96 ευρώ.

Τα ανωτέρω συνομολογούνται από την εναγομένη, συναγομένης, ενόψει και των λοιπών ισχυρισμών, σχετικής ομολογίας της (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Καθ’ όλη τη διάρκεια της ναυτολόγησης του ενάγοντος, οι αποδοχές και οι όροι εργασίας του διέπονταν από την Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Φορτηγών Πλοίων ...

μέχρι 500 κ.ο.χ. έτους 2010, η οποία κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3525.1.7/01/2011 (ΦΕΚ Β 1187/2011) απόφαση του Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας. Σε εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης, ο ενάγων απασχολήθηκε στο εν λόγω πλοίο με την ως άνω ειδικότητα μέχρι τις 26.3.2012, οπότε απολύθηκε στο λιμάνι του Περάματος "αμοιβαία συναινέσει" αυτού και του πλοιάρχου.

Κατά τη διάρκεια της εν λόγω ναυτολόγησης του ενάγοντος επί του ως άνω πλοίου, αυτό μετέφερε βενζίνη με την οποία εφοδίαζε τις νήσους των Κυκλάδων. Ειδικότερα αρχικά λάμβανε χώρα η φόρτωση των καυσίμων στα διυλιστήρια Ασπροπύργου και ακολουθούσε η μεταφορά αυτών σε πρατηριούχους, μέσω βυτίου που ευρισκόταν στο πλοίο.

Η φόρτωση στα διυλιστήρια Ασπροπύργου διαρκούσε 5 ώρες και πραγματοποιούνταν 4 φορές το μήνα κατά μέσο όρο, ακολουθούσε δε ο εφοδιασμός μίας νήσου καθ’ εκάστη ημέρα (ενδεικτικά Πάρος, Νάξος, Θήρα, Μήλος, Κέα, Φολέγανδρος, Τήνος), ενώ το πλοίο ταξίδευε κατά τη διάρκεια της νύκτας, ώστε την επομένη ημέρα να προσεγγίσει άλλη νήσο.

Τα ανωτέρω αναφορικά με το έργο που εκτελούσε το ανωτέρω πλοίο αποδεικνύονται από την κατάθεση του μάρτυρα Φ. Κ. στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιά, ενώ δεν αναιρούνται από τις εγγραφές επί του προσκομιζομένου σε φωτοαντίγραφο και επικαλουμένου ημερολογίου του πλοίου.

Περαιτέρω απεδείχθη ότι στο πλοίο ως Μηχανικοί υπηρετούσαν μόνο 2 άτομα, ήτοι ο ενάγων με την ειδικότητα του Α’ Μηχανικού και ένα δεύτερο άτομο ως μηχανοδηγός, οι οποίοι όφειλαν να επιβλέπουν για την καλή λειτουργία των μηχανών, μηχανημάτων και λεβήτων, να φροντίζουν για κάθε επισκευή μηχανικής φύσεως που μπορεί να εκτελεσθεί εν πλω ή εν όρμω, να βρίσκονται πάντοτε στο μηχανοστάσιο κατά τον έκπλου και είσπλου στα λιμάνια και να παρακολουθούν την άμεση και ακριβή εκτέλεση των παραγγελμάτων από τη γέφυρα.

Ωστόσο προς κάλυψη των ποικίλων λειτουργικών αναγκών που προέκυπταν στο πλοίο κατά τη διάρκεια των ανωτέρω πολύωρων δρομολογίων του, ο ενάγων απασχολούταν επιπλέον ώρες, πλέον του νομίμου ωραρίου του, γεγονός άλλωστε που έμμεσα συνομολογεί η εναγομένη, δεδομένου ότι κατέβαλλε σ’ αυτόν αμοιβή από υπερωριακή εργασία.

Με βάση τα προαναφερθέντα και ιδίως α) ενόψει των συνθηκών και περιστάσεων που επικρατούσαν κατά την απασχόληση του ενάγοντος επί του πλοίου, το οποίο ήταν δρομολογημένο, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, με πολλές προσεγγίσεις σε ενδιάμεσα λιμάνια, β) της σταθερής καταβολής κάθε μήνα ποσών για αμοιβή υπερωριακής εργασίας, τόσο τις καθημερινές και Κυριακές, όσο και τα Σάββατα και τις αργίες, γ) της φύσης και του αντικείμενου της απασχόλησης του ενάγοντος και του γεγονότος ότι απασχολούνταν στο πλοίο μόνο δύο μηχανικοί, δ) από τα διδάγματα της κοινής πείρας, το Δικαστήριο οδηγείται στη κρίση ότι ο ενάγων απασχολούνταν ημερησίως 12 ώρες, αφού οι βάρδιες κατανέμονταν ανάμεσα σε δύο άτομα.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται (τόσο) από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο οποίος κατέθεσε ότι οι εργαζόμενοι στο μηχανοστάσιο ήταν μόνο δύο άτομα, ο ενάγων και ο βοηθός του, όσο και για την ανάγκη υπερωριών των δύο αυτών ατόμων.

Επίσης απεδείχθη ότι κατά το χρονικό διάστημα εργασίας του ενάγοντος, το πλοίο είχε παραμείνει αγκυροβολημένο στη θέση του στη προβλήτα ... στο ..., καθώς και στο ναυπηγείο Π. επί 96 ημέρες (οι ημέρες αυτές δεν ήταν συνεχόμενες), γεγονός που συνομολογείται από τα διάδικα μέρη. Κατά τις ημέρες αυτές που το πλοίο βρισκόταν αγκυροβολημένο στην προβλήτα ..., οι μηχανές του πλοίου ή βρίσκονταν σε λειτουργία ή γίνονταν κάποιες εργασίες, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο μηχανής του πλοίου (βλ.

ενδεικτικά τις ημερομηνίες 22.4.2011, 23.4.2011, 21.5.2011, 22.5.2011, 23.5.2011, 25.9.2011, 26.9.2011, 27.9.2011, 28.9.2011, 15.10.2011, 16.10.2011, 23.10.2011, 24.10.2011, στις οποίες αναγράφονται οι εργασίες που γίνονταν στο μηχανοστάσιο στο ημερολόγιο μηχανής, παρά το γεγονός ότι το πλοίο ήταν πρυμνοδετημένο στον προβλήτα ...). Άλλωστε ακόμα και αν δεν εκτελούνταν εργασίες τις ημέρες που το πλοίο βρισκόταν στον προβλήτα της ..., ο ενάγων όφειλε να βρίσκεται επ’ αυτού επί 12 ώρες (η βάρδια του) για τη φύλαξη και ασφάλεια του μηχανολεβητοστασίου κατ’ άρθρο 129 Π.Δ. 806/70.

Επί πλέον τις ημέρες που το πλοίο βρισκόταν για επισκευή στο ναυπηγείο Π. και είχε αναλάβει εργασίες επισκευής εξωτερικό συνεργείο, ο ενάγων βρισκόταν επί του πλοίου αυτού επί δωδεκάωρο, προκειμένου να παρακολουθεί την εργασία του εξωτερικού συνεργείου, όπως οφείλει κατ’ άρθρο 72 παρ.2 του ΠΔ 806/70. Τα ανωτέρω προκύπτουν και από τη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Φ.

Κ., πλοιάρχου του πλοίου, ο οποίος κατέθεσε ότι το μηχανοστάσιο λειτουργούσε συνεχώς ακόμη και αν το πλοίο βρισκόταν στο αγκυροβόλιο στις αναμονές για φόρτωση και δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης Δ. Δ., ο οποίος κατέθεσε ότι "όταν το πλοίο είναι σε αναμονή, λειτουργεί μία μηχανή".

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι τις 96 αυτές ημέρες ο ενάγων δεν εργάσθηκε υπερωριακά, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου ως βασίμου του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος περί παροχής υπερωριακής εργασίας τις 96 αυτές ημέρες". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή κατά το κεφάλαιο καταβολής υπερωριακής αμοιβής και για τις ως άνω 96 ημέρες που το πλοίο ήταν πρυμνοδετημένο στην προβλήτα της ...

ή βρισκόταν προς επισκευή στο ναυπηγείο Π., προέβη στον υπολογισμό των απαιτήσεων του ενάγοντος από τη παροχή υπερωριακής εργασίας καθ’ όλο τη χρονική διάρκεια της εργασίας του: α) τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως και για 317 συνολικά ημέρες (267 καθημερινές + 50 Κυριακές) και β) δώδεκα (12) ωρών ημερησίως, δηλαδή από της πρώτης ώρας εργασίας του ενάγοντος, για 71 συνολικά ημέρες (55 Σάββατα και 16 αργίες), με βάση το προβλεπόμενο στην ως άνω ΣΣΝΕ ωρομίσθιο υπερωριακής αμοιβής του Α’ Μηχανικού, ήτοι το ωρομίσθιο του μισθού ενέργειας με προσαύξηση 25% και 50% αντιστοίχως (9,53 ευρώ και 11,44 ευρώ αντίστοιχα), στις οποίες ημέρες εργασίας περιέλαβε τις ανωτέρω 96 ημέρες που το πλοίο ήταν πρυμνοδετημένο στην προβλήτα της ...

ή βρισκόταν προς επισκευή στο ναυπηγείο Π.. Στη συνέχεια, αφού, κατά παραδοχή σχετικών ισχυρισμών (ενστάσεων) της εναγομένης ναυτικής εταιρείας, από τη συνολική αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος ύψους 21.830,92 ευρώ (12.084,04 ευρώ υπερωριακή αμοιβή τις καθημερινές και τις Κυριακές + 9.746,88 ευρώ υπερωριακή αμοιβή τα Σάββατα και τις αργίες) αφαίρεσε το συνολικό ποσό των 12.290,30 ευρώ που ο ενάγων είχε λάβει για την αιτία αυτή από την εναγομένη και το ποσό των 3.094 ευρώ που ο ενάγων είχε λάβει ως επιμίσθιο (bonus) από την εναγομένη, η οποία είχε επιφυλάξει με τον όρο 17 της ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας μεταξύ των διαδίκων το δικαίωμα να καταλογίσει τη παροχή αυτή με μονομερή δήλωσή της προς άλλες αξιώσεις του ενάγοντος, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως αμοιβή αυτού για τη παροχή υπερωριακής εργασίας το συνολικό ποσό των 6.446,72 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 27.3.2012.

Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ναυτική εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε υπερωριακά και κατά το διάστημα των 96 ημερών, οπότε κατά τις παραδοχές αυτής το πλοίο ήταν πρυμνοδετημένο στην προβλήτα της ...

ή βρισκόταν προς επισκευή στο ναυπηγείο Π., επικαλούμενη τις απορρέουσες από τις διατάξεις των άρθρων 129 και 72 παρ.2 του Β. Δ/τος 806/1970 υποχρεώσεις του ενάγοντος, το μεν παραβίασε ευθέως το ως άνω Β.Δ/μα το οποίο εφάρμοσε, αν και το Διάταγμα αυτό δεν ήταν εφαρμοστέο, αφού το πλοίο ... στο οποίο είχε ναυτολογηθεί ο ενάγων ήταν χωρητικότητας 398 κόρων, ήτοι μικρότερης των 800 κόρων και άνω που απαιτείται κατά νόμο για την εφαρμογή του εν λόγω Β.Δ/τος, το δε εμμέσως εφάρμοσε τις διατάξεις του μη έχοντος εφαρμογή Π.Δ/τος 237/1987 (ΦΕΚ Α 102) που προβλέπει αυξημένη σύνθεση προσωπικού μηχανής σε φορτηγά πλοία ολικής χωρητικότητας 500 έως 3.000 κόρων και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του έχοντος εφαρμογή Π.Δ/τος 382/1978 (ΦΕΚ Α 80) που αφορά τη σύνθεση των πληρωμάτων φορτηγών πλοίων κάθε κατηγορίας ολικής χωρητικότητας μέχρι 500 κόρων και προβλέπει σύνθεση προσωπικού μηχανής από δύο άτομα για φορτηγά πλοία, όπως το συγκεκριμένο, στο οποίο είχε ναυτολογηθεί ο ενάγων.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο αυτού σκέλος είναι αλυσιτελής και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με τη προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απασχολείτο επί δώδεκα (12) ώρες ημερησίως σε αυτό για όλες τις ημέρες εργασίας του και ειδικότερα και κατά την διάρκεια των 96 ημερών που το πλοίο ήταν πρυμνοδετημένο στη προβλήτα της ..., οπότε οι μηχανές του βρίσκονταν σε λειτουργία, ή βρισκόταν για επισκευές στο ναυπηγείο Π.

προς παρακολούθηση των εργασιών επισκευής και κατά συνέπεια δικαιούται αμοιβής για παρασχεθείσα υπερωριακή εργασία τις ημέρες αυτές, οι δε παραδοχές του αυτές, οι οποίες δεν πλήττονται με λόγο αναίρεσης, ως αυτοτελείς αιτιολογίες επαρκώς στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ανεξαρτήτως της επάλληλης αιτιολογίας αυτής ότι ο ενάγων, ακόμη και εάν δεν γίνονταν επισκευές, είχε την υποχρέωση να βρίσκεται επί δωδεκάωρο επί του πλοίου προς φύλαξη και ασφάλεια του μηχανολεβητοστασίου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 129 του υπ’ αριθ. 806/1970 Βασιλικού (και όχι Προεδρικού, όπως εσφαλμένως χαρακτηρίζεται στη προσβαλλομένη απόφαση) Διατάγματος, η οποία (διάταξη) πράγματι δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της ολικής χωρητικότητας του συγκεκριμένου πλοίου ..., που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ανερχόταν σε 398 κόρους, ήτοι ήταν μικρότερη των πλοίων 800 κόρων και άνω επί των οποίων εφαρμόζεται το εν λόγω Β.Δ/μα.

Κατά συνέπεια το επικαλούμενο σφάλμα, που κατά τον λόγο αναίρεσης αφορά την επάλληλη εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης για τη νομική θεμελίωση της υποχρέωσης του ενάγοντος να παραμένει στο πλοίο επί δωδεκάωρο και κατά τις 96 αυτές ημέρες, είναι αδιάφορο. Εξ άλλου, πέραν του ότι η παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι κατά τη διάρκεια επισκευής του πλοίου σε ναυπηγείο ο ενάγων απασχολείτο υπερωριακά προκειμένου να παρακολουθεί τις εργασίες επισκευής αυτού αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της, ανεξαρτήτως νομικής θεμελίωσης της υποχρέωσης αυτής, η επικαλουμένη στη προσβαλλομένη απόφαση διάταξη του άρθρου 72 παρ.2 του Β.

Δ/τος 806/1970 είναι δεκτική ανάλογης εφαρμογής για την ταυτότητα του λόγου και για πλοία που δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ανωτέρω Β.Δ/τος, όπως το συγκεκριμένης χωρητικότητας πλοίο. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο αυτού σκέλος με τον οποίο η αναιρεσείουσα ναυτική εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως εφάρμοσε εμμέσως το Π.Δ/μα 237/1987 αντί να εφαρμόσει το Π.Δ/μα 382/1978 αναφορικά με την οργανική σύνθεση του πληρώματος του συγκεκριμένου πλοίου, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη προσβαλλομένη απόφασή του απλώς περιορίσθηκε στο να δεχθεί ανελέγκτως ότι στο συγκεκριμένο πλοίο εργάζονταν δύο άτομα ως προσωπικό μηχανής και συγκεκριμένα ο ενάγων ως Α’ Μηχανικός και ένας μηχανοδηγός (όπως άλλωστε προβλέπεται για το προσωπικό μηχανής σε φορτηγά πλοία ολικής χωρητικότητας κάτω των 500 κόρων με ιπποδύναμη από 201 - 500 και από 501 - 750 ΒΗΡ με το ανωτέρω 382/1978 Π.Δ/μα) και δεν ασχολήθηκε κατά τα λοιπά με το ποίες διατάξεις ήταν εφαρμοστέες ως προς τη σύνθεση του πληρώματος του συγκεκριμένου πλοίου, στο οποίο είχε ναυτολογηθεί ο ενάγων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Περαιτέρω από την ως άνω διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 1967/2009, ΑΠ 1212/2009, ΑΠ 774/1996, ΑΠ 710/1991).

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του (ΟλΑΠ 14/2005). Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγουμένης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ.

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχουν σαφή και ορισμένη επίκληση του συγκεκριμένου εγγράφου (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 9/2000).

Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, με συνέπεια αν δεν προσκομίζονται οι προτάσεις ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΟλΑΠ 498/1978, ΑΠ 1573/2006).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ναυτική εταιρεία, επικαλούμενη το ότι ουδεμία μνεία γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης για τη λήψη υπόψη εγγράφων, πέραν των λοιπών αναγραφομένων σε αυτήν αποδεικτικών μέσων της κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης και της υπ’ αριθ. 591/2013 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα σχετικά με τη παροχή υπερωριακής εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά τη διάρκεια που το πλοίο παρέμενε αγκυροβολημένο στην προβλήτα της ...

ή προς επισκευή στο ναυπηγείο Π., δεν έλαβε υπόψη της τα έγγραφα που αυτή προσκόμισε ανταποδεικτικά και επικαλέσθηκε τόσο με τις από 28.3.2013 πρωτόδικες προτάσεις της, όσο και με τις από 21.10.2014 προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και συγκεκριμένα: α) το ημερολόγιο γεφύρας του πλοίου, από το οποίο προέκυπταν οι πλεύσιμες ημέρες και οι ημέρες που το πλοίο παρέμεινε αγκυροβολημένο ή βρισκόταν σε ναυπηγείο προς επισκευή, β) το ημερολόγιο μηχανής του πλοίου, από το οποίο προκύπτουν οι εκτελεσθείσες εργασίες μηχανής, που τηρούσε αποκλειστικά ο ενάγων, γ) συγκεντρωτική κατάσταση του αρχιπλοιάρχου της εταιρείας Χ.

Ρ. με βάση τις αντίστοιχες εγγραφές του ημερολογίου γεφύρας του πλοίου, εμφαίνουσες τις ημέρες και ώρες που το πλοίο παρέμεινε αγκυροβολημένο στην προβλήτα της ... ή βρισκόταν σε ναυπηγείο προς επισκευή - συντήρηση και δ) συγκεντρωτική κατάσταση του αρχιπλοιάρχου της εταιρείας Χ. Ρ. με βάση τις αντίστοιχες εγγραφές του ημερολογίου γεφύρας του πλοίου, εμφαίνουσες τις ημέρες και ώρες που το πλοίο βρισκόταν σε λειτουργία.

Όπως όμως προκύπτει από τις από 21.10.2014 έγγραφες προτάσεις της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ναυτικής εταιρείας ενώπιον του εκδώσαντος τη προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), η τελευταία δεν επικαλέσθηκε τα ανωτέρω έγγραφα, αλλά περιορίσθηκε στη σελίδα 2 αυτών να επικαλεσθεί "τα προσκομισθέντα στην πρωτόδικη δίκη αποδεικτικά στοιχεία (ίδετε πρωτόδικες προτάσεις μας - φάκελος Νο 1)".

Η εν λόγω επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων και συγκεκριμένα εγγράφων, που η αναιρεσείουσα είχε πράγματι νομίμως επικαλεσθεί ως σχετικά (ε) έως και (η) στη σελίδα 34 των από 28.3.2013 προτάσεων αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεν είναι νόμιμη, εφόσον στις εν λόγω από 21.10.2014 έγγραφες προτάσεις αυτής ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν γίνεται αναφορά των πιο πάνω εγγράφων με μνεία της ταυτότητας αυτών, ούτε παραπομπή στο συγκεκριμένο μέρος (δηλ.

στη σελ. 34) των επανυποβαλλομένων προτάσεων αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπου μνημονεύονται τα έγγραφα αυτά. Επομένως ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι, παρά την έλλειψη της μνείας της λήψης υπόψη εγγράφων από τη προσβαλλομένη απόφαση, γίνεται ρητή μνεία σε διάφορα σημεία του σκεπτικού αυτής για εγγραφές του προσκομιζομένου σε φωτοαντίγραφο και επικαλουμένου ημερολογίου του πλοίου (ήτοι του ημερολογίου γεφύρας) και για εγγραφές στο ημερολόγιο μηχανής, όπως ήδη ανωτέρω προαναφέρθηκε.

Από τις αναφορές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αδιαστίκτως ότι τα ανωτέρω υπό στοιχείο (α) και (β) έγγραφα [ημερολόγιο γέφυρας και ημερολόγιο μηχανής] έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τη παροχή υπερωριακής εργασίας εκ μέρους του αναιρεσίβλητου καθ’ όλη τη διάρκεια της ναυτολόγησής του, ενώ οι υπό στοιχείο (γ) και (δ) συγκεντρωτικές καταστάσεις του αρχιπλοιάρχου της εταιρείας για τις ημέρες και ώρες λειτουργίας του πλοίου ή παραμονής αυτού αγκυροβολημένου στην προβλήτα ...

ή στο ναυπηγείο προς επισκευή, οι οποίες καταρτίσθηκαν με βάση τις εγγραφές από το ημερολόγιο του πλοίου (ημερολόγιο γέφυρας), δεν συνιστούν κατά κυριολεξία αποδεικτικά έγγραφα, η παράλειψη λήψης των οποίων ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, εφόσον αυτές συντάχθηκαν με σκοπό τη διευκόλυνση του υπολογισμού του συνολικού αριθμού των ανωτέρω ωρών, όπως αυτές προέκυπταν από το ημερολόγιο του πλοίου.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Για τη θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του ως προς τη διαπίστωση του σφάλματος ανάγνωσης από το δικαστήριο της ουσίας.

Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ναυτική εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση των εγγραφών στο ημερολόγιο μηχανής του πλοίου κατά τις αναφερόμενες σε αυτήν ενδεικτικά ημερομηνίες 22.4.2011, 23.4.2011, 21.5.2011, 22.5.2011, 23.5.2011, 25.9.2011, 26.9.2011, 27.9.2011, 28.9.2011, 15.10.2011, 16.10.2011, 23.10.2011, 24.10.2011, στις οποίες κατά τη προσβαλλομένη απόφαση αναγράφονται οι εργασίες που γίνονταν στο μηχανοστάσιο στο ημερολόγιο μηχανής, παρά το γεγονός ότι το πλοίο ήταν πρυμνοδετημένο στον προβλήτα της ..., προκειμένου να καταλήξει στο εσφαλμένο συμπέρασμα περί λειτουργίας των μηχανών και συνακόλουθα περί παροχής τετράωρης υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος και όταν το πλοίο ήταν αγκυροβολημένο στην πιο πάνω προβλήτα, ενώ με βάση το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγραφών προέκυπτε ότι τις ως άνω χρονολογίες το πλοίο δεν ήταν στη προβλήτα Περάματος, ούτε εκτελούνταν εργασίες μηχανής σε αυτό, αλλά βρισκόταν εν κινήσει.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (αναπόδεικτος) εφόσον η αναιρεσείουσα εταιρεία δεν προσκομίζει προς απόδειξη της βασιμότητας αυτού φωτοαντίγραφα των σελίδων που αφορούν οι εν λόγω χρονολογίες εξαχθέντα από το ημερολόγιο μηχανής του πλοίου. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-5-2015 και με αριθ. κατάθ. 48/20.5.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 11/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ